Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

Η βιβλιογραφία των «δικών της Μόσχας»

(δημοσιεύτηκε στον τόμο "Οι δίκες της Μόσχας" στη σειρά "Οι μεγάλες δίκες" της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας, Φεβρουάριος 2011)





Οι «δίκες της Μόσχας» είναι από εκείνα τα γεγονότα που υπερβαίνουν τις ιστορικές τους διαστάσεις και μετατρέπονται σε σύμβολα μιας περιόδου, μιας κατάστασης πνευμάτων. Σύμβολα που συμπυκνώνουν και ορίζουν την κυρίαρχη σημασιοδότηση της περιόδου. Αυτή η διαδικασία σημασιοδότησης και πρόσληψης που οφείλεται σε μια ισχυρή ιδεολογική χρήση των γεγονότων, ρίχνει αναπόφευκτα τα ίδια τα γεγονότα σε δεύτερο πλάνο καθώς τα σύμβολα έχουν ως βασικό τους γνώρισμα μια καθολικότητα πέρα από την ιστορία.
Σε αυτό το άρθρο θα προσπαθήσουμε να επαναφέρουμε την ιστορικότητα όχι των ίδιων των γεγονότων, που εξιστορούνται αλλού, αλλά των περιγραφών τους στη βιβλιογραφία, πολιτική, επιστημονική ή άλλη. Με αυτόν τον τρόπο, κάνοντας δηλαδή μια γενεαλογία της δημιουργίας της έννοιας «δίκες της Μόσχας», θα διατρέξουμε τα διάφορα στάδια που αυτή πέρασε μέχρι την εν πολλοίς αποκρυστάλλωσή της στις σύγχρονες συνδηλώσεις της. Αυτή η διαδικασία χρωματίζεται σε κάθε περίοδο από τα πολιτικά διακυβεύματά της και εκφράζει τις πολιτικές και ιδεολογικές αντιθέσεις και αντιπαραθέσεις. Βεβαίως η εξέλιξη της ιστορικής έρευνας και οι πηγές που έρχονται σταδιακά στο φως έχουν αποφασιστική σημασία για τη γνώση και την ιστοριογραφική διαμόρφωση των γεγονότων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αποκάλυψη πτυχών της υπόθεσης είναι είτε άμεσα (20ό συνέδριο Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης [ΚΚΣΕ]) είτε έμμεσα (κατάρρευση Σοβιετικής Ένωσης [ΕΣΣΔ] και άνοιγμα αρχείων) αποτέλεσμα της πολιτικής αντιπαράθεσης και σίγουρα εξαρτάται από αυτήν.
Στην πρώτη περίοδο, της διεξαγωγής των δικών και μέχρι το θάνατο του Στάλιν, οι δίκες απασχόλησαν κυρίως τους τροτσκιστικούς κύκλους, που κατήγγειλαν τη «γραφειοκρατία» και τον «σταλινισμό». Μετά το 20ό συνέδριο και την αποσταλινοποίηση, άρχισαν να δημοσιεύονται περισσότερες μαρτυρίες και σε μια ατμόσφαιρα γενικής καταδίκης του σταλινικού καθεστώτος, οι δίκες άρχισαν να παίρνουν μια συμβολική διάσταση του ολοκληρωτικού τρόμου. Στις αμέσως επόμενες δεκαετίες, και εν μέσω Ψυχρού Πολέμου, άνθισε η σοβιετολογία και η κρεμλινολογία και τα γεγονότα άρχισαν να παίρνουν απόσταση από την ιστορία, συχνά με τη βοήθεια ιστορικών· επιστρατεύτηκε η πολιτική φιλοσοφία αλλά και η ψυχολογία, τόσο των μαζών όσο και η ατομική προκειμένου να ερμηνευτεί η «παράνοια» του Στάλιν. Τέλος, με το άνοιγμα των σοβιετικών αρχείων, μπόρεσε επιτέλους η ιστορική έρευνα να αρχίσει να προσεγγίζει με πραγματικούς, κοινωνικούς όρους τα γεγονότα και να προτείνει ερμηνευτικά σχήματα, χωρίς πάντως να έχει αφήσει πίσω της οριστικά τη συνωμοσιολογία και την ψυχοπαθολογία. Ίσως και γιατί ακόμα και με τη Σοβιετική Ένωση παρελθόν, οι κοινωνικές και πολιτικές αντιθέσεις είναι παρούσες και τα παλιά φαντάσματα δεν ξορκίζονται εύκολα.
Το γεγονός και η καταγραφή του
Οι δίκες έγιναν γνωστές από τα ονόματα των κύριων κάθε φορά κατηγορούμενων, Ζηνόβιεφ-Κάμενεφ (Αύγουστος 1936), Πιατακόφ-Ράντεκ (Ιανουάριος 1937) και Μπουχάριν-Ρίκοφ (Μάρτιος 1938) ενώ τα επίσημα ονόματά τους ήταν πολύ πιο εντυπωσιακά: «Υπόθεση του τροτσκιστο-ζηνοβιεφικού τρομοκρατικού κέντρου», «Υπόθεση του αντισοβιετικού τροτσκιστικού κέντρου» και «Υπόθεση του αντισοβιετικού μπλοκ των δεξιών και των τροτσκιστών». Με αυτούς τους τίτλους κυκλοφόρησαν και τα πρακτικά των δικών αυτών, που έγιναν με δημόσιο τρόπο και έτυχαν παρακολούθησης και από ξένους, δημοσιογράφους αλλά και διπλωμάτες. Όπως ήταν φυσικό, από την πρώτη δίκη του 1936 άρχισε και η περιπέτειά τους στη βιβλιογραφία. Η δημοσιογράφος Anna Louise Strong, που έκανε ρεπορτάζ της πρώτης δίκης, ανέφερε ότι επρόκειτο για μια δίκη μοναδική ανάμεσα στις μεγάλες δίκες της ιστορίας, κατέγραψε τις απολογίες των κατηγορουμένων και έκρινε ότι η πιο έντονη εντύπωση ήταν αυτή της ύψιστης ηθικής κατάπτωσής τους, αποτέλεσμα του μίσους τους και της δίψας τους για εξουσία. Μίσους όλων για όλους και ιδιαίτερα για τον μεγάλο απόντα, τον Λέον Τρότσκι.[1]
Όπως φαίνεται από τις επίσημες ονομασίες τους, ο κύριος κατηγορούμενος, αν και απών, ήταν ο Τρότσκι και ο «τροτσκισμός». Ο ίδιος ο Τρότσκι κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε in absentia και στις τρεις δίκες. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο ίδιος ήταν από τους πρώτους που ασχολήθηκαν με τις δίκες της Μόσχας, εντάσσοντάς τες στην πολεμική του κατά του σοβιετικού καθεστώτος, που το είχε ήδη χαρακτηρίσει ως γραφειοκρατικό και θερμιδοριανό.
Ο Τρότσκι έγραψε για τις δίκες κατά τη διάρκειά τους, σύμφωνα και με τον πρόλογό του στο βιβλίο Τα εγκλήματα του Στάλιν, όπου εκθέτει τις απόψεις του για τα γεγονότα. Ξεκίνησε να γράφει στη Νορβηγία και συνέχισε στο Μεξικό όπου και παρουσίασε τα πορίσματά του σε μορφή λόγου προς μια επιτροπή έρευνας που είχε καταφτάσει από τη Νέα Υόρκη για τη διοργάνωση ενός είδους αντι-δίκης.
Η Επιτροπή Dewey συγκροτήθηκε το Μάρτιο του 1937 από την «Αμερικανική Επιτροπή για την Υπεράσπιση του Λέον Τρότσκι» και πήρε το όνομά της από τον πρόεδρό της, τον αμερικανό φιλόσοφο John Dewey. Στο πόρισμά της, που δημοσιεύτηκε με τον χαρακτηριστικό τίτλο Not Guilty, κατέληξε στην αθωότητα του Τρότσκι όσο και των άλλων κατηγορουμένων, από τις κατηγορίες που χαρακτηρίστηκαν προσχηματικές και έωλες. Δημοσιεύτηκαν επίσης τα πρακτικά της διαδικασίας αυτής.[2]
Ο μεγάλος γιός του Τρότσκι, Λεβ Σεντόφ, εξέδωσε στο Παρίσι μια μπροσούρα για την πρώτη δίκη με τίτλο Ερυθρή Βίβλος για τις δίκες της Μόσχας (Le Livre Rouge sur les procès de Moscou) τον Οκτώβριο του 1936. Σε αυτήν αναφέρει ότι η ανάλυση των δικών της Μόσχας είχε ως σκοπό την υπεράσπιση της τιμής του πατέρα του, Τρότσκι, αλλά και του ίδιου, αφού ήταν επίσης κατηγορούμενος. Παρά το ότι ο Σεντόφ ήταν αυτός που διατηρούσε τις επαφές του πατέρα του με τους υποστηρικτές του στην Σοβιετική Ένωση και εξέδιδε το Δελτίο της Αντιπολίτευσης (BjulletenOppozicii), θέλησε στο βιβλίο του να παρουσιαστεί ως αποστασιοποιημένος από την πολιτική. Για τον Σεντόφ, οι δίκες χρειάζονταν στον Στάλιν για την ενδυνάμωση της «βοναπαρτικής γραφειοκρατίας» και για να δοθεί ένα τέλος στην εγχώρια αντιπολίτευση. Με αυτές, η κατηγορία του «τροτσκισμού» αναβαθμιζόταν σε αυτή της «τρομοκρατίας» με τις ανάλογες συνέπειες. Όσον αφορά στο διεθνή περίγυρο, ο Σεντόφ υποστήριζε ότι ο Στάλιν εκτελώντας τους Ζηνόβιεφ-Κάμενεφ έδειχνε στη διεθνή αντίδραση ότι η Σοβιετική Ένωση ξέκοβε με τις επαναστατικές παραδόσεις της Οκτωβριανής Επανάστασης. Σε αυτά προσέθετε την προσωπική ανάγκη του Στάλιν για εκδίκηση απέναντι στους αντιπάλους του στο Κόμμα. Μέσα από αυτό το πρίσμα υποστηρίχτηκε ότι οι δίκες ήταν από χρόνια προσχεδιασμένες και ουσιαστικά το τελικό αποτέλεσμα πολλών άλλων συνωμοσιών ενάντια στην αντιπολίτευση.[3]
Οι δίκες είχαν εξαρχής μεγάλο αντίκτυπο στο εξωτερικό, κυρίως στην Ευρώπη που ζούσε την εποχή των Λαϊκών Μετώπων και την αρχή του εμφυλίου πολέμου στην Ισπανία (Ιούλιος 1936). Η πλειοψηφία της φιλικής προς τη Σοβιετική Ένωση κοινής γνώμης, δεν φαίνεται να δυσπιστεί ως προς τα τεκταινόμενα. Μικρές ήταν οι πολιτικές πρωτοβουλίες που υποστήριξαν τον Τρότσκι και ζήτησαν διεθνή έλεγχο των δικών. Σε αυτή τη βάση συγκροτήθηκε μια «Επιτροπή έρευνας για τη δίκη της Μόσχας και την υπεράσπιση της ελευθερίας της γνώμης στην επανάσταση», με τη συμμετοχή, μεταξύ άλλων, των Μπρετόν, Μπατάιγ, Πρεβέρ, Παζ. Ο γραμματέας της εργατικής σοσιαλιστικής Διεθνούς Φρίντριχ Άντλερ έκανε λόγο για «δίκη μαγισσών». Για το λόγο αυτό, του επιτέθηκε ο γραμματέας της Κομμουνιστικής Διεθνούς Γκεόργκι Ντιμιτρόφ, κατηγορώντας τον ότι έπαιζε το παιχνίδι του φασισμού επιτιθέμενος στη Σοβιετική Ένωση και διχάζοντας τον ενωτικό αγώνα της διεθνούς εργατικής τάξης. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συντάχθηκαν επίσης με τη σοβιετική οπτική ο Χάινριχ Μαν, ο Μαλρό και ο Ρομέν Ρολάν. Το διακύβευμα ήταν το Λαϊκό Μέτωπο, το οποίο κανείς δεν έδειχνε διατεθειμένος να διασπάσει.[4]
Στις 26 Αυγούστου 1936 η Humanité ανήγγειλε την εκτέλεση των 16 «τρομοκρατών τροτσκιστών» ως «πράξη νόμιμης άμυνας» ενάντια σε όσους ετοίμαζαν τη «χιτλερική και γιαπωνέζικη επίθεση ενάντια στη χώρα του σοσιαλισμού». Ο Αραγκόν έκανε λόγο για τον Τρότσκι, «σύμμαχο της Γκεστάπο, διεθνή σαμποτέρ του εργατικού κινήματος». Άλλοι, όπως ο Λεόν Μπλουμ, επιφυλάσσονταν να πάρουν θέση πριν το τέλος των δικών. Μεγάλο μέρος της διανόησης έδειξε απροθυμία να διαλέξει στρατόπεδο· «ούτε σταλινικοί, ούτε τροτσκιστές: αυτές είναι ρωσικές υποθέσεις» ήταν μια δημοφιλής στάση.[5]
Ήδη από την πρώιμη αυτή περίοδο εμφανίστηκαν έργα που προοιώνιζαν τις διαστάσεις που θα μπορούσαν να πάρουν οι δίκες ως σύμβολο ενός καθεστώτος ολοκληρωτικού αλλά και ως έργο ενός παράφρονα Στάλιν. Το 1940, ο Άρθουρ Κέστλερ έγραψε το γνωστό μυθιστόρημά του «Το μηδέν και το άπειρο» (Darkness At Noon)[6]. Το βιβλίο, αν και αλληγορικό, παρέπεμπε καθαρά στις δίκες της Μόσχας. Ο ήρωας του βιβλίου Ρουμπατσόφ, ηγετικό στέλεχος της Επανάστασης, συλλαμβάνεται σε διώξεις και φυλακίζεται. Ανακρίνεται και του ζητιέται να ομολογήσει ψευδώς ότι σχεδίαζε τη δολοφονία του ηγέτη Νο 1 (Στάλιν). Μετά από βασανιστήρια υποκύπτει και ομολογεί δημόσια. Στο τέλος, ο Ρουμπατσόφ εκτελείται. Το βιβλίο είχε μεγάλη επιτυχία και ενέπνευσε, μεταξύ άλλων και τον Όργουελ στη συγγραφή του 1984.
Αλλά και η ερμηνεία των γεγονότων με ψυχολογικούς όρους έκανε την εμφάνισή της ήδη από τότε. Ο πρώην κομμουνιστής δημοσιογράφος Μπορίς Σουβάριν, έγραψε στην εφημερίδα Le Figaro στις 11 Ιουνίου 1937 με αφορμή την καταδίκη Τουχατσέφσκι: «Ο Στάλιν θέλει να απομείνει ο μοναδικός επιζών των συντρόφων εν όπλοις του Λένιν και να έχει γύρω του μόνο μέτριους ανίκανους να κοιτούν τον “ήλιο” κατάματα. Γιατί ο Στάλιν απαιτεί να τον συγκρίνουν με τον ήλιο. Ο λόγος στους ψυχιάτρους».[7]
Το 1949 εκδίδεται η πολιτική βιογραφία του Στάλιν από τον βρετανό τροτσκιστή ιστορικό Ισαάκ Ντόιτσερ. Ο συγγραφέας αμφισβήτησε τη νομιμότητα της διαδικασίας των δικών και επανέλαβε τις ενστάσεις του Σεντόφ. Προσπάθησε δε να ερμηνεύσει τη στάση των κατηγορουμένων και τις ομολογίες τους μέσα από την παράδοση της εσωκομματικής πάλης και το τελετουργικό αυτοκριτικής της κάθε φορά ηττημένης αντιπολίτευσης. Θεωρούσε ότι συνυπήρχε σε αυτούς, αν και σε αντίθεση, η εναντίωση στον Στάλιν και τις μεθόδους του και η υποστήριξη του σοβιετικού καθεστώτος. Όσο για τα κίνητρα διεξαγωγής των δικών, τα απέδιδε στο στόχο του Στάλιν «να καταστρέψει τους άνδρες που αντιπροσώπευαν το ενδεχόμενο μιας εναλλακτικής κυβέρνησης, ίσως όχι μιας, αλλά πολλών». Η δε στιγμή των δικών συνδυαζόταν με εξουδετέρωση της αντιπολίτευσης ενόψει του επικείμενου πολέμου. Παρά την άποψη του για τις δίκες, ο Ντόιτσερ δεν απέκλειε το ενδεχόμενο μιας συνωμοσίας εναντίον της σοβιετικής ηγεσίας, ειδικά από το στρατό υπό τον Τουχατσέφσκι.[8]
Καταδίκη του Στάλιν και αποκατάσταση των κατηγορουμένων
Στο 20ό συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης (ΚΚΣΕ) το Φεβρουάριο του 1956, ο τότε γενικός γραμματέας του κόμματος Νικίτα Χρουστσόφ διάβασε σε κλειστή σύνοδο, –στις 14 του μηνός, τελευταία ημέρα των εργασιών– μια περίφημη, έκτοτε, μυστική έκθεση με τίτλο: «Η προσωπολατρία και οι επιζήμιες συνέπειές της». Σε αυτήν κατήγγειλε ανοιχτά τον προκάτοχό του Ιωσήφ Στάλιν για ένα καθεστώς βίας και τρομοκρατίας με σκοπό την εδραίωση της προσωπικής εξουσίας του. Η επίθεση ήταν εφ’ όλης της ύλης και πράγματι συντάραξε τόσο το κόμμα όσο και την παγκόσμια κοινή γνώμη όταν έγινε γνωστή. Ακόμη κι ένας αυστηρός κριτής του Στάλιν, όπως ο Ντόιτσερ, στη δεύτερη έκδοση της πολιτικής βιογραφίας του, ανέφερε ότι δεν δεχόταν κατά γράμμα τις «αποκαλύψεις» Χρουστσόφ.[9]
Η έκθεση δεν δημοσιεύτηκε στη Σοβιετική Ένωση. Με μη εξακριβωμένο τρόπο, το υποτίθεται μυστικό κείμενο διέρρευσε στη Δύση και δημοσιεύτηκε από το State Department στις 4 Ιουνίου 1956. Τον επόμενο μήνα περιλήφθηκε στην έκδοση The Anti-Stalin Campaign and International Communism, του Ρωσικού Ινστιτούτου του Πανεπιστήμιου Κολούμπια μαζί με τις πρώτες αντιδράσεις από τις ηγεσίες των δυτικών κομμουνιστικών κομμάτων, μεταξύ άλλων του Παλμίρο Τολιάτι, του Πολιτικού Γραφείου του Κ.Κ. Γαλλίας, της Εκτελεστικής Επιτροπής του Βρετανικού Κ.Κ. και της Εθνικής Επιτροπής του Κ.Κ. ΗΠΑ.
Ήταν το εναρκτήριο λάκτισμα για μια σαρωτική επίθεση στην περίοδο Στάλιν, που δεν μπορούσε παρά να περιλαμβάνει και το ζήτημα των δικών της Μόσχας. Ο Χρουστσόφ, στην έκθεσή του έκανε λόγο για αυθαιρεσίες σε βάρος των ηγετικών στελεχών, για σκηνοθετημένες υποθέσεις κατασκοπίας και δολιοφθοράς, για χαλκευμένες ομολογίες και βασανιστήρια. Απέδιδε δε την ευθύνη για όλες τις υποθέσεις προσωπικά στον Στάλιν και στη «νοσηρή καχυποψία» του.[10] Έκτοτε επικρατεί μια γενικά αρνητική αντίληψη προς το πρόσωπο του Στάλιν ειδικά και γενικότερα κατά του καθεστώτος, προσδιορισμένου ως «σταλινικού», ενώ οι αρνητικές συνδηλώσεις του επιθετικού αυτού προσδιορισμού χρησιμοποιούνται πλέον επί παντός επιστητού.
Στη Δύση, στο μέσο του Ψυχρού Πολέμου, η διανόηση, η κοινή γνώμη αλλά και μέρος των ίδιων των κομμουνιστικών κομμάτων, που διαμορφώθηκε στη συνέχεια με το ευρωκομμουνιστικό ρεύμα, απομακρύνθηκαν από τη Σοβιετική Ένωση. Η εικόνα της νικήτριας χώρας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου άρχισε να αντικαθίσταται από αυτήν ενός απάνθρωπου, ολοκληρωτικού καθεστώτος. Άνθισε μια βιβλιογραφία αποκαλύψεων και μαρτυριών για την περίοδο Στάλιν μέσα από μια όσμωση αριστερού και δεξιού αντισοβιετισμού. Από τον Αλεξάντρ Σολτζενίτσιν εκδόθηκε το 1962 στη Σοβιετική Ένωση το έργο Μια ημέρα στη ζωή του Ιβάν Ντενίσοβιτς και το 1973 στη Δύση το Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ. Στην Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης, ο γάλλος ιστορικός Ζαν Ελλενστέιν, υιοθέτησε τις αποκαλύψεις του 20ού και του 22ου συνεδρίου του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης (ΚΚΣΕ) για τις παρατυπίες των δικών και τον βασανισμό των κατηγορουμένων ενώ τόνισε ότι το αποτέλεσμα των γενικότερων διώξεων ήταν αρνητικό για την οικονομική, πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική ζωή της Σοβιετικής Ένωσης.[11] Το 1968 κυκλοφόρησε το έργο του Robert Conquest The Great Terror, ένας χαρακτηριστικός τίτλος που χρησιμοποιήθηκε έκτοτε για την περίοδο. Στο βιβλίο αυτό, που έγινε διάσημο για τον ψυχροπολεμικό του ζήλο καταμέτρησης εκατομμυρίων θυμάτων του σταλινισμού, οι δίκες ήταν ένα μικρό κομμάτι της εκατόμβης.
Στη Σοβιετική Ένωση, η «μυστική έκθεση» σηματοδότησε την αρχή του πρώτου μεγάλου κύματος δημόσιας αποκατάστασης των κατηγορουμένων στις δίκες. Οι ερευνητές απέκτησαν μεγαλύτερη πρόσβαση σε αρχειακό υλικό και άρχισε η έκδοση διαφόρων ντοκουμέντων, στα οποία η παρουσίαση των κατηγορουμένων άφηνε να διαφανεί η έμμεση αποκατάστασή τους. Ήδη το 1957 ο Μιχαήλ Τουχατσέφσκι παρουσιαζόταν ως σημαντικός στρατιωτικός ηγέτης. Η αποκατάσταση των στρατιωτικών ήταν πιο εύκολη μιας και δεν παρουσίαζε ιδιαίτερες ιδεολογικές δυσκολίες. Μια σειρά άλλων, λιγότερο σημαντικών, κατηγορουμένων στις τρεις δίκες άρχισαν να αποκαθίστανται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο και ορισμένες κατηγορίες να αποσύρονται. Ήδη από την έκθεση Χρουστσόφ η δολοφονία Κίροφ έπαψε ουσιαστικά να αποδίδεται στους καταδικασθέντες για αυτήν. Η διαδικασία αυτή επιταχύνθηκε μετά το 22ο συνέδριο του 1961, όπου ο Χρουστσόφ καταφέρθηκε επίσης κατά των Μόλοτοφ, Καγκανόβιτς και Μαλενκόφ,· άρχισαν να αποκαθίστανται και οι ηγετικές μορφές των κατηγορουμένων όπως ο Κρεστίνσκι, ο Πιατακόφ και ο Ράντεκ ενώ από το 1962 αναφέρθηκε η αποκατάσταση του Μπουχάριν,[12] που έγινε τελικά το 1988. Από το 1961, οι σοβιετικοί ιστορικοί είχαν την ευχέρεια να αναφέρονται στους μη αποκατεστημένους κατηγορούμενους χωρίς να χρησιμοποιούν μειωτικούς χαρακτηρισμούς. Ο Ζηνόβιεφ παρουσιάστηκε ευνοϊκά σε ένα κείμενο για το καλοκαίρι του 1917 και μερικά χρόνια αργότερα, όταν το κείμενο αυτό έγινε σενάριο ταινίας, οι Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ απεικονίστηκαν ως στενοί συνεργάτες του Λένιν.
Η επόμενη σοβιετική ηγεσία υπό τον Μπρέζνιεφ, αν και δεν αναθεώρησε τις αποφάσεις του Χρουστσόφ, δεν επέδειξε την ίδια προθυμία καταδίκης της περιόδου Στάλιν και αποκατάστασης των κατηγορουμένων. Μη έχοντας, όπως ο Χρουστσόφ, άμεση συμμετοχή και ευθύνη στα ηγετικά κλιμάκια της περιόδου εκείνης δεν είχε και το άγχος της αποστασιοποίησης και της καταδίκης των διώξεων.[13]
Αναθεωρητισμός και προσπάθειες νέων προσεγγίσεων
Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80 σχεδόν όλοι οι κατηγορούμενοι στις δίκες της Μόσχας και της υπόθεσης Τουχατσέφσκι είχαν αποκατασταθεί. Οι μεγάλες εξαιρέσεις ήταν οι Γιάγκοντα και Γιεζόφ, οι επικεφαλής δηλαδή της NKVD την περίοδο των διώξεων και οι Τρότσκι και Σεντόφ. Παγιώθηκε η άποψη ότι οι δίκες της Μόσχας ήταν προσχηματικές και ότι οι κατηγορούμενοι ήταν γενικά αθώα θύματα συνωμοσίας είτε της NKVD είτε του Στάλιν προσωπικά. Η συναίνεση σε αυτό το συμπέρασμα ήταν μέρος του γενικότερου ιστοριογραφικού παραδείγματος για την ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης (ΕΣΣΔ) τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Το σταδιακό άνοιγμα των αρχείων όμως, που θα κορυφωθεί με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ οδήγησε σε μια πολύ πιο γόνιμη ιστορική ενασχόληση με την περίοδο, που αμφισβήτησε τις προηγούμενες παραδοχές για την παντοκρατορία του Στάλιν ή τη μονολιθικότητα του μπολσεβίκικου κόμματος.
Το 1985 εκδόθηκε το βιβλίο Origins of the Great Purges: The Soviet Communist Party Reconsidered, 1933-1938 από τον ιστορικό J. Arch Getty. Ήταν μια διαφορετική επιστημονική ιστορική προσέγγιση του φαινομένου των διώξεων της δεκαετίας του ’30. Όσον αφορά τους κατηγορούμενους των δικών, ανασύστησε τη δημιουργία του ενωμένου μπλοκ της αντιπολίτευσης το 1932 αν και δεν μπόρεσε να απαντήσει στο ερώτημα της ανάσυρσης της υπόθεσης Κίροφ την άνοιξη του 1936 από την NKVD, με βάση την οποία εισήλθε ο Γιεζόφ στη NKVD δίπλα στον Γιάγκοντα. Περιέγραψε τη διαμόρφωση του κατηγορητηρίου και τον περιορισμένο χαρακτήρα της πρώτης δίκης κατά της αντιπολίτευσης αλλά και την εσωκομματική διαδικασία εξάπλωσης του κατηγορητηρίου. Ο όρος «τροτσκιστής» δεν θα ήταν πλέον συνώνυμος της παλιάς αντιπολίτευσης αλλά γενικώς του χειρότερου είδους εχθρού. Ο Γκέτι αμφισβήτησε την εικόνα ενός παντοδύναμου Στάλιν δείχνοντας τις αμφιταλαντεύσεις του, π.χ. ως προς τον Μπουχάριν, και τις πιέσεις που δεχόταν από μια ριζοσπαστική πτέρυγα υπό τους Μόλοτοφ και Γιεζόφ.[14]
Παρουσίασε αναλυτικά την κρίσιμη Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης (ΚΚΣΕ) το Φεβρουάριο του 1937 και τον αντίκτυπό της στον κομματικό μηχανισμό ενόψει των εκλογών του 1937. Οι εκλογές που η κεντρική εξουσία ήθελε να επιβάλει προσέκρουαν στα συμφέροντα των τοπικών αρχών. Στο Λένινγκραντ, το 40% των εκλεγμένων γραμματέων (2.890 άτομα) ήταν νέοι. Μέσα σε αυτό το κλίμα διώξεων τόσο της παλιάς αντιπολίτευσης όσο και της κομματικής γραφειοκρατίας διεξήχθησαν και οι άλλες δίκες.[15]
Στη Γαλλία, ο Fred Schrader, στο άρθρο του «Autour des procès de Moscou 1936-1937 : ambigüités sociales des discours politiques» το 1986 έθετε τις δίκες μέσα στο πλαίσιο επαγρύπνησης του κόμματος και τόνιζε την τάση των εκκαθαρίσεων προς τον ίδιο το γραφειοκρατικό μηχανισμό. Οι κατηγορούμενοι ήταν η αναγκαία προσωποποίηση του «εχθρού του λαού», χρειαζόταν δηλαδή ένας πολιτικός προσδιορισμός ενός κοινωνικού προβλήματος: μιας ανοργάνωτης αλλά πραγματικής κοινωνικής αντίστασης ενάντια στο κόμμα και στο κράτος. Η κεντρική διοίκηση στην προσπάθειά της να δώσει πολιτική και νομική λύση σε κοινωνικές αντιθέσεις, έχει ανάγκη να προσωποποιήσει τον εχθρό, δίνοντάς του το όνομα του «τροτσκισμού».[16]
Η δυτική ιστοριογραφία όμως κινούνταν στον αστερισμό ενός ιδεολογικού αναθεωρητισμού που πάσχιζε να ταυτίσει τον κομμουνισμό με το φασισμό. Αποκορύφωμα της συλλογιστικής αυτής ήταν το μπεστ σέλερ Η μαύρη βίβλος του κομμουνισμού που κυκλοφόρησε από ομάδα ιστορικών στη Γαλλία το 1997. Το έργο δέχτηκε σοβαρές κριτικές ακόμα και από ορισμένους από τους συμμετέχοντες στη συγγραφή του για την εισαγωγή στην οποία γινόταν λόγος για 100 εκατομμύρια θύματα του κομμουνισμού. Μέσα σε αυτό το δεδηλωμένο αντικομμουνιστικό πλαίσιο, οι δίκες παρουσιάζονταν μέσα στο γενικότερο πλαίσιο των διώξεων της περιόδου ’36-’38. Ουσιαστικά ήταν μια σύνθεση της ως τότε βιβλιογραφίας, συμπεριλαμβανομένου και του Conquest, επιμένοντας στην κεντρική διεύθυνση των διώξεων από το Πολιτικό Γραφείο και τον Στάλιν προσωπικά, που στόχευε στην αντικατάσταση της δημόσιας διοίκησης από αφοσιωμένα σε αυτόν στελέχη και στην εξάλειψη των «κοινωνικά επικίνδυνων στοιχείων».[17]
Από τους συντελεστές της μαύρης βίβλου, ο Nicolas Werth είχε γράψει για τις δίκες στο ομώνυμο βιβλίο του Les Procès de Moscou : 1936-1938 το 1987. Σε αυτήν τη μονογραφία, ο Werth περιγράφει την εγκαθίδρυση μιας νέας ηγετικής ομάδας υπό τον Στάλιν, η οποία στην προσπάθεια επιβολής της και εφαρμογής της πολιτικής της επιτίθεται στη «γραφειοκρατία» αλλά και στο «σαμποτάζ», έννοιες με εύρος τέτοιο που μπορούν να συμπεριλάβουν και την κοινωνική αντίθεση στο καθεστώς. Τα αδιέξοδα αυτής της επίθεσης οδηγούν στην πολιτικοποίησή της ενάντια στους παλιούς εχθρούς της αντιπολίτευσης, που αναβαπτίζονται ως νέοι και επικίνδυνοι αντίπαλοι. Η πολιτική αυτή σύγκρουση ξεπερνά τις όποιες νομικές διαστάσεις των δικών και ανοίγει το δρόμο για εκατοντάδες άλλες δίκες τοπικών αξιωματούχων.[18]
Βασιζόμενος σε παλιότερες πηγές, κυρίως μαρτυρίες, ασχολήθηκε με το ζήτημα των δικών και ο βρετανός ιστορικός Geoffrey Hosking, στην Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης που έγραψε το 1985. Προσπάθησε κυρίως να ερμηνεύσει το ζήτημα των ομολογιών των κατηγορουμένων παρουσιάζοντας το «σταλινικό» νομικό σύστημα, τις αντιλήψεις των κατηγορουμένων για το Κόμμα και τις μεθόδους ανάκρισης της NKVD. Και για τον Hosking, εντέλει όλα πήγαζαν από τον ίδιο τον Στάλιν και τη θέλησή του να καταστρέψει και εξευτελίσει όλους όσοι τον είχαν αντιπολιτευτεί ενώ δεν μπορούσε να αντέξει την παρουσία των συντρόφων του Λένιν.[19]
Άνοιγμα αρχείων, νέες και παλιές ερμηνείες
Την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης ακολούθησε ένα άναρχο άνοιγμα των αρχείων της, που έφερε τους ερευνητές μπροστά σε ένα νέο πρόβλημα: η έλλειψη αρχειακού υλικού έγινε σε μια νύχτα μια πληθώρα αρχείων. Ακαδημαϊκά ιδρύματα, κυρίως από τις ΗΠΑ, άντλησαν από αυτό το υλικό, η προσδοκία όμως επιβεβαίωσης της φύσης του σοβιετικού καθεστώτος, όπως αυτό περιγραφόταν από τη δυτική σοβιετολογία δεν ευοδώθηκε. Μια πολύ πιο περίπλοκη και πλούσια κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα ήρθε στο φως και πολλά ερωτήματα φωτίστηκαν –όχι όμως όλα.
Στην Κρατική Αρχειακή Υπηρεσία της Ρωσίας λειτουργεί το Ρωσικό Κέντρο Διάσωσης και Μελέτης των Τεκμηρίων της Σύγχρονης Ιστορίας (RTsKhlDNI), όπου και φυλάσσονται τα ντοκουμέντα του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης (ΚΚΣΕ) της περιόδου. Το Μάρτιο του 1999 το RTsKhlDNI ενώθηκε με το αρχείο της Κομσομόλ και ονομάσθηκε Ρώσικο Κρατικό Αρχείο Κοινωνικής και Πολιτικής Ιστορίας (RGASPI).
Με βάση αυτά πλέον, ο ιστορικός J. Arch Getty μαζί με τον Όλεγκ Ναούμοφ προχώρησαν το 1999 στην κριτική έκδοση ντοκουμέντων υπό τον γενικό τίτλο The Road to Terror. Stalin and the Self-Destruction of the Bolsheviks, 1932-1939. Τα έγγραφα αυτά, προερχόμενα κυρίως από τα κεντρικά αρχεία του Κόμματος, δείχνουν –σύμφωνα με τους συγγραφείς– τον τρόπο σκέψης, τις αντιλήψεις και τις παραστάσεις του ηγετικού κύκλου των μπολσεβίκων, σε μια προσπάθεια επαναφοράς των γεγονότων στην ιστορικότητά τους. Οι συγγραφείς στέκονται επίσης ιδιαίτερα κριτικά απέναντι στις μαρτυρίες –κυρίως αντιφρονούντων προς το καθεστώς– που υπήρξαν οι κύριες πηγές της πρότερης ιστοριογραφίας. Αναπτύσσουν την άποψη της αντίθεσης μεταξύ της ανώτερης βαθμίδας του Κόμματος υπό τον Στάλιν με μια αναπτυσσόμενη νομενκλατούρα. Σε αυτή τη σύγκρουση, η έννοια του «τροτσκισμού» άλλαζε νόημα ανάλογα με τις πολιτικές συμμαχίες και τη συγκυρία. Μετά την πρώτη δίκη, η έννοια δεν χαρακτήριζε πλέον τα μέλη της παλιάς αντιπολίτευσης αλλά τα ενεργά μέλη του οικονομικού μηχανισμού με τυχόν ύποπτο παρελθόν και από το 1937 πλέον ο καθένας μπορούσε να κατηγορηθεί ως «τροτσκιστής» ή «μπουχαρινικός». Σύμφωνα με τους συγγραφείς, ο πανικός που κατέβαλε την ηγετική ομάδα στο ενδεχόμενο μη ελέγχου της χώρας σε περίπτωση πολέμου οδήγησε στην ανατίναξη του πολιτικού συστήματος. Δεν υπήρχε ένα μεγάλο προσχεδιασμένο πλάνο τρομοκρατίας αλλά μάλλον μια πορεία με σκαμπανεβάσματα, αποτυχίες και αλλαγές. Επαναφέροντας την έννοια της πολιτικής, η παγιωμένη εικόνα ενός παντοδύναμου Στάλιν αντικαθίσταται από αυτή ενός συστήματος αποτελούμενου από τα μέλη των ανώτερων κλιμακίων, Πολιτικού Γραφείου και Κεντρικής Επιτροπής, ισχυρούς γραμματείς κεντρικών και τοπικών οργανώσεων, επαγγελματικά στελέχη και απλά μέλη. Κάθε ομάδα και στρώμα είχε τα δικά της συμφέροντα να υπερασπιστεί απέναντι στους από πάνω και στους από κάτω από αυτήν.[20]
Με βάση το αρχειακό υλικό αλλά και ενάντια στις ερμηνείες της προηγούμενης ιστοριογραφίας ως προς το ζήτημα των διωγμών της δεκαετίας του ’30, σημειώθηκε και μια –μικρή σε εμβέλεια– κίνηση υπεράσπισης των επιλογών του σοβιετικού καθεστώτος και αποκατάστασης του Στάλιν. Η τάση αυτή δεν απεγκλωβίστηκε από μια προσωποκεντρική αφήγηση γύρω από τον Στάλιν, απλά της έδινε ένα θετικό πρόσημο. Μια συνθετική προσπάθεια με τον τίτλο Μια άλλη ματιά στον Στάλιν έγινε από τον Ludo Martens, βέλγο ιστορικό και τότε (1994) πρόεδρο του Κόμματος Εργατών Βελγίου (PTB). Για την περίοδο ’36-’38, ο Martens κάνει μια ανασκόπηση των κριτικών κατά του καθεστώτος θέλοντας να αποκαλύψει τα αντικομμουνιστικά τους κίνητρα και να αποδείξει λαθροχειρίες. Για τις δίκες επαναφέρει τα αποδεικτικά στοιχεία προσπαθώντας να δείξει τη βασιμότητά τους, την ανατρεπτική δράση του Τρότσκι και των οπαδών του, την εμπλοκή του Μπουχάριν σε συνωμοσίες και τον κίνδυνο που απέρρεε από τις μιλιταριστικές και βοναπαρτιστικές τάσεις στον Κόκκινο Στρατό.[21] Ο αμερικανός ιστορικός Grover Furr με τη σειρά του τοποθετείται θετικά για την περίοδο Στάλιν και υποστηρίζει σε πρόσφατο πολυσέλιδο άρθρο του ότι πράγματι ο Τρότσκι συνωμότησε με τη Γερμανία και την Ιαπωνία κατά της Σοβιετικής Ένωσης (ΕΣΣΔ), όπως κατηγορήθηκε στη δεύτερη και τρίτη δίκη της Μόσχας.[22]
Έτσι, παρά το υλικό αλλά και την υπάρχουσα ήδη βιβλιογραφία που τοποθέτησε τις δίκες μέσα σε ένα ιστορικό πλαίσιο –οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό, εσωτερικό και διεθνές­– δεν έπαψε να αναπαράγεται μια ιστοριογραφία που επιμένει να περιστρέφει τα ιστορικά γεγονότα γύρω από τις διαθέσεις του Στάλιν. Η μεσοπολεμική ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης μετατρέπεται με αυτόν τον τρόπο σε ένα από τα ελάχιστα πλέον πεδία μιας ιστορίας προσωπικοτήτων. Για τον Moshe Lewin, στο έργο του The Soviet Century, οι διώξεις έγιναν διότι ο Στάλιν ήθελε να σβήσει μια ολόκληρη ιστορική περίοδο και να ξεφορτωθεί όσους ήξεραν ποιος είχε κάνει τι.[23] Σύμφωνα δε με τον βιογράφο του Στάλιν, Hiroaki Kuromiya, αυτός έβλεπε παντού κατασκόπους έχοντας μια εμμονή μαζί τους. Οι διώξεις πάντως συνδέονταν με την προετοιμασία για τον επικείμενο πόλεμο, όπως μαρτυρούσαν τόσο οι συνεργάτες του Στάλιν (Μόλοτοφ, Καγκανόβιτς) όσο και θύματα αυτής της πολιτικής.[24] Για έναν άλλο βιογράφο του, τον Robert Service, «Αυτός [ο Στάλιν] και κανένας άλλος ήταν ο αρχιτέκτονας των φυλακίσεων, των βασανιστηρίων, της καταναγκαστικής εργασίας και της θανατικής ποινής. Προσέφυγε στον τρόμο στη βάση των μπολσεβίκικων δογμάτων και των πρότερων σοβιετικών τακτικών». Και συνεχίζει παραπέμποντας στον Conquest: «Επίσης στράφηκε σε αυτόν λόγω μιας εσώτερης ψυχολογικής παρόρμησης».[25] Επειδή το θέμα διεθνώς πουλάει και το είδος της βιογραφίας ιστορικών-πολιτικών προσώπων είναι πιο προσιτό από τα καθεαυτό ιστορικά έργα, οι βιογραφίες του Στάλιν, όπου ανακυκλώνονται τα παραπάνω συμπεράσματα, είναι αρκετές και αυξάνονται.
Συμπερασματικά, η ιστοριογραφία των δικών της Μόσχας έχουν τη δική τους ιστορικότητα, στενά συνδεδεμένη με τις έντονες πολιτικές διακυμάνσεις που προέκυψαν στην ιστορία της πρώτης προσπάθειας σοσιαλιστικής οικοδόμησης στον 20ό αιώνα. Αν και πολλά στοιχεία έχουν έρθει στο φως και υπάρχει η αναγκαία ιστορική απόσταση, η ιστοριογραφία της περιόδου δεν έχει εδραιώσει σχήματα και ερμηνείες με κοινωνικούς όρους και συνεχίζουν να επικρατούν και να αναπαράγονται ψυχροπολεμικές εκδοχές. Είναι απολύτως λογικό τα γεγονότα αυτά, που ήταν μέρος μιας ακραίας φάσης κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων στη Σοβιετική Ένωση –ενόψει μάλιστα μιας κατακλυσμιαίας πολεμικής σύγκρουσης κόσμων– να μην μπορούν εύκολα να γίνουν αντικείμενο ψύχραιμης ιστορικής ερμηνείας. Ίσως από μια άποψη, να είναι ακόμη νωρίς για κάτι τέτοιο. Η ερευνητική σκαπάνη πάντως δουλεύει ακούραστα προσφέροντας το υλικό της. Αυτό που λείπει ίσως είναι να τεθούν τα σωστά ερωτήματα.
Ενδεικτική βιβλιογραφία
Βιβλία
Συλλογικό, Le livre noir du communisme, Παρίσι, Robert Laffont, 1997 [ελλ. έκδοση: Συλλογικό, Η μαύρη βίβλος του κομμουνισμού, Αθήνα, Εστία, 2001].
Νικήτα Χρουστσόφ, Η «μυστική έκθεση» στο 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ. Η προσωπολατρία και οι επιζήμιες συνέπειές της, Αθήνα, Θεμέλιο, 1989.
Robert Conquest, The Great Terror: Stalin's Purge of the Thirties, Λονδίνο, Macmillan, 1968.
Isaac Deutscher, Stalin: A political biography, Νέα Υόρκη & Λονδίνο, Oxford University Press, 1949 [ελλ. έκδοση: Ισαάκ Ντώυτσερ, Σταλιν: Πολιτική βιογραφία, 2 τόμοι, Αθήνα, Χρησμός, 1971].
John Dewey, The Case of Leon Trotsky: Report of the Hearings in the Charges Made Against Him in the Moscow Trials by the Preliminary Commission of Inquiry, Νέα Υόρκη, 1937.
John Dewey, Not Guilty: Report of the Commission of Inquiry into the Charges Made Against Leon Trotsky in the Moscow Trials, Νέα Υόρκη, 1937.
Jean Elleinstein, Histoire de l’U.R.S.S., 4 τόμοι, Παρίσι, Editions Sociales, 1972-75 [ελλ. έκδοση: Ζαν Ελλεστέιν, Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης, 2 τόμοι, Αθήνα, Θεμέλιο, 1980 (β΄ έκδοση)].
J. Arch Getty, Origins of the Great Purges: The Soviet Communist Party Reconsidered, 1933-1938, Νέα Υόρκη, Cambridge University Press, 1996 [1985].
J. Arch Getty & Oleg V. Naumov, The Road to Terror. Stalin and the Self-Destruction of the Bolsheviks, 1932-1939, Νιού Χέιβεν & Λονδίνο, Yale University Press, 1999.
Geoffrey Hosking, A History of the Soviet Union, Λονδίνο, Fontana Press, 1990 [1985].
Albert E. Kahn, Michael Sayers, The Great Conspiracy - The Secret War Against Soviet Russia, Βοστόνη, Little, Brown, and Company, 1946.
Hiroaki Kuromiya, Stalin, Λονδίνο, Pearson, 2005
Moshe Lewin, The Soviet Century, Λονδίνο, Verso, 2005.
Ludo Martens, Un autre regard sur Staline, Αμβέρσα, EPO, 1994 [ελλ. έκδοση: Λούντο Μάρτενς, Μια άλλη ματιά στον Στάλιν, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 1997].
Lev Sedov, Le Livre Rouge sur les procès de Moscou, Παρίσι, Editions Populaires, 1936.
Robert Service, Stalin: a biography, Macmillan, 2004.
The Anti-Stalin Campaign and International Communism, The Russian Institute, Columbia University Press, 1956.
Nicolas Werth, Les Procès de Moscou : 1936-1938, Βρυξέλλες, Editions Complexe, 2006 [1987].
Άρθρα
Grover Furr, “Evidence of Leon Trotsky’s Collaboration with Germany and Japan” στο ηλεκτρονικό περιοδικό Cultural Logic, 2009.
J. Arch Getty, “Afraid of Their Shadows: The Bolshevik Recourse to Terror, 1932-1938” στο Stalinismus vor dem Zweiten Weltkrieg. Neue Wege der Forschung, ed. Manfred Hildermeier - Elisabeth Mueller-Luckner, Μόναχο, 1998.
Charles Jacquier, « La gauche française, Boris Souvarine et les procès de Moscou », στο Revue d’histoire modern et contemporaine, t. 45e, No 2 (Apr.-Jun., 1998), σσ. 451-465.
Fred E. Schrader, « Autour des procès de Moscou 1936-1937: ambigüités sociales des discours politiques », στο Matériaux pour l’histoire de notre temps. L’année 1936 dans le monde, No 7-8 (1986), σσ. 41-43.
Jane P. Shapiro, “Soviet Historiography and the Moscow Trials: After Thirty Years”, Russian Review, Vol. 27, No 1 (Jan., 1968), σσ. 68-77.
Anna Louise Strong, “The Terrorists’ Trial”, Soviet Russia Today, Vol. 5, No 8 (Oct., 1936). [αναδημοσίευση στο http://neworleans.media.indypgh.org/ uploads/2007/02/ the_ terrorists_trial_15feb07.pdf]



[1] Cf. Anna Louise Strong, «The Terrorists’ Trial», Soviet Russia Today, Vol. 5, No 8 (Oct. 1936).
[2] Cf. John Dewey, Not Guilty: Report of the Commission of Inquiry into the Charges Made Against Leon Trotsky in the Moscow Trials, New York 1937. Id., The Case of Leon Trotsky: Report of the Hearings in the Charges Made Against Him in the Moscow Trials by the Preliminary Commission of Inquiry, New York 1937.
[3] Το βιβλίο του Σεντόφ υπάρχει στο διαδίκτυο, στην ιστοσελίδα http://www.marxists.org/history/etol/writers/sedov/works/red/index.htm.
[4] Cf. Fred E. Schrader, « Autour des procès de Moscou 1936-1937: ambigüités sociales des discours politiques », Matériaux pour l’histoire de notre temps. L’année 1936 dans le monde, No 7-8, 1986, p. 41.
[5] Cf. Charles Jacquier, « La gauche française, Boris Souvarine et les procès de Moscou », Revue d’histoire modern et contemporaine, 45, No 2, avril - juin 1998, p. 457.
[6] Το αρχικό κείμενο, που χάθηκε, ήταν στα γερμανικά με τίτλο Sonnenfinsternis. Στα αγγλικά μεταφράστηκε από την Daphne Hardy, που ζούσε με τον Κέστλερ στο Παρίσι την εποχή εκείνη. Στην Ελλάδα εκδόθηκε το 1960 από τις εκδόσεις Γαλαξίας σε μετάφραση Αλέξανδρου Κοτζιά.
[7] Cf. Charles Jacquier, «La gauche française, Boris Souvarine et les procès de Moscou», op. cit., p. 463. Ο Ουκρανός Μπόρις Σουβάριν υπήρξε κατά σειρά σοσιαλιστής, κομμουνιστής, εκπρόσωπος του γαλλικού ΚΚ στην Κομιντέρν, φιλικά προσκείμενος στον Τρότσκι, στην αριστερή αλλά και στη δεξιά αντιπολίτευση στην ΕΣΣΔ και μετά τον πόλεμο υποστήριξε μεταρρυθμιστικές πολιτικές και ασχολήθηκε με την καταπολέμηση του «σταλινισμού».
[8] Cf. Ισαάκ Ντώυτσερ, Στάλιν: Πολιτική βιογραφία, 2ος τόμος, Αθήνα, Χρησμός, 1971, pp. 356-361.
[9] Ibid., 1ος τόμος, Εισαγωγή στη 2η έκδοση (1966), p. Χ.
[10] Cf. Νικήτα Χρουστσόφ, Η «μυστική έκθεση» στο 20ο συνέδριο του ΚΚΣΕ. Η προσωπολατρία και οι επιζήμιες συνέπειές της, Θεμέλιο, Αθήνα 1989, pp. 43-53.
[11] Cf. Ζαν Ελλεστέιν, Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης, 1ος τόμος, Θεμέλιο, Αθήνα 1980, p. 3792.
[12] Cf. Jane P. Shapiro, «Soviet Historiography and the Moscow Trials: After Thirty Years», Russian Review, Vol. 27, No 1, Jan. 1968, pp. 70-75.
[13] Ibid., p. 77.
[14] Cf. J. Arch Getty, Origins of the Great Purges: The Soviet Communist Party Reconsidered, 1933-1938, Cambridge University Press, New York 1996, pp. 121-127.
[15] Ibid., pp. 153-158, 188.
[16] Cf. Fred E. Schrader, «Autour des procès de Moscou 1936-1937: ambigüités sociales des discours politiques», op. cit., pp. 42-43.
[17] Cf. Le livre noir du communisme, συλλογικό, Robert Laffont, Paris 1997, pp. 206-225.
[18] Cf. Nicolas Werth, Les Procès de Moscou : 1936-1938, Editions Complexe, Bruxelles 2006, pp. 138, 179-188.
[19] Cf. Geoffrey Hosking, A History of the Soviet Union, Λονδίνο, Fontana Press, 1990, pp. 183-197.
[20] Cf. J. Arch Getty - Oleg V. Naumov, The Road to Terror. Stalin and the Self-Destruction of the Bolsheviks, 1932-1939, Yale University Press, 1999, pp. 569-583.
[21] Cf. Λούντο Μάρτενς, Μια άλλη ματιά στον Στάλιν, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1997, pp. 203-261.
[22] Cf. Grover Furr, «Evidence of Leon Trotsky’s Collaboration with Germany and Japan» στο ηλεκτρονικό περιοδικό Cultural Logic, 2009 (http://clogic.eserver.org/2009/Furr.pdf).
[23] Cf. Moshe Lewin, The Soviet Century, Verso, London 2005, p. 98.
[24] Cf. Hiroaki Kuromiya, Stalin, Pearson, London 2005, pp. 122-128.
[25] Cf. Robert Service, Stalin: a biography, Macmillan, 2004, p. 347.

2 σχόλια:

  1. Δύσκολο θέμα είναι η αλήθεια. Θα μπορούσαμε όμως να αντλήσουμε αρκετά θετικά εναύσματα (κριτικά και καλοπροαίρετα πάντα) από αυτό το ένθετο. Με εξαίρεση ομως -και θα μου επιτρέχεις να το πω- το άρθρο του Α. Δάγκα, το οποίο βρίκα επιεικώς απαράδεκτο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αν κρίνουμε τα γεγονότα από ιστορική σκοπιά, παραδεχτούμε και την ιδεολογική χρήση τους και το ότι πολλά δεν γνωρίζουμε ακόμα, υπάρχει ακόμα πολύς δρόμος. Το ένθετο ήταν νομίζω ενδιαφέρον και ξέφευγε τουλάχιστον από την πεπατημένη της εγκληματολογίας, εκσυγχρονισμένης και μη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή