Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2012

Ομιλία στον εορτασμό της Εθνικής Αντίστασης από το Δήμο Καρπενησίου: Κορυσχάδες 27 Μαΐου 2012

(απόσπασμα που δημοσιεύτηκε στις Αναγνώσεις της εφημερίδας Αυγή, την Κυριακή 17 Ιουνίου 2012, με τίτλο "Δεν είναι η πρώτη φορά... Μια λαϊκή, δημοκρατική κυβέρνηση")



Λίγες μέρες πριν, σε μια ιδιαίτερα φορτισμένη στιγμή μετά τη φασιστική επίθεση εναντίον της, η υποψήφια βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Ρένα Δούρου αναφέρθηκε στο ψήφισμα του Εθνικού Συμβουλίου του 1944 στις Κορυσχάδες. Το γεγονός αυτό, από τη μια έδειξε το αξιακό φορτίο της ιστορίας του κομμουνιστικού και ευρύτερα του προοδευτικού κινήματος της χώρας για τη σύγχρονη Αριστερά και από την άλλη η αντιμετώπισή της αναφοράς αυτής τα νέα όρια του λόγου των αντιπάλων της. Η νέα κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα τείνει να αφήσει πίσω της μια προηγούμενη μεταπολιτευτική συναίνεση σχετικά με τη θέση της Εθνικής Αντίστασης στη δημόσια σφαίρα. Οι προσπάθειες αναθεώρησης της ιστορίας της περιόδου 1941-1949 σε ακαδημαϊκό επίπεδο περνούν πλέον με αναμενόμενο αλλά όχι ανανεούμενο τρόπο στο δημόσιο λόγο. Πλέον φαντάζει ως απειλή όχι μόνο ο Εμφύλιος και τα Δεκεμβριανά αλλά επίσης το ΕΑΜ και η ΠΕΕΑ. Η αναφορά της Ρένας Δούρου παρουσιάζεται από ιστότοπους προσκείμενους στη ΝΔ ως «απειλή με νέο ΕΑΜ» και η αναφορά στον μαχόμενο ενάντια στους κατακτητές ΕΛΑΣ ως ευχή για νέο «ένοπλο αντάρτικο». Επειδή δε η νοσηρή τους φαντασία δεν έχει φτάσει ακόμα να κατηγορήσει –εκτός αν μου διαφεύγει κάτι- την ΠΕΕΑ για αντιποίηση αρχής, με αυθαίρετο, ανιστόρητο και οκνό τρόπο συνδέεται το Εθνικό Συμβούλιο με τα Δεκεμβριανά, όπου όπως όλοι ξέρουμε μίλησαν τα κονσερβοκούτια. Κι αυτό όχι μόνο σε ανώνυμους ιστότοπους αλλά και με τη γραφίδα του κ. Θεοδωρόπουλου στα πάντα έγκυρα Νέα. Για την Αριστερά όμως είναι ευκαιρία, η πλούσια εμπειρία του ΕΑΜ και του εγχειρήματος της ΠΕΕΑ να χρησιμεύσει, πέρα από τους συμβολισμούς, σε μια σύγχρονη αναγκαία πολιτική προάσπισης των λαϊκών συμφερόντων. 



Σαν σήμερα πριν 68 χρόνια, στις 27 Μαΐου 1944, κάτω από τους ήχους της μπάντας της 13ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ που έπαιζε τον Εθνικό Ύμνο, ολοκλήρωσε τις εργασίες της η Α΄ (και μοναδική) σύνοδος του Εθνικού Συμβουλίου, που είχε συγκροτηθεί μέσα από μια ιδιότυπη εκλογική διαδικασία και με πρωτοβουλία της νεοσύστατης Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης.  […]
Πρώτη μορφή κεντρικής εξουσίας της Ελεύθερης Ελλάδας που σχηματοποιήθηκε οριστικά από το καλοκαίρι του 1943, ήταν το Κοινό Γενικό Στρατηγείο Ανταρτών, το οποίο συμπεριλάμβανε τόσο τις οργανώσεις της ένοπλης Αντίστασης, ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ και ΕΚΚΑ όσο και τους αντιπροσώπους των Συμμάχων στο πρόσωπο της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής. Μετά όμως τις ενδοαντιστασιακές συγκρούσεις του Οκτωβρίου του ’43 και την ουσιαστική διάλυση του Κοινού Στρατηγείου, το ρόλο αυτό για τη συντριπτικά μεγαλύτερη απελευθερωμένη περιοχή ανέλαβε το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ. Η κοινωνική και πολιτική συσπείρωση γύρω από το ΕΑΜ στην Ελεύθερη Ελλάδα, ο προσανατολισμός χάραξης γενικότερων πολιτικών κατευθύνσεων για τη μεταπολεμική Ελλάδα και οι ανάγκες πολιτικής διαπραγμάτευσης με την εξόριστη κυβέρνηση για τη δημιουργία ενός ενιαίου κυβερνητικού σχήματος Εθνικής Ενότητας με παρουσία μέσα στη χώρα, οδήγησαν σε μια πρωτοβουλία μεγάλης πολιτικής εμβέλειας που ήταν η δημιουργία της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης. Συσπειρώθηκαν δε γύρω από αυτήν την προσπάθεια δυνάμεις ευρύτερες από εκείνες του ΕΑΜ όπως ο πρόεδρος της ΠΕΕΑ Αλέξανδρος Σβώλος, οι καθηγητές Άγγελος Αγγελόπουλος και Πέτρος Κόκκαλης, ο διοικητής Ηπείρου Αλκιβιάδης Λούλης.  
Ακόμα πιο εντυπωσιακή πολιτική πρωτοβουλία προς υποστήριξη της ΠΕΕΑ και απόδειξη της ενότητας του ελληνικού λαού γύρω από την οργανωμένη Αντίσταση ήταν και η απόφαση για τη σύσταση Εθνικού Συμβουλίου μέσα από εκλογές στην απελευθερωμένη αλλά και στην κατεχόμενη χώρα. 43 του '﷽﷽κτωβριστασιακvess fronοργανωμ archives management, classification and documentation. re man and Italian archivess fron
43 του '﷽﷽κτωβριστασιακvess fronοργανωμ archives management, classification and documentation. re man and Italian archivess Η πρωτοβουλία αυτή της ΠΕΕΑ ήταν από τα πιο αξιοσημείωτα γεγονότα στην ιστορία της συγκρότησης της εξουσίας στην Ελεύθερη Ελλάδα. Αν η ΠΕΕΑ ήταν το κυβερνητικό σχήμα της Ελεύθερης Ελλάδας, το Εθνικό Συμβούλιο ήταν το κοινοβούλιό της, που θα επικύρωνε την εξουσία της. Η διαδικασία εκλογής ήταν πρωτόγνωρη από πολλές απόψεις. Η σημαντικότερη ήταν αναμφισβήτητα η χωρίς όρους συμμετοχή των γυναικών σε εκλογική διαδικασία στην Ελλάδα. Χιλιάδες γυναίκες ψήφισαν τους αντιπροσώπους τους στο Συμβούλιο αυτό, ενώ για πρώτη φυσικά φορά υπήρχαν και γυναίκες αντιπρόσωποι (εθνοσύμβουλοι), έστω και μετρημένες στα δάχτυλα. Επίσης οι νέοι απόκτησαν δικαίωμα ψήφου καθώς το όριο ηλικίας για τους εκλογείς κατέβηκε στα 18 χρόνια. Άλλωστε οι νέοι και οι νέες αυτής της ηλικίας είχαν επανδρώσει μαζικά τις εθνικοαπελευθερωτικές οργανώσεις και είχαν τάχιστα πολιτικοποιηθεί μέσα στις συνθήκες του πολέμου.
Αναπάντητο θα μείνει το ερώτημα του πόσοι ακριβώς ψήφισαν και θα πρέπει να αρκεστούμε στις εκτιμήσεις που αναφέρουν από 1.500.000 έως 1.800.000 ψηφοφόρους όπου μπόρεσε να φτάσει η κάλπη, κυρίως στις ελεύθερες περιοχές και στις παρυφές της Ελεύθερης Ελλάδας, αλλά και στην κατεχόμενη ζώνη. Συγκριτικά, στις τελευταίες κοινοβουλευτικές εκλογές του Ιανουαρίου 1936 είχαν ψηφίσει 1.278.085 άτομα. Καθώς αυτές οι τελευταίες, προ της δικτατορίας Μεταξά, εκλογές ήταν το τελευταίο τεκμήριο δημοκρατικής αντιπροσώπευσης, η σύγκριση μαζί τους είχε νόημα για το κύρος και την πολιτική νομιμοποίηση της διαδικασίας.
Είναι γενικά αποδεκτό από τις αναφορές της εποχής πως 22 βουλευτές της Βουλής του 1936 δήλωσαν συμμετοχή και αυτοδίκαια έλαβαν μέρος στο Εθνικό Συμβούλιο. Σύμφωνα όμως με την έρευνά μας, την οποία πρώτη φορά δημόσια αναφέρουμε, βρέθηκαν όχι 22 αλλά 24 βουλευτές του 1936. Η πολιτική τους μάλιστα προέλευση πέραν του Κομμουνιστικού Κόμματος και της αριστερής πτέρυγας του Κόμματος των Φιλελευθέρων είναι αξιοσημείωτη και δείχνει μια πολιτική ευρύτητα που υπερέβαινε τόσο τις μεσοπολεμικές συμμαχίες του Παλλαϊκού Μετώπου όσο και το ΕΑΜ. Αναφέρουμε τους βουλευτές Πέλλης του 1936 Αθανάσιο Πέγιο και Κωνσταντίνο Γέσιο, του Λαϊκού και του Μεταρρυθμιστικού Εθνικού Κόμματος αντίστοιχα. Συμμετείχε επίσης ο γιατρός Λεωνίδας Βελόπουλος, βουλευτής Φθιωτιδοφωκίδος το 1935 με το Λαϊκό Κόμμα και το 1936 με τη Γενική Λαϊκή Ριζοσπαστική Ένωση (Κονδύλης-Θεοτόκης-Ράλλης) και ο Ιωάννης Μιχαήλ, βουλευτής Θεσσαλονίκης με το Αγροτοεργατικό Κόμμα του Αλέξανδρου Παπαναστασίου. Γνωστότερη είναι η συμμετοχή του υποστηρικτή της μοναρχίας, δημάρχου Πατρέων Λαλάκη Ρούφου.
Αλλά και η διεύρυνση στο χώρο των Φιλελευθέρων ήταν εντυπωσιακή και υπερέβαινε το χώρο της Ένωσης Λαϊκής Δημοκρατίας του Ηλία Τσιριμώκου που συμμετείχε εξαρχής στο ΕΑΜ. Την πρώτη μέρα μάλιστα της σύγκλησης του Εθνικού Συμβουλίου, έκανε συγκροτημένα την εμφάνισή της και η ομάδα των Αριστερών Φιλελευθέρων, που συγκροτήθηκε από εθνοσυμβούλους που θεωρούσαν τον εαυτό τους μέλη του Κόμματος Φιλελευθέρων. Την κοινή εισήγηση της ομάδας πάνω στις προγραμματικές δηλώσεις της ΠΕΕΑ έκανε ο βουλευτής Θεσσαλονίκης Λεωνίδας Καραμαούνας. Η ομάδα περιλάμβανε επίσης το στρατηγό Νεόκοσμο Γρηγοριάδη, πρόεδρο του Εθνικού Συμβουλίου, τον Νικόλαο Ασκούτση, γραμματέα Συγκοινωνιών και τον Σταμάτη Χατζήμπεη, γραμματέα Εθνικής Οικονομίας αλλά και τους Παντελή Καρασεβδά, Αλκιβιάδη Λούλη και Δημήτρη Ψιάρη.
Στις 14 Μαΐου 1944 συνήλθε το Εθνικό Συμβούλιο εδώ στο χωριό Κορυσχάδες. Η περιγραφή του σκηνικού είναι χαρακτηριστική:

Μέσα στο σχολείο, μια μεγάλη μακριά αίθουσα. Στην μιαν άκρη της το Προεδρείο κι από κάτω το βήμα. Σανίδια σκεπασμένα με χαλιά απ’ το χωριό. Πάνω απ’ το Προεδρείο οι θυρεοί των μεγάλων μας Συμμάχων, Αγγλίας, Αμερικής, Σοβιετικής Ένωσης και Γιουγκοσλαυίας και στη μέση ένας μεγάλος Φοίνικας, το μυθικό πουλί, που ξαναγεννιέται απ’ τη στάχτη του, σύμβολο αιώνιο του ακατάβλητου ελληνικού γένους. Τους θυρεούς πλαισιώνουν οι σημαίες των συμμάχων κι η γαλανόλευκη. Στη δεξιά προς το Προεδρείο πλευρά πάνω στον κάτασπρο τοίχο, καφετιές τοιχογραφίες που παριστάνουν ήρωες της Επανάστασης του 1821, αγωνιστές του έθνους. Κατόπι μια μεγάλη τοιχογραφία, ένα σύμπλεγμα: ένας γέρος και δυο νέοι αντάρτες. Στο βάθος της αίθουσας, στην απέναντι απ’ το Προεδρείο πλευρά, μια άλλη μεγάλη τοιχογραφία, που συμβολίζει τους αγώνες στην πόλη. Από πάνω μια επιγραφή: «Αιώνια τιμή και δόξα στους ήρωες και μάρτυρες της πόλης και του χωριού». Στους τοίχους σκόρπιες άλλες επιγραφές: «Ζήτω οι μεγάλοι μας Σύμμαχοι». «Θάνατος στο φασισμό». «Η ΠΕΕΑ ενσάρκωση της Εθνικής Ενότητας». «Το Εθνικό Συμβούλιο ενσάρκωση της λαϊκής κυριαρχίας».[1]

[...] Στις 10 το πρωί της 27ης Μαΐου συνήλθε η τελευταία συνεδρίαση του Εθνικού Συμβουλίου στην οποία υιοθετήθηκε το ψήφισμα «για την κατοχύρωση των λαϊκών ελευθεριών». Το ψήφισμα αυτό, αποτελούμενο από 15 άρθρα, εν είδει Συντάγματος, πρόβαλε δημοκρατικές διεκδικήσεις και κατοχύρωνε τους αντιστασιακούς θεσμούς. Η αυτοδιοίκηση και η λαϊκή δικαιοσύνη ονομάζονταν «θεμελιώδεις θεσμοί του δημοσίου βίου των Ελλήνων». Κατοχυρώνονταν ίσα πολιτικά και αστικά δικαιώματα σε άνδρες και γυναίκες, η εργασία αναγνωριζόταν ως βασική κοινωνική λειτουργία και καθιερωνόταν ως επίσημη γλώσσα, η «γλώσσα του λαού».
[…] Ο σημερινός εορτασμός είναι αποτέλεσμα της κατοχύρωσης στην εθνική μνήμη των εθνικοαπελευθερωτικών και δημοκρατικών αγώνων του λαού μας. Στο χέρι της σημερινής γενιάς, στα δικά μας χέρια, είναι η διαφύλαξη και ενίσχυση της αδιαπραγμάτευτης εθνικής μας ανεξαρτησίας και αξιοπρέπειας απέναντι στις σύγχρονες επιβουλές καθώς και η συνέχιση των αγώνων για δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη. 



[1] Εθνικό Συμβούλιο, Περιληπτικά Πρακτικά εργασιών της πρώτης συνόδου του (Κορυσχάδες 14-27 Μάη 1944), έκδοση Κοινότητας Κορυσχάδων, Ευρυτανίας, 1992, σ. 43-44.


Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2012

Auschwitz


Απόσπασμα από το κεφάλαιο «Η τελική λύση» του βιβλίου του ιστορικού Richard J. Evans 
“The Third Reich at War” (Penguin Books, 2009)




Οι πρώτες αφίξεις στο Άουσβιτς, τον Μάρτιο του 1942, ήταν από τη Σλοβακία και τη Γαλλία. Αρχικά οι αφιχθέντες καταγράφηκαν και έγιναν δεκτοί ως να επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν για εργασία. Αλλά πριν να περάσει λίγος καιρός, το Μάιο του 1942, άρχισε η συστηματική εξόντωση, όχι μόνο των Γάλλων και Σλοβάκων Εβραίων αλλά επίσης εκείνων από την Πολωνία, την Ολλανδία και το Βέλγιο. Ήταν σε μια αποστολή από την Ολλανδία, που παρακολούθησε ο Χίμλερ τη διαδικασία επιλογής και δολοφονίας, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στις 17 και 18 Ιουλίου 1942. «Δεν είχε παρατηρήσεις να κάνει», κατέγραψε ο Χες. Όντως η επίσκεψη ολοκληρώθηκε με τον Αρχηγό των SS να επιβραβεύει με προαγωγή τον διοικητή του στρατοπέδου. Κατά την απογευματινή δεξίωση, ο Χες σημείωσε πως ο Χίμλερ «ήταν σε πολύ καλό κέφι, πρωταγωνιστώντας στη συζήτηση και όντας εξαιρετικά φιλικός, ειδικά με τις κυρίες». Την επόμενη μέρα ο Χίμλερ πήγε στο στρατόπεδο των γυναικών, «παρακολούθησε το κλάμα μιας γυναίκας εγκληματία», και «συζήτησε με ορισμένες γυναίκες Μάρτυρες του Ιεχωβά για τις φανατικές πεποιθήσεις τους». Στην τελική ομιλία του λίγο πριν φύγει, ο Χίμλερ διέταξε την εντατικοποίηση των εκτελέσεων και πίεσε τον Χες να ολοκληρώσει την κατασκευή ενός νέου στρατοπέδου στο Μπίρκεναου το συντομότερο. Από τον Ιούλιο και μετά, άρχιζαν να έρχονται οι Γερμανοί Εβραίοι, πρώτα από τη Βιέννη, και από τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο, από το Βερολίνο. Τρένα άρχισαν να φέρνουν Εβραίους από τη Ρουμανία, την Κροατία, την Φινλανδία, την Νορβηγία και μετέπειτα από τη Βουλγαρία, την Ιταλία και από την Ουγγαρία, την Σερβία, την Δανία, την Ελλάδα και τη νότια Γαλλία.

[...]

Το Άουσβιτς από πολλές απόψεις ήταν μια πρότυπη γερμανική πόλη στη νεοκατεκτημένη Ανατολή. Από τον Μάρτιο του 1941 υπήρχαν 700 φύλακες SS που εργάζονταν στο στρατόπεδο, αριθμός που θα αυξανόταν σε 2.000 μέχρι τον Ιούνιο του 1942. Συνολικά, σε όλη την περίοδο ύπαρξης του στρατοπέδου, περίπου 7.000 άνδρες του SS εργάστηκαν εκεί κάποια στιγμή. Τα SS και οι οικογένειές τους, εφόσον είχαν, ζούσαν στην πόλη μαζί με γραμματείς και διοικητικούς υπαλλήλους. Πραγματοποιούνταν συναυλίες και θεατρικές παραστάσεις από θιάσους όπως το Κρατικό Θέατρο της Δρέσδης, υπήρχε μια παμπ (με ένα διαμέρισμα από πάνω για τον Χίμλερ, που ουσιαστικά ποτέ δεν χρησιμοποίησε) και ένα ιατρικό κέντρο. Οι άνδρες των SS είχαν πλήρεις προμήθειες τροφίμων και τακτικές άδειες. Αν είναι ανύπανδροι, μπορούσαν να δεχτούν επισκέψεις από τις φιλενάδες τους, ή, αν ήταν παντρεμένοι και οι οικογένειες τους κατοικούσαν αλλού στο Ράιχ, από τις γυναίκες τους, συνήθως τη ζεστή περίοδο του καλοκαιριού. Νέα σπίτια χτίζονταν για το προσωπικό του στρατοπέδου, και κοντά βρισκόταν η γιγαντιαία εγκατάσταση χημικών της I. G. Farben στο Monowitz. Όλα αυτά έκαναν το Άουσβιτς ένα μεγάλο οικονομικό κέντρο που απασχολούσε Γερμανούς μάνατζερ, επιστήμονες, διοικητικά στελέχη και γραμματείς. Η δημιουργία ενός ενιαίου συγκροτήματος που συνδύαζε κατοικίες, ένα εργοστάσιο, ένα στρατόπεδο εργασίας και ένα κέντρο εξόντωσης προεικόνιζε ένα είδος αστικής κοινότητας από αυτές που θα μπορούσαν να ιδρυθούν σε άλλα μέρη της γερμανικής Ανατολής, τουλάχιστον μέχρι την τελική ολοκλήρωση του Γενικού Σχεδίου για την Ανατολή. Η μόνη αιτία για παράπονα από τη μεριά των κατοίκων της πόλης ήταν η δυσάρεστη οσμή πάνω από την πόλη και την πτέρυγα κατοικίας των SS από τα κρεματόρια του στρατοπέδου.
Κατά τη διάρκεια της συνολικής περιόδου ύπαρξης του στρατοπέδου, τουλάχιστον 1,1 εκατομμύριο και πιθανότατα ως και 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι δολοφονήθηκαν στο Άουσβιτς. Το 90% αυτών, πιθανόν περίπου 960.000, ήταν Εβραίοι, δηλαδή ανάμεσα σε 1/5 και 1/4 του συνολικού αριθμού των Εβραίων που σκοτώθηκαν στον πόλεμο. Περιλαμβάνονταν 300.000 Εβραίοι από την Πολωνία, 69.000  από την Γαλλία, 60.000 από την Ολλανδία, 55.000 από την Ελλάδα, 46.000 από την Τσεχοσλοβακία (το Προτεκτοράτο Βοημίας και Μοραβίας), 27.000 από την Σλοβακία, 25.000 από το Βέλγιο, 23.000 από την Γερμανία (το «Παλαιό Ράιχ»), 10.000 από την Κροατία, 6.000 από την Ιταλία, ο ίδιος αριθμός από την Λευκορωσία, 1.600 από την Αυστρία και 700 από την Νορβηγία. Κατά την τελευταία περίοδο του πολέμου, περίπου 394.000 Ούγγροι Εβραίοι οδηγήθηκαν στους θαλάμους αερίων και εξοντώθηκαν. Περισσότεροι από 70.000 μη Εβραίοι Πολωνοί εκτελέστηκαν, 21.000 Τσιγγάνοι, 15.000 Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου και πάνω από 15.000 άνθρωποι διαφόρων εθνικοτήτων, κυρίως από την Ανατολική Ευρώπη. Η μειοψηφία όσων «επιλέχτηκαν» για εργασία, καταγράφηκαν κατά την άφιξή τους και ένας αριθμός εντυπώθηκε με τατουάζ στο μπράτσο τους. Ήταν περίπου 40.000 και περίπου οι μισοί από αυτούς ήταν Εβραίοι. Τουλάχιστον οι μισοί από τους καταγεγραμμένους κρατούμενους πέθαναν από υποσιτισμό, ασθένειες, εξάντληση ή υποθερμία.
Ο Ρούντολφ Χες αργότερα ομολόγησε πως έβρισκε δύσκολο να εκτελεί τα καθήκοντά του, ως διοικητής της μεγαλύτερης βιομηχανίας θανάτου στην ιστορία, με ηρεμία πνεύματος.

Έπρεπε να τα παρακολουθώ όλα. Έπρεπε να βλέπω κάθε ώρα, μέρα και νύχτα, την απομάκρυνση και την καύση των πτωμάτων, την εξαγωγή των δοντιών, το κόψιμο των μαλλιών, όλη αυτή τη φρικαλέα ατελεύτητη εργασία... Έπρεπε να κοιτάζω από το ματάκι των θαλάμων αερίων και να παρακολουθώ την ίδια τη διαδικασία του θανάτου, επειδή οι γιατροί ήθελαν να το βλέπω. Έπρεπε να τα κάνω όλα αυτά γιατί ήμουν αυτός που είχε όλα τα μάτια πάνω του, γιατί έπρεπε να τους δείξω ότι δεν έδινα απλά τις διαταγές και έφτιαχνα τους κανονισμούς αλλά ήμουν έτοιμος ο ίδιος να είμαι παρών σε κάθε καθήκον που έδινα στους υφισταμένους μου.

Οι υφιστάμενοί του συχνά τον ρωτούσαν, «ήταν αναγκαίο να τα κάνουν όλα αυτά; Ήταν αναγκαίο να εξοντωθούν εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες και παιδιά;» Ο Χες αισθανόταν πως «έπρεπε να τους πει ότι η εξόντωση των Εβραίων έπρεπε να γίνει, ώστε η Γερμανία και το μέλλον της να ελευθερωθεί για πάντα από τους αδίστακτους αντιπάλους της». Αντισημίτης ως το τέλος, ο Χες μετά τον πόλεμο θεωρούσε πως ο αντισημιτισμός «ήρθε στο προσκήνιο μόνο όταν οι Εβραίοι είχαν προχωρήσει πολύ στο κυνήγι της κατάκτησης της εξουσίας, και τα σατανικά τους σχέδια ήταν πολύ φανερά για να τα ανεχτεί η κοινή γνώμη». Δεσμευμένος από αυτές τις αντιλήψεις στη δουλειά του, ο Χες ένιωθε πως έπρεπε να καταστείλει κάθε αμφιβολία καθώς ακολουθούσε αυτό που πίστευε ότι ήταν οι εντολές του Χίτλερ. Όφειλε στους υφισταμένους του να μην δείξει κανένα σημάδι αδυναμίας. Η «σκληρότητα» ήταν στο κάτω-κάτω η βασική αρχή των SS. «Έπρεπε να εμφανίζομαι παγερά αδιάφορος σε γεγονότα που θα έσκιζαν την καρδιά οποιουδήποτε είχε ανθρώπινα αισθήματα», θυμόταν αργότερα. «Έπρεπε να παρακολουθώ παγερά καθώς μητέρες με παιδιά που γελούσαν ή έκλαιγαν, έμπαιναν στους θαλάμους αερίων». Ειδικά μετά ένα απόγευμα πίνοντας με τον Άντολφ Άιχμαν, ο οποίος «έδειχνε τελείως εμμονικός με την ιδέα να εξοντώσει κάθε Εβραίο που θα μπορούσε να βρει», ο Χες αντιλήφθηκε πως έπρεπε να καταπιέσει κάθε ανθρώπινο συναίσθημα: «μετά από αυτές τις συζητήσεις με τον Άιχμαν, έφτασα να θεωρώ πως τέτοια αισθήματα ήταν προδοσία του Φύρερ».

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

Ο Νταλί και ο Φασισμός


Η Σκοτεινή Πλευρά του Νταντά

του Vicente Navarro



Η ισπανική μετάβαση από τη δικτατορία στη δημοκρατία πραγματοποιήθηκε υπό την κυριαρχία των συντηρητικών δυνάμεων που έλεγχαν το μηχανισμό του φασιστικού κράτους από το 1939 ως το 1978. Η ηγεσία των δημοκρατικών δυνάμεων είχε μόλις βγει από τη φυλακή ή είχε επιστρέψει στην Ισπανία από την εξορία και δεν μπορούσε να συγκριθεί με τις τεράστιες δυνάμεις που η Ακροδεξιά είχε στους πολιτικούς θεσμούς και στα μέσα ενημέρωσης, στα οποία ο έλεγχος της ήταν σχεδόν απόλυτος. Η κινητοποίηση των εργαζομένων ενάντια στη δικτατορία είχε συμβάλει στον τερματισμό της. Από το 1974 μέχρι το 1976, η Ισπανία είχε το μεγαλύτερο αριθμό απεργιών στην Ευρώπη, με στόχο τον τερματισμό της δικτατορίας. Ο Φράνκο πέθανε στο κρεβάτι του αλλά η δικτατορία τελείωσε στους δρόμους, με κινητοποιήσεις των εργαζομένων. Αυτή η λαϊκή πίεση ήταν σε θέση να τροποποιήσει, αλλά όχι να τσακίσει, το μηχανισμό του δικτατορικού κράτους.

Η τεράστια δύναμη των υπερσυντηρητικών δυνάμεων και η αδυναμία της πολιτικής ηγεσίας του αριστερόστροφου δημοκρατικού κινήματος εμπόδισε τη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης δημοκρατίας και, κατά συνέπεια, οι συντηρητικές δυνάμεις διατήρησαν μια τεράστια επιρροή στην πολιτική και πολιτιστική ζωή της Ισπανίας. Αυτό εξηγεί τις δυσκολίες που οι προοδευτικές δυνάμεις στην Ισπανία είχαν στη διόρθωση της επίσημης ιστορίας που προωθούσαν οι μεταφρανκικές συντηρητικές δυνάμεις της χώρας.

Ένα παράδειγμα αυτής της αδυναμίας αλλαγής της «επίσημης» ιστορίας είναι και το πως ο Νταλί παρουσιάζεται στο κοινό. Υπάρχει μια ολόκληρη βιομηχανία με στόχο την προώθηση της ζωγραφικής του και της ζωής του. Και ο Νταλί είναι μια σημαντική μορφή που τιμάται στην Ισπανία. Πρόσφατα, η μεγάλη όπερα της Βαρκελώνης -El Liceu- ανέβασε μια όπερα αφιερωμένη στον Νταλί. Και στο Cadaques, μία από τις περιοχές στη μεσογειακή καταλανική ακτή όπου η καταλανική αστική τάξη περνάει τις διακοπές της, υπάρχει ένα μνημείο στην κεντρική πλατεία της πόλης με τη μορφή του.

Ο Νταλί ήταν, όμως, ένα άτομο με σαφείς φασιστικές θέσεις. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έχουν κρατήσει μια συνένοχη σιωπή γι’ αυτό. Στις σπάνιες περιπτώσεις που η πολιτική εμφανίζεται στην επίσημη βιογραφία του Νταλί, η υποστήριξή του στη δικτατορία εξηγείται ως πρόθεση του να έχει καλές σχέσεις με τον εν λόγω κρατικό μηχανισμό, προκειμένου να αποφεύγει την καταβολή φόρων, αντίληψη που υπάρχει στην Καταλονία και την Ισπανία, όπου η φοροδιαφυγή είναι μια γενικευμένη πρακτική μεταξύ των πλουσίων. Έτσι η συνεργασία με τη δικτατορία γίνεται ασήμαντη, επειδή στην κοινότητα των πλουσίων (μεταξύ των οποίων και ο Νταλί ήταν μια εξέχουσα μορφή) όλοι φοροδιέφευγαν. Εκτός από αυτήν την πληροφορία που συνήθως εμφανίζεται ως υποσημείωση, δεν αναφέρεται τίποτα για τη σοβαρή εμπλοκή του Νταλί με το φασισμό. Με αυτόν τον τρόπο εμπεδώνεται η κυριαρχία των συντηρητικών δυνάμεων στη διαμόρφωση της αντίληψης περί του κόσμου της τέχνης. Το ισοδύναμο αυτής της κατάστασης στις Ηνωμένες Πολιτείες θα ήταν αν το Κέντρο Κένεντι της Ουάσιγκτον να αφιέρωνε ένα ολόκληρο μιούζικαλ στον Ezra Pound, τον αμερικανό υποστηρικτή του Μουσολίνι, ο οποίος είχε σωστά εξοστρακιστεί από τη συγγραφική κοινότητα των ΗΠΑ.

Στο λεπτομερές και εξαιρετικό βιβλίο του για τον Νταλί, ο Ίαν Γκίμπσον έχει τεκμηριώσει την ταυτοποίηση του Νταλί με το φασισμό στην Ισπανία από την αρχή (Η επαίσχυντη ζωή του Σαλβαδόρ Νταλί, Faber and Faber, 1997). Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, ο Νταλί δεν υποστήριξε ποτέ την Ισπανική Δημοκρατία. Δεν συνεργάστηκε, για παράδειγμα, στην Έκθεση του Παρισιού το 1937, όπου παρουσίασε ο Πικάσο τη Γκουέρνικα του, με στόχο να συγκεντρώσει χρήματα για τη δημοκρατική υπόθεση. Και σύντομα έκανε σαφή τη συμπάθειά του για το φασιστικό πραξικόπημα του 1936 και για τη δικτατορία που αυτό εγκαθίδρυσε, σε μια επιστολή προς τον Μπουνιουέλ, ένα γνωστό σκηνοθέτη στην Ισπανία. Έκανε σαφές και γνωστό το θαυμασμό του για το πρόσωπο και τα γραπτά του ιδρυτή του ισπανικού φασιστικού κόμματος (Φάλαγγα), José Antonio Primo de Rivera, και χρησιμοποιούσε στις ομιλίες και στα γραπτά του τη φασιστική αφήγηση και σχετικές εκφράσεις (όπως τη φασιστική επίκληση «Arriba España»), αναφερόμενος στο ειδικό ιμπεριαλιστικό ρόλο της Ισπανίας σε σχέση με άλλα έθνη. Είχε συμπάθεια στις αντισημιτικές απόψεις του Χίτλερ και χαιρέτησε τη συμμαχία του Φράνκο με τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι κατά της Γαλλίας, της Μεγάλης Βρετανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών. Χαιρέτισε επίσης τη «λύση του εθνικού προβλήματος» που ήταν στη μόδα στους ναζιστικούς και φασιστικούς κύκλους εκείνη την εποχή.

Ο Νταλί έγινε ο μέγας υπερασπιστής της δικτατορίας του Φράνκο στον καλλιτεχνικό κόσμο. Ήταν, επίσης, όπως ο ισπανικός φασισμός, πολύ κοντά στην Εκκλησία και το Βατικανό του Πάπα Πίου ΧΙΙ, υποδεικνύοντας ότι η μοντέρνα τέχνη έπρεπε να βασίζεται στο Χριστιανισμό. Η αφοσίωσή του στη φασιστική δικτατορία συνέχισε μέχρι το τέλος, υπερασπιζόμενος τις πολιτικές της κρατικής τρομοκρατίας που περιλάμβαναν πολιτικές δολοφονίες, μέχρι και τις τελευταίες στιγμές της δικτατορίας. Λίγους μήνες πριν πεθάνει, ο Φράνκο υπέγραψε απόφαση εκτέλεσης πέντε πολιτικών κρατουμένων, που δημιούργησε ένα διεθνή σάλο διαμαρτυρίας. Ο Νταλί υπερασπίστηκε την εντολή εκτέλεσης του Φράνκο, αναφέροντας ότι πολλές περισσότερες θανατικές ποινές θα έπρεπε να έχουν υπογραφεί από τον
generalissimo, στον οποίο αναφερόταν ως «το μεγαλύτερο ήρωα της Ισπανίας». O Φράνκο είναι αυτός που έχει σκοτώσει τους περισσότερους Ισπανούς στην ιστορία (120.000 από αυτούς εξακολουθούν να είναι εξαφανισμένοι χωρίς να ξέρουμε που είναι θαμμένοι).

Όλα αυτά τα γεγονότα είναι καλά τεκμηριωμένα στο βιβλίο του Ίαν Γκίμπσον, αλλά σπάνια, αν όχι ποτέ, δεν εμφανίζονται στον ισπανικό Τύπο. Στην πραγματικότητα, η εφημερίδα La Vanguardia, η οποία ανήκει στην οικογένεια Godo (η οποία εφημερίδα ήταν σημαντικός υποστηρικτής του φασιστικού πραξικοπήματος και ο κύριος υπερασπιστής της ισπανικής δικτατορίας και τώρα έχει γίνει η κύρια συντηρητική εφημερίδα της Καταλονίας), συνεχίζει να δημοσιεύει άρθρα για τη ζωή του Νταλί, χωρίς ποτέ να αναφερθεί σε αυτά τα γεγονότα.

Τα λαϊκά στρώματα, όμως, έχουν μνήμη. Ο Νταλί ήταν μισητός από τις δημοκρατικές δυνάμεις. Όταν πέθανε ο Φράνκο, ο Νταλί έφυγε από το Cadaques, φοβούμενος για τη ζωή του. Το 1976, κατά τα τελευταία χρόνια της δικτατορίας, μια βόμβα ανακαλύφθηκε κάτω από τη συνήθη θέση του σε ένα μεγάλο εστιατόριο στη Βαρκελώνη. Και σύντομα συνειδητοποίησε ότι η ζωή και η υστεροφημία του θα μπορούσαν να τεθούν σε κίνδυνο εάν οι δημοκρατικές δυνάμεις κυριαρχούσαν. Αλλά υποτίμησε τη δύναμη των υπερσυντηρητικών δυνάμεων που ήταν πιστές σε αυτόν. Ο βασιλιάς, Juan Carlos I, που ενθρονίστηκε με απόφαση του στρατηγού Φράνκο, έγινε ο αρχηγός του Κράτους και των ενόπλων δυνάμεων στη νεοσύστατη δημοκρατία και επέκτεινε την προστασία του σε όλα τα σημαντικά πρόσωπα του φασιστικού καθεστώτος, συμπεριλαμβανομένου του Νταλί. Και ένα μνημείο με το άγαλμα του τελευταίου ανεγέρθηκε στο Cadaques.

Ο Vicente Navarro είναι καθηγητής της Δημόσιας Διοίκησης στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins. 

Πηγή: www.counterpunch.org