Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

Το μικρό και το μεγάλο

δημοσιεύτηκε στις Αναγνώσεις της Αυγής της Κυριακής, 23 Φεβρουαρίου 2014


Γ. Β. Δερτιλής, Συνειρμοί, μαρτυρίες, μυθιστορίες, Αθήνα, Πόλις, 2013.

Χωρίς τίτλο, 2013, μεικτή τεχνική, 18 x 20 x 20 εκ., του Δημήτρη Αμελαδιώτη

Μετά τη μνημειώδη Ιστορία του ελληνικού κράτους, τι παραπάνω θα μπορούσαμε να περιμένουμε από τον καθηγητή Γιώργο Δερτιλή; Το πρόσφατο βιβλίο του Συνειρμοί, μαρτυρίες, μυθιστορίες, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις, φαίνεται να είναι το αντίθετο της μεγάλης, της κρατικής ιστορίας: πρόκειται για τη μικρή, την οικογενειακή ιστορία των Ντερτιλήδων που έγιναν Δερτιλήδες ξεκινώντας από τον Παναγιώτη Αναγνωστάκο από τη Μάνη και των Κελαϊδήδων από το Ασκύφου στα Σφακιά. Με τη ματιά του ιστορικού όμως, ο συγγραφέας ξετυλίγοντας την οικογενειακή του ιστορία, με πλήθος χαρακτήρων διαμέσου των γενεών, μας προσφέρει μια πολύτιμη εικόνα της ελληνικής κοινωνίας φωτίζοντας διαδρομές και επιλογές ζωής κοινωνικών στρωμάτων και δίνοντας ζωντάνια με την προσωπική του μαρτυρία σε βασικούς σταθμούς της σύγχρονης ιστορίας από την Κατοχή ως το σήμερα. Ξεκινώντας από το μικρό λοιπόν συμπληρώνεται τελικά το μεγάλο και η αρχική αίσθηση αντίθεσης δίνει τη θέση της σε μια διαλεκτική σύνθεση.
Το βιβλίο δεν μπορεί να ενταχθεί με αυστηρότητα σε ένα συγκεκριμένο είδος. Αποτελείται από 77 πολύ σύντομα κείμενα, ορισμένα από τα οποία δεν ξεπερνούν τις δύο σελίδες και παρ' όλο που τα περισσότερα αφορούν μαρτυρίες του ίδιου του συγγραφέα, για πράγματα που έζησε ή άκουσε από τους οικείους του, δεν λείπουν άρθρα δημοσιευμένα ή αδημοσίευτα, που ο ίδιος θεωρεί σημαντικά. Σε ένα κείμενο, με τον χαρακτηριστικό τίτλο Ιντερμέδιο, ο συγγραφέας τοποθετείται επί του είδους του έργου και επεξηγεί τον τίτλο του. Παρουσιάζει με ευσύνοπτο τρόπο τη σχέση των ιστορικών με τις πηγές και τα κάθε λογής προβλήματα και διλήμματά τους και θέτει το ερώτημα στον εαυτό του: πώς ο ιστορικός μπορεί να αντιμετωπίσει το παρόν και να γράψει για αυτό; Πώς να γράψει απομνημονεύματα όταν ως ερευνητής γνωρίζει ότι αποτελούν μια από τις λιγότερο αξιόπιστες μορφές πηγών; Ξεκαθαρίζει λοιπόν εξαρχής πως όσα γράφει είναι προϊόντα συνειρμών, μαρτυριών δικών του και άλλων που ο ίδιος τις διασώζει με όλα τα προβλήματα που ο χρόνος επιφέρει και εντέλει συμπληρώνονται με μυθιστορίες, στοιχεία «που απλώς τα φαντάστηκε και τα βρήκε αληθοφανή και ταιριαστά», ένα παλίμψηστο κατά τον ίδιο ενώ αλλού το χαρακτηρίζει «ελλιπή αυτοβιογραφία». Αυτή η κατάθεση λειτουργεί λυτρωτικά για τον καχύποπτο αναγνώστη, δίνοντας του την ευκαιρία να απολαύσει την ουσία της αφήγησης και να μάθει πολλά περισσότερα για την ελληνική κοινωνία από μια παράθεση μιας καλά τεκμηριωμένης αλλά άγονης γεγονοτολογίας. Θα μπορούσε να είναι ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα; Δεν γνωρίζω αν πέρασε κάτι τέτοιο από το μυαλό του συγγραφέα, η υβριδική πάντως μορφή του έργου έχει τη δική του γοητεία.
Σε ένα προσωπικό ιντερμέδιο, θα ήθελα να καταθέσω τη δική μου μικρή μαρτυρία καθώς αναγνώρισα τον εαυτό μου στους ένδεκα φοιτητές που αποφοίτησαν από την ελληνική έδρα της École des hautes études en sciences sociales, με καθηγητή τον Γιώργο Δερτιλή. Είχα μάλιστα την τύχη του δυστυχή συμφοιτητή του συγγραφέα, ακούγοντας από τον τελευταίο το χαρακτηριστικό «Φευ! Δυστυχώς απέθανε!» που διέσωσε από τον καθηγητή Διεθνούς Δικαίου Ευσταθειάδη, καθώς απέδωσα τον χαρακτηρισμό «κύριος» σε κάποιον μακαρίτη, ευτυχώς χωρίς περαιτέρω κυρώσεις! Πολλές οι αναμνήσεις και οι ευκαιρίες για σκέψεις για την πορεία των ιστορικών σπουδών και γενικότερα για την ελληνική ακαδημαϊκή κοινότητα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό από έναν άνθρωπο με μια ενδιαφέρουσα και όχι συνηθισμένη διαδρομή. Αλλά και, για να ξαναγυρίσουμε στη βασική προσφορά του έργου, πολλά είναι τα στοιχεία για την ελληνική κοινωνία γενικότερα στον 20ό αιώνα και ειδικά για την Αθήνα. Αναλογιζόμενος τη μαρτυρία του συγγραφέα για την περίοδο της δικτατορίας και τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, διέσχισα πεζός πηγαίνοντας προς την προσυγκέντρωση της φετινής πορείας τη διαδρομή από τη γωνία Λουκιανού και Σπευσίππου, όπου βρισκόταν το πατρικό σπίτι του συγγραφέα, ως την Αμερικής και Σταδίου, όπου στεγαζόταν η πατρική επιχείρηση, ένας μικρόκοσμος στο Κολωνάκι.
Μέσα από την οικογενειακή ιστορία φωτίζονται πτυχές της ζωής, των αντιλήψεων και των επιλογών μέρους της μεσαίας αστικής τάξης της Αθήνας. Η ανασύσταση αυτών των «ανθρωποδικτύων» είναι απαραίτητη για να γίνει κατανοητή π.χ. η περίοδος της Κατοχής στην πρωτεύουσα, οι τρόποι επιβίωσης και αναπαραγωγής κοινωνικών σχέσεων και στρωμάτων και τα πολιτικά αποτελέσματα αυτής της διαδικασίας. Μέσα από τις εξιστορήσεις για την κατοχική Αθήνα, τις βεγγέρες, τις αστικές οργανώσεις, τους βίαιους αλλα και «ειρωνικούς» θανάτους, την πολύτιμη ρετσίνα, τις ταξικές διαφορές στην πείνα και την ανασφάλεια των αστικών οικογενειών, τους πλουτίσαντες επί Κατοχής και τα ήθη τους, τη βίαιη κοινωνική κινητικότητα, ξεδιπλώνεται ένας κόσμος με συνήθειες και νοοτροπίες που επιβιώνουν ακόμη, σημαδεύοντας την ελληνική κοινωνία.
Εξίσου σημαντική είναι η σκιαγράφηση της προπολεμικής περιόδου και της τότε κοινωνικής ανέλιξης -μέσω της εργασίας, των οικογενειακών, κοινωνικών, επαγγελματικών δικτύων και των συναλλαγματικών ηθών τους- των ανθρώπων που έρχονταν από την επαρχία για να προκόψουν στην πρωτεύουσα. Πολύτιμη είναι και η άμεση μαρτυρία του συγγραφέα για τη γενιά του, τα σχολικά τους χρόνια, το ελληνικό Πανεπιστήμιο, την καθημερινότητα στην άναρχα αναπτυσσόμενη Αθήνα, την αυτοκίνηση ως πάθος και ως σύμβολο προόδου. Τα κείμενα για τη δικτατορία της 21ης Απριλίου και την αντίσταση σε αυτήν, μέσα από την πικρή ειρωνεία τους, καταδεικνύουν τα όρια τόσο της πρώτης όσο και της δεύτερης. Η Νομική και το Πολυτεχνείο ζωντανεύουν μέσα από την ελλειπτική μαρτυρία ενός αυτόπτη μάρτυρα, που θα σημαδευτεί από τα γεγονότα. Η εξιστόρηση της μετέπειτα πορείας του συγγραφέα θα μας φωτίσει ενδιαφέροντα ζητήματα, ειδικά για όσους ασχολούνται με την ιστορία και την έρευνά της, για το στήσιμο των αρχείων της Εθνικής Τράπεζας και του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Είναι φανερό και ομολογημένο το άγχος του συγγραφέα για την πορεία της χώρας και μεταδίδεται με πολλαπλούς τρόπους. Μέσω παλιότερων δημοσιευμάτων του εμβόλιμα στις αφηγήσεις αλλά και μέσω της εξομολόγησης εφιαλτικών ονείρων που στοιχειώνουν το παρόν. Μέσω της επανεμφανιζόμενης απειλής ενός Εμφυλίου που δεν χτύπησε τότε άμεσα το οικογενειακό περιβάλλον και για αυτό ίσως φαντάζει αμείωτα επικίνδυνος. Μέσα από τις γραμμές διαφαίνεται μια μεγάλη αμφιβολία, όσο κι αν ξορκίζεται. Η βαθιά γνώση του τόπου και των ανθρώπων, των ρυθμών της κοινωνίας, δεν επιτρέπει στο συγγραφέα ανέξοδους αφορισμούς και εντέλει, παρά τις επιμέρους διαφωνίες ή συμφωνίες μαζί του, μας δίνει πολλά εφόδια για να αναστοχαστούμε το σήμερα. Συναντούμε με τον τρόπο αυτό, εκτός από τον άνθρωπο και τη μικρή οικογενειακή του ιστορία, τον πολίτη που κατέθεσε την άποψη του δημόσια για τα πολιτικά πράγματα. Υπάρχει όμως πάντοτε και πριν απ' όλα η ιδιότητα του ιστορικού, που μεταμόρφωσε με γνώση και τρόπο το μικρό σε μεγάλο και μας το πρόσφερε.