Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

Εθνοσύμβουλοι (3): Λέανδρος Βρανούσης




Βρανούσης (Παπαβρανούσης) Λέανδρος (Ιωάννινα, πόλη)

1921-1993

Γεννήθηκε στα Γιάννινα το 1921 και η καταγωγή του ήταν απ’ το Γρεβενίτι Ζαγορίου. Τα πρώτα του χρόνια (1922-1928) έζησε οικογενειακά στο Βουκουρέστι. Τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο και το Ημιγυμνάσιο στο Γρεβενίτι και στη συνέχεια φοίτησε στη Ζωσιμαία Σχολή. Σπούδασε με υποτροφία του Ιδρύματος Σταθάτου στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας (1939-1946), απ' την οποία αποφοίτησε με το βαθμό άριστα και αναγορεύτηκε, πάλι αριστούχος, διδάκτωρ της ίδιας Σχολής, το 1962, με τη διατριβή: «Χρονικά της Μεσαιωνικής και Τουρκοκρατούμενης Ηπείρου». Συνέχισε τις σπουδές του στην Ευρώπη με υποτροφία της Γαλλικής Κυβέρνησης και του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών. Από τα φοιτητικά του χρόνια εργάστηκε ως επιμελητής εκδόσεων σε διάφορους εκδοτικούς οίκους. Εντάχθηκε στο επιστημονικό προσωπικό της Ακαδημίας Αθηνών και διετέλεσε, μέχρι τη συνταξιοδότησή του, Διευθυντής του Μεσαιωνικού Αρχείου της. Πήρε μέρος σε πολλά συνέδρια και ήταν ιδρυτικό μέλος και βασικό στέλεχος της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών, συνεργάτης σε πολλά περιοδικά και εφημερίδες. Τιμήθηκε με πολλά βραβεία για το πλούσιο έργο του και την προσφορά του στα γράμματα. Πέθανε το 1993.

[Σπύρος Εργολάβος (επιμ.), Μνήμη Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων, Ιωάννινα, 2000]

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

Βιβλιοπαρουσίαση: Από τον Ληστή στον Αντάρτη




Νίκος Βαφέας, Από τον Ληστή στον Αντάρτη. Τα ένοπλα κινήματα των Γιαγάδων στη Σάμο (1914-1925), Αθήνα, εκδόσεις νήσος, 2012.


Πολλά βιβλία διαθέτουν έναν εντυπωσιακό τίτλο αλλά η θεματική τους περιορίζεται στον υπότιτλο – στο βιβλίο του Νίκου Βαφέα αυτό δεν ισχύει: εκκινώντας από μια πλήρως τεκμηριωμένη ιστορική σύνθεση των γεγονότων της Σάμου στην περίοδο 1914-1925 («τα Γιαγαδικά»), και μέσω της μεθόδου της ιστορικής και πολιτικής κοινωνιολογίας, θέτει και φωτίζει το ερώτημα του κυρίως τίτλου: πώς ο ληστής γίνεται αντάρτης;
Αξιοποιώντας την περίπτωση των ένοπλων κινημάτων της Σάμου, τα οποία έχει ερευνήσει σε βάθος, ο συγγραφέας συνομιλεί με τη διεθνή εργογραφία για το φαινόμενο της ληστείας, ως μορφή κοινωνικής αντίστασης των αγροτικών κοινωνικών «κατά τη μετάβασή τους προς σύγχρονες μορφές κοινωνικής και πολιτικής συγκρότησης» και ειδικά με το έργο του Έρικ Χομπσμπάουμ για την πρωτόγονη ή αρχαϊκή επανάσταση (primitive rebellion).
Πιο συγκεκριμένα, ο Βαφέας πραγματεύεται τους κοινωνικούς μηχανισμούς μετατροπής των ατομικών δράσεων σε συλλογικά κινήματα και τους όρους μετασχηματισμού μιας μορφής «πρωτόγονης» κοινωνικής ανταρσίας σε πιο νεωτερική μορφή κοινωνικής διαμαρτυρίας. Και επίσης ερευνά ένα πιο γενικό ερώτημα: ποια είναι η διαδικασία πολιτικοποίησης των αγροτικών πληθυσμών μιας νεοσύστατης εθνικής επικράτειας; Εκτός από την «άνωθεν» ενσωμάτωσή τους στους νεωτερικούς θεσμούς του έθνους-κράτους, αυτή η διαδικασία καθορίζεται από τη συμμετοχή τους σε μορφές συλλογικής δράσης που, όπως υπογραμμίζει ο συγγραφέας, «περισσότερο αμφισβητούν παρά καταφάσκουν τη διαδικασία εγκαθίδρυσης του σύγχρονου αστικού κράτους».
Μέσα σε μόλις 186 σελίδες, ο Βαφέας καταφέρνει να στήσει 5 κεφάλαια, όπου με συμπυκνωμένο αλλά και ευδιάκριτο τρόπο μας εντάσσει στην προβληματική του ξεδιπλώνοντας ταυτόχρονα τη συναρπαστική ιστορία των αδελφών Γιαγά μέσα από τις περιπέτειες της πρώτης περιόδου ενσωμάτωσης του νησιού στο ελληνικό κράτος.
Το πρώτο κεφάλαιο μας εισάγει στη μακρά ιστορία του νησιού, από την οθωμανική κυριαρχία και την περίοδο της Σαμιακής Ηγεμονίας στο ελληνικό κράτος. Παρουσιάζεται μια εξίσου μακρά «παράδοση ανταρσίας» που συνυπάρχει με μια μακρά παράδοση πολιτικής αυτοδιοίκησης και «αυτονομίας» μέχρι την τομή του 1912 και την ενσωμάτωση του νησιού στην Ελλάδα. Μια ενσωμάτωση που θα μετατρέψει τη Σάμο σε ένα ακριτικό νησί αποκόπτοντάς την από την απέναντι ακτή, που βρίσκεται περίπου ένα μίλι μακριά, και ανατρέποντας τις οικονομικές ισορροπίες. Μια σειρά νομοθετικών μέτρων που εγκαθιδρύουν το κρατικό μονοπώλιο διαχείρισης της βίας, όπως ο Νόμος περί Στρατολογίας και ο Νόμος περί Ληστείας, μέσα στο 1914, θα προκαλέσουν την τοπική αντίδραση που θα είναι και η αρχή των κινημάτων που θα χρωματίσουν την επόμενη δεκαετία. Σύμβολο τους θα γίνουν οι αδελφοί Γιαγά από το Μαραθόκαμπο, ο Γιάννης και ο Κώστας, ο Γιώργος και ο Κίμωνας. Οι εμπειρίες τους, μέσα από τη μετανάστευση, και η μόρφωσή τους θα τους επιτρέψουν να διαδραματίσουν ξεχωριστό ρόλο σε αυτή τη συγκρουσιακή διαδικασία εθνικοποίησης και ριζοσπαστικοποίησης της σαμιακής κοινωνίας και ειδικά του προσφυγικού στοιχείου που είχε συρρεύσει στο νησί και ενός όχι ευκαταφρόνητου ντόπιου προλεταριάτου, που είχε συγκροτηθεί από την εκβιομηχάνιση των αστικών κέντρων.
Στο δεύτερο κεφάλαιο, ο συγγραφέας μας εξιστορεί τα τέσσερα βασικά επεισόδια των «Γιαγαδικών», και υποδεικνύει το σταδιακό μετασχηματισμό τους από ατομική υπόθεση των πρωταγωνιστών σε συλλογική δράση που θα αποκτήσει πολιτικό περιεχόμενο και θα συναντηθεί με τις γενικότερες πολιτικές συγκρούσεις της περιόδου. Τα κινήματα αυτά που θα εκτυλιχτούν το 1914, 1916, 1922 και 1925 θα συναντηθούν με το κίνημα της Εθνικής Άμυνας και τον Εθνικό Διχασμό, με την Μικρασιατική Καταστροφή και την επαναστατική κυβέρνηση Πλαστήρα-Γονατά αλλά και με το πραξικόπημα Πάγκαλου.
Στο τρίτο κεφάλαιο, ο συγγραφέας θα περάσει στην ανάλυση των μηχανισμών μετασχηματισμού της συλλογικής δράσης, την απομάκρυνση της από τις παραδοσιακές κοινωνικές δομές και την εξοικείωση με νεωτερικές μορφές δράσης που αφορά και τη χρήση ενός δημόσιου λόγου που πολιτικοποιείται και πολιτικοποιεί ακροβατώντας ανάμεσα στο παρελθόν της αυτονομίας και στο παρόν του Εθνικού Διχασμού. Το επόμενο –τέταρτο– κεφάλαιο ασχολείται ακριβώς με την κοινωνιολογική ανάλυση αυτού του πολιτικού λόγου, τον μετεωρισμό του λόγου αυτού ανάμεσα στη νοσταλγία ενός επινοημένου ιδανικού παρελθόντος της «αυτονομίας» και στην προσπάθεια ένταξης στις υπάρχουσες πολιτικές αντιθέσεις –το τελευταίο μέσω της εκπροσώπησης της αντιβενιζελικής παράταξης, στη βάση της ιδεολογίας του «Κωνσταντινισμού» και της «αντεπανάστασης».
Το πέμπτο και τελευταίο κεφάλαιο, εν είδει επιλόγου, ανιχνεύει την επίδραση των κινημάτων στην μετέπειτα μεσοπολεμική ιστορία του νησιού και βασικά τη συνάντηση των πρωταγωνιστών αλλά κυρίως σημαντικού μέρους των υπόλοιπων συμμετεχόντων στα κινήματα αυτά με το νεοσύστατο κομμουνιστικό κίνημα. Είναι βαρύνουσας σημασίας η ανάδειξη της σύνδεσης των «αρχαϊκών» κινημάτων με την κοινωνική ριζοσπαστικοποίηση, μέσω βαθύτερων κοινωνικών και πολιτικών μηχανισμών, που ξεπερνούν τις συνειδητές επιλογές των υποκειμένων. Μια υποδειγματική ιστορική έρευνα της κοινωνικής σύνθεσης της «βάσης» των κινημάτων και της εκλογικής γεωγραφίας της σαμιακής μεσοπολεμικού ψήφου, καταδεικνύει τους δρόμους μετασχηματισμού του κοινωνικού ριζοσπαστισμού από την παραδοσιακή κοινωνική ανταρσία στο νεωτερικό κομμουνιστικό κίνημα.
Η απήχηση του βιβλίου του Νίκου Βαφέα καταδεικνύει το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού για μελέτες με ευρύτερη ερμηνευτική αξία, που συνδυάζουν τη μετάδοση ιστορικών γνώσεων με την παροχή εργαλείων για την κατανόηση των μηχανισμών λειτουργίας και αλλαγής της κοινωνίας. Και επίσης αποδεικνύει -παρά τα ειωθότα- πως σημαντικά έργα δεν χρειάζεται να είναι ογκώδη ως απόδειξη της επιστημοσύνης τους.

Γιάννης Σκαλιδάκης



Βιβλιοπαρουσίαση που δημοσιεύτηκε στο ένθετο "Δρόμοι της 

Ιστορίας", με την εφημερίδα Δρόμος, στις 8 Δεκεμβρίου 2012.

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Εθνοσύμβουλοι (2): Αλκιβιάδης Λούλης





Γεννήθηκε το 1884. Μέλος της γνωστής οικογένειας αλευροβιομηχάνων. Βουλευτής του Κόμματος Φιλελευθέρων στα Ιωάννινα το 1926, 1928, 1932, 1933, 1936. Υπήρξε διευθυντής του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων και Βιοτεχνών (ΣΕΒΒ), θέση την οποία εγκατέλειψε την άνοιξη του 1944 για να πάρει μέρος στην ΠΕΕΑ ως Γενικός Διοικητής Ηπείρου και μέλος της Ομάδας Αριστερών Φιλελευθέρων. Μετά την Απελευθέρωση συμμετείχε στο Δημοκρατικό Ριζοσπαστικό Κόμμα (Μ. Κύρκος, Γ. Αυγερόπουλος) στον Πολιτικό Συνασπισμό των Κομμάτων του ΕΑΜ. Το 1951 ήταν υποψήφιος με την ΕΔΑ στην εκλογική περιφέρεια Πρέβεζας-Άρτας-Λευκάδας αλλά δεν εκλέχτηκε. Πέθανε το 1953.
[ Βουλή των Ελλήνων, Μητρώο Πληρεξουσίων, Γερουσιαστών και Βουλευτών 1822-1935, Αθήνα, 1986 / Βουλή των Ελλήνων, Μητρώον Γερουσιαστών και Βουλευτών, Αθήνα, Εθνικό Τυπογραφείο, 1977 / 53 Επιχειρηματίες στη Βουλή, Ημερολόγιο 2009, Αθήνα, εκδ. Κέρκυρα, 2008 / Το Βήμα, φ. 2464, 2 Ιουνίου 1953]

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Εθνοσύμβουλοι (1): Γιάννης Τσιριμώκος (Μαρής)




Τσιριμώκος (Μαρής) Ιωάννης (Λαμία, πόλη)


1919-1979


Γεννήθηκε στη Σκόπελο, πρώτος εξάδερφος του Ηλία Τσιριμώκου. Σπούδασε νομικά στη Θεσσαλονίκη, όπου μυήθηκε στις ιδέες της Αριστεράς. Πήρε μέρος στον ελληνοϊταλικό πόλεμο και στην Αντίσταση. Υπήρξε μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΑΜ και γραμματέας της ΕΛΔ στη Φθιώτιδα ενώ εκλέχτηκε εθνοσύμβουλος Λαμίας. Το 1945 άρχισε να ασχολείται επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία και ανέλαβε την αρχισυνταξία της εφημερίδας Μάχη. Λόγω των αποκαλύψεων της εφημερίδας για την Μακρόνησο, συνελήφθη και φυλακίστηκε στα Βούρλα. Στη συνέχεια εργάστηκε στις εφημερίδες Προοδευτικός Φιλελεύθερος, Ελεύθερος Λόγος, Αθηναϊκή, Ακρόπολις και Απογευματινή. Από τη δεκαετία του ’50 άρχισε και τη συγγραφική του καριέρα και θεωρείται εισηγητής του αστυνομικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα. Πέθανε το 1979.

[Ριζοσπάστης, φ. 1.554, 14 Νοεμβρίου 1979 / Το Βήμα, φ. 12.434, 22 Ιουνίου 1997]

Μέλη του Εθνικού Συμβουλίου (1944) - Μια εισαγωγή





Στο πλαίσιο της διατριβής μου για την Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης, έκανα μια έρευνα για τη συγκέντρωση βιογραφικών στοιχείων των μελών του Εθνικού Συμβουλίου που συνήλθε στις Κορυσχάδες Ευρυτάνίας το Μάιο του 1944. Η τελική σύνθεση του Εθνικού Συμβουλίου δεν είναι αυτονόητη. Έχουν κυκλοφορήσει διαφορετικοί κατάλογοι με τα ονόματα των εθνοσυμβούλων, όπου κάποια ονόματα έχουν παραφραστεί ενώ και οι τόποι αντιπροσώπευσης δεν συμπίπτουν απόλυτα.

Η εισήγηση του Γιώργη Σιάντου, Γραμματέα Εσωτερικών, για την Αυτοδιοίκηση και την Πολιτοφυλακή που έκανε στο Εθνικό Συμβούλιο στις 20 Μαΐου, και στην οποία βασίζονται οι μετέπειτα αναφορές για τη σύνθεση του Εθνικού Συμβουλίου υπάρχει σε δύο (τουλάχιστον) διαφορετικές μορφές όπου οι αριθμοί των εθνοσυμβούλων που δίνονται είναι διαφορετικοί. Η μια είναι στα περιληπτικά πρακτικά του Εθνικού Συμβουλίου, που βασίζονται, σύμφωνα με την έκδοση του 1992, σε ειδική έκδοση-ανατύπωση της εφημερίδας Λεύτερος Μωρηάς του Ιουνίου 1944.  Η δεύτερη, που περιλαμβάνεται στην έκδοση Κείμενα της Εθνικής Αντίστασης (τόμος Β΄), βασίζεται σε δημοσίευμα της Ελεύθερης Ελλάδας, την επόμενη της ομιλίας (21 Μαΐου).
Όπως αντιλαμβανόμαστε, είτε λόγω λάθος υπολογισμών είτε και λόγω τυπογραφικών αβλεψιών, δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε τον ακριβή αριθμό των εθνοσυμβούλων.

Τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής για τους εθνοσυμβούλους παρήγαγε ενδιαφέροντα αποτελέσματα και σίγουρα μια ολοκληρωμένη ειδική μελέτη είναι απαραίτητη για αυτήν την πτυχή της Αντίστασης. Ένα στοιχείο που τεκμηριώνεται είναι ότι μπορούμε πλέον να αναφέρουμε (πάντα με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία) πως οι βουλευτές του 1936 που δήλωσαν συμμετοχή στο Εθνικό Συμβούλιο ήταν 24 και όχι 22 όπως έχει γίνει κοινώς αποδεκτό στη βιβλιογραφία. Το σύνολο εθνοσυμβούλων (εκλεγμένων και βουλευτών 1936) κυμαίνεται από 202 ως 214, με τους παρόντες στις Κορυσχάδες να είναι αρκετά λιγότεροι. Ικανοποιητικά βιογραφικά στοιχεία έχουν βρεθεί για περίπου τους μισούς και υπάρχουν πάρα πολλοί, για τους οποίους δεν υπάρχει κανένα στοιχείο πέραν του ονόματος τους σε μια λίστα. Η συγκέντρωση των στοιχείων του συνόλου των εθνοσυμβούλων είναι σημαντική από μόνη της αλλά η επεξεργασία στοιχείων όπως ηλικίες, επαγγέλματα, τόποι καταγωγής, προγενέστερη ή μεταγενέστερη δράση, μπορούν να μας οδηγήσουν σε ακόμα σημαντικότερα συμπεράσματα για τη σύνθεση του εαμικού κινήματος - πολιτική και κοινωνική.
Μέσω λοιπόν του ιστολογίου αυτού, θα δημοσιευτούν σε τακτά διαστήματα, βιογραφικά εθνοσυμβούλων (ξεκινώντας όχι από τους γνωστότερους) με τη σκέψη ότι μπορούν να φανούν ενδιαφέροντα και με την ελπίδα να αποτελέσουν έναυσμα για τη συγκέντρωση και άλλων στοιχείων είτε για τους παρουσιαζόμενους είτε -πολύ περισσότερο- για άλλους, ακόμα άγνωστους σε μας.



Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Παρουσίαση του βιβλίου του Μ. Χαραλαμπίδη στο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων






Μενέλαος Χαραλαμπίδης
Η εμπειρία της κατοχής και της αντίστασης στην Αθήνα


ISBN: 978-960-221-562-3,  σελ. 382, σχ.17x24,
α’ έκδοση Σεπτέμβριος 2012,  
τιμή  20,00  € (χωρίς ΦΠΑ)



Το βιβλίο αυτό παρακολουθεί τις διαδρομές ανθρώπων από τα χρόνια του Μεσοπολέμου ώς το τέλος της Κατοχής στην Αθήνα. Η εγκατάσταση των μικρασιατών προσφύγων στις παρυφές της πόλης, η οικονομική και κοινωνική τους περιθωριοποίηση, η πολιτική τους συμπεριφορά, τα διαφορετικά πολιτισμικά τους χαρακτηριστικά και οι αντιπαραθέσεις τους με τους γηγενείς κατοίκους της πρωτεύουσας, αποτελούν τα κύρια ζητήματα της πραγμάτευσης που επιχειρεί να αποδώσει το κλίμα της μεσοπολεμικής Αθήνας.

Μετά την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στην πρωτεύουσα, η προσοχή στρέφεται στις συνέπειες της Κατοχής. Μέσα από μαρτυρίες καταγράφεται ο αντίκτυπος που είχε στην καθημερινότητα των Αθηναίων η κατάρρευση της οικονομίας, η τρομοκρατία των κατακτητών και ο κατοχικός λιμός. Παράλληλα εξετάζονται οι στρατηγικές που ανέπτυξαν οι κάτοικοι της πόλης στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν και οι πολιτικές, κοινωνικές και ψυχολογικές διεργασίες που τους οδήγησαν στην απόφαση να ενταχθούν στην Αντίσταση.

Η μελέτη εστιάζει στο εαμικό αντιστασιακό κίνημα στην Αθήνα και ιδιαίτερα στις προσφυγικές συνοικίες και εξηγεί γιατί οι πρόσφυγες της Καισαριανής και του Βύρωνα, με τη συνδρομή συναγωνιστών τους από το Παγκράτι, τη Γούβα και τον Υμηττό, μετέτρεψαν τις γειτονιές τους σε προπύργια του ΕΑΜ. Εξετάζει τους λόγους ένταξης στις εαμικές οργανώσεις και τις πρακτικές στρατολόγησης και κινητοποίησης των μαζών που χρησιμοποίησε το ΕΑΜ. Δείχνει πώς μέσα από τις μάχες στους δρόμους ή τη συμμετοχή στις διαδηλώσεις και στα συνεργεία αναγραφής συνθημάτων, η αντιστασιακή εμπειρία συγκροτεί μια νέα πολιτική ταυτότητα και ένα νέο συλλογικό υποκείμενο.

Στη βάση αυτή, η έρευνα του Μενέλαου Χαραλαμπίδη παρακολουθεί τη διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης ολόκληρων κοινωνικών ομάδων (φοιτητές, δημόσιοι υπάλληλοι, εργάτες) και τον τρόπο με τον οποίο αυτή συνέβαλε στη μετατροπή του αγώνα για την επιβίωση σε αντιστασιακό αγώνα. Αναδεικνύει τις οργανωτικές πρακτικές του εαμικού αντιστασιακού κινήματος, την προσαρμογή τους στις εκάστοτε πολιτικές συνθήκες και τους διαφορετικούς τρόπους εκδήλωσης της αντιστασιακής δράσης σε εκπαιδευτικά ιδρύματα, δημόσιες υπηρεσίες και συνοικίες. Τονίζει τον κεντρικό ρόλο που διαδραμάτισαν τα συγγενικά ή φιλικά δίκτυα που ενεργοποιήθηκαν στις γειτονιές, η χωροταξία της πόλης, τα δίκτυα πληροφοριών και ο παράνομος Τύπος στην ανάπτυξη της Αντίστασης. Επισημαίνει την τεράστια βαρύτητα που είχε η αντιστασιακή δράση, ως πράξη, στην ενεργοποίηση της νεολαίας και τους τρόπους μέσα από τους οποίους οι νέοι αναδείχτηκαν σε πρωταγωνιστές του αντιστασιακού κινήματος στην Αθήνα.

Το βιβλίο παρακολουθεί τη διαδικασία επέκτασης της πολιτικής επιρροής του ΕΑΜ στην Αθήνα, τις μεγάλες πολιτικές του νίκες με τις μαζικές διαδηλώσεις στο κέντρο της πόλης και την προσπάθειά του να εδραιώσει την εξουσία του στις συνοικίες υποκαθιστώντας τα όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης με τις εαμικές Λαϊκές Επιτροπές. Διερευνά τους λόγους κλιμάκωσης της πολιτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στο ΕΑΜ, τις γερμανικές αρχές κατοχής και τις διορισμένες από αυτές κυβερνήσεις, τις συγκρούσεις στο εσωτερικό των αντιστασιακών οργανώσεων και τη στάση που τήρησαν τα Σώματα Ασφαλείας. Εξετάζει το ρόλο που διαδραμάτισε η βία στο μετασχηματισμό της πολιτικής σε ένοπλη σύγκρουση και τις πρακτικές που χρησιμοποίησε κάθε πλευρά για να επιτύχει τους στόχους της: τα μπλόκα των Ταγμάτων Ασφαλείας, οι βασανισμοί και οι εκτελέσεις της Ειδικής Ασφάλειας, οι έφοδοι της οργάνωσης «Χ», οι καταδόσεις των μυστικών πρακτόρων των γερμανικών υπηρεσιών ασφαλείας, οι μάχες του ΕΛΑΣ και οι δολοφονίες της ΟΠΛΑ, συνέθεταν την πολυμορφία της βίας που δίχασε την αθηναϊκή κοινωνία. 

Μέσα από την οπτική της κοινωνικής ιστορίας, το βιβλίο θέτει στο επίκεντρο τους ανθρώπους και την εμπειρία τους και αναδεικνύει την κατοχική Αθήνα ως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα του πώς αντιδρά μια κοινωνία σε περιόδους κρίσης. 

Ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1970. Έλαβε πτυχίο οικονομικών επιστημών από το Πανεπιστήμιο Πειραιά και στη συνέχεια εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή στο τομέα της Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Αρθρογραφεί σε επιστημονικά περιοδικά και έχει διοργανώσει, ως ιδρυτικό μέλος του Φόρουμ Κοινωνικής Ιστορίας, δύο συνέδρια για τη δεκαετία του 1940 και για την περίοδο του Μεσοπολέμου. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα και κυρίως στην περίοδο της Κατοχής.
Ασχολείται επίσης με την τοπική και προφορική ιστορία και την ιστορία της Αθήνας. Έχει συνεπιμεληθεί το συλλογικό τόμο Η ελληνική κοινωνία στη δεκαετία του 1940. Η εποχή των ρήξεων, Θεσσαλονίκη, Επίκεντρο, 2012.     

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012

Μια βρετανική έκθεση για την Εθνική Οργάνωση Κρήτης (Ε.Ο.Κ.)


Μια ανέκδοτη βρετανική έκθεση για την Αντίσταση στην Κρήτη: Η περίπτωση της Εθνικής Οργάνωσης Κρήτης


Του ΓΙΑΝΝΗ ΣΚΑΛΙΔΑΚΗ


Δημοσιεύτηκε στο ένθετο Αναγνώσεις της Αυγής της Κυριακής, στις 27 Οκτωβρίου 2012



Η ιστορία της Κατοχής και της Αντίστασης στην Κρήτη, είναι ένα ιδιαίτερο θέμα με ξεχωριστό ενδιαφέρον: Η τοπική διάσταση, που καθορίζεται από τη γεωγραφική και γεωπολιτική θέση του νησιού, τη διαδικασία εθνικής ενσωμάτωσης του, τις οικονομικές συνθήκες και τις αντίστοιχες σχέσεις και νοοτροπίες, τις προθέσεις των Γερμανών και τα σχέδια των Βρετανών στη Μεσόγειο, επηρεάζει το σχηματισμό και τη δράση των αντιστασιακών οργανώσεων και τον χαρακτήρα της Αντίστασης. Εκτός τους προσωποπαγούς χαρακτήρα των περισσότερων από αυτές τις οργανώσεις, στον μη εαμικό χώρο, στη θέση του αντίπαλου στο ΕΑΜ δεν έχουμε εδώ τον ΕΔΕΣ, αλλά την Εθνική Οργάνωση Κρήτης (ΕΟΚ). Παρά τα όσα γνωρίζουμε ή νομίζουμε πως γνωρίζουμε για αυτήν, η σχετική ιστορική έρευνα δεν έχει φωτιστεί αρκετά.
Βαρύνουσας σημασίας πηγή για την εξέταση των εξελίξεων στην Κρήτη είναι τα βρετανικά αρχεία και ιδιαίτερα τα αρχεία της SOE (Υπηρεσία Ειδικών Επιχειρήσεων), με τις εκθέσεις των πολυάριθμων Βρετανών αξιωματικών, μελών της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής, που ήταν παρόντες στην κατεχόμενη Ελλάδα. Στο παρόν άρθρο παρουσιάζουμε εκτενές απόσπασμα από μια βρετανική έκθεση που εκθέτει συνοπτικά τον σχηματισμό και τη δράση της ΕΟΚ από τη βρετανική σκοπιά. Πρόκειται φυσικά για ένα συγκεκριμένο τεκμήριο, που πρέπει να ειδωθεί κριτικά. Έχει όμως ξεχωριστό ενδιαφέρον για τη συγκρότηση της ΕΟΚ που εμφανίζεται ρητά ως αποτέλεσμα βρετανικής πρωτοβουλίας.
Ο πρώτος λόγος για αυτήν την πρωτοβουλία φαίνεται να είναι η προσπάθεια γεφύρωσης του χάσματος μεταξύ της μοναρχίας και της εξόριστης κυβέρνησης και των τοπικών πολιτικών παραγόντων, απότοκο του παλαιού διχασμού που αναζωπυρώθηκε από την αίσθηση εγκατάλειψης, αν όχι τιμωρίας, με την οποία η Κρήτη βίωσε την τύχη της 5ης Μεραρχίας[1] και της έκβασης της Μάχης της Κρήτης.  Ο δεύτερος λόγος φαίνεται να είναι η καλύτερη πολιτική αλλά και πρακτική καθοδήγηση εκ μέρους των Βρετανών, αυτών των τοπικών πολιτικών και κοινωνικών παραγόντων που μετατράπηκαν σε αυτόνομους οπλαρχηγούς μετά τη Μάχη της Κρήτης, όπως οι αναφερόμενοι στην έκθεση Μπαντουβάς και Πετρακογιώργης, και η ενσωμάτωσή τους σε μια διαμορφούμενη αντιεαμική παράταξη, με τον τρόπο που σε άλλες περιοχές της χώρας λειτούργησε ο ΕΔΕΣ.[2]
Από την αρχή της δραστηριότητάς της στην Κρήτη, η SOE προσπάθησε να ενοποιήσει, υπό την καθοδήγησή της φυσικά, τις διάσπαρτες μικρές οργανώσεις που είχαν ως επικεφαλής τοπικούς πολιτικούς παράγοντες ή αξιωματικούς. Η άνοιξη του 1942 ήταν μια σημαντική καμπή λόγω της κλιμάκωσης του συμμαχικού σαμποτάζ και συνακόλουθα των πολύ σκληρών γερμανικών αντιποίνων που οδήγησαν στην αδρανοποίηση των μικρών ντόπιων αντιστασιακών οργανώσεων. Σύμφωνα με την τελική επίσημη έκθεση της υπηρεσίας για τη δραστηριότητά της στην Κρήτη, οι «παλιές οργανώσεις» κατέρρευσαν και οι Βρετανοί έσπευσαν να ανασυγκροτήσουν μια νέα, πιο ελεγχόμενη εκδοχή τους. Την 1η Οκτωβρίου 1942, ο επικεφαλής της Βρετανικής Συμμαχικής Αποστολής στην Κρήτη ταγματάρχης Tom J. Dunbabin, ανακοίνωσε την ίδρυση της ΕΟΚ, που επιτεύχθηκε φέρνοντας σε επαφή παράγοντες από διαφορετικά μέρη της Κρήτης, ενσωματώνοντας την παλιότερη οργάνωση ΑΕΑΚ (Ανωτάτη Επιτροπή Αγώνος Κρήτης) και εξασφαλίζοντας τη συνεργασία των οπλαρχηγών Μπαντουβά και Πετρακογιώργη. Για τους Βρετανούς, η νέα αυτή οργάνωση «ήρθε την κατάλληλη στιγμή», ως εναλλακτική στο αναπτυσσόμενο ΕΑΜ. Τον Μάρτιο του 1943, ο Dunbabin μαζί με τον επικεφαλής του Τομέα Κρήτης της SOE Καΐρου, επίσης ταγματάρχη Jack Smith-Hughes και τους Απόστολο Κατεχάκη και Αριστείδη Καστρινογιάννη επισκέφτηκαν τον πρωθυπουργό Εμμανουήλ Τσουδερό στο Κάιρο, ο οποίος αναγνώρισε εκ μέρους της κυβέρνησης τη νέα οργάνωση και τους τοπικούς στρατιωτικούς αρχηγούς της. Με τη σειρά της, η ΕΟΚ, ως επίσημη αντιστασιακή οργάνωση πλέον, ανταπέδωσε δίνοντας τα διαπιστευτήρια της στην εξόριστη κυβέρνηση και, έστω και εμμέσως, στην μοναρχία αφήνοντας πίσω τις εντάσεις του πρόσφατου παρελθόντος. Όπως σημειώνει με ικανοποίηση ο J. Smith-Hughes, “παρά τις εξελίξεις που θα ακολουθούσαν, και ενάντια στους ατελείωτους ελιγμούς του ΕΑΜ, από εκείνη τη στιγμή, η ΕΟΚ δεν κοίταξε πια προς τα πίσω”.[3]
Τα γεγονότα που αναφέρονται στην έκθεση εκτείνονται περίπου από την άνοιξη του 1943 ως την επόμενη άνοιξη του 1944, οπότε και γράφτηκε.
Το τεκμήριο βρίσκεται στο αρχείο της SOE, στον φάκελο HS 5/671. Το αρχείο αυτό εναπόκειται στα Εθνικά Αρχεία της Μεγάλης Βρετανίας και αντίγραφα των φακέλων που αφορούν την Ελλάδα βρίσκονται στο ΚΕΙΝΕ της Ακαδημίας Αθηνών.

Ακολουθεί η έκθεση σε δική μου μετάφραση:

Η οργάνωση Ε.Ο.Κ.

1.     Ιστορία

Στην Κρήτη, αντίθετα από την ηπειρωτική Ελλάδα, η  SOE επέλεξε τις επαφές της όχι τόσο με κριτήριο τη δράση αυτών ενάντια στον Άξονα όσο από την αποδοχή τους από την Αυτού Μεγαλειότητα τον ΒΑΣΙΛΕΑ των ΕΛΛΗΝΩΝ και από τον κ. ΤΣΟΥΔΕΡΟ. Απορρίπτοντας τη συνεργασία με το ΕΑΜ και άλλες Δημοκρατικές οργανώσεις, η SOE αποπειράθηκε να εγκαθιδρύσει μια Κεντρική Επιτροπή της Οργάνωσης, της ΕΟΚ, από Κρητικούς, κυρίως αξιωματικούς, personae gratae στην εξόριστη Κυβέρνηση. Μια ανταλλαγή τηλεγραφημάτων μεταξύ των κυρίων αυτών και των ΒΑΣΙΛΕΑ και κ. ΤΣΟΥΔΕΡΟΥ έλαβε χώρα τον Απρίλιο. Αναγνωρίστηκαν τα δικαιώματα των πρώτων στη μισθοδοσία στρατιωτικών και σε προαγωγές και τα μηνύματα των δεύτερων περιγράφτηκαν ως ενδεικτικά «μεγάλης ικανοποίησης και ενθάρρυνσης».
Ενώ η ΕΟΚ σχηματιζόταν, οι αναφορές από το νησί για δράση ενάντια στον Άξονα έδειχναν πως αυτή ήταν έργο είτε των «Κομμουνιστών» είτε Βρετανών αξιωματικών.
Αργότερα τον Ιούλιο, αφού η διακήρυξη του Βασιλιά νωρίτερα εκείνον το μήνα της εξασφάλισε ορισμένους υποστηρικτές και η απόβαση στη Σικελία την ενθάρρυνε αρκετά, η ΕΟΚ άρχισε να δραστηριοποιεί ανταρτικές ομάδες. Ο κύριος διοικητής τους, ΜΠΑΝΤΟΥΒΑΣ, ο οποίος είχε παρακινηθεί να τα σπάσει με τους Κομμουνιστές και να υποστηρίξει τον Βασιλιά, δραστηριοποιήθηκε επικεφαλής 60 ανδρών, και επίσης σχηματίστηκε μια μικρότερη ομάδα υπό τον ΠΕΤΡΑΚΟΓΙΩΡΓΗ.
Οι δραστηριότητες αυτών των ομάδων αρχικά περιορίζονταν στην εκτέλεση Κουισλινγκς, αλλά αργότερα προέκυψε μια σημαντικότερη εμπλοκή. Ο ΠΕΤΡΑΚΟΓΙΩΡΓΗΣ επικεφαλής 40 ανδρών περικυκλώθηκε από 400 Γερμανούς, αλλά κατάφερε να διαφύγει προκαλώντας 11 απώλειες στον εχθρό. Μετά από αυτό η ομάδα διαλύθηκε.
Με το άκουσμα της ιταλικής συνθηκολόγησης, ο ΜΠΑΝΤΟΥΒΑΣ πέταξε μακριά κάθε προφύλαξη και προέβη σε φανερή δράση, σύμφωνα με ορισμένες εκθέσεις επικεφαλής 2.000 ανδρών,[4] συμπεριλαμβανομένων 100 Ιταλών. 20 Έλληνες όμηροι απελευθερώθηκαν και 40 Γερμανοί σκοτώθηκαν ενώ 13 πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Η γερμανική αντίδραση ήταν άμεση και σοβαρή – εκτελέστηκαν 500 όμηροι, άλλοι 850 συνελήφθησαν και πολλά χωριά κάηκαν. Ο ΜΠΑΝΤΟΥΒΑΣ και η ομάδα του, μειωμένη σε 21 άνδρες, απομακρύνθηκε από το νησί τον Οκτώβριο.
Κατά τον επόμενο μήνα οι Γερμανοί συνέλαβαν πολλά μέλη της ΕΟΚ, ειδικά στην περιοχή του ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ. Στη δίκη τους, οι ηγέτες προέβαλαν το επιχείρημα πως η οργάνωσή τους στρεφόταν όχι ενάντια στους Γερμανούς αλλά ενάντια στον Κομμουνισμό. Αυτή η κίνηση ήταν επιτυχής και η μεγάλη πλειονότητα των δικαζόμενων αξιωματικών αφέθηκε ελεύθερη.
Έκτοτε, παρά το συνεχιζόμενο μονοπώλιο Βρετανικής υποστήριξης, η ΕΟΚ χάνει σταθερά έδαφος σε σχέση με το ΕΑΜ, αν και μια εύθραυστη ανακωχή έχει ως τώρα συντηρηθεί μεταξύ των δύο οργανώσεων.
2.     Πολιτική χροιά
Αν και από όσα μπορούμε να γνωρίζουμε, δεν έχει υπάρξει επικοινωνία της ΕΟΚ με την ηπειρωτική χώρα, η πολιτική της χροιά αντιστοιχεί πολύ με την αντίστοιχη της οργάνωσης του ΕΔΕΣ.
 [...]




Ο Γιάννης Σκαλιδάκης είναι ιστορικός και εκπονεί μεταδιδακτορική έρευνα στο Πάντειο Πανεπιστήμιο για την περίοδο της Κατοχής στην Κρήτη.




[1] Η 5η Μεραρχία Κρήτης υπέστη βαριές απώλειες στην Αλβανία και μετά την ήττα εγκαταλείφθηκε στην τύχη της στην Αθήνα, με αποτέλεσμα να θεριστεί από τον λιμό του 1941-42.
[2] Για τις αντιλήψεις της κρητικής κοινωνίας απέναντι στο ελληνικό κράτος και τη μοναρχία αλλά και το ρόλο των τοπικών παραγόντων σε σχέση και με τις επαφές με τον βρετανικό παράγοντα, βλέπε Γιώργος Μαργαρίτης, “Ο μεγάλος πόλεμος της Κρήτης”, στα Πρακτικά του συνεδρίου Μέρες του ’43. Η καθημερινή ζωή στην κατοχική Κρήτη, Ηράκλειο, Εταιρία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, 2012.
[3] Nikos A. Kokonas (επιμ.), The Cretan Resistance 1941-1945. The Official British Report of 1945 together with comments by British Officers who took part in the Resistance, Ρέθυμνο, Γραφοτεχνική Κρήτης, 1992, σ. 159-161.
[4] Το εξωπραγματικό αυτό νούμερο μπορεί να προκύπτει απ’ το ότι ο Μπαντουβάς ισχυριζόταν πως θα μπορούσε να μαζέψει 2.000 άτομα, ενώ σύμφωνα με τον Patrick Leigh Fermor, η δύναμη του ήταν περίπου 160 άτομα. Βλέπε Antony Beevor, Crete – The Battle and the Resistance, Λονδίνο, Penguin Books, 1992, σ. 289.