Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Το χρήμα στην Ελεύθερη Ελλάδα

( δημοσιεύτηκε στο ένθετο Αναγνώσεις, στην Αυγή της Κυριακής, που κυκλοφόρησε Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2011 )

Από το καλοκαίρι του 1943, ο σχηματισμός της Ελεύθερης Ελλάδας σε μια σχετικά σταθερή βάση καθιστά αναγκαία τη μελέτη των χαρακτηριστικών αυτής της επικράτειας που, χάρη στη δράση του ΕΛΑΣ, συγκροτείται σε ένα οιονεί κρατικό μόρφωμα। Στις μέχρι τώρα μελέτες του φαινομένου της Αντίστασης, και της ιστορίας της περιόδου γενικότερα, η μεγαλύτερη έλλειψη εντοπίζεται στο πεδίο των οικονομικών λειτουργιών, τόσο της χώρας επί Κατοχής γενικά όσο και της Ελεύθερης Ελλάδας ειδικότερα. Όμως η παρουσίαση της πολεμικής δράσης και των κατορθωμάτων του ΕΛΑΣ και των λαϊκών θεσμών αυτοδιοίκησης και δικαιοσύνης και των πολιτικών πρωτοβουλιών του ΕΑΜ μένει μετέωρη και ανολοκλήρωτη, στο βαθμό που δεν συσχετίζεται με την οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα του χώρου και των ανθρώπων που έζησαν και έδρασαν την ίδια περίοδο.

Οι δυσκολίες για αυτό το εγχείρημα είναι μεγάλες, καθώς οι πηγές είναι συγκριτικά λιγοστές και οι μαρτυρίες φειδωλές, αν τις συγκρίνουμε π.χ. με την εξιστόρηση πολεμικών ανδραγαθημάτων, μικρών και μεγάλων μαχών ενάντια στους κατακτητές. Παρ’ όλα αυτά, η εξέταση αυτής της διάστασης είναι παραπάνω από αναγκαία, καθώς μπορεί να μας δείξει τις δυνατότητες και τα όρια του «εαμικού» εγχειρήματος, αλλά και των κοινωνικών συμμαχιών και αντιθέσεων, τα προβλήματα και τις πιθανές λύσεις τους, να ερμηνεύσει εν τέλει τις επιλογές του ΕΑΜ και της ΠΕΕΑ, τον επίσημο λόγο τους, τις σταθερές και τις αλλαγές της πολιτικής τους. Με δυο λόγια, χωρίς τη μελέτη των οικονομικών λειτουργιών θα μείνουμε παγιδευμένοι σε μια μυθολογική εξιστόρηση, με θετικό ή αρνητικό πρόσημο, όπου τον πρώτο λόγο θα έχει ακαθόριστα η ατομική ή η συλλογική βούληση, ο ηρωισμός και η προδοσία, ενώ τα γεγονότα θα παρουσιάζονται και θα παραμένουν έρμαια εύκολων αναθεωρήσεων και ιδεολογικών χρήσεων, για πολιτικούς σκοπούς, αναθέματα και δικαιώσεις.
Γιάννης Κολιός- Χωρίς τίτλο
Στα πλαίσια αυτού του σημειώματος, θα αναφερθούμε στις βασικές πτυχές ενός σημαντικού ζητήματος – του χρήματος στην Ελεύθερη Ελλάδα. Σχετικά ζητήματα που εμπίπτουν στη ίδια προβληματική είναι η παραγωγή της Ελεύθερης Ελλάδας και η σύγκρισή της με τη διεθνή βοήθεια που φτάνει στα λιμάνια της κατεχόμενης Ελλάδας, η φορολογία αυτής της παραγωγής και της διακίνησης των αγαθών από τον ΕΛΑΣ, οι μισθοί και οι τιμές στην Ελεύθερη Ελλάδα, η οικονομική πολιτική της ΠΕΕΑ και άλλα ζητήματα παρόμοιας φύσης. Αλλά ας γυρίσουμε στο θέμα μας.
Το ζήτημα του χρήματος έχει διάφορες πλευρές που μπορούν ίσως να μας φωτίσουν γενικότερες διεργασίες. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να παρατηρήσουμε είναι ότι υπάρχει στην Ελεύθερη Ελλάδα η ανάγκη για χρήμα. Αυτή η ανάγκη φανερώνεται από την επιβίωση της δραχμής για αρκετό διάστημα, τη ζήτηση της λίρας, τις προσπάθειες οργάνωσης ισοτιμιών μεταξύ του κυρίως μέσου πληρωμής δηλαδή του σταριού (και δευτερευόντως του καλαμποκιού) και της λίρας αρχικά, αλλά και ενός τίτλου (είδους τραπεζογραμματίου-ομόλογου) πληρωτέου σε στάρι, που εξέδωσε η ΠΕΕΑ. Δεν υποτιμούμε την έκταση του αντιπραγματισμού (τροκ) αλλά όλα μας δείχνουν πως το κύριο προϊόν που ανταλλασσόταν, το σιτάρι, γινόταν ανταλλακτικό ισοδύναμο, δηλαδή χρήμα.
Η ανάγκη χρήματος μας δείχνει την ύπαρξη εμπορικών συναλλαγών. Αυτό το εμπόριο και η σημασία του φαίνεται και από τη μεθοδική φορολόγηση της μεταφοράς αγαθών από τις υπηρεσίες του ΕΛΑΣ αρχικά και της ΠΕΕΑ αργότερα. Τι κρατάει ζωντανή την αγορά; Καταρχάς, η ανταλλαγή ειδών μεταξύ διαφορετικών παραγωγικών περιοχών, δηλαδή κυρίως του σταριού στα ανατολικά με το λάδι στα δυτικά. Αυτές οι ανταλλαγές γίνονταν και απευθείας ανάμεσα στα δύο είδη και με άλλα είδη της κτηνοτροφίας (σφάγια, τυρί) και της ορεινής και ημιορεινής παραγωγής (ξηροί καρποί, τσίπουρο, ξυλεία). Από δω ξεπηδά η χρήση του σιταριού ως ανταλλακτικού ισοδύναμου.
Επίσης σημαντικό ρόλο στην οικονομία διαδραμάτιζαν οι ένοπλοι σχηματισμοί, κυρίως ο ΕΛΑΣ αλλά και ο ΕΔΕΣ, καθώς χρειάζονταν σεβαστές ποσότητες αγαθών για τη συντήρησή τους. Ιδιαίτερο ρόλο κατείχε η βρετανική αποστολή ως διοχετευτής λιρών στην ύπαιθρο. Με τη δημιουργία του Κοινού Γενικού Στρατηγείου το καλοκαίρι του 1943 καθορίστηκε και η οικονομική ενίσχυση των αντάρτικων οργανώσεων από τους Συμμάχους, συγκεκριμένα η χορήγηση μιας λίρας κάθε μήνα ανά μόνιμο αντάρτη και μισής λίρας ανά μεγαλόσωμο μεταφορικό ζώο. Η χορήγηση αυτής της βοήθειας για τον ΕΛΑΣ έγινε για μικρό χρονικό διάστημα, κυρίως μέχρι τις συγκρούσεις ΕΛΑΣ-ΕΔΕΣ τον Οκτώβριο του 1943. Σε αυτήν την περίοδο, από το καλοκαίρι του ’43, οι ένοπλοι σχηματισμοί διοχέτευαν στην περιοχή της Ελεύθερης Ελλάδας τις λίρες που λάμβαναν από την βρετανική αποστολή, διαμορφώνοντας τη ζήτηση και τις τιμές.
Το χρήμα (δηλαδή οι λίρες) που έφτανε στους παραγωγούς για τρόφιμα τόνωσε σε ένα βαθμό και την εμπορική κίνηση μεταξύ της υπαίθρου και των πόλεων. Υπάρχουν μαρτυρίες για αρκετούς αγωγιάτες που ήταν πρόθυμοι να προμηθεύσουν οτιδήποτε σε μια καλή τιμή. Και ο ΕΛΑΣ για τα είδη που είχε ανάγκη –όχι μονάχα τρόφιμα αλλά και μια σειρά άλλα είδη– ψώνιζε από τις κατεχόμενες πόλεις της Θεσσαλίας αλλά και από την Αθήνα.
Υπάρχει όμως η αίσθηση ότι η ροή, η κυκλοφορία του νομίσματος δεν είναι σταθερή αλλά μειώνεται. Το νόμισμα σταδιακά αποσύρεται από την κυκλοφορία. Όσον αφορά τα νομίσματα-αντικείμενα-εμπορεύματα που είναι μονάχα μέσα πληρωμής, δηλαδή κυρίως το στάρι, αλλά και το καλαμπόκι, το λάδι και άλλα αγαθά ανάλογα την περιοχή, αφού ανταλλαγούν μια ή δυο φορές, πραγματοποιούν την αξία χρήσης τους, δηλαδή καταναλώνονται. Η δε χρυσή λίρα, με την επιπλέον ιδιότητά της ως μέσο αποθησαύρισης, φαίνεται κάπου να σταματά την κυκλοφορία της και να αποθησαυρίζεται. Ποιος «τραβάει» το χρυσό; Οι λίρες που διοχετεύονταν στην Ελεύθερη Ελλάδα από τη βρετανική αποστολή ήταν γενικά μεγάλης αξίας μονάδες για τις τρέχουσες συναλλαγές, παρά την υπερκοστολόγηση των υπηρεσιών προς τους Βρετανούς. Μια λίρα ισοδυναμούσε μέχρι και 100 οκάδες στάρι, 130 κιλά δηλαδή.
Οι βρετανοί σύνδεσμοι είχαν διαμηνύσει την άνοιξη του 1943 ότι είχαν ανάγκη από μεγάλες ποσότητες δραχμών.[1] Πριν την «έκλειψη» της δραχμής, λίρες διοχετεύονταν στις πόλεις για να «σπάσουν» σε δραχμές.[2] Μέσω του ΕΛΑΣ (Επιμελητεία του Αντάρτη - ΕΤΑ) ένα μέρος διοχετευόταν επίσης προς τις πόλεις για την αγορά των αναγκαίων ειδών. Ο έλεγχος αυτών των κινήσεων ήταν αδύνατος και όσοι απασχολούνταν σε αυτές τις υπηρεσίες ήταν πολυάριθμοι και όχι «δοκιμασμένοι», με αποτέλεσμα να γίνονται καταχρήσεις και υπεξαιρέσεις. Η θεσσαλική Μεραρχία συνέστησε στην Καλαμπάκα υπηρεσία ελέγχου από τον Ιούλιο του ’43, χωρίς να εξαλείψει το φαινόμενο αυτό.[3]
Ενδείξεις υπάρχουν για την αποθησαύριση μέρους αυτού του πλούτου και στην ύπαιθρο. Ο βρετανός ταγματάρχης Worrall παρατήρησε αυτό το φαινόμενο στη νοτιοδυτική Θεσσαλία. Για την κατασκευή του αεροδρομίου στη Νεράιδα, δόθηκε από τους Βρετανούς το ποσό των 740 λιρών το 1943 και το ίδιο ποσό θα δινόταν και το 1944, ως αποζημίωση για τη χαμένη σοδειά. Επιπλέον, το ιταλικό στρατόπεδο στη Νεράιδα είχε ξοδέψει τουλάχιστον 3.000 λίρες στις ντόπιες αγορές, ενώ για τη φιλοξενία των ιταλών αιχμαλώτων ξοδεύονταν μηνιαία άλλες 3.000 λίρες στα 300 χωριά που τους φιλοξενούσαν. Μόνο όμως οι φτωχότεροι ξόδευαν τις λίρες τους και αυτό πριν τον ερχομό της νέας σοδειάς.[4] Οι ευπορότεροι παραγωγοί είχαν την ευχέρεια να κρατούν τις λίρες που εισέπρατταν για τα προϊόντα τους αλλά και να απορροφούν τις λίρες των φτωχότερων με αντάλλαγμα τρόφιμα στις περιόδους εξάντλησης των αποθεμάτων και για την πώληση σπόρων. Λόγω αυτών των λειτουργιών, το νόμισμα, τόσο σε είδος όσο και σε λίρες, αποσυρόταν από την κυκλοφορία. Αν στην Αθήνα υπήρχαν και άλλοι τρόποι αποθησαύρισης του πλούτου που δημιουργούνταν στην Κατοχή (ακίνητα, μετοχές), στην επαρχία μάλλον οι χρυσές λίρες ήταν ο πιο προσιτός τρόπος.[5]
Η ανάγκη μιας σταθερής νομισματικής κυκλοφορίας για τη διευκόλυνση της αγοράς, μαζί με άλλους οικονομικούς αλλά και πολιτικούς παράγοντες, φαίνεται πως οδήγησε την κεντρική εξουσία της Ελεύθερης Ελλάδας, την ΠΕΕΑ, στην έκδοση νομίσματος με τη μορφή ομολογιών σε στάρι. Οι γενικότερες όμως εξελίξεις δεν επέτρεψαν σε αυτό το οικονομικό πείραμα να εφαρμοστεί σε έκταση.



[1] ΓΑΚ, Αρχείο Εμμανουήλ Τσουδερού, αποστολή Β, φάκελος 7, έγγραφο 29.
[2] Ο Αρσενίου αναφέρει πως σεβαστό ποσό λιρών μετατρεπόταν-ανταλλασσόταν με δραχμές στο υποκατάστημα της Τράπεζας της Ελλάδας στα Τρίκαλα. Ο υπεύθυνος υπάλληλος (Κίτσιος Παπαζαχαρίας) χρησιμοποιούσε μετέπειτα τις λίρες για τη μισθοδοσία των δημοσίων υπαλλήλων, βλ. Λάζαρος Αρσενίου, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, 1ος τόμος, Λάρισα, «έλλα», 1999, σ. 310.
[3] ΓΑΚ Λάρισας, Αρχείο Λάζαρου Αρσενίου, φάκελος 2 (αρχείο Μπαλή).
[4] PRO HS 5/636: Report on Italian relief by Major P. WORRALL – officer in charge of Italian relief measures.
[5] Ευγενία Μπουρνόβα, Ιστορική δημογραφία και ιστορία της καθημερινότητας στη Ραψάνη από το 1900 έως το 1950, Αθήνα, Πλέθρον, 1995, σ. 136-137: «Σ’ όλη τη διάρκεια της κατοχής ο Δημήτριος ανέπτυξε πολλές δραστηριότητες και μετακινήθηκε πολλές φορές από το χωριό. Πήγαινε στην Αθήνα όπου αγόραζε σταφίδα, ψιλή και μαύρη, για να φτιάχνει τσίπουρο στη Ραψάνη. Στη συνέχεια πουλούσε το τσίπουρο στη Λάρισα, στη μαύρη αγορά. Τα χρήματα τα “έφτιαξε λίρες”».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου