Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

65 χρόνια από τη μάχη στο Κιλκίς

(από τον ιστορικό Γιώργο Μαργαρίτη, στο Ριζοσπάστη της 29ης Νοεμβρίου 2009)

Αναμετρήθηκαν δυο κόσμοι


Πλήρης  στοίχιση
Για τις λεπτομέρειες της μάχης στο Κιλκίς στις 4 Νοέμβρη του '44, άλλοι είναι ίσως πιο αρμόδιοι από εμένα να μιλήσουν. Θα ήθελα, παρ' όλα αυτά, να ξεχωρίσω ένα στοιχείο από τα πολλά: Οι αριθμητικοί συσχετισμοί υπόσχονταν μία αβέβαιη μάχη: Από 6 έως 9.000 υπολογίστηκαν από τις πηγές οι ένοπλοι και εκείνοι που τους συνόδευαν και είχαν κλειστεί στο Κιλκίς, έναντι 6.000 περίπου μαχητών του ΕΛΑΣ, οι περισσότεροι των οποίων δεν πρόλαβαν να πάρουν μέρος στη μάχη. Τελικά, σε κανένα σημείο δεν υπήρξε αμφιβολία ως προς την τελική έκβασή της. Ισως αυτό προδίδει την πολιτική - αποφεύγω τη λέξη αλλά μάλλον είναι σωστή στην προκειμένη περίπτωση: την ηθική ανωτερότητα του ΕΛΑΣ - αυτό το είδος της υπεροχής που δεν μετριέται με αριθμούς τουφεκιών, σφαιρών και πυροβόλων.

Ηθική, καθότι ήταν ουσιαστικά πολιτική. Ο ΕΛΑΣ είχε εκείνο το Νοέμβρη πίσω του έναν επικό αγώνα ενάντια στον κατακτητή και ενάντια σε όλο το θεσμικό, οικονομικό και κοινωνικό σύστημα της Κατοχής, μέσα από το οποίο οι τότε άρχουσες τάξεις της χώρας αποπειράθηκαν να εντάξουν τη χώρα στη Νέα Ευρώπη του ναζισμού. Ο ΕΛΑΣ είχε πίσω του τη μαζικότερη πολιτική οργάνωση που είχε γνωρίσει έως τότε η Ελλάδα, το ΕΑΜ, το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Είχε πίσω του το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, μέρος ενός παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος που στα 1944, αφού επέβαλε την ισότιμη αποδοχή του στην Αντιφασιστική Συμμαχία, ολοκλήρωνε τη συντριβή του ναζισμού, την επιβολή του πολιτισμού πάνω στη ρατσιστική βαρβαρότητα. Είχε πίσω του την ακτινοβολία της Σοβιετικής Ενωσης και του Κόκκινου Στρατού. Τέλος, και το πιο σπουδαίο ήταν αυτό, είχε πίσω του τους αγρότες, τους εργάτες, πλατιά στρώματα ενός ελληνικού πληθυσμού που είχε τα πάνδεινα υποφέρει στην Κατοχή, αλλά και πριν από αυτήν, και προσδοκούσε επιτέλους να απολαύσει τους καρπούς του δικού του μόχθου, τις κατακτήσεις που με το αίμα του κέρδισε...

Από την άλλη μεριά, ήταν τα υποπροϊόντα μιας «παρεξήγησης»: Κοινωνικά ήταν αγρότες και πρόσφυγες σε μεγάλο βαθμό οι κλεισμένοι στην πόλη του Κιλκίς. Σε κάποιο ποσοστό τους τουρκόφωνοι - κατάσταση που τους είχε αποκόψει από την επαφή με το γύρω τους κόσμο και από την παρακολούθηση των κοσμοϊστορικών αλλαγών. Ερμαια της πολιτικής των Γερμανών και των στελεχών της «Ελληνικής Πολιτείας» - του κράτους του δοσιλογισμού. Ερμαια των βρετανικών ραδιουργιών, έρμαια των οπλαρχηγών και των πολιτευτών που λεηλατούσαν προπολεμικά την ψήφο και την ψυχή τους. Ερμαια, όπως εκείνοι οι λαοί που δεν τολμούν να βγουν από τις βαθιές σπηλιές της άγνοιας και της οπισθοδρόμησης και ν' αποφασίσουν στο φως για την τύχη του εαυτού τους, των παιδιών τους, της χώρας τους.... Εξαρτήματα ενός κόσμου, που στα 1944 έδειχνε να πεθαίνει, μόλις είχαν γευτεί την περιφρόνηση και τελικά την εγκατάλειψη από τους παλαιούς τους κυρίους τους Γερμανούς - για χάρη των οποίων είχαν βαθιά βουτήξει τα χέρια τους στο αίμα των συμπατριωτών τους. Πλησίαζαν το απόλυτο τίποτα, όπως συμβαίνει με εκείνους τους λαούς που εναποθέτουν τη μοίρα τους σε προστάτες και σωτήρες...

Αυτά ήταν τα αντίπαλα στρατόπεδα στη μάχη των δύο κόσμων που αναμετρήθηκαν στην Ελλάδα της Κατοχής και στο μικρό αλλά πολύπαθο Κιλκίς.

Αυτήν την ηθική υπεροχή του ΕΛΑΣ προσπαθούν έκτοτε να καταστρέψουν οι αντίπαλοί του. Από την επομένη κιόλας της σύγκρουσης, ξεκίνησε μία προπαγανδιστική εκστρατεία ενάντια στον ΕΛΑΣ και στο ΚΚΕ όπου, τα όσα έγιναν τον Νοέμβριο του 1944 στο Κιλκίς, όπως και όσα είχαν προηγηθεί σε προηγούμενες συγκρούσεις του ΕΛΑΣ με τα Τάγματα Ασφαλείας και τους άλλους σχηματισμούς συνεργασίας - ο Μελιγαλάς στη Μεσσηνία είναι κάτι αντίστοιχο. Η προπαγανδιστική αυτή εκστρατεία πήρε τερατώδεις διαστάσεις μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, το Φεβρουάριο του 1945, αποτέλεσε τη «νομιμοποιητική» βάση για τη δολοφονική σταυροφορία της «Λευκής αντικομμουνιστικής τρομοκρατίας» στα 1945 - 1947 και συνόδευσε όλο το μετέπειτα μετεμφυλιακό καθεστώς των διωγμών και των απαγορεύσεων. Γνώρισε μία αναμενόμενη έξαρση στη χούντα - όπου μάλιστα οι κάθε λογής συνεργάτες των κατακτητών αναγορεύτηκαν, στα 1969, ως «εθνική αντίσταση». Στις μέρες μας, μέρες πολύμορφης κρίσης και ανησυχίας, το ίδιο προϊόν το σερβίρουν ξαναζεσταμένο οι «αναθεωρητές» προπαγανδιστές - φοβούμαι ότι δεν μπορώ να τους ορίσω ως ιστορικούς, ως επιστήμονες ή ως τίποτε άλλο - Καλύβας - Μαρατζίδης και λοιποί.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τη δική τους εκδοχή, οι κομμουνιστές στην Ελλάδα ως μέρος της ευρύτερης εγκληματικής συνωμοσίας που ταλαιπώρησε τον κόσμο ολόκληρο στη διάρκεια του εικοστού αιώνα, έδειξαν, στην Κατοχή και τον Εμφύλιο - όταν, δηλαδή, είχαν τα όπλα και τις δυνατότητες - το πραγματικό τους πρόσωπο και σχέδιο: Αρχισαν, δηλαδή, να εξοντώνουν τους αντιπάλους τους έτσι ώστε να μείνουν μόνοι αυτοί στον κόσμο και ν' απολαύσουν την επί του κενού στηριγμένη εξουσία τους. Για το λόγο αυτό στο Κιλκίς, στο Μελιγαλά και στις όποιες «πηγάδες», σκότωναν δικαίους και αδίκους, έτσι χωρίς λόγο και χωρίς νόημα....

Η «πτωματολογία» αποτέλεσε εξάλλου σταθερή παρα-επιστημονική (όπως λέμε μετα-φυσική) μέθοδο της ελληνικής δεξιάς (το προσδιορίζω γιατί τη μέθοδο αρχικά τη δίδαξε ο ναζισμός και ο ευρύτερος αντι-κομμουνισμός του μεσοπολέμου) από τον καιρό της έκθεσης ξεθαμένων πτωμάτων μπροστά στο Ζάππειο ή στο Περιστέρι στην μετά τα Δεκεμβριανά Αθήνα. Τότε, μάλιστα, ήρθαν και Βρετανοί «σύμβουλοι» για να βοηθήσουν τη σχετική σκηνοθεσία και να ικανοποιήσουν τους δημοσιογράφους του «ελεύθερου κόσμου» που προσπαθούσαν να εξηγήσουν στους αναγνώστες τους τα ανεξήγητα - το πώς και το γιατί ο βρετανικός στρατός, μεσούντος του πολέμου, προτίμησε να εκστρατεύσει ενάντια στον ΕΛΑΣ παρά ενάντια στους Γερμανούς ναζί...

Η «πτωματολογία» έχει το προσόν ότι δεν εξηγεί τίποτα πέρα από το ότι οι κομμουνιστές είναι εγκληματίες και ότι η φύση και τα ένστικτα των ανθρώπων είναι ταπεινά και βίαια και ως εκ τούτου «προληπτικά» οι ανθρώπινες κοινωνίες πρέπει να εγκλείονται σε φυλακές με περιορισμένα δικαιώματα, κάμερες και άφθονες «δυνάμεις της τάξης». Δεν εξηγεί το γιατί, αποφεύγει την πολιτική, τη γνώση, την Ιστορία. Αποφεύγει να απαντήσει στο τι γύρευαν μερικές χιλιάδες άτομα κλεισμένα στο Κιλκίς τις λαμπρές, κατά τα άλλα, μέρες της Απελευθέρωσης από το ναζιστικό ζυγό. «Από το φόβο των κομμουνιστών», μας λένε χωρίς να μας εξηγούν γιατί τους φοβόντουσαν...

Τα πράγματα από κοντά

Πρώτα απ' όλα να ξεκαθαρίσουμε το τοπίο. Πραγματικά σκοτώθηκαν πολλοί άνθρωποι στο Κιλκίς, στη μάχη και στις αμέσως επόμενες ημέρες. Σε καμία περίπτωση - εκτός από τους αμάχους που τυχαία σκοτώθηκαν στις μάχες - δεν ήταν πρόσωπα «αθώα» ή «άσχετα» με την πολιτική έννοια της λέξης. Επρόκειτο για ποικιλότροπα στρατευμένους στην υπόθεση της ναζιστικής Νέας Τάξης ανθρώπους, αυτής της «Νέας Τάξης» που βύθισε τον λαό μας στη δουλεία, στον θάνατο, στην εξαθλίωση. Να τι ξεχνούνε πρώτο - πρώτο οι «αναθεωρητές ιστορικοί» : ότι γινόταν πόλεμος εκείνο τον καιρό, ολοκληρωτικός πόλεμος με καίριο διακύβευμα - για την εφιαλτική προοπτική της επικράτησης του ναζισμού επρόκειτο (και είχε σχέδια ο ναζισμός : μετά τους κομμουνιστές, τους Εβραίους, τους Σλάβους ποιον είχε σειρά να εξοντώσει; ...). Σε αυτόν τον πόλεμο οι κλεισμένοι στο Κιλκίς είχαν διαλέξει το στρατόπεδό τους : ήταν με τη Νέα Τάξη και πολέμησαν γι' αυτήν! Γι' αυτό και βρέθηκαν στο Κιλκίς - το σχέδιο ήταν να ακολουθήσουν τους υποχωρούντες Γερμανούς. Η απροθυμία των τελευταίων να τους φορτωθούν, αλλά και τα καταχθόνια σχέδια των Βρετανών - όπως θα δούμε στη συνέχεια τους παγίδεψαν στο Κιλκίς.

Αυτοί οι «οπλαρχηγοί», οι «εθελοντές» των λόχων και ταγμάτων, οι προσήλυτοι της «Εθνικοσοσιαλιστικής Οργανώσεως» της Κοζάνης, της «Εθνικής Αντικομμουνιστικής Οργανώσεως» της Κατερίνης, οι γερμανοντυμένοι του «Εθνικού Ελληνικού Στρατού» - το τάγμα «Λεωνίδας» του Πούλου που έφυγε έγκαιρα και συνέχισε να πολεμά στο πλευρό των Γερμανών ως τον Απρίλιο του 1945 στη Σλοβενία και στην Αυστρία... - είχαν, τον καιρό της Νέας Τάξης, σπείρει ανέμους και θύελλες, είχαν στο πλευρό των Γερμανών ματώσει τους συμπατριώτες τους, είχαν γίνει κυνηγιάρικα σκυλιά για να ξετρυπώνουν κομμουνιστές, πατριώτες, Εβραίους ή ό,τι άλλο επιθυμούσε ο αφέντης τους. Είναι αφύσικο το ότι θέρισαν θύελλες; Ηταν αφύσικο ότι μερικοί από αυτούς λιντσαρίστηκαν από τους συγχωριανούς τους;

Αυτό, όμως, δεν απαντά στο ερώτημα του πώς μαζεύτηκαν μερικές χιλιάδες άτομα πρόθυμα μέσα στην απελπισία τους ν' ακολουθήσουν τους Γερμανούς στο μαύρο δρόμο της καταστροφής και της ήττας. Οι πιο σοβαροί από τους συντηρητικούς ιστορικούς - όπως ο Στράτος Δορδανάς - περιγράφουν αυτόν τον κόσμο του δοσιλογισμού, της συνεργασίας με τον κατακτητή και της προδοσίας με τα πιο μελανά χρώματα. Οι ηγέτες του ήταν οπωσδήποτε εξαιρετικά αμφιλεγόμενες και σκοτεινές προσωπικότητες και μεγάλο ποσοστό από αυτούς είχε στο παρελθόν διαπρέψει είτε στους χώρους του εγκλήματος, είτε στον εξίσου βρώμικο χώρο των «εθνικιστικών» και «ακροδεξιών» οργανώσεων του ελληνικού φασισμού και εθνικοσοσιαλισμού. Θα ήταν όμως υπερβολικό να αποδώσουμε τη δράση τους στον καιρό της κατοχής αποκλειστικά και μόνο στο παρελθόν τους και στην ηθική τους υπόσταση. Πολιτικές και κοινωνικές ήταν οι επιλογές τους σε αυτήν την περίοδο και πάνω σε αυτό πρέπει να σταθούμε, για να καταλάβουμε το τι συνέβη. Δεν ντύθηκαν «γερμανικά» επειδή ήταν «κακοί». Πρόδωσαν την πατρίδα και το λαό τους επειδή είχαν συγκεκριμένα συμφέροντα δικά τους και αλλωνών να προασπίσουν.

Οι βιογραφίες πολλών από αυτούς - όσων δεν πρόφτασαν να ενταχθούν στη μεταπολεμική τάξη και να στρατολογηθούν στο κυβερνητικό στρατόπεδο στον Εμφύλιο - μας είναι γνωστές από τις δικογραφίες των ειδικών δικαστηρίων δοσιλόγων που συστήθηκαν στα 1945 - 1946 από τις τότε κυβερνήσεις της Αθήνας. Τα τότε δικαστήρια, όπως και οι σημερινοί συντηρητικοί ιστορικοί, εξηγούσαν το φαινόμενο με ηθικούς όρους : ο κακός και ο άσχημος.... Επίμονα επένδυσαν σε αυτήν την ερμηνεία και εκδοχή, τόσο επίμονα που νόμιμα μπορούμε να υποψιαστούμε ότι είχαν κάτι το πολύ σοβαρό να αποκρύψουν, ότι ήθελαν να μεταφέρουν την όλη συζήτηση στο επουσιώδες, στο προσωπικό και στο τυχαίο - μακριά από τους μηχανισμούς της τότε κοινωνίας και μακριά απ' όσους σημαντικούς - τις ομάδες, τις κοινωνικές τάξεις - ωφελούνταν στη μαύρη περίοδο της Κατοχής.

Στις δικογραφίες που παρέδωσε μετά τη Βάρκιζα το δικαστικό τμήμα του ΕΛΑΣ στις αρμόδιες πλέον δικαστικές υπηρεσίες - δυστυχώς οι περισσότερες από αυτές για ευνόητους λόγους καταστράφηκαν - διακρίνεται ξεκάθαρα η σχέση που είχαν οι ένοπλοι στην υπηρεσία του κατακτητή με τους οικονομικά ισχυρούς, μερικούς μεγαλογαιοκτήμονες αλλά κυρίως μεγαλεμπόρους της μαύρης ή της άσπρης αγοράς - προμηθευτές του στρατού κατοχής, εργολάβους, πλοιοκτήτες και μεταφορείς και βιομηχάνους. Με όλους δηλαδή τους εκπροσώπους του ελληνικού καπιταλισμού που είδε τις δουλειές και τα κέρδη του να αυγαταίνουν κατακόρυφα τον καιρό της Νέας Τάξης. Η λεηλασία του μόχθου των αγροτών - μέσα από την αρπαγή, την «υποχρεωτική συγκέντρωση», τη φορολογία της δεκάτης ή το παρακράτημα, και στη συνέχεια εμπορευματοποίησή της με όρους ληστρικούς από τους συνδεδεμένους με την κατοχική εξουσία άφηνε δυσθεώρητα κέρδη όπως και η εμπορευματοποίηση των εφοδίων που ο Ερυθρός Σταυρός έστελνε για στήριξη και αρωγή των πεινασμένων. Τα στρατιωτικά έργα για λογαριασμό του κατακτητή (αεροδρόμια, οχυρά, δρόμοι, λατομεία - ορυχεία, στρατόπεδα, κ.λπ.) συχνότατα με τη χρήση δουλικού εργατικού δυναμικού που προμηθεύονταν οι εργολάβοι από τις «αγγαρείες» ή από τα στρατόπεδα προμήθειας δούλων (του Παύλου Μελά ήταν ένα τέτοιο στη Θεσσαλονίκη) επίσης έκαναν τους οικονομικά ισχυρούς ακόμα ισχυρότερους. Οι βιομηχανίες - μερικές με «μεσεγγυούχους» διαχειριστές - δούλευαν επίσης νυχθημερόν για τις ανάγκες του στρατού κατοχής ή για την οικονομία του Τρίτου Ράιχ. Οπωσδήποτε δεν έχαναν οι ιδιοκτήτες τους και οι διαχειριστές τους - κάθε άλλο μάλιστα !

Διεξαγόταν αμείλικτος ταξικός αγώνας

Αυτό που μας κρύβουν οι συντηρητικοί ιστορικοί - και δε μιλώ εδώ για τους «αναθεωρητές» που έχουν λυμένο το πρόβλημα (= για όλα φταίει η εγκληματική φύση του κομμουνισμού...), είναι ότι στην Κατοχή δεν υπήρχε μία και μόνο, αδιαίρετη, ενωμένη και μεταφυσική ελληνική κοινωνία αλλά ότι στο γενικό πλαίσιο του πολέμου και της Νέας Ευρώπης διεξαγόταν μια έντονη κοινωνική σύγκρουση, ένας αμείλικτος ταξικός αγώνας. Ο ελληνικός καπιταλισμός κέρδιζε πολλά, υπηρετώντας τους κατακτητές, δουλεύοντας για τον δικό τους κόσμο και τα δικά τους συμφέροντα, σε αυτή την κατάσταση: κέρδιζε επειδή - χάρη στο κατοχικό πολιτικό καθεστώς - προωθούσε την χωρίς όρια εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, του μόχθου των ανθρώπων και την χωρίς φραγμούς λεηλασία των παραγωγών της υπαίθρου, των αγροτών.

Πολλές ενδείξεις πιστοποιούν τις διαστάσεις της συσσώρευσης πλούτου από τον ελληνικό καπιταλισμό, είτε τον προϋπάρχοντα, είτε τον νέο που ακριβώς οι συνθήκες της κατοχής δημιούργησαν. Η δίψα για χρυσό, η μαζική αγορά ακινήτων στις πόλεις, τα πορίσματα της ειδικής επιτροπής οικονομικών δοσιλόγων που συστάθηκε και βραχύβια λειτούργησε στα 1945, μας δείχνουν τις διαστάσεις του φαινομένου. Τα ποσά των κερδών και των ωφελημάτων του ελληνικού καπιταλισμού σε αυτήν την περίοδο προκαλούν ίλιγγο. Οσα έχαναν οι φτωχοί τα αποκτούσαν οι πλούσιοι. Και με τις λόγχες των κατακτητών ως υπομόχλιο, οι εργαζόμενοι είχαν πολλά, πολλά να χάσουν - κυριολεκτικά οι όποιες περιουσίες και ο μόχθος τους καταστροφικά λεηλατήθηκαν.

Φυσικά, οι άρχουσες τάξεις, φυσικά οι μεγαλέμποροι και οι βιομήχανοι, θα προάσπιζαν τον πλούτο και τη θέση τους - φυσικά θα συγκρούονταν μέχρι θανάτου με την απειλή που αντιπροσώπευε γι' αυτούς το ΚΚΕ, το ΕΑΜ το ταξικό και ταυτόχρονα πατριωτικό - ενάντια στην προδοσία που ο ελληνικός καπιταλισμός είχε επιλέξει ως τρόπο πλουτισμού - κίνημα. Η στρατολόγηση ενόπλων σωμάτων δεν γινόταν μόνο για την εξυπηρέτηση του κατακτητή - γινόταν και για την προάσπιση της ελληνικής μεγαλοαστικής τάξης - νεόκοπης ή παλιάς, πειρατικής ή συμβατικής - καπιταλιστικής δηλαδή, το ίδιο είναι !

Το αίμα που χύθηκε από δοσίλογους μπορούμε να το χρεώσουμε απευθείας στον καπιταλισμό και στους τρόπους που παλεύει να κρατηθεί.

Αυτό δεν μπορούν να μας το πουν οι συντηρητικοί ιστορικοί - στην υπόθεση της άρχουσας τάξης είναι στρατευμένοι - γι' αυτό και περιγράφουν τον δοσιλογισμό ως υπόθεση του «κακός, εγκληματίας και άσχημος» για να μην αναφερθούν στην ταξική φύση του φαινομένου.

Τα ένοπλα σώματα σχετίζονταν άμεσα με την πολιτική και προπαντός με την υλική στήριξη της άρχουσας τάξης στην κατοχή. Ηταν ένα είδος εγγύησης γι' αυτήν, ένα είδος σωματοφυλακής για τα πρόσωπα και τα θησαυροφυλάκιά τους. Στην περίπτωση της βόρειας Ελλάδας το σύνολο σχεδόν των συνεργαζομένων με τη γερμανική στρατιωτική ή οικονομική μηχανή «επιχειρηματιών» συνέδραμαν οικονομικά τη συγκρότηση ένοπλων ομάδων. Η οργάνωση ολόκληρων χωριών ενίοτε στο αντικομμουνιστικό μέτωπο προφανώς δεν ήταν προϊόν της όποιας τρομοκρατίας που επέβαλε ο ΕΛΑΣ, καθότι για να υπάρξει τέτοιου είδους «τρομοκρατία» έπρεπε πρώτα τα χωριά αυτά να ενταχθούν στο αντικομμουνιστικό ένοπλο στρατόπεδο (ενίοτε εκδιώκοντας όσους από τους κατοίκους τους διαφωνούσαν). Οι ειδικές παροχές (από τη βοήθεια του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού ενίοτε), προνόμια και δικαιώματα εξηγούν αυτήν την εξαγορά η οποία συμβαίνει σε κοινότητες των οποίων οι κάτοικοι είχαν παρουσιάσει δυσκολίες επικοινωνίας με τους γείτονές τους στον αγροτικό χώρο. Οι χθεσινοί περιφρονημένοι μπορούσαν έτσι να επιδείξουν μια κάποια δόξα στους γείτονες τους - μια σκοτεινή έστω δόξα. Στην ανθρώπινη ιστορία - μας λένε οι μύθοι - πολλοί έσπευσαν να πουλήσουν την ψυχή τους στον όποιο διάβολο για πολύ μικρότερα οφέλη...
Ονόμασαν τους δοσίλογους «εθνικό στρατό»

Η μη παράδοση και η απόφαση αντίστασης στον ΕΛΑΣ - ακόμα και όταν οι Γερμανοί τους εγκατέλειψαν - έχει τη δική της εξήγηση, εξήγηση κατά το μάλλον ή ήττον βρετανική.

Από τον Σεπτέμβριο του 1944 κιόλας, οι Βρετανοί άρχισαν να εφαρμόζουν μία διπλή πολιτική - όπως λέμε διπλά βιβλία.

Από τη μία, προχώρησαν σε ανοικτή καταγγελία των ένοπλων σωμάτων που δημιούργησαν οι Γερμανοί και ζήτησαν την άμεση παράδοσή τους στις συμμαχικές δυνάμεις - στον ΕΛΑΣ, δηλαδή, που ήταν κυρίαρχος στην ελληνική ύπαιθρο, ενώ συνυπόγραφαν τις αποφάσεις για βίαιη διάλυση των όσων εξακολουθούσαν να αντιστέκονται, θεωρώντας αυτούς τους σχηματισμούς «εχθρικές δυνάμεις». Από την άλλη, όμως, μεριά, οι Βρετανοί αξιωματικοί σύνδεσμοι ξεδίπλωσαν κάθε είδους εφευρετικότητα για να διατηρήσουν αυτούς τους μηχανισμούς όσο το δυνατόν πιο αλώβητους και συγκροτημένους.

Η κεντρική ιδέα - που εφαρμόστηκε στο μακεδονικό κυρίως χώρο - ήταν η έγκαιρη μετεξέλιξη των δοσιλογικών σωμάτων σε «συμμαχικά» τμήματα. Με άλλα λόγια, όταν οι Γερμανοί θα αποχωρούσαν, τα ένοπλα αυτά σώματα θα «στασίαζαν» κατά των απόντων έτσι και αλλιώς Γερμανών και θα προσχωρούσαν στις συμμαχικές δυνάμεις. Φυσικά, αυτό δε θα γινόταν με τον ΕΛΑΣ, ο οποίος, μάλλον, δε θα ήθελε να παίξει αυτό το παιχνίδι, αλλά με οργανώσεις που την τελευταία στιγμή συγκροτούνταν στο χώρο. Ετσι, λοιπόν, εμφανίστηκαν στην Κεντρική Μακεδονία οργανώσεις του ΕΔΕΣ - ή μάλλον ένα άθροισμα στρατολογημένων «παραγόντων», οι οποίοι ήταν απολύτως πρόθυμοι να υιοθετήσουν τα απολωλότα πρόβατα στην ανοικτή αγκαλιά του ΕΔΕΣ και να τα μεταβαπτίσουν σε αντιστασιακούς, παρέχοντάς τους τις σχετικές περγαμηνές.

Μάλιστα, οι ίδιοι οι Βρετανοί φρόντισαν, ώστε οι εκπρόσωποι του ΕΔΕΣ να ταξιδέψουν δεξιά και αριστερά υπό την προστασία τους για να γίνουν οι σχετικές συνεννοήσεις.

Με μαγικό σχεδόν τρόπο, ο ένας μετά τον άλλον, οι στρατιωτικοί σχηματισμοί των δοσίλογων άρχισαν να εμφανίζονται ως τάγματα και συντάγματα του ΕΔΕΣ, ενώ διστακτικά οι Βρετανοί αξιωματικοί έσπευδαν να πληροφορήσουν το επιτελείο του ΕΛΑΣ για τις απροσδόκητες αυτές εξελίξεις.

Ας σταθούμε για λίγο εδώ, πρώτον, γιατί αυτά τα πράγματα δεν είναι πολύ γνωστά, αφ' ετέρου, διότι πρέπει να αποτίσουμε φόρο τιμής στη βρετανική πονηρία, ραδιουργία, διπλοπροσωπία και ό,τι άλλο μπορεί να βρει κανείς για να ορίσει ετούτα τα απίστευτα .

Στις αρχές του Οκτωβρίου, παρά τις απόλυτα καταδικαστικές συμμαχικές διαταγές ως προς την τύχη των στρατιωτικών σχηματισμών της κατοχικής εξουσίας που ήδη έχουν χαρακτηριστεί τμήματα ενός εχθρικού στρατού και ως τέτοια θα πρέπει να αντιμετωπίζονται από τις συμμαχικές δυνάμεις, οι Βρετανοί άρχισαν την επιχείρηση διάσωσης των δοσίλογων τμημάτων της Βόρειας Ελλάδος.
Ενας απίστευτος ελιγμός

Στις 11 Οκτωβρίου του 1944 ήρθαν διαταγές από το Λονδίνο στη δύναμη «133» (κεντρική διοίκηση όλων των Βρετανών συνδέσμων που βρίσκονταν εκείνο τον καιρό σε ελληνικό έδαφος ) που της ζητούσαν να διατάξει τον στρατηγό Στέφανο Σαράφη (επικεφαλής του ΕΛΑΣ) να εντάξει στη δύναμή του τον «Ελληνικό Εθνικό Στρατό» του Παπαδόπουλου. Επρόκειτο προφανώς για δοκιμαστική κρούση και για διερεύνηση των αντιδράσεων του ΕΛΑΣ.

Ακόμα και οι Αγγλοι αξιωματικοί της περιοχής εξεπλάγησαν από αυτήν τη διαταγή και πολύ θα αναρωτήθηκαν αν το Λονδίνο είχε όρεξη για αστεία τέτοιους καιρούς. Το Λονδίνο, όμως, μιλούσε σοβαρά.

Στις 14 Οκτωβρίου, λίγες μέρες μετά αφού η τράπουλα ανακατεύτηκε η κεντρική ιδέα των Βρετανών ιθυνόντων ξεκαθάρισε.

Αφού αργεί ο ΕΛΑΣ να αποφασίσει, ο «Ελληνικός Εθνικός Στρατός» θα υιοθετηθεί από τον Ζέρβα. Η δύναμη 133, που άρχισε επιτέλους να κατανοεί το κόλπο, αντέδρασε περιγράφοντας το ποιόν του ΕΕΣ και τις ειδικές δυσκολίες που θα συναντούσε η ένταξή τους στον Ζέρβα, απάντησε δε ότι θα ήταν προτιμότερο να συνεχιστεί η προηγούμενη σκηνοθεσία, δηλαδή για την επιβίωση του ΕΕΣ ίσως να ήταν πιο έξυπνη ιδέα η προσφορά του στον Σαράφη, στον ΕΛΑΣ, δηλαδή, ο ΕΛΑΣ ίσως να μη διέλυε ένα τμήμα που θα είχε τοποθετηθεί κάτω από τις προσταγές του.

Από ό,τι φαίνεται, ο ΕΛΑΣ το συζήτησε αυτό το θέμα με την έννοια την εξής: Παραδοθείτε, ενταχθείτε, μεταστραφείτε, στασιάστε, κάντε ό,τι νομίζετε, παραδώστε τα όπλα οι πολλοί από εσάς πηγαίνετε σπίτια σας, όσοι είναι δακτυλοδεικτούμενοι και κατηγορούνται ελάτε εδώ και θα σας παραδώσουμε στα δικαστήρια και τούτο καθεξής.

Οταν ήρθαν αυτά τα πρώτα μηνύματα του ΕΛΑΣ, αντέδρασαν οι ίδιοι οι ένοπλοι, λέγοντας ότι «εδώ ο ΕΛΑΣ θα μας πάει στα δικαστήρια. Τι είναι ακριβώς αυτό το πράγμα, εμείς γι' αυτό ακριβώς το πράγμα αλλάζουμε για να μην πάμε στα δικαστήρια». Και κάπου εκεί χάλασε το σχέδιο .

Αλλά καθώς οι Εγγλέζοι επέμεναν στις 25 Οκτωβρίου (το Λονδίνο είχε τρελάνει τη δύναμη 133 με διαταγές τις σχετικές, κάπου εκεί η δύναμη 133 στασίασε η ίδια «τι μας ζητάνε εδώ, μας ζητάνε κάτι το αδύνατο») η δύναμη 133 στέλνει στο Λονδίνο μια μακροσκελέστατη αναφορά, περιγράφει τι ακριβώς είναι αυτοί οι ένοπλοι εθελοντές των Μακεδονικών Σωμάτων που τους ζητούνε να τους εντάξουν πότε στον ΕΛΑΣ και πότε στον ΕΔΕΣ.

Αυτή ακριβώς η αναφορά είναι από τις καλύτερες περιγραφές που έχουμε για το τι ακριβώς ήταν αυτές οι ομάδες. Υπογράμμισε αυτή η αναφορά: Την απόλυτη ταύτισή τους με τους Γερμανούς, το γενικό μίσος του πληθυσμού εναντίον τους και, τέλος, υπενθυμίζει ότι οι κατευθυνόμενοι προς το Κιλκίς ένοπλοι έχουν επανειλημμένα συμπλακεί και σκοτώσει Βρετανούς αξιωματικούς και στρατιωτικούς εν γένει σε διάφορες μάχες κτλ. Και μάλιστα, για να το κάνει πιο βαρύ αυτό, αναφέρει την εμπλοκή αυτών των σωμάτων στη Μάχη της Κοζάνης, όπου στρατεύματα του ΕΛΑΣ, μαζί με Βρετανούς σαμποτέρ, επιτέθηκαν στην πόλη και η πόλη σώθηκε χάρη στη μέχρι αυτοθυσίας άμυνα από τμήματα των ενόπλων καπεταναίων για την προάσπιση των Γερμανών. Οτι συμμετείχαν ενεργά σε αυτή τη μάχη, πράγμα που κόστισε απώλειες και στον ΕΛΑΣ και στους Βρετανούς. Στην αναφορά τους, λοιπόν, υπενθύμισαν αυτό το γεγονός.

Αλλά όλη αυτή η ιστορία, η οποία εξακολουθεί μέχρι το τέλος Οκτωβρίου, δημιουργεί μια εύλογη σύγχυση στους επικεφαλής των ενόπλων του Κιλκίς, οι οποίοι δεν είχαν ξεκαθαρίσει ακόμα στο μυαλό τους (και αυτό μας το περιγράφει καλά ο Δαρδανας) τι ήθελαν οι Αγγλοι, θα τους προστάτευαν ή θα τους θυσίαζαν. Θα έπρεπε να παραδοθούν στον ΕΛΑΣ για να σωθούν και αργότερα να χρησιμεύσουν ως εφεδρείες της αντίδρασης ή ήταν η σύγκρουση με τον ΕΛΑΣ η τελευταία τους ευκαιρία. Οι Αγγλοι αξιωματικοί σύνδεσμοι είχαν μπερδευτεί και οι ίδιοι τι ακριβώς θέλανε να κάνουν με αυτούς. Ο ΕΔΕΣ ήταν εικονική πραγματικότητα στην περιοχή και οι άλλοι καπετάνιοι (όπως τους ονομάζει ο Μαρατζίδης) μέσα σ' αυτήν τη σύγχυση και την ταραχή αφέθηκαν κυριολεκτικά στην τύχη τους. Αυτό εξηγεί πώς βρεθήκανε 9.000 ίσως άτομα κλεισμένα στο Κιλκίς στις 4 Νοεμβρίου του 1944.

Η επόμενη μέρα αυτών που πλούτισαν στην κατοχή

Για την κατανόηση της σύγκρουσης, χρήσιμα είναι και ορισμένα ακόμα στοιχεία που αφορούν στη γενικότερη κοινωνικο-οικονομική πραγματικότητα της Ελλάδας εκείνης της εποχής. Η σύγκλιση των δύο αντικομμουνιστικών πόλων εξουσίας ήταν επιθυμία και επιλογή σημαντικών κοινωνικών στρωμάτων, στηριζόταν σε ισχυρό κοινωνικό έρεισμα. Η κατοχή, με τις ανατροπές και τις νέες λειτουργίες που προκάλεσε, ήταν περίοδος έντονης οικονομικής δραστηριότητας και πεδίο ευκαιριών, πάνω στις οποίες μπορούσαν εύκολα να κτισθούν μεγάλες ή μικρές περιουσίες1. Οι εξαιρετικά προσοδοφόρες δραστηριότητες αφορούσαν σε κάποιο ποσοστό ευκαιριακές, πρόσκαιρες καταστάσεις που εμφανίζονταν στο περιθώριο της νομιμότητας, έστω και με την κατοχική εκδοχή της. Η μαύρη αγορά, στη μεγάλη κλίμακα, ήταν μία από αυτές, σημαντική εξαιτίας των επιπτώσεων που είχε στη ζωή των πολλών, όχι όμως η πιο αποδοτική στο οικονομικό πεδίο. Στο τελευταίο, οι περισσότερο νόμιμες δραστηριότητες απέδιδαν σαφώς περισσότερα. Το χονδρεμπόριο, λόγου χάρη, ειδών διατροφής, συνδεόταν με τρεις πηγές πλούτου: τους μηχανισμούς της κρατικής συγκέντρωσης της αγροτικής παραγωγής, από τη μεταφορά της ειδικά ως την κατανομή της στο λιανικό εμπόριο, τους μηχανισμούς διαχείρισης των αγαθών που έφερνε ο Ερυθρός Σταυρός και οι άλλοι οργανισμοί από το εξωτερικό και τελευταίο, τις παραγγελίες και τον εφοδιασμό των στρατευμάτων κατοχής. Ολα αυτά ήσαν και νόμιμα και «επίσημα», γεγονός που επέτρεπε σε όσους διέπρεπαν σε τέτοιες δραστηριότητες να βρίσκονται κοντά στην κατοχική εξουσία και στις κοινωνικές λειτουργίες.

Η βιομηχανική παραγωγή δεν ήταν επίσης μία αδιάφορη δραστηριότητα. Η έκδοση αδειών για ίδρυση ή επέκταση βιομηχανικών καταστημάτων, στο χώρο της υφαντουργίας για παράδειγμα, γνώρισε αξιοσημείωτες αιχμές το 1943. Η εκμετάλλευση των κοιτασμάτων λιγνίτη στα πέριξ της Αθήνας και στην υπόλοιπη Αττική δημιούργησε πλήθος μικρών εκμεταλλεύσεων που ανέδειξαν ισάριθμους εργολάβους. Για τους τελευταίους, όμως, σε μικρή, οικογενειακή, ή σε μεγάλη, εταιρική κλίμακα, οι μεγάλες ευκαιρίες παρουσιάστηκαν στο πεδίο των στρατιωτικών έργων, για λογαριασμό, φυσικά, του στρατού κατοχής. Στη διάρκεια της κατοχής κατασκευάστηκαν ή επεκτάθηκαν ή βελτιώθηκαν είκοσι περίπου αεροδρόμια (το Ελληνικό περιλαμβάνεται σε αυτά), ναυτικές βάσεις, πολλά χιλιόμετρα δρόμων, στρατόπεδα, αποθήκες καταφύγια και ολόκληροι οικισμοί για λογαριασμό του κατοχικού στρατού, καθώς και πλήθος οχυρώσεων κάθε μορφής, έκτασης και είδους. Το σύστημα των εργολαβιών και των υπεργολαβιών κυριάρχησε σε αυτές τις κατασκευές σε όφελος Ελλήνων επιχειρηματιών ή τεχνιτών. Η εργατική δύναμη που χρησιμοποιήθηκε σε αυτά τα έργα ήταν επίσης σημαντική, ήταν σε μικρό ποσοστό υποχρεωτική - με την έννοια των «αγγαρειών» κυρίως - στις περισσότερες των περιπτώσεων όμως και στα πιο σημαντικά από τα έργα στηριζόταν στη μισθωτή εργασία με τις αμοιβές σε χρήμα ή σε είδος, ανάλογα με την εποχή και την περίσταση.

Η έλλειψη οικονομικών μελετών για την περίοδο καθιστά αδύνατο προς το παρόν τον προσδιορισμό των εισοδημάτων που προέκυπταν από αυτό το είδος των δραστηριοτήτων. Για να αντιληφθούμε το μέγεθος των πρώτων δεν μπορούμε παρά να καταφύγουμε σε ενδείξεις. Από τις τελευταίες η πιο ενδιαφέρουσα, καθώς μάλιστα αφορά κυρίως το πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας, είναι η αγοραπωλησία ακινήτων που πήρε διαστάσεις επιδημίας όχι τόσο στον καιρό της πείνας και των ελλείψεων του 1941 - 1942, όπως θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, αλλά στα 1943 - 1944, όταν δηλαδή τα εισοδήματα κοινωνικών ομάδων της πόλης πήραν σημαντικές αποστάσεις από τα αντίστοιχα εισοδήματα των πολλών - των μισθοσυντήρητων. Εκτός από αυτό το φαινόμενο (θα μας απασχολήσει σε άλλη αναφορά για την Αθήνα του 1944), η γοητεία του χρυσού, η πυρετώδης αναζήτηση χρυσών λιρών αποτυπώνει επίσης την ύπαρξη εισοδημάτων τα οποία προσπαθούσαν απεγνωσμένα να εκφραστούν σε επένδυση που θα διέσωζε την αξία τους στη διάρκεια των αναταράξεων και της γενικής ρευστότητας της εποχής.

Πέρα από τους οικονομικούς ελιγμούς για τη διασφάλιση των αποκτηθέντων, οι ομάδες αυτές κατανοούσαν ότι το πλέον σημαντικό, σε μία κατάσταση ρευστή, όπως εκείνη της Ελλάδας του 1944, ήταν η διασφάλιση πολιτικών ερεισμάτων που θα προστάτευαν τη νέα οικονομική και κοινωνική τους κατάσταση. Ως εκ τούτου, τα μέλη τους ανήκαν σε εκείνους που επιθυμούσαν διακαώς την πολιτική σύγκλιση μεταξύ των πολιτικών εκείνων σχηματισμών που θα ήταν σε θέση να κατανοήσουν την ειδική κατάσταση των «πλουτισάντων» και να την προασπίσουν απέναντι στην κυριότερη απειλή - το ΕΑΜ και το κίνημα της Αντίστασης. Το μεγάλο τους κεφάλαιο σ' αυτήν την προτεινόμενη συνεργασία ήταν η ίδια η δύναμη του κινήματος της Αντίστασης που επέβαλε, για την αντιμετώπισή της, τη συγκρότηση ισχυρών συμμαχιών, στο πλαίσιο των οποίων μπορούσαν να «ξεχαστούν» πολλές θλιβερές καταστάσεις του πρόσφατου παρελθόντος. Η συναλλαγή δεν ήταν άνιση. Στον αγώνα μάλιστα ενάντια στην Αντίσταση και την αριστερά οι δυνάμεις αυτές ήσαν ιδιαίτερα αξιόπιστες. Σε αυτές τις ομάδες περίσσευε ο φανατισμός καθώς επίσης περίσσευε ο φόβος και το άγχος. Η θέση τους ήταν επισφαλής, τα εισοδήματά τους οφείλονταν σε μία συγκυρία που χανόταν και η διασφάλισή τους εξαρτιόταν άμεσα και απόλυτα από την πολιτική ατμόσφαιρα που θα επικρατούσε μετά την απελευθέρωση.

Οι «ενωτικοί»


Αλλα κοινωνικά στρώματα, ισχυρότερα αριθμητικά, προσδένονταν στο κράτος της Αθήνας με λιγότερο προσοδοφόρους τρόπους. Οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι τραπεζοϋπάλληλοι, για παράδειγμα, είχαν πρωτοστατήσει στις κινητοποιήσεις του 1943 με γενικό αίτημα την καλύτερη πρόσβαση στα εφόδια του Ερυθρού Σταυρού ή στα διαθέσιμα του κρατικού μηχανισμού. Οι κινητοποιήσεις αυτές πέτυχαν σε ικανοποιητικό βαθμό και δημιούργησαν επίσημους μηχανισμούς «επιδότησης» αυτών των μισθωτών. Οι συνεταιρισμοί, οι ενώσεις, τα ταμεία αλληλοβοήθειας των τελευταίων δεν ήσαν πλέον υποχρεωμένα να συνδιαλλαγούν με την ύπαιθρο για την εξασφάλιση των όσων ήσαν απαραίτητα στα μέλη τους. Στα 1944 στηρίζονταν στους επίσημους μηχανισμούς του κράτους. Στις πολιτικές τους πεποιθήσεις, πολλοί από αυτούς που τρέφονταν πλέον από το σύστημα παρέμεναν στο χώρο της αριστεράς, ένιωθαν κάποιους δεσμούς με το κίνημα στις γραμμές του οποίου είχαν αγωνιστεί και χάρη στο οποίο είχαν ξεφύγει από τα φάσμα της οικονομικής και κοινωνικής υποβάθμισης. Η συμπόρευσή τους όμως είχε πάψει να είναι ανατρεπτική, επαναστατική. Αφορούσε τη διασφάλιση της τρέχουσας κατάστασης και όχι την ανατροπή ενός συστήματος χάρη στο οποίο επιβίωναν με αξιοπρεπή τρόπο σε καθόλου αξιοπρεπείς εποχές. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο κοινωνικός αυτός χώρος παρουσιαζόταν ως «ενωτικός», επιθυμούσε να δει την επιτάχυνση της σύγκλισης με τρόπο ήπιο, τέτοιο ώστε να μη θέτει σε κίνδυνο τις εύθραυστες κατακτήσεις αυτών των στρωμάτων.

Ενας απρόβλεπτος παράγοντας


Τέλος, υπήρχε ένας κοινωνικός χώρος ισχυρός αριθμητικά και απρόβλεπτος πολιτικά. Αφορούσε κυρίως τις πόλεις. Καθώς η κατοχή βάδιζε προς το τέλος της περιορίζονταν ή σταματούσαν τα στρατιωτικά έργα και συρρικνώνονταν οι μηχανισμοί που συνδέονταν με τις δυνάμεις κατοχής. Το ίδιο συνέβαινε και στο τμήμα εκείνο της βιομηχανίας που εργαζόταν στη βάση παραγγελιών για τους Γερμανούς. Η διαδικασία αυτή άφηνε πίσω της σημαντικό αριθμό από ανέργους σε μία εποχή όπου όλες οι αβεβαιότητες και οι ανασφάλειες για το μέλλον εμφανίζονταν και πάλι ισχυρές. Οι μηχανισμοί πρόνοιας, προστάτευσαν αυτόν τον ευρύτατο χώρο από τη λιμοκτονία και από την εξαθλίωση. Πολύ λιγότερα πράγματα όμως μπορούσαν να γίνουν για τις ανησυχίες αυτών των ανθρώπων που ένιωθαν ότι οι εξελίξεις τούς οδηγούσαν έξω από τον ενεργό κοινωνικό ιστό.

Περισσότερο από κάθε τι άλλο ο κοινωνικός αυτός χώρος ήταν αμήχανος και ανήσυχος. Οι προοπτικές του ήσαν εξαιρετικά θολές. Στην ουσία, περίμενε την «ανοικοδόμηση» ως νέο μάννα εξ ουρανού χωρίς όμως να προσδιορίζει την ακριβή έννοια της λέξης. Η προσδοκία ότι η απελευθέρωση θα έφερνε σχετική ευημερία και θα έλυνε τα προβλήματα ακόμα και των πλέον άτυχων της δεδομένης συγκυρίας λειτουργούσε ως κατευναστική ελπίδα αλλά και επικίνδυνη θρυαλλίδα στην περίπτωση που οι εξελίξεις θα παρουσιάζονταν κατώτερες των προσδοκιών. Ηταν χώρος απρόβλεπτος, έτοιμος να εκραγεί σε μία θύελλα διεκδικήσεων ή να υποταχθεί σε όποια κρατική ή κοινωνική αρωγή. Στο πολιτικό πεδίο ήταν μια πηγή κινδύνου. Μπορούσε να ερμηνεύσει με τον τρόπο του τόσο την «Λαϊκή κυριαρχία» και την «Λαοκρατία» της Αντίστασης όσο και την «Μεγάλη Ελλάδα» των οπαδών της παλιννόστησης. Και τα δύο συνθήματα εμπεριείχαν κάποια υπόσχεση ευημερίας...

Σημείωση:

1. Οι «πλουτίσαντες επί κατοχής» και γενικά όσοι βρήκαν τρόπους να μεταβάλουν την περιουσιακή τους κατάσταση και την κοινωνική τους θέση στη διάρκειά της θα έπρεπε να αποτελέσουν καίριο πεδίο για τη μελέτη της περιόδου. Τα φαινόμενα κοινωνικής και οικονομικής ανόδου ή έστω τα αντίστοιχα της πρόσδεσης σε ένα οικονομικό σύστημα, εξηγούν σε πολλές περιπτώσεις τις πολιτικές επιλογές των ανθρώπων και των ομάδων. Δυστυχώς, πρόκειται για ένα πεδίο που αφήνει αδιάφορους τους μελετητές. Οσα εδώ αναφέρονται μένουν έτσι στο επίπεδο των αρχικών παρατηρήσεων καθώς δεν μπορούν να στηριχθούν σε πρωτογενείς έρευνες και πηγές.

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

Η ιστορία και η Αριστερά

Σε κάθε ιστορική επέτειο (που είναι αναρίθμητες πλέον), υπάρχει και η αντίστοιχη παραγωγή βιβλίων, ταινιών, αφιερωμάτων κάθε είδους. Αυτό ισχύει τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη ειδικά για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μάλλον παίρνει στην Ελλάδα ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις για την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου, όλη δηλαδή τη δεκαετία του ’40. Σε αυτό βοηθάει η ολοένα και μεγαλύτερη, αλλά όχι και μεγάλη, χρονική απόσταση από τα γεγονότα και η συνακόλουθη ανάπτυξη της ιστορικής έρευνας, που αποτυπώνεται σε συνέδρια, διδασκαλία σε πανεπιστημιακά τμήματα, άρθρα και ορισμένα συνθετικά έργα. Αυτή η διαδικασία τροφοδοτεί την παραγωγή εκλαϊκευτικών μορφών, αφιερωμάτων στον Τύπο, ειδικών περιοδικών, τηλεοπτικών εκπομπών και στην ελληνική περίπτωση πληθώρας «προσφορών» από τις εφημερίδες και παραγωγής ιστορίας για αυτό ακριβώς το σκοπό. Όλα αυτά δείχνουν ένα πολύ απλό πράγμα• τη μεγάλη ζήτηση από μέρους του κοινού.
Δεν θα πρωτοτυπήσουμε, αν πούμε ότι σε συνθήκες άμβλυνσης των ιδεολογικών σταθερών (μετά και το εικοσάχρονο ’89) και ορατής όμως διάψευσης του «τέλους της ιστορίας» από τη συνεχή επιδείνωση των όρων ζωής των ανθρώπων, το παρελθόν αποτελεί και πάλι την πηγή άντλησης παραδείγματος, προσανατολισμού και κυρίως ταυτότητας. Για το λόγο αυτό, η ιστορία «πουλάει» και, φυσικά, γίνεται πεδίο αντιπαράθεσης αντιμαχόμενων πολιτικών, που ψάχνουν σε αυτήν την επιβεβαίωσή τους. Οι σύγχρονοι ιδεολογικοί μηχανισμοί προσπαθούν να «καταλάβουν» το χώρο της ιστορίας ώστε, για άλλη μια φορά, να εμφανίσουν το σήμερα σαν τον «καλύτερο δυνατό κόσμο».
Με δυο λόγια, η προσπάθεια αναθεωρητισμού της ιστορίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου προσπαθεί να εξισώσει τον κομμουνισμό με το ναζισμό και να ακυρώσει την Αριστερά ως δημοκρατική πολιτική επιλογή. Αυτή η προσπάθεια δίνει τα δείγματα της και στην Ελλάδα, με προνομιακή προβολή από μερίδα του Τύπου. Η θεωρία των «τριών γύρων» ανακαινίζεται, η «βία» της ένοπλης Αντίστασης εξισώνεται με αυτήν των κατακτητών και των συνεργατών τους, η κοινωνική, πόσο μάλλον η οικονομική, διάσταση απουσιάζει. Από την άλλη πλευρά, από την Αριστερά, υπάρχουν διαφορετικές αντιδράσεις. Σε πολλές περιπτώσεις στο παρελθόν, η ιστορία της ίδιας της Αριστεράς και του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος χρησιμοποιήθηκε από τους φορείς της για να δικαιολογηθούν ή να εξορκιστούν μεταγενέστερες πολιτικές επιλογές σε δύσκολες εποχές. Οι πολιτικές συνθήκες με τη μεταπολίτευση οδήγησαν σε ένα «κοινωνικό συμβόλαιο», που σε συνδυασμό με την έκρηξη μαρτυριών για την περίοδο και την αρχή μιας ιστορικής έρευνας, επέτρεψαν μια ιστορική επιβεβαίωση και δικαίωση των αγώνων της Αριστεράς. Οι σημερινές συνθήκες επιβάλουν την αναίρεση αυτής της κατεύθυνσης. Το ΚΚΕ επιλέγει μια γενική καταγγελία όλων των υπόλοιπων εμφανιζόμενο ως ο θεματοφύλακας των αγώνων αυτών σε μια προσπάθεια στενής υποστήριξης των σημερινών πολιτικών επιλογών του. Η υπόλοιπη Αριστερά κυμαίνεται από μια παρόμοια στερεοτυπική υπεράσπιση ενός παρελθόντος, άγνωστου ουσιαστικά πλέον στους νεώτερους, ακόμα και στους πολιτικοποιημένους, μέχρι τη γοητεία του αναθεωρητισμού για τα ζητήματα του πολιτικού απολογισμού των προηγούμενων απελευθερωτικών προσπαθειών, για τη δημοκρατία, το κόμμα, το έθνος.
Το ζήτημα υπάρχει• βιβλία εκδίδονται αδιάκοπα με κάθε ευκαιρία, όποιος θελήσει να αποδελτιώσει αφιερώματα και άρθρα, δεν θα προλαβαίνει. Το θέμα με τα σχολικά βιβλία πήρε μεγάλες διαστάσεις ακριβώς στον τομέα της ιστορίας και εκεί συγκρούστηκαν πολιτικές επιλογές. Μια μικρότερη συζήτηση, εντός της Αριστεράς κυρίως, άνοιξε με την ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Ψυχή Βαθιά». Πολύς κόσμος έσπευσε να τη δει και για να μάθει τι συνέβη στον Εμφύλιο. Και η συγκεκριμένη οπτική του σκηνοθέτη ενόχλησε πολλούς που «ξέρουν» τι έπρεπε να δείχνει. Το ερώτημα είναι: η Αριστερά θάπρεπε να έχει άποψη για την ιστορία, για την εθνική ιστορία, για τη μεγάλη αφήγηση που θα εκλαϊκευτεί, θα γίνει σχολικό βιβλίο, θα γίνει ταινία;
Η γνώμη μου είναι πως ναι, οπωσδήποτε. Η Αριστερά δεν πρέπει να φοβάται την ιστορία και την έρευνα αυτής. Δεν πρέπει να αρκεστεί σε αυτά που «ξέρει», σε εκδοχές τραγωδίας ή μυθολογίας, σε εξιστορήσεις ηρωισμών και προδοσιών. Η ιστορική έρευνα είναι σύμμαχός της. Η εμβάθυνση στις κοινωνικές και οικονομικές διαστάσεις των ιστορικών γεγονότων επιβεβαιώνει την αναγκαιότητα της Αριστεράς, της υπεράσπισης των καταπιεσμένων, αναδεικνύει την ταξική πάλη. Επίσης, όποτε η Αριστερά πρωταγωνίστησε πολιτικά, εμφάνισε και τη δική της ιστορική αφήγηση για την εθνική ζωή, συνδέοντας π.χ. τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του ΕΑΜ με την επανάσταση του 1821. Σήμερα; Μια Αριστερά που φιλοδοξεί να αλλάξει τους συσχετισμούς στο πολιτικό πεδίο και να εκφράσει την κοινωνία, οφείλει και μπορεί να προβάλει και να υπερασπίσει τη δική της αφήγηση σε όλα τα επίπεδα αντί να είναι αμυντική, μεμψίμοιρη έως ενοχική, απέναντι σε εκδοχές, που πατώντας στην ιστορική άγνοια των πολλών, την παρουσιάζουν ως υπεύθυνη για μύρια όσα περασμένα προσπαθώντας βασικά να την ακυρώσουν στο σήμερα.

Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2009

Κείμενα για δασκάλους και μαθητές Δημοτικού για το θέμα της πείνας στην Κατοχή

Θα βρείτε από την ιστοσελίδα των Αρχείων Νομού Εύβοιας (ΓΑΚ), δύο κείμενα για το θέμα της πείνας στην Κατοχή, ένα για το δάσκαλο και ένα για το μαθητή των τελευταίων τάξεων του Δημοτικού. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν αυτόνομα, αν και φτιάχτηκαν στα πλαίσια του εκπαιδευτικού προγράμματος "Τα χρόνια της πείνας και τα παιδικά συσσίτια στη Χαλκίδα", που επιμελήθηκε, όπως και πολλά άλλα εκπαιδευτικά προγράμματα τα οποία μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδα, η υπεύθυνη του Αρχείου, Κάλλια Χατζηγιάννη.

Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2009

Το γερμανοελληνικό... τρίγωνο, 1949-1990

(του ιστορικού Χάγκεν Φλάισερ από το Βήμα της Κυριακής, 1 Νοεμβρίου 2009)

Μετά την ολοκληρωτική ήττα του ναζιστικού Ράιχ τον Μάιο του 1945, η Γερμανία υφίστατο πλέον μόνον ως γεωγραφικός όρος (και ως αμφιλεγόμενη ιστορική ανάμνησηπαραπαίουσα μεταξύ Γκέμπελς και Γκαίτε). Μόλις το 1949, με τα δεδομένα της ψυχροπολεμικής κλιμάκωσης, συγκροτήθηκαν τα δύο αντίπαλα γερμανικά κράτη υπό την κηδεμονία των εκάστοτε δυνάμεων κατοχής η οποία ήταν λίαν «σφιχτή»- ιδίως στην (ανατολική) Γερμανική Λαοκρατική Γερμανία (ΓΛΔ).

Την ίδια χρονιά της παγιωμένης διχοτόμησης των πρώην κατακτητών, στην Ελλάδα η θερμή φάση του Εμφυλίου έληξε με την ήττα της Αριστεράς. Αυτό έδινε την ευκαιρία στη (Δυτική) Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΟΔΓ) να εκμεταλλευτεί τη συγκυρία που να βρίσκεται στα ίδια ιδεολογικά χαρακώματα με τους νικητές. Απ΄ όλες τις πρωτεύουσες της πάλαι ποτέ αντιφασιστικής συμμαχίας, μόνο στην Αθήνα οι εκπρόσωποι της Βόννης τολμούσαν να αποκαλούν «συμμορίτες» τους άλλοτε παρτιζάνους, αφού μάλιστα ο στρατάρχης Παπάγος εγκωμίαζε τη Βέρμαχτ ως τον καλύτερο στρατό του κόσμου. Ο ίδιος και άλλοι ταγοί απ΄ όλο το (νόμιμο) πολιτικό φάσμα εξήραν τις «στρατιωτικές αρετές» των Γερμανών (και τις πολεμικές εμπειρίες τους κατά της ΕΣΣΔ!) που δεν έπρεπε να μείνουν ανεκμετάλλευτες, ενόψει μάλιστα της επαπειλούμενης νέας παγκόσμιας σύρραξης. Δικαιολογημένα λοιπόν το ΥΠΕΞ της Βόννης «ενημέρωνε» τον πρόεδρο Χόις, στο πλαίσιο επικείμενης επίσκεψής του στην Αθήνα (1956), ότι στη μνήμη των Ελλήνων «τασυμβάντατης γερμανικής Κατοχής ευτυχώςέχουν επικαλυφθεί κατά μεγάλο μέρος από τις κομμουνιστικές θηριωδίεςτου Εμφυλίου». Κατά την ίδια έννοια, Δυτικογερμανοί διπλωμάτες θεωρούσαν τη Μακρόνησο υπόδειγμα «ανθρώπινης» αναμόρφωσης κομμουνιστών...

Κατοχικά βαρίδια

Το 1952, η Αθήνα αποφυλάκισε τον τελευταίο τότε κατάδικο της Βέρμαχτ. Το 1957 όμως, στην Αθήνα συλλαμβάνεται ο Μαξ Μέρτεν για την πλούσια κατοχική δράση του- από «υπερβάλλοντα ζήλο» του εισαγγελέα Ανδρέα Τούση, επικεφαλής του Ελληνικού Εθνικού Γραφείου εγκλημάτων πολέμου. Στη Βόννη τα συναρμόδια υπουργεία συζητούσαν με αγανάκτηση τη «λήψη αντιποίνων» (επί λέξει!) και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής υπέκυψε τελικά στους εκβιασμούς (και στο δόλωμα ενός δανείου 200 εκατ. μάρκων). Το 1959, με δύο νόμους κατά παραγγελίαναναστέλλεται επ΄αόριστον πάσα δίωξη γερμανών εγκληματιών πολέμου, ενώ ο καταδικασθείς ήδη Μέρτεν αποφυλακίζεται και απελαύνεται. Η ΟΔΓ όμως θα αθετήσει την ανειλημμένη υποχρέωση της δικαστικής εξέτασης των εκατοντάδων ανοιχτών δικογραφιών, οι οποίες τελικά απλώς αρχειοθετούνται.

Η διαχρονική αυτή αποφυγή ξεκαθαρίσματος του ένοχου παρελθόντος διευκόλυνε την Ανατολική Γερμανία να προβάλλει τη δική της «αντιφασιστική» προσέγγιση. Το 1949/50 δέχθηκε 1.128 «δημοκρατικά ελληνόπουλα», όχι όμως ενήλικους πολιτικούς πρόσφυγες, για να αποφευχθούν πιθανές δυσάρεστες συναντήσεις μεταξύ πρώην ανταρτών και κατακτητών. Αλλωστε, ανατολικογερμανικά δικαστήρια καταδίκασαν τρεις βετεράνους της Βέρμαχτ για εγκλήματα που είχαν διαπράξει στην κατεχόμενη Ελλάδα.

Οι διαφορετικές προσεγγίσεις των δύο αντίπαλων γερμανικών κρατών γίνονται αντιληπτές ακόμη και από τις δημοσιεύσεις σχετικά με την Ελλάδα της πολεμικής περιόδου. Στην ΟΔΓ, το υπουργείο Εξωτερικών χρηματοδότησε τη μετάφραση των αναμνήσεων του Παπάγου, δεδομένου ότι αφορούσαν αμιγώς στρατιωτικά γεγονότα· αντίθετα, η ανατολικογερμανική Ακαδημία Επιστημών προωθούσε εκδόσεις που επικεντρώνονταν στην (εαμική) Αντίσταση και την τρομοκρατία της Κατοχής. Εξέχοντα παραδείγματα ήταν το «ΕΛΑΣ» του Σαράφη, το μπεστσέλερ του Θέμη Κορνάρου για το στρατόπεδο Χαϊδαρίου και η αντιστασιακή ανθολογία της Ελλης Αλεξίου.

Οι εμπορικοί αντιπρόσωποι της ΓΛΔ στην Ελλάδα καταδίκαζαν δημοσίως τα ναζιστικά εγκλήματα, μνημονεύοντας επετείους σφαγών και αναζητώντας- σε αντίθεση με τους Δυτικογερμανούς διπλωμάτες- επαφές με χωριά που είχαν πέσει θύματα ιδιαιτέρως ειδεχθών «αντιποίνων» (Δίστομο, Χορτιάτης). Εν γένει, η ΓΛΔ επιδίωκε να ανακαλεί στη μνήμη των Ελλήνων τις εμπειρίες τους από το γερμανικό φασισμό- «για να ξεσκεπάσει τη μιλιταριστική και ρεβανσιστική εξέλιξη στην ΟΔΓ», σε αντιδιαστολή με τοάλλο,«φιλειρηνικό», γερμανικό κράτος. Στηλιτεύτηκε η συχνά αφιλόξενη μεταχείριση των ΕλλήνωνΓκασταρμπάιτερστη Δυτική Γερμανία με την ιστορική υποσημείωση ότι ο πρώτος υπεύθυνος για τηστρατολόγησήτους κατείχε επί Κατοχής παρόμοιες αρμοδιότητες. Οι σύντροφοι του ΚΚΕ ζητούσαν πληροφορίες για ανάμειξη «σπουδαίων προσωπικοτήτων της Δυτικής Γερμανίας στην καταλήστευση και καταπίεση των Ελλήνων κατά τη διάρκεια της Κατοχής».

Αποζημιώσεις

Το 1952/53, το άτυπο αγγλοαμερικανικό διευθυντήριο της διασυμμαχικής Συνδιάσκεψης για το εξωτερικό χρέος της Γερμανίας στο Λονδίνο κατέληξε σε συνειδητά ασαφή διατύπωση σχετικά με το πόσο θα αναβαλλόταν «η εξέταση» (και μόνο) των απαιτήσεων που πήγαζαν από τον Πόλεμο: «μέχρι του οριστικού διακανονισμού του προβλήματος». Δηλαδή η επισήμανση ότι δεν ασχολούνταν με το πρόβλημα συνδυαζόταν με την έσχατη παρέμβαση στο θέμα αυτό: την πιθανώς επ΄ αόριστον αναβολή της ανεπιθύμητης λύσης, τοποθετώντας την στις (Ελληνικές) Καλένδες, όπως έλεγαν οι ίδιοι.

Η Γερμανία εκμεταλλευόταν τον καρπό της συμπαιγνίας αυτής στο έπακρο επί δεκαετίες. Μόνο ως προς την αξίωση ατομικών αποζημιώσεων, το 1960 η ΟΔΓ υποχώρησε μερικώς, πληρώνοντας στην Ελλάδαύστερα από σκληρό παζάρι- 115 εκατομμύρια μάρκα «αποκατάστασης» [Wiedergutmachung] για θύματα «εθνικοσοσιαλιστικών διώξεων», δηλαδή για Ελληνες διωχθέντες «διά λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς ή αντιθέσεως προς την εθνικοσοσιαλιστικήν κοσμοθεωρίαν». Η υποχώρηση αυτή- «εκούσια», όπως τόνιζε η Βόννη, για να μη θεωρηθεί δεδικασμένο για επανορθώσεις- οφειλό ταν στη συνδυασμένη πίεση ένδεκα δυτικών χωρών, που είχαν παρόμοιες απαιτήσεις. Οφειλόταν επίσης στον φόβο ενδεχόμενης διπλωματικής αναβάθμισης της Ανατολικής Γερμανίας. Γενικά, οι επίσημες «μνήμες» και των δύο γερμανικών κρατών για το κοινό κατοχικό παρελθόν, επηρεάζονταν από σκοπιμότητες του ενδογερμανικού ανταγωνισμού.

Το Τείχος

Η επίσημη Αθήνα βέβαια δεν ανταποκρινόταν στους εξ Ανατολής δελεασμούς- λόγω γενικότερων συμμαχικών υποχρεώσεων και για να μην εισπράξει η Αριστερά τους καρπούς του ανοίγματος. Ωστόσο, το 1961 το όποιο γόητρο του δεύτερου γερμανικού κράτους, πέρα από τους στενά κομματικά συμπαθούντες, συρρικνώθηκε εξαιτίας της ανέγερσης του Τείχους, με επακόλουθο την αποσκίρτηση του υποδιευθυντή της ανατολικογερμανικής εμπορικής αντιπροσωπείας στην Αθήνα. Δεν άλλαξαν πολλά πράγματα κατά τη σύντομη κεντρώα παρένθεση (1963/65). Ωστόσο, το απριλιανό πραξικόπημα αποτέλεσε βαθιά τομή διακόπτοντας όλες τις πολιτιστικές επαφές, συμπεριλαμβανομένου του σχεδίου των ένθεν κακείθεν συντρόφων για παραγωγή ταινίας (και βιβλίου) θρίλερ που θα αποκάλυπτε την ανίερη συμπαιγνία της δυτικογερμανικής και της ελληνικής Δεξιάς, επί παραδείγματι της σκανδαλώδους υπόθεσης Μέρτεν. Οι εμπορικές σχέσεις, ωστόσο, δεν επηρεάστηκαν μακροπρόθεσμα, αφού το Ανατολικό Βερολίνο γρήγορα συνειδητοποίησε ότι τα αδελφά κράτη είχαν ήδη αρχίσει κερδοφόρες συναλλαγές με τη χούντα, παραβιάζοντας το σοσιαλιστικό εμπάργκο που είχε αποφασιστεί. Το 1973 μάλιστα, στο πνεύμα των συμφωνιών του Ελσίνκι, τα δύο καθεστώτα συνήψαν διπλωματικές σχέσεις, αλλά μόνο μετά τη μεταπολίτευση σε επίπεδο πρέσβεων.

Το 1981, ο Κων. Μητσοτάκης ήταν ο πρώτος Ελλην υπουργός που επισκέφθηκε το Ανατ. Βερολίνο. Ωστόσο μόνο η κυβερνητική αλλαγή, λίγους μήνες αργότερα, έδωσε νέα διάσταση στις διμερείς σχέσεις. Η Αθήνα ήταν η πρώτη πρωτεύουσα του ΝΑΤΟ που αποδεχόταν στρατιωτικό ακόλουθο της ΓΛΔ, ενώ ο Χρ. Σαρτζετάκης επισκέφτηκε το Ανατ. Βερολίνο ως πρώτος πρόεδρος δυτικής χώρας. Στη «διπλωματία επισκέψεων» καταγράφονταν πολλές τέτοιες πρωτιές· εντυπωσιακή ήταν και η συχνότητα των επαφών, π.χ. μεταξύ Ανδρέα Παπανδρέου και Εριχ Χόνεκερ, ισχυρού άνδρα της ΓΛΔ. Η νέα εξισορροπητική στρατηγική του ΠαΣοΚ ενίοτε ενοχλούσε τους παραδοσιακούς εταίρους, λ.χ. όταν ο Πρόεδρος της ελληνικής Βουλής, κατά την επίσκεψή του στοΔυτικόΒερολίνο, αρνήθηκε την προγραμματισμένη περιήγηση στο Τείχος για να μην προσβληθούν οι νέοι φίλοι από την άλλη πλευρά... Βέβαια, το «τείχος του αίσχους», συμβολίζοντας τον εγκλεισμό των πολιτών της, επηρέαζε ακόμα την εικόνα της ΓΛΔ, εθεωρείτο όμως ως δεδομένο.

Τρίγωνο εντός τριγώνου

Η ΓΛΔ διατηρούσε στενές ιδεολογικές και οικονομικές σχέσεις με το ελληνικό αδελφό κόμμα, θεωρώντας το πιο έμπιστο και «ώριμο» από τα άλλα της Δύσης. Ετσι ικανοποιούσε τις αιτήσεις υψηλόβαθμων στελεχών του ΚΚΕ για υποτροφίες υπέρ παιδιών και ανιψιών τους, επίσης οργάνωνε σεμινάρια επιμόρφωσης για τα ίδια τα στελέχη, ακόμη και σεμινάριο «μαρξιστικής-λενινιστικής αισθητικής». Συχνά όμως, τα αρχεία φανερώνουν δυσφορία του ΚΚΕ για τη ψυχρή ρεαλπολιτίκ των βόρειων συντρόφων, οσάκις έδιναν προτεραιότητα στην πραγματιστική σχέση με το κυβερνών ΠαΣοΚ.

Ως προς την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης και γενικότερα τη θεώρηση του κατοχικού παρελθόντος συνέκλιναν και οι τρεις πλευρές- ενώ οι Δυτικογερμανοί ακόμα αμφιταλαντεύονταν. Το 1984, όταν οργανώσαμε (με πρόεδρο τον αείμνηστο Νίκο Σβορώνο) το πρώτο επιστημονικό συνέδριο σε ελληνικό έδαφος για την περίοδο εκείνη, από τους δύο προσκληθέντες πρεσβευτές ο μεν Δυτικογερμανός έστειλε εκπρόσωπό του κατά την έναρξη, ενώ ο Χορστ Μπρι της ΓΛΔ, βετεράνος της ενδογερμανικής αντιναζιστικής Αντίστασης, παρακολουθούσε σχεδόν αδιάλειπτα τις εργασίες επί πέντε ημέρες. Αντιδογματικός, δεν είχε πρόβλημα στο να παρευρεθεί τα επόμενα χρόνια σε κοινές ενέργειες με τον μετέπειτα πρεσβευτή της ΟΔΓ, Ρύντιγκερ φον Παχέλμπελ, που σε αντίθεση με τους περισσότερους προκατόχους του δεν ήταν οπαδός μιας βολικής επίπλαστης «λήθης». Από κοινού, οι δύο πρεσβευτές τιμούσαν στα Καλάβρυτα τις επετείους της μεγάλης σφαγής. Επιπλέον, ο Παχέλμπελ υιοθέτησε, π.χ., την εισήγηση του γράφοντος να τιμήσει ο δυτικογερμανός πρόεδρος Βάιτσεκερ, κατά την επίσημη επίσκεψή του το 1987, όλα τα θύματα της Κατοχής στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής.

Δύο χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του 1989, το φιλόδοξο πρόγραμμα του Μπρι για τον εορτασμό των 40χρονων της ΓΛΔ έπεσε στο κενό εξαιτίας των ραγδαίων εξελίξεων στη Λειψία και στο Βερολίνο. Η γερμανική ενοποίηση χαιρετίστηκε στην Ελλάδα- σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο- περισσότερο παρά σε κάθε άλλη πρώην συμμαχική χώρα. Σύντομα όμως φάνηκε ότι η αναπάντεχη αυτή εξέλιξη επανενεργοποίησε τον διάλογο περί πολεμικών αποζημιώσεων (και κατοχικού δανείου!) τον οποίο η περίφημη Συμφωνία του Λονδίνου είχε αδρανοποιήσει έως τότε. Αλλά αυτό αποτελεί ασφαλώς μια άλλη ιστορία.

Ο κ. Χάγκεν Φλάισερ είναι καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Το άγνωστο ’40 - η καταστολή του "εσωτερικού εχθρού"

(δημοσιεύτηκε στις 25 Οκτωβρίου στον Ιό της Ελευθεροτυπίας)

Με το χαμόγελο στα χείλη πηγαίναν οι φαντάροι μας μπροστά. Όσοι θεωρήθηκε πως δεν χωρούσαν σ' αυτό το σχήμα, είχαν άλλωστε περάσει στην αρμοδιότητα των υπηρεσιών του Μανιαδάκη.

Κάθε πόλεμος, ακόμη κι ο πιο δίκαιος και αμυντικός, έχει μια εμφύλια διάσταση. Οχι με την αφηρημένη φιλοσοφική προσέγγιση ότι όλοι οι άνθρωποι είναι, σε τελική ανάλυση, αδέρφια. Αλλά επειδή στις ανθρώπινες κοινωνίες υπάρχουν πάντοτε κάποιες μερίδες του πληθυσμού που οι καθοδηγητές της πολεμικής προσπάθειας ταυτίζουν με τον εχθρό ή θεωρούν εμπόδιο στον αγώνα του έθνους.

Η μεταχείριση αυτού του (υπαρκτού ή δυνάμει) «εσωτερικού εχθρού» ποικίλλει από σύρραξη σε σύρραξη, ανάλογα με την ένταση του κινδύνου αλλά και ανάλογα με τα ιδιαίτερα πολιτικά χαρακτηριστικά του καθεστώτος κάθε εμπόλεμης χώρας.

Στις δημοκρατικές π.χ. και συνάμα ρατσιστικές ΗΠΑ του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, 80.000 αμερικανοί πολίτες ιαπωνικής καταγωγής και 40.000 ιάπωνες μετανάστες πρώτης γενιάς κλείστηκαν το 1942 «προληπτικά» σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, ενώ οι (λευκοί) αμερικανοί πολίτες γερμανικής καταγωγής είχαν σαφώς καλύτερη τύχη: ως φαντάροι, στάλθηκαν απλώς να πολεμήσουν τους Γιαπωνέζους στον Ειρηνικό κι όχι τους «ομόφυλούς» τους στην Ευρώπη. Στην εξίσου δημοκρατική Γαλλία, πάλι, κάπου 600.000 γερμανόφωνοι πολίτες απομακρύνθηκαν αναγκαστικά το 1939-40 από τις παραμεθόριες περιοχές της Αλσατίας και της Λωραίνης για λόγους «εθνικής ασφαλείας».

Ο ελληνοϊταλικός κι ελληνογερμανικός πόλεμος του 1940-41 δεν θα μπορούσε ν’ αποτελέσει εξαίρεση σ’ αυτόν τον κανόνα. Από τη στιγμή μάλιστα που η διεξαγωγή του καθοδηγούνταν από τή φασίζουσα δικτατορία της 4ης Αυγούστου, η προληπτική καταστολή του «εσωτερικού εχθρού» δεν μπορούσε παρά να πάρει ολοκληρωτικές διαστάσεις.

Η εσωτερική αυτή διάσταση του «έπους του σαράντα» έχει ωστόσο διαγραφεί εντελώς από τη συλλογική μνήμη. Αποτελεί θέμα ταμπού, όχι μόνο για τους παραδοσιακούς οπαδούς μιας «εθνικά καθαρής» Ιστορίας, αλλά και για το «μετα-αναθεωρητικό» ρεύμα που υπερπροβάλλει τις εμφύλιες συγκρούσεις της κατοχικής περιόδου, με στόχο την απονομιμοποίηση της εαμικής Αντίστασης – όχι όμως και της «συντεταγμένης», εθνικόφρονος Πολιτείας.


Η επίσημη εκδοχή

Ας επιστρέψουμε, όμως, στην καταστολή του «εσωτερικού εχθρού» το 1940-41. Μια πρώτη, γενική εικόνα μας δίνουν οι επίσημες Ιστορίες των σωμάτων ασφαλείας της εποχής.

«Από της πρώτης στιγμής της κηρύξεως του πολέμου», διαβάζουμε στο λεύκωμα που εξέδωσε το 1961 για τα σαραντάχρονά της η Αστυνομία Πόλεων, «η Αστυνομία Αθηνών επεφορτίσθη, ως ήτο επόμενον, με σοβαρά εθνικά και κοινωνικά καθήκοντα. Συνέλαβε τους υπηκόους των χωρών του Αξονος, ως και τα εθνικώς ύποπτα άτομα, τα οποία, αφ’ ενός μεν υπήρχε πιθανότης να κινηθούν κατασκοπευτικώς, αφ’ ετέρου δε να δημιουργήσουν πνεύμα ηττοπαθείας εις τον πληθυσμόν της πρωτευούσης. Το έργον τούτο, λίαν λεπτόν και δυσχερές, εξετελέσθη ταχύτατα, βάσει επιμελώς κατηρτισμένου σχεδίου» (σ.65).

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται κι ο επίσημος ιστοριογράφος της Χωροφυλακής (επί χούντας), πανεπιστημιακός καθηγητής Απόστολος Δασκαλάκης:

«Επρεπε να συλληφθούν ή να τεθούν υπό αυστηράν επιτήρησιν οι δρώντες εις τα παρασκήνια και παρακολουθούμενοι έως τότε κομμουνισταί, ως και πάντα τα εν γένει ύποπτα και επικίνδυνα δι’ ανατρεπτικήν ή υπονομευτικήν του εθνικού φρονήματος δράσιν άτομα. Το έργον τούτο η Χωροφυλακή επετέλεσε καθ’ άπασαν την χώραν μετ’ εκπληκτικής ταχύτητος, κατά το μέγιστον δε μέρος αυτήν την 28ην Οκτωβρίου. Ούτως, από της πρώτης ημέρας του πολέμου εδραιώθη η εσωτερική ασφάλεια, εξέλιπε πας κίνδυνος εις το εσωτερικόν και ο Ελληνικός Λαός με ακμαίον ηθικόν διεδήλωνεν αυθορμήτως τον ενθουσιασμόν του» («Ιστορία Ελληνικής Χωροφυλακής 1936-1950», Αθήναι 1973, τ.Α΄, σ.86-7).

Κάπως διαφωτιστικότερη για τα χαρακτηριστικά του «εσωτερικού εχθρού» είναι η υπηρεσιακή διαταγή, βάσει της οποίας εξαπολύθηκε το ανθρωποκυνηγητό – οι απόρρητες «Κανονιστικαί Οδηγίαι επιστρατεύσεως των Σωμάτων Ασφαλείας» που είχε εκδόσει το 1939 ο υφυπουργός Ασφαλείας Κωνσταντίνος Μανιαδάκης και παραθέτει η επίσημη Ιστορία της Χωροφυλακής.

«Τα Σώματα Ασφαλείας», διαβάζουμε εκεί, «εν περιπτώσει επιστρατεύσεως:

* Φροντίζουσι δια την κατάπνιξιν και εξαφάνισιν πάσης αντιδραστικής ιδέας φιλειρηνικής και κατά του πολέμου και της υπάρξεως προπαγάνδας, υφ’ οιονδήποτε πρόσχημα εν τη ημετέρα χώρα (Ορα οδηγίας υπ’ αριθ. 7).

* Επιμελούνται της διώξεως του κομμουνισμού και της πολιτικής αντιδράσεως (Ορα οδηγίας υπ’ αριθ.11).

* Επιμελούνται της εφαρμογής των ισχυουσών διατάξεων κατά των ασκούντων προπαγάνδας (Ορα οδηγίας υπ’ αριθ.12).

* Επιφορτίζονται με την υποχρέωσιν της αυστηράς παρακολουθήσεως των εν τη ημετέρα χώρα εγκατεστημένων αλλοδαπών και μειονοτήτων (Ορα οδηγίας υπ’ αριθ.13)» (όπ.π., σ.79-80).

Δυστυχώς, ο Δασκαλάκης δεν δημοσιεύει το κείμενο των επιμέρους «οδηγιών». Για την πληρέστερη επισκόπηση του ζητήματος, θα πρέπει έτσι να καταφύγουμε σε άλλες πηγές.


Οι «κόκκινοι»

Με δεδομένο τον υστερικό αντικομμουνισμό της 4ης Αυγούστου, αλλά και την έντονα αντιμιλιταριστική κι αντιεθνικιστική δραστηριότητα των κομμουνιστών στο μεγαλύτερο μέρος του Μεσοπολέμου, η προληπτική εξουδετέρωση των οπαδών της Αριστεράς ήταν μάλλον αναμενόμενη. Καθώς μάλιστα τα ενεργά μέλη του ΚΚΕ την 28η Οκτωβρίου βρίσκονταν είτε σε φυλακές κι εξορίες είτε σε βαθιά παρανομία, η εκκαθάριση επικεντρώθηκε σε όσους είχαν παλιότερα «μολυνθεί» από τον «ιό» του «μπολσεβικισμού» ή είχαν συμμετάσχει ενεργά στο εργατικό κίνημα. Η δημόσια τοποθέτηση του φυλακισμένου Ζαχαριάδη υπέρ του πολέμου κι η ενθουσιώδης συστράτευση πολλών αριστερών κατά του εισβολέα ελάχιστα επηρέασαν αυτό το κλίμα.

«Ηταν όλος ο κρατικός μηχανισμός, ο Στρατός και η Χωροφυλακή, εμποτισμένοι με κακόβουλες συκοφαντικές αντιλήψεις από την προπαγάνδα της άκρας δεξιάς», θυμάται χαρακτηριστικά ένας συνδικαλιστής καπνεργάτης. «Εβλεπαν τους καπνεργάτες και κάθε προοδευτικό με αποστροφή και δε θα ήταν υπερβολικό αν έλεγα με μίσος. Και αυτό έγινε ακόμη πιο φανερό εκείνες τις ώρες. Πολλοί από τους πατριώτες που έτρεχαν με ενθουσιασμό να καταταγούν στις στρατιωτικές τους μονάδες, βρέθηκαν σημαδεμένοι στα μητρώα του λόχου τους και το σημάδεμα αυτό σήμαινε την υποβάθμιση του πατριωτισμού τους.

Στρατολογικά υπάγομαι στο νομό Εβρου. Οταν ύστερα από αφάνταστες ταλαιπωρίες κατόρθωσα να φτάσω στο λόχο μου, το όνομά μου ήταν υπογραμμισμένο με κόκκινη μελάνη. Αποτέλεσμα: δε με όπλισαν, αλλά με έριξαν στο Λόχο Σκαπανέων, όπου βρήκα πολλούς άλλους πατριώτες. Υπηρετήσαμε για πολύ καιρό με τους ανεπιθύμητους Τούρκους, Πομάκους και βουλγαρόφωνους. Υστερα από την επιφυλακτική αναγνώριση για το ειλικρινές ή όχι περιεχόμενο που είχε το γράμμα του Ζαχαριάδη, άλλους όπλισαν και άλλους έβαλαν να δουλεύουν σε οχυρωματικά και δημόσια έργα» (Γιώργος Πέγιος, «Από την ιστορία του συνδικαλιστικού κινήματος της Καβάλας», Αθήνα 1984, σ.124).

Σε «πειθαρχικό λόχο» μουλαράδων κατέληξε κι ένας άλλος προπολεμικός κομμουνιστής, από τα Χανιά τούτη τη φορά. Στο στρατολογικό γραφείο, ενημερώθηκε απ’ το γραφέα ότι «στο απολυτήριο είχαν κάμει χαρακτηριστικό σημάδι πως είμαι κομμουνιστής και μου είπε να είμαι προσεκτικός». Πριν η μονάδα του μπει στο αλβανικό έδαφος, όλοι οι «χαρακτηρισμένοι» στρατιώτες προειδοποιήθηκαν από τους αξιωματικούς πως θα εκτελεστούν με συνοπτικές διαδικασίες «αν χύσουν το δηλητήριό τους στις τάξεις του στρατού». Σε όλη τη διάρκεια του πολέμου οι διακρίσεις σε βάρος τους ήταν φανερές, με κυριότερη την εξαίρεσή τους απ’ τη διανομή της (πολύτιμης) «φανέλας του στρατιώτη» (Χρήστος Ρουμελιωτάκης, «Γράμμα στο γιο μου από τον πόλεμο της Αλβανίας», Αθήνα 1981, σ.12, 36-8 & 48-9).

Για το μηχανισμό του φακελώματος, μια ιδέα μας δίνει σε παλιότερη συνέντευξή του ο εκλιπών Παύλος Κούφης, δάσκαλος κι έφεδρος αξιωματικός από τα Αλωνα της Φλώρινας: «Προτού να κηρυχθεί η επιστράτευση, το 1940, με κάλεσαν στο Στρατολογικό Γραφείο. Σκαλίζαμε τα μητρώα κλπ. Υπήρχαν εκεί ονόματα σημαδεμένα, με πράσινο ή κόκκινο. Το πράσινο σήμαινε ότι είναι Βούλγαρος, το κόκκινο ότι είναι κομμουνιστής».


Οι «ηττοπαθείς»

Μια δεύτερη κατηγορία διωχθέντων πολιτών ήταν όσοι θεωρήθηκαν από τις υπηρεσίες ασφαλείας του Μανιαδάκη ότι συνέβαλλαν στην καλλιέργεια αισθημάτων «ηττοπάθειας» στον πληθυσμό.

Από τα αρχεία της Γενικής Διοικήσεως Δυτικής Μακεδονίας πληροφορούμαστε π.χ. ότι στις 24.12.1940 προφυλακίστηκε ο 20χρόνος Δ.Φ., κάτοικος Νυμφαίου Φλωρίνης και «τελειόφοιτος της εν Θεσ/νίκη Ρουμανικής Εμπορικής Σχολής», «ίνα δικασθή» από το Στρατοδικείο Κοζάνης «ως υπαίτιος του ότι κατά τας αρχάς Δεκεμβρίου 1940, ανεκοίνωσεν εις τον Δ.Μ. και εις ιδιώτας προφορικάς ειδήσεις δυναμένας να εμβάλωσιν εις ανησυχίαν τους πολίτας ήτοι ότι ‘οι δικοί μας οπισθοχωρούν, νικήθηκαν από τους Ιταλούς και οι Ιταλοί βάλανε δύναμη μεγάλη κτλ’». Η σύλληψη και παραπομπή του έγινε με πρωτοβουλία της τοπικής Χωροφυλακής. Στις 13.1.41, άλλο έγγραφο του ίδιου αρχείου πιστοποιεί ότι στις φυλακές Κοζάνης κρατείται κι ένας στρατιώτης, «δυνάμει καταδικαστικής αποφάσεως επί διαδόσει ανησυχητικών ειδήσεων».

Η «προστασία» αυτή της ηρεμίας του κοινού πήρε κάποιες φορές κωμικές διαστάσεις. Σαράντα μέρες μετά την επιστροφή του από την εξορία, ο άκρως εθνικόφρων απόστρατος βενιζελικός στρατηγός Στυλιανός Γονατάς μεταφέρθηκε τα ξημερώματα της 20.2.1941 από όργανα της Ειδικής Ασφάλειας στο Ελληνικό, όπου και παρέμεινε «εν απομονώσει και υπό φρούρησιν». Οπως διαβάζουμε στη σχετική απόφαση της Επιτροπής Δημοσίας Ασφαλείας που συνεδρίασε το μεσημέρι της ίδιας μέρας, η ήπια αυτή «εκτόπιση» του γηραιού πολιτικού έγινε «διότι η παρουσία του εις Αθήνας και αι συναντήσεις αυτού μετά διαφόρων προσώπων, δημιουργούσι φήμας και συζητήσεις μη εποικοδομητικάς της απολύτου γαλήνης, της οποίας έχει ανάγκην η Χώρα, ίνα αντιμετωπίση τας εκτάκτους και κρισίμους περιστάσεις, τας οποίας διέρχεται». Την απόφαση υπέγραφαν ο νομάρχης Αττικοβοιωτίας Πεζόπουλος, ο εισαγγελέας Ηλίας Μικρουλέας κι ο αντισυνταγματάρχης Χωροφυλακής Ιωάννης Μπαϊλάκης (Στ. Γονατάς, «Απομνημονεύματα», Αθήναι 1958).


Η «Πέμπτη Φάλαγγα»

Η εξουδετέρωση των πρακτόρων του αντιπάλου, πραγματικών ή εικαζόμενων, αποτελεί πάγιο συστατικό στοιχείο κάθε πολέμου. Για την έκταση που πήρε η εφαρμογή του μέτρου στην Ελλάδα το 1940-41, αποκαλυπτικός είναι ο επίσημος ιστοριογράφος της Αστυνομίας Πόλεων (και στέλεχος του διαβόητου «Μηχανοκινήτου» επί Κατοχής), Νικόλαος Αρχιμανδρίτης:

«Την 28.10.1940 συνελήφθησαν εντός 2 ωρών άπαντα τα εν τη περιοχή της Πρωτευούσης μέλη των ιταλικών δικτύων κατασκοπείας και προπαγάνδας ως και έτεροι χίλιοι Ιταλοί ύποπτοι, μέχρι δε της 13 ώρας της 6ης Απριλίου [1941] άπαντα τα μέλη των υφισταμένων εννέα Γερμανικών δικτύων κατασκοπείας και προπαγάνδας και άπαντες οι Γερμανοί ύποπτοι, 3.500 εν συνόλω» («Η Αστυνομία Πόλεων από της ιδρύσεώς της μέχρι σήμερον», Αστυνομικά Χρονικά, 1.11.1954, σ.1680).

Ο ίδιος μας πληροφορεί επίσης ότι «ελήφθησαν δηλώσεις αποκηρύξεως της Ιταλικής Ιθαγενείας εκ μέρους χιλιάδων Ιταλών». Προφανώς, αξιοποιήθηκε η πλούσια πείρα της ειρηνικής περιόδου στον ίδιο τομέα.

Η μεταχείριση των ιταλών υπηκόων φαίνεται πως υπήρξε, πάντως, αισθητά ηπιότερη: «Οι ιταλικές οικογένειες οδηγήθηκαν υπό περιορισμό στον περιτοιχισμένο χώρο της ιταλικής πρεσβείας» σημειώνει στις 28 Οκτωβρίου στο δημοσιευμένο ημερολόγιο του ο αμερικανός Λαίρντ Αρτσερ, διευθυντής τότε του «Ιδρύματος Εγγύς Ανατολής». Πέντε μέρες αργότερα, ο ίδιος πληροφορείται πως «το προσωπικό της ιταλικής πρεσβείας μαζί με άλλους 240 Ιταλούς φεύγουν σήμερα από την Ελλάδα». Καταγράφει, μάλιστα, και μια περίεργη εκδήλωση αβροφροσύνης του καθεστώτος Μεταξά προς τον Άξονα: «Αρχικά επρόκειτο να φύγουν 300, αλλά οι Γερμανοί ζήτησαν 60 θέσεις για δικούς τους». Μεταξύ των συλληφθέντων, από την άλλη, συγκαταλεγόταν τουλάχιστον «μια οικογένεια Εβραίων, που είχαν διαφύγει από την Ιταλία για να αποφύγουν τις διώξεις εναντίον της φυλής τους» («Βαλκανικό Ημερολόγιο 1936-1941», Εστία, Αθήνα 1993, σ.174 & 184).

Ακάλυπτοι από το διεθνές δίκαιο και τις διπλωματικές αλληλοεξυπηρετήσεις, οι έλληνες πολίτες που στοχοποιήθηκαν από τις υπηρεσίες του Μανιαδάκη υπήρξαν φυσικά λιγότερο τυχεροί, όπως διαπιστώνουμε από το (επίσης δημοσιευμένο) ημερολόγιο του Χριστόφορου Χρηστίδη: «1 Μαΐου 1941. Ηλθε να με δει ο Φώκος Δημητριάδης. Συνάντησε κάποιον, που χωρίς κανένα λόγο ήταν σε ελληνικό στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Αν όσα του διηγήθηκε είναι αλήθεια, οι κρατούμενοι πέρασαν πάρα πολύ άσκημα από τους χωροφύλακες, που επιπλέον τους εκμεταλλεύτηκαν αγρίως. Φοβούμαι πως, παρά τις υπερβολές, θα έχουν γίνει θλιβερά έκτροπα» («Χρόνια Κατοχής», Αθήνα 1971, σ.7).


Οι μειονότητες

Κάπως γνωστότερη έχει γίνει, τα τελευταία χρόνια, η «προληπτική» καταστολή των γλωσσικών και εθνικών πληθυσμιακών ομάδων που θεωρήθηκαν ύποπτες για συμπάθεια προς τον εισβολέα. Με εξαίρεση την ξεχασμένη σήμερα -αλλά σχετικά πολυπληθή τότε- ιταλική μειονότητα της Κέρκυρας και της Πάτρας (βλ. διπλανή στήλη).

Οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες της Θεσπρωτίας αριθμούσαν το 1940 κάπου 20.000 άτομα. Αμέσως μετά την κήρυξη του πολέμου, οι αρχές συνέλαβαν κι εξόρισαν δεκάδες προκρίτους, ανάμεσά τους και μετριοπαθείς προσωπικότητες φιλικές προς την ελληνική διοίκηση. Μετά την ανακατάληψη της περιοχής απ’ τον ελληνικό στρατό στα μέσα Νοεμβρίου, και ως απάντηση στη συνεργασία μελών της μειονότητας με τον ιταλικό στρατό, οι εκτοπίσεις γενικεύτηκαν κι εκατοντάδες οικογενειάρχες στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

«Μόλις έφυγαν οι άντρες για εξορία», θυμάται ένας θεσπρωτός συγγραφέας, «τα έκτροπα σε βάρος των Μουσουλμάνων συνεχίστηκαν με διάφορες μορφές. Με το πρόσχημα της δήθεν ανάκρισης ή της δήθεν παρουσίας για προσωπική υπόθεση, καλούσαν στα γραφεία τους τις όμορφες χανούμισες και τις βίαζαν. Ορισμένοι χριστιανοί κάτοικοι οργίασαν. Οι λεηλασίες σπιτιών, οι αρπαγές ζώων φανερές. Οι βιασμοί κοριτσιών και γυναικών πολλοί και επώνυμοι. Η βίαιη έκδοση Μουσουλμανίδων, από ορισμένα χωριά, σε δημόσιους λειτουργούς, μεγάλη» (Γ. Σάρρας, «Μνήμες της τραγικής περιόδου», Αθήνα 2001, σ.52-3). Οι συνέπειες αυτής της πολιτικής, στα χρόνια της Κατοχής, είναι γνωστές.

Παρόμοια μεταχείριση -με ανάλογα αποτελέσματα- επιφυλάχθηκε και στους σλαβόφωνους κατοίκους της ελληνικής Μακεδονίας, που το 1940 υπολογίζονταν μεταξύ 160 και 200.000.

«Η κήρυξις του ελληνοϊταλικού πολέμου και η διεξαγωγή αυτού», γράφει στην ημιεπίσημη ιστορία της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών ο κατοχικός Διευθυντής Νομαρχιών Μακεδονίας Αθανάσιος Χρυσοχόου, «έδωσαν αφορμήν εις την ελληνικήν κυβέρνησιν να επιληφθή της αντιμετωπίσεως του εσωτερικού τούτου προβλήματος, ως πρόχειρος δε λύσις εξευρέθη ο εις το εσωτερικόν της Ελλάδος εκτοπισμός των υπόπτων. Εγένετο προσφυγή εις τους καταλόγους της χωροφυλακής και ελήφθησαν αψυχολόγητα και εν πολλοίς άδικα μέτρα, παρασύραντα εις εκτοπισμούς ακραιφνείς Ελληνας, πατέρας ή αδελφούς διακρινομένων δια την εν τω μετώπων πολεμικήν των δράσιν στρατιωτών ή άλλους φιλησύχους» («Η Κατοχή εν Μακεδονία», τ.Β1, Θεσ/νίκη 1950, σ.15).

Ο ίδιος αναφέρει ότι, «εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, οι θεωρηθέντες ύποπτοι και εκτοπισθέντες ελήφθησαν εξ όλων των χωρίων, εις ά ωμιλείτο το σλαυόφωνον ιδίωμα» και θεωρεί πως το μέτρο τελικά εξυπηρέτησε τη βουλγαρική προπαγάνδα, αποξενώνοντας τους κατοίκους απ’ το ελληνικό κράτος. Την ίδια άποψη συμμερίζονται όλοι οι παρατηρητές της εποχής, εαμίτες κι εθνικόφρονες.

«Ενώ δεκαεπτά όλαι ηλικίαι ευρίσκοντο από την πρώτη στιγμή και εις την πρώτην γραμμήν υπό τα όπλα», γράφει π.χ. τον Ιανουάριο του 1944 στον εξόριστο πρωθυπουργό Τσουδερό ο Δημήτριος Λαμπράκης, «την ημέραν της ενάρξεως του πολέμου συνελήφθησαν και εξετοπίσθησαν τυχαίως και μοιραίως αρκεταί εκατοντάδες πατέρες και αδελφοί των στρατιωτών. Παρά πάσαν ενέργειαν εκρατήθησαν πεισμόνως μέχρι τέλους, μολονότι τα παιδιά των επολεμούσαν λαμπρότατα εις τα Αλβανικά βουνά και πολλοί ετραυματίζοντο, εφονεύοντο, ηνδραγάθουν». Ο δε Γεώργιος Μόδης, αφού περιγράφει εκτενώς στα απομνημονεύματά του την αδυναμία του να εμποδίσει τις εκτοπίσεις (σ.391-3), καταλήγει στην πικρή διαπίστωση πως «αποδειχθήκαμε άλλη μια φορά πόσον ανίκανοι είμαστε να διοικήσουμε λαούς».


Φάκελοι πολλαπλής χρήσης

Η αυξημένη «επαγρύπνηση» του μεταξικού καθεστώτος κατά του «εσωτερικού εχθρού» είχε κάποιες απρόβλεπτες συνέπειες. Μια απ’ αυτές ήταν η αντιστροφή της χρήσης των υπηρεσιακών φακέλων, που στις χαώδεις στιγμές της κατάρρευσης του μετώπου έπεσαν σε λάθος χέρια.

«Πλείστοι αστυνομικοί διέπραξαν εγκληματική επιπολαιότητα να εγκαταλείψουν άνευ ουδενός λόγου έκθετα τα εμπιστευτικά αρχεία των (Φλώρινα, Αμύνταιον)», διαβάζουμε χαρακτηριστικά σε επιστολή του Δημητρίου Λαμπράκη προς την εξόριστη κυβέρνηση (1944). «Οι Βούλγαροι έσπευσαν άμα τη εισόδω των Γερμανών να τα λάβουν υπό την κατοχήν των και να επιδεικνύουν εις τους διστακτικούς και αμφιρρέποντας ταύτα, εις τα οποία ανεγράφοντο και ούτοι ως ύποπτοι» (ΓΑΚ/Αρχείο Εμμ. Τσουδερού, φ.Ε16).

Το γεγονός επιβεβαιώνεται από «σημείωμα» της Υπηρεσίας Αλλοδαπών (22.7.1941) που φυλάσσεται στο ΕΛΙΑ: «Η Νομαρχία Φλωρίνης αναφέρει ότι περιήλθον εις τας Βουλγαρικάς αρχάς και δια τούτων εις τας Γερμανικάς όλοι οι φάκελλοι και οι ονομαστικοί κατάλογοι των υπόπτων και ως Βουλγάρων χαρακτηριζομένων, ούτω βάσει των στοιχείων τούτων θα ζητηθή η λειτουργία Βουλγαρικών Σχολείων και Εκκλησιών».

«Η βουλγαρική προπαγάνδα τον καιρό της κατοχής είχε τις εγκληματικές συλλήψεις [του 1940-41] τρομερόν όπλο εναντίον μας», συνοψίζει την όλη εμπειρία ο φλωρινιώτης Γεώργιος Μόδης. «Η Χωροφυλακή της έδωσε και ένα άλλο. Διοικήσεις και Υποδιοικήσεις στην φυγή τους μπροστά απ’ την γερμανική προέλασι, άφησαν έκθετα και τα εμπιστευτικά τους αρχεία. Δε θέλησαν να εξοδεύσουν και ένα σπίρτο και να τους βάλουν φωτιά. Και οι πράκτορες του Κομιτάτου τα πήραν και έδειχναν σ’ ένα διστακτικόν ή και σταθερόν ιδικό μας την σελίδα όπου χαρακτηριζόταν ‘ύποπτος’, ‘επικίνδυνος’, ‘φανατικός Βούλγαρος’ κτλ» («Αναμνήσεις», Θεσ/νίκη 2004, σ.393).

Οι ατομικοί φάκελοι των «ύποπτων» Μακεδόνων δεν ήταν όμως το μοναδικό προϊόν των υπηρεσιών ασφαλείας που αξιοποίησε η βουλγαρική προπαγάνδα. Ερευνώντας τα αποχαρακτηρισμένα αρχεία του βουλγαρικού ΥΠΕΞ, ανακαλύψαμε ένα φάκελο που σχηματίστηκε το 1940 -κι εμπλουτίστηκε τα αμέσως επόμενα χρόνια- με «ντοκουμέντα για τα εθνικά προβλήματα της Βουλγαρίας σε σχέση με τις εργασίες της προσεχούς ειρηνευτικής διάσκεψης, μετά το τέλος του πολέμου» (TsDA, f.176k, op.21, a.e.2613). Το σημαντικότερο από τα έγγραφα που περιέχονται εκεί, και προορίζονταν να στηρίξουν τις βουλγαρικές αξιώσεις πάνω στην ελληνική Μακεδονία, είναι μια 17σέλιδη «στατιστική εθνολογική κατάστασις του [τότε] νομού Φλωρίνης κατ’ επαρχίας».

Καταρτισμένη το 1932 από το (ελληνικό) Β΄ Σώμα Στρατού, καταγράφει τόσο τον αριθμό των σλαβόφωνων κατοίκων ανά χωριό, όσο και την υπηρεσιακή ταξινόμηση των «εθνικών φρονημάτων» τους. Σε σύνολο 77.795 κατοίκων της επαρχίας Φλωρίνης, καταμετρούνται έτσι 60.288 «βουλγαρόφωνοι»: 11.554 «ελληνικής συνειδήσεως», 14.033 «βουλγαρόφρονες» και 34.701 «αμφίβολοι». Στην επαρχία Καστορίας, πάλι, από τους 57.867 κατοίκους «βουλγαρόφωνοι» είναι οι 28.513: 10.418 «ελληνοσυνείδητοι», 4.986 «βουλγαροσυνείδητοι» και 13.109 «αμφίβολοι».

Πώς να μην τρίβαν τα χέρια τους οι απροσδόκητοι παραλήπτες αυτού του «εθνοπρεπούς» συλλογικού φακελώματος;



Η ξεχασμένη μειονότητα

Μια από τις πληθυσμιακές ομάδες που στις 28 Οκτωβρίου 1940 βρέθηκαν στο στόχαστρο των υπηρεσιών ασφαλείας ήταν, αναπόφευκτα, και οι ιταλικές παροικίες της Κέρκυρας και της Πάτρας.

Συγκροτημένες κατά κύριο λίγο από απογόνους πολιτικών προσφύγων των επαναστάσεων του 1848, οι κοινότητες αυτές αριθμούσαν τουλάχιστον 1.500 άτομα στην Κέρκυρα και 2-3.000 στην Πάτρα. Πολιτικά δεν διαφοροποιούνταν ιδιαίτερα από τον ελληνόφωνο περίγυρό τους, παρά την ύπαρξη οργανωμένων πυρήνων του ιταλικού φασιστικού κόμματος. Οι Ιταλοπατρινοί άλλωστε είχαν παίξει παλιότερα καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη του τοπικού σοσιαλιστικού και αναρχικού κινήματος.

Με το ξέσπασμα του ελληνοϊταλικού πολέμου, το σύνολο αυτής της μειονότητας αντιμετωπίστηκε από τις αρχές ως de facto πέμπτη φάλαγγα. «Από της πρώτης ημέρας των εχθροπραξιών, η Αστυνομία της Κερκύρας προέβη εις την σύλληψιν και συγκέντρωσιν εντός του παλαιού φρουρίου απάντων των Ιταλικής καταγωγής Κερκυραίων και άλλων υπόπτων ή επικινδύνων δια την εθνικήν ασφάλειαν ατόμων. Το έργον τούτο ήχθη εις πέρας εντός ελαχίστου χρόνου», μας πληροφορεί χαρακτηριστικά το λεύκωμα της Αστυνομίας Πόλεων (σ.19).

Παρόμοιο ανθρωποκυνηγητό εξαπολύθηκε και στην Πάτρα: «Στις 5 το πρωί αστυνομικές δυνάμεις κυκλώσανε τη συνοικία του Αγίου Διονυσίου, όπου κατοικούσαν πολλοί ιταλοπατρινοί, για να τους συλλάβουνε. Πιάσανε όμως τους πιο ακίνδυνους, γιατί οι οργανωμένοι φασίστες ειδοποιημένοι από το τοπικό φάτσιο δεν κοιμηθήκανε εκείνο το βράδι στα σπίτια τους». Οι συλληφθέντες «κλειστήκανε στις φυλακές του Μαργαρίτη και στη Μέση Σχολή» (Βασίλης Λάζαρης, «Πολιτική ιστορία της Πάτρας», τ.Β΄, Αθήνα 1986, σ.403).

Η καταδίωξη συνεχίστηκε όλο το Νοέμβριο. Με έγγραφό της προς τις κατά τόπους αστυνομικές αρχές, η Στρατιωτική Διοίκηση Πατρών διαβίβασε π.χ. στις 19.11.40 καταστάσεις «ιταλών το γένος προσώπων, κατοικούντων και διαμενόντων εν Πάτραις και εν τοις περιχώροις», τα οποία σύμφωνα με πληροφορίες «δρώσιν αντεθνικώς, προπαγανδίζουν ιδέας και διασπείρουν φήμας προς τον σκοπόν να αποθαρρύνουν τον πληθυσμόν», ζητώντας την άμεση σύλληψή τους (όπ.π., τ.Γ΄, Αθήνα 1989, σ.43).

Αναλυτικές πληροφορίες παρέχει το πρόσφατα δημοσιευμένο «Ημερολόγιο» της τοπικής Χωροφυλακής (Ξενοφών Παπαευθυμίου, «Εδέχθημεν αεροπορικήν επιδρομήν, Πάτρα 2005). Ηδη από τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου, οι σταθμάρχες ενημερώνονται «να ώσιν έτοιμοι να συλλάβουσι τους Ιταλούς βάσει καταστάσεων» και λίγο μετά περνούν στη δράση: «Κατά διαταγήν Υφυπουργείου Δημοσίας Ασφαλείας συνελήφθησαν άπαντες οι Ιταλοί μέχρι της 8ης πρωινής ώρας» (σ.9). Το επόμενο διήμερο, ο επικεφαλής της Υποδιοίκησης πηγαίνει με 22 στρατιώτες στο Προάστειο, συλλαμβάνει 300 Ιταλούς και τους στέλνει «εις το στρατόπεδον συγκεντρώσεως εις Πάτρας» (σ.10-11). Μεταξύ 4–30 Νοεμβρίου ασχολείται, τέλος, «με την εκκαθάρισιν της περιφερείας από κρυπτομένους Ιταλούς υπηκόους και αλβανούς τοιούτους από ηλικίας 16-60 ετών» (σ.13).

Υπήρξαν και «παράπλευρα» θύματα: στις 29.10.40 στα Ζαρουχλέϊκα «δύο στρατιώται καταδιώκοντες φεύγοντα Ιταλόν και πυροβολούντες, εφόνευσαν εξ αμελείας δύο γυναίκας» (σ.10). Τρεις πάλι από τους 7 νεκρούς του ιταλικού βομβαρδισμού της 2.11.40 ήταν Ιταλοπατρινοί (σ.12).

Εξίσου προδιαγεγραμμένο υπήρξε το τέλος αυτής της «αλλογενούς» μειονότητας. Ηδη από την άνοιξη του 1944, ο βρετανός πρεσβευτής Ρέτζιναλντ Λίπερ προεξοφλούσε πως «οι 2.000 περίπου Ιταλοί της Πάτρας δεν μπορούν να παραμείνουν» μεταπολεμικά στη χώρα (FO 371/43775, Leeper to Eden 29.5.44, No 107). Την επαύριο της απελευθέρωσης καταγράφηκαν στην πόλη 1.943 άτομα, εργάτες κατά 90%, που περίμεναν μέρα με τη μέρα την εκδίωξή τους. «Τελικά το σύνολο σχεδόν των ιταλοπατρινών αναχώρησε για την Ιταλία, στα τέλη του Δεκέμβρη του 1945 με τις κορβέτες ‘Πάτραι’ και ‘Θεσσαλονίκη’, ενώ στην αχαϊκή πρωτεύουσα παρέμειναν μόνο εκατό οικογένειες» (Β. Λάσκαρης, όπ.π., τ.Δ΄, Πάτρα 1990, σ.53-4).

Συνοπτικότερες διαδικασίες υιοθετήθηκαν στην Κέρκυρα. Με την απελευθέρωση, η αστυνομία συνέλαβε όχι μόνο «τους Ιταλούς υπηκόους, οίτινες διέπραξαν εγκλήματα κατά του λαού» αλλά και «τα λοιπά μέλη της Ιταλικής παροικίας, προς πρόληψιν αυτοδικιών και αντεκδικήσεων εις βάρος των» (Λεύκωμα, σ.19-20). Στις 13.10.44 πραγματοποιήθηκε «αυθόρμητο συλλαλητήριο» με αίτημα την εκδίωξή τους κι αποτέλεσμα τον εγκλεισμό τους στο φρούριο της πόλης. Τέλος, «στις 7 Νοέμβρη φορτωθήκανε σε νορβηγικό φορτηγό που στείλανε οι Αγγλοι και πήγανε στην Ιταλία» (Οδυσσέας-Κάρολος Κλήμης, «Ιστορία νήσου Κέρκυρας», Κέρκυρα 1992, σ.174).


Ελευθεροτυπία, 25/10/2009