Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου 2010

«Μια ουτοπία που έχασε τα λογικά της»: Μια μη ιστορία του ΔΣΕ

(δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Δρόμος, τεύχος 32, στις 25/9/2010)

Νίκος Μαραντζίδης, Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2010.

Κυκλοφόρησε την άνοιξη το έργο του Νίκου Μαραντζίδη, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, για τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας. Το βιβλίο ήταν κατά κάποιο τρόπο αναμενόμενο· ο συγγραφέας, μαζί με τον καθηγητή του Γέιλ Στάθη Καλύβα αλλά και άλλους, εκπροσωπεί ένα «νέο ρεύμα» ιστοριογραφίας για τη δεκαετία του ’40 που είχε παρουσιαστεί με ανακοινώσεις σε συνέδρια, παρεμβάσεις στον τύπο και συλλογικούς τόμους άρθρων αλλά όχι με ένα συνθετικό έργο. Δέκα χρόνια κράτησε η αναμονή για ένα αποτέλεσμα με περιεχόμενο αναμενόμενο και αυτό.

Το βιβλίο έχει ένα κύριο χαρακτηριστικό, την αναπαραγωγή, σύνθεση και εκ νέου στοιχειοθέτηση όλων των χαρακτηριστικών που προσέδιναν στον ΔΣΕ οι αντίπαλοί του, σύγχρονοι και μεταγενέστεροι: ότι ήταν ένας στρατός που στηριζόταν σε συντριπτικό βαθμό από την εξωτερική βοήθεια, ένας στρατός κομματικός μιας ηγεσίας επικίνδυνης, ένας στρατός που στη σύνθεσή του βάραιναν αποφασιστικά οι σλαβομακεδόνες μειονοτικοί, οι επιστρατευμένοι ανήλικοι και ανήλικες, αιχμάλωτοι αγράμματοι χωριάτες που το ΚΚΕ κρατούσε ομήρους τα παιδιά τους. Πρόκειται για μια επιθετική παρουσίαση που παρουσιάζει όλα τα παραπάνω ως αποδεδειγμένα πλέον, ενάντια μάλιστα σε μια προηγούμενη στρατευμένη ιστοριογραφία που υποτίθεται ότι κυριαρχούσε στο δημόσιο λόγο.

Μια σκηνοθετημένη ιστορία

Δεν θα επιμείνουμε σε αυτή τη σύντομη παρουσίαση στην ανασκευή των επιχειρημάτων Μαραντζίδη. Το καινούργιο στοιχείο είναι ότι τα επιχειρήματα αυτά ενισχύονται από νέα τεκμηρίωση μέσα από αρχεία ελληνικά και των ανατολικών χωρών. Κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για προκατασκευασμένα σχήματα που χτίζονται με επιλεκτική χρήση των πηγών. Το κύριο χαρακτηριστικό της αρχιτεκτονικής είναι η απουσία οποιουδήποτε πλαισίου· ο συγγραφέας μας παρουσιάζει τον ΔΣΕ χωρίς τον εμφύλιο, χωρίς τον αντίπαλό του Εθνικό Στρατό και το μπλοκ, εγχώριο και διεθνές που τον στηρίζει, χωρίς φυσικά καμία αναφορά σε κοινωνικές και πολιτικές αντιθέσεις που δημιουργούν και συντηρούν έναν εμφύλιο. Υπάρχει μόνο ο ΔΣΕ, το ΚΚΕ, ο Στάλιν, οι λαϊκές δημοκρατίες· τα κίνητρά τους και οι παράλογοι σχεδιασμοί τους. Τα εντελώς απαραίτητα, πότε και γιατί άρχισε ο εμφύλιος θεωρούνται λυμένα: από το 1943 το ΚΚΕ ξεκίνησε για την κατάληψη της εξουσίας και αφού απέτυχε στα Δεκεμβριανά, με τον Ζαχαριάδη και την έξωθεν υποστήριξη ξεκίνησε και πάλι.

Αφαιρουμένου ή αλλοιωμένου του ιστορικού πλαισίου, χωρίς σύγκριση και βάθος, μπορούν φυσικά να αλλάζουν οι διαστάσεις των γεγονότων και να χρησιμοποιείται κατά βούληση οποιαδήποτε πηγή, από την πλέον επίσημη μέχρι την τελευταία μαρτυρία. Ακόμη κι έτσι όμως, είναι να απορεί κανείς με τις αντιφάσεις στην παρουσίαση ενός στρατού που δέχεται σημαντική βοήθεια από τους βόρειους γείτονες του και μερικές σελίδες παρακάτω είναι σε κακά χάλια και οδηγείται στο πλιάτσικο περιουσιών και ανθρώπων. Για όλα όμως αυτά τα ζητήματα και άλλα, έχουν γραφτεί σοβαρές κριτικές στον τύπο (Αυγή, Τα Νέα) από ιστορικούς που έχουν γνώση και άποψη για την περίοδο.

(για το σύνολο ίσως των βιβλιοκριτικών, δείτε εδώ)

Ένα γενικότερο ζήτημα που έχει τη σημασία του είναι η εκδοτική επιτυχία του βιβλίου και η σημαντική θέση και απήχηση που έχουν στην ιστοριογραφία και στη δημόσια συζήτηση ερμηνείες που αν μη τι άλλο χρησιμοποιούν επιλεκτικά την ιστορία για να προωθήσουν ιδεολογικές και πολιτικές θέσεις. Το ότι το αυτοπροσδιοριζόμενο ως «νέο ρεύμα» έχει σημαντικές προσβάσεις δεν είναι κάτι που πρέπει να εκπλήσσει· τις έχει, κατά τη γνώμη μου, ως ιδεολογικός χώρος και όχι παρουσιάζοντας κάποιο σημαντικό και πρωτότυπο έργο. Και αυτό γιατί επαγγέλλεται έναν «προοδευτικό» (αντιολοκληρωτικό, αντιεθνικιστικό, αντικρατικό) λόγο που είναι όμως ενάντια στην Αριστερά, τότε και τώρα (χαρακτηριστικές οι τοποθετήσεις του «ρεύματος» για τον Δεκέμβρη του 2008). Σε αυτό μπορεί να συγκινήσει και νέους επιστήμονες και ένα χώρο της διανόησης, που μέρος της ανδρώθηκε μεν στην Αριστερά και στα περιοδικά της μια προηγούμενη περίοδο αλλά θέλει να πετάξει για αλλού (βλέπε και το άρθρο του Νικόλα Σεβαστάκη, «Οι νέοι φιλελεύθεροι», Ελευθεροτυπία, 19/06/2010).

Για να ξαναγυρίσουμε στο βιβλίο και στην απήχησή του, δεν θα πρωτοτυπήσουμε αν πούμε, ότι σε συνθήκες άμβλυνσης των ιδεολογικών σταθερών και διάψευσης του «τέλους της ιστορίας» από τη συνεχή επιδείνωση των όρων ζωής των ανθρώπων, το παρελθόν αποτελεί και πάλι την πηγή άντλησης παραδείγματος, προσανατολισμού και κυρίως ταυτότητας. Για το λόγο αυτό, η ιστορία «πουλάει» και, φυσικά, γίνεται πεδίο αντιπαράθεσης αντιμαχόμενων πολιτικών, που ψάχνουν σε αυτήν την επιβεβαίωσή τους. Η άμβλυνση των κριτηρίων τόσο για τη συγγραφή της ιστορίας όσο και για την παρουσία της στο δημόσιο λόγο, δεν είναι άμοιρη της ιστορικής συγκυρίας. Σε αυτό το επίπεδο, η σοβαρή και όχι εύκολη αντιπαράθεση απέναντι σε εκδοχές, που πατώντας στη συγκυρία, παρουσιάζουν τις προσπάθειες για κοινωνική απελευθέρωση ως υπεύθυνες για μύρια όσα περασμένα, προσπαθώντας βασικά να τις ακυρώσουν στο σήμερα, είναι μια πρόκληση.

Κυριακή, 5 Σεπτεμβρίου 2010

Απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για την πρόσβαση στα Αρχεία των Ειδικών Δικαστηρίων Δωσιλόγων

(αναδημοσιεύεται από το μπλογκ ΧΑΡΤΗΣ όπου θα βρείτε συνημμένη την απόφαση και άλλα σχετικά)

Σύμφωνα με πρόσφατη απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, τα Γενικά Αρχεία του Κράτους υποχρεούνται να θέτουν στη διάθεση των ερευνητών το υλικό των αρχείων των Ειδικών Δικαστηρίων Δωσιλόγων το οποίο έχει εισαχθεί στην αρχειακή υπηρεσία, δεδομένου ότι με βάση το άρθρο 42 παρ. 1 του ν. 1946/1991 ("Γενικά αρχεία του Κράτους και άλλες διατάξεις") οι περιορισμοί πρόσβασης στα αρχεία αρμοδιότητας των ΓΑΚ αίρονται υποχρεωτικά με την πάροδο 30 ετών.
Με προηγούμενες αποφάσεις της η Αρχή είχε επιτρέψει την πρόσβαση σε αυτά τα αρχεία (όπως και σε άλλα δικαστικά), επιβάλλοντας όμως την ανωνυμοποίηση των υποκειμένων των δεδομένων και υποχρεώνοντας το προσωπικό των αρχειακών υπηρεσιών να σβήνει τα ονόματα που περιέχονταν στα αντίγραφα των εγγράφων που χορηγούνταν στους ερευνητές.

Οι διαφορές στην προσέγγιση του θέματος από τους ερευνητές και τους αρχειονόμους, από τη μια μεριά, και την Αρχή από την άλλη, έχουν επισημανθεί επανειλημμένα και με διάφορες ευκαιρίες, τα τελευταία χρόνια δε έχει αναπτυχθεί ένας δημόσιος διάλογος γύρω από τα σχετικά προβλήματα (ενδεικτικά αναφέρουμε δυο ημερίδες της Ελληνικής Aρχειακής Εταιρείας: "Πρόσβαση στα αρχεία: δυνατότητες, δεοντολογία, απόρρητο", Αθήνα 1998 και "Δικαίωμα στην πληροφόρηση: νέα όρια και αντιφάσεις", Αθήνα 2001 (βλ. και εισηγήσεις online).

Κατά πληροφορίες, ο πρόεδρος της Αρχής προτίθεται να επαναφέρει για συζήτηση στην Ολομέλεια το θέμα της επεξεργασίας ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων για ερευνητικούς σκοπούς. Βήμα προς αυτή την κατεύθυνση φαίνεται να είναι και η τελευταία απόφαση της Αρχής, η οποία μάλιστα δεν αναφέρεται καθόλου στις παλαιότερες αποφάσεις και στα περί ανωνυμοποίησης.

Στην απόφαση σημειώνεται ότι η διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 Ν 1946/1991 που αναφέρθηκε, "αν και προγενέστερη είναι ειδικότερη του ν. 2472/1997 για την προστασία των προσωπικών δεδομένων και ως εκ τούτου τυγχάνει εφαρμογής σε περιπτώσεις στις οποίες ζητείται η πρόσβαση στα εν λόγω αρχεία με σκοπό τη μελέτη αυτών". Για το λόγο αυτό, το η ικανοποίηση του αιτήματος πρόσβασης "δεν κωλύεται από τις διατάξεις του ν. 2472/1997". Συνεπώς, "και με δεδομένο ότι έχουν περάσει περισσότερα από 30 έτη από τη σύσταση του αρχείου του Ειδικού Δικαστηρίου Δωσιλόγων Ευβοίας η πρόσβαση σε αυτό της ερευνήτριας για μελέτη είναι υποχρεωτική". Επιπλέον, η απόφαση δεν κάνει διάκριση στις μορφές της πρόσβασης (επιτόπια μελέτη ή/και χορήγηση αντιγράφων).

Η απόφαση σαφώς διευκολύνει την πρόσβαση των ερευνητών στο σχετικό υλικό που απόκειται στις υπηρεσίες των Γ.Α.Κ., διατηρεί όμως το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι ερευνητές κατά τη δημοσίευση των πορισμάτων της έρευνάς τους, αφού ορίζει ότι σε περίπτωση "μεταγενέστερης δημοσίευσης προσωπικών δεδομένων που θα προκύψουν από τη μελέτη του ανωτέρω αρχείου η ερευνήτρια οφείλει να ζητήσει την άδεια της Αρχής ".

Υπενθυμίζεται ότι η νομοθεσία περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αφορά μόνο τα δεδομένα ζώντων φυσικών προσώπων.