Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

Οπλαρχηγοί και αντάρτες του Ζέρβα

δημοσιεύτηκε στις Αναγνώσεις της Αυγής της Κυριακής, 1 Δεκεμβρίου 2013.

Βαγγέλης Τζούκας, Οι οπλαρχηγοί του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο 1942-44. Τοπικότητα και πολιτική ένταξη, Αθήνα, Εστία, 2013.



Κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό, από τις εκδόσεις Εστία, η μελέτη του Βαγγέλη Τζούκα για τους οπλαρχηγούς του ΕΔΕΣ (Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμός), της αντιστασιακής οργάνωσης με επικεφαλής τον απότακτο αντισυνταγματάρχη Ναπολέοντα Ζέρβα. Πρόκειται για επεξεργασμένη μορφή της διδακτορικής διατριβής του συγγραφέα στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Στο βιβλίο παραλείπονται τα αποσπάσματα που αφορούν την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου, που ευελπιστούμε να μας παρουσιάσει ο συγγραφέας σε χωριστή μελέτη.
Η κυκλοφορία ενός βιβλίου «για τον ΕΔΕΣ» αφυπνίζει τα αντανακλαστικά των ασχολούμενων με την ταραγμένη δεκαετία του 1940 και επαναφέρει τα κεντρικά ερωτήματα που συνοδεύουν αυτήν την οργάνωση: Έκανε αντίσταση ο ΕΔΕΣ; Ποιος ευθύνεται για τις συγκρούσεις ΕΛΑΣ-ΕΔΕΣ τον Οκτώβριο του 1943; Ποια η σχέση του Ζέρβα με τους Άγγλους και με τους Γερμανούς; Τελικά, ο συγγραφέας πώς τοποθετείται; Είναι υπέρ ή κατά του ΕΔΕΣ;
Η μελέτη του Βαγγέλη Τζούκα όμως δεν είναι «για τον ΕΔΕΣ» - η οργάνωση  αυτή -και συγκεκριμένα η ένοπλη εκδοχή της- είναι η μελετούμενη περίπτωση για την κατανόηση ενός ευρύτερου φαινομένου, των διεργασιών ένταξης των παραδοσιακών κοινοτήτων στο νεωτερικό εθνικό κράτος μέσα από τα κατακλυσμιαία γεγονότα της δεκαετίας του 1940 στην Ελλάδα. Πώς δηλαδή, στην περίπτωσή μας, λειτούργησε ο ΕΔΕΣ ως μηχανισμός μετασχηματισμού παραδοσιακών νοοτροπιών και πρακτικών σε νεωτερικά πολιτικά προτάγματα: στην ταυτότητα του «εδεσίτη αντάρτη» και από εκεί στην παράταξη της Δεξιάς.
Ο συγγραφέας «ξαναδιαβάζει» την ιστορία της περιόδου, με τη σκευή τόσο του κοινωνιολόγου όσο και του ιστορικού, δίνοντας βάρος στις «από τα κάτω» διεργασίες. Εκεί όπου οι κεντρικές πολιτικές αποφάσεις, δηλαδή του Ζέρβα και των Βρετανών για ένοπλη Αντίσταση, υλοποιούνται μέσα από τη συνάντησή τους με τις τοπικές νοοτροπίες, τις πραγματικές και πλασματικές σχέσεις συγγένειας, τη ληστεία και τη ζωοκλοπή, την κουλτούρα ανυπακοής στην κεντρική εξουσία και την οικονομία της βίας.
Όλα τα παραπάνω δεν είναι αποστειρωμένα και αποκομμένα από τη γενική ιστορία της περιόδου. Το πρώτο κεφάλαιο είναι μια ευσύνοπτικη εισαγωγή στο γενικότερο ιστορικό πλαίσιο με βάση τη βιβλιογραφία και τη βαθιά γνώση του συγγραφέα. Σε σαραντα πέντε σελίδες παρουσιάζεται η διαδικασία ίδρυσης του ΕΔΕΣ και ο τρόπος που ο Ζέρβας μεταβαίνει στην Ήπειρο, οι σχέσεις της οργάνωσης με το ΕΑΜ, με τον βρετανικό παράγοντα και η πολιτική στροφή του Ζέρβα, οι τοπικές συμμαχίες και η ματιά στις μεταπολεμικές εξελίξεις, η κρίσιμη σύγκρουση ΕΛΑΣ-ΕΟΕΑ (Εθνικές Ομάδες Ελλήνων Ανταρτών, η στρατιωτική μορφή του ΕΔΕΣ) τον Οκτώβριο του 1943, η αντιστασιακή δράση του ΕΔΕΣ και οι ενδείξεις για επαφές Ζέρβα-Γερμανών και τέλος η κατάσταση στην Ήπειρο κατά τα Δεκεμβριανά και ως τη Συμφωνία της Βάρκιζας.
Το κυρίως μέρος του βιβλίου αποτελείται από τα υπόλοιπα τέσσερα κεφάλαια, που παρουσιάζουν τις διαδικασίες σχηματισμού ένοπλων σωμάτων του ΕΔΕΣ αντίστοιχα στις περιοχές Ξηροβουνίου, Λάκκας Σουλίου, Ραδοβιζίου και Τζουμέρκων. Οι περιοχές αυτές, παρά τις διαφορές τους (π.χ. τα Τζουμέρκα είναι πιο ανεπτυγμένα οικονομικά και κοινωνικά), έχουν κοινά πολιτισμικά στοιχεία, που οφείλονται τόσο σε γεωφυσικούς παράγοντες όσο και στην ιστορία ένταξής τους στο ελληνικό κράτος. Σε μεγάλο βαθμό παραμένουν βαθιά παραδοσιακές κοινωνίες, με τις αντίστοιχες σχέσεις με την αγορά και το κράτος, έντονη τοπική ταυτότητα και ανάλογη οργάνωση και κουλτούρα. Είναι σε μεγάλο βαθμό υπανάπτυκτοι κοινωνικοί χώροι, όπου κυριαρχεί η πατριαρχία, ο αναλφαβητισμός, η οικονομία αυτοκατανάλωσης αλλά και η ληστεία. Σε αυτούς τους χώρους θα αναγκαστεί ο Ζέρβας να οικοδομήσει την οργάνωσή του.
Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η παρουσίαση αυτής της διαδικασίας, όπου συναντιέται η τοπική αυτονομία με την οργάνωση ενός σχηματισμού με νεωτερικά πολιτικά προτάγματα. Σε μεγάλο βαθμό η συνάντηση γίνεται στο παραδοσιακό περιβάλλον, π.χ. με ένα «δυαδικό συμβόλαιο» αμοιβαιότητας μεταξύ του επικεφαλής της οργάνωσης και του τοπικού οπλαρχηγού, μια συμφωνία που στηρίζεται στο «λόγο», στη «μπέσα» (σελ. 179). Στο σημείο αυτό συναντούμε τον τίτλο του βιβλίου και γνωρίζουμε τους τοπικούς οπλαρχηγούς, τον Αλέκο Παπαδόπουλο, τους Κολιοδημητραίους, τον Καραμπίνα και τον Βόιδαρο και τους υπόλοιπους. Δεν είναι σαφές στον μη ειδικό αναγνώστη αλλά τα σώματα αυτά δεν είναι μια περιφερειακή δυναμη του ένοπλου ΕΔΕΣ, των ΕΟΕΑ, αλλά οι βασικές και μαχητικότερες δυνάμεις του. Η διαδικασία συγκρότησης τους και ένταξή τους στον ΕΔΕΣ είναι, σε κάθε περίπτωση, μια επιβεβαίωση και εμπλουτισμός του σχήματος του συγγραφέα για τη σχέση τοπικότητας και πολιτικής ένταξης. Οι αναπόφευκτες επαναλήψεις στην περιγραφή αυτής της διαδικασίας, λόγω της δομής του βιβλίου, μας βοηθούν να εμπεδώσουμε και να συμμεριστούμε τα πορίσματα του συγγραφέα.
Εδώ θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι οι διαδικασίες αυτές, αγκιστρωμένες στο πολιτισμικό περιβάλλον των οπλαρχηγών και των σωμάτων τους, οδηγούν στη συγκρότηση αρχικά ενός αντάρτικου «του Ζέρβα» και όχι τόσο «του ΕΔΕΣ». Και αυτό, ως ένα σημείο φαίνεται να οφείλεται σε αντικειμενικούς παράγοντες αλλά από κει και πέρα σε μια επιλογή του ίδιου του αρχηγού, για λόγους που άπτονταν τόσο των κατοχικών όσο και των μεταπολεμικών εξελίξεων. Στη σελίδα 183 περιγράφεται με σαφήνεια η δομή του στρατιωτικού σκέλους του ΕΔΕΣ. Η δομή αυτή ήταν «αυστηρά προσωποπαγής», καθώς ο Ζέρβας προσωπικά επικοινωνούσε με τους «οπλαρχηγούς» του και τους ενίσχυε οικονομικά. Οι τελευταίοι, με τη σειρά τους, ήταν υπεύθυνοι για την τροφοδοσία και την κινητοποίηση των ένοπλων ομάδων τους. Συμβολικά, ο όρκος δινόταν ενίοτε προς τον αρχηγό και όχι προς την οργάνωση του ΕΔΕΣ, με τα συχνά ακατανόητα προτάγματά της.
Ένα άλλο σημείο που επανέρχεται σε κάθε κεφάλαιο αλλά δεν αναδεικνύεται μέσα από τη συγκεκριμένη προβληματική, είναι ο οικονομικός παράγοντας. Η οικονομική ενίσχυση, τα «ωφελήματα», οι λίρες είναι σε τελική ανάλυση ο δεσμός με τον οποίο ο Ζέρβας συνδέεται με τους τοπικούς παράγοντες και αυτοί με τους ένοπλους τους. Και είναι επίσης το σημείο που συνδέει την τοπική αυτή ιστορία με τις ευρύτερες εξελίξεις, δηλαδή τη βούληση της Μεγάλης Βρετανίας να συντηρήσει ένα αντάρτικο σε αντίθεση με τον κυρίαρχο στην Ελλάδα ΕΛΑΣ.
Το βιβλίο του Βαγγέλη Τζούκα μας προσφέρει μια πρωτότυπη βάση, πάνω στην οποία μπορούμε να ξαναδούμε πιο στέρεα τη «μεγάλη ιστορία», που συνήθως περιορίζεται στην αναζήτηση υποκειμενικών πρωτοβουλιών, λαθών, εξωτερικών εξαναγκασμών και μέχρι πρόσφατα της «χρήσης βίας». Μιας ιστορίας όπου απουσιάζει η κοινωνία και οι δυνατότητες και όρια που εκείνη κάθε φορά έχει. Όπως κάθε εποικοδομητικό έργο, ανοίγει νέα πεδία, όπως η συμπλήρωση της ιστορίας του ΕΔΕΣ «από τα πάνω», μια ανάλογη προβληματική για άλλες περιοχές της Ελλάδας και κυρίως για τη συγκρότηση του ΕΛΑΣ και επίσης μια συγκριτική προσέγγιση μεταξύ τους, τα μεταπολεμικά αποτελέσματα αυτής της ενσωμάτωσης των παραδοσιακών κοινωνιών στο εθνικό κράτος διαμέσου της Αντίστασης και των ταυτοτήτων που συγκροτεί. Η κυκλοφορία του βιβλίου του Βαγγέλη Τζούκα, σε συνέχεια άλλων πρόσφατων για τη δεκαετία του 1940, είναι άλλο ένα βήμα γόνιμης απαγκίστρωσης από μια προηγούμενη περίοδο, θορυβωδώς συγκρουσιακή και ελάχιστα παραγωγική.


Ο Γιάννης Σκαλιδάκης είναι ιστορικός

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Αιχμάλωτος στην Κρήτη

Lieutenant John Desmond Peck

Με μεγάλη χαρά πήρα στα χέρια μου τα απομνημονεύματα του Αυστραλού υπολοχαγού John Desmond Peck με τίτλο «Captive in Crete». Η ύπαρξη αυτού του ντοκουμέντου, για το οποίο δεν είχα ακούσει τίποτα ως τα τώρα, μου επισημάνθηκε από τον Ιταλό συνάδελφο Maurizio Isabella, που συμμετείχε στο πρόσφατο συνέδριο «Revolutions in the Balkans», το οποίο διεξήχθη στο Πάντειο. Με τη βοήθειά του επικοινώνησα με την κόρη του συγγραφέα, Barbara Daniels, η οποία είχε την ευγένεια να μου ταχυδρομήσει το κείμενο.
Ο Johny Peck βρέθηκε στην Κρήτη τον Απρίλιο του 1941 και συμμετείχε στη Μάχη της Κρήτης. Γεννημένος το 1922, δήλωσε τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος ώστε να ριχτεί στην περιπέτεια της ζωής του από το 1939 στις αυστραλιανές ένοπλες δυνάμεις. Αφού εκπαιδεύτηκε στην Παλαιστίνη, κατατάχτηκε στο 2/7 Τάγμα Πεζικού και πήρε το βάπτισμα του πυρός στη Βόρεια Αφρική. Μετά τη Μάχη της Κρήτης, παρέμεινε με το 2/7 Τάγμα ως οπισθοφυλακή και αιχμαλωτίστηκε. Δραπέτευσε από το στρατόπεδο αιχμαλώτων στο Γαλατά και ήρθε σε επαφή με την ντόπια Αντίσταση. Συνδέθηκε με τους Βρετανούς και δραστηριοποιήθηκε στην εκκένωση των εναπομείναντων φυγάδων. Τελικά συνελήφθη ξανά από Ιταλούς το Μάιο του 1942, μαζί με βρετανικό ασύρματο, και στάλθηκε στη Ρόδο να δικαστεί ως κατάσκοπος. Οι περιπέτειες του συνεχίστηκαν με αλλεπάλληλες δραπετεύσεις και εντέλει δραστηριοποίηση στην Ιταλική Αντίσταση. Μετά τον πόλεμο έζησε στην Αγγλία, όπου και πέθανε το 2002. Τα απομνημονεύματά του, για την κρητική περίοδο, πιστεύω ότι θα μας φανούν πολύτιμα.

Το κείμενο δακτυλογραφήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1990 από ένα πρόχειρο χειρόγραφο της δεκαετίας του 1950, που βασιζόταν με τη σειρά του σε σκόρπιες σημειώσεις, ένα «σχεδόν ημερολόγιο» όπως αναφέρει ο ίδιος. Αντιστάθηκε στον πειρασμό να το ξαναγράψει, να το βελτιώσει, να ερμηνεύσει κι έτσι μας παρέδωσε ένα κείμενο με την αυθεντικότητα και την αμεσότητα της μαρτυρίας, «for what its worth».

Under the hot Cretan sun the grey figures of the German patrol shimmered in the midsummer haze. In single file they slithered down the barren hillside raising dust from the goat tracks between the rocks. Crossing the dry riverbed the patrol fanned out to begin the hard climb towards the escarpment. Along the skyline behind them the Mountain Regiment moved into attack positions and poised, ready for the final thrust to the coast.
High above them, in ambush positions astride the pass, the last of the island's defenders awaited the confident German advance. Hidden in holes and trenches or sheltering under rocks and treesm they sweated out the sun and the Stukas, and prayed for the night and the Navy.
The patrol continued cautiously upward, halting occasionally for the leader to sweep the way ahead with his fieldglasses. The ambushers waited in silence watching through red-rimmed eyes as the patrol came nearer. For both sides this was the climax, the final decision on ten days of bitter war. For the Germans it meant victory and the end of the invasion. For us, the tired hungry remnants of the Australian, New Zealand, British and Cretan defenders, it was the final phase of retreat. For all, this was the last battle on Crete. []





Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

Η αυτοδιοίκηση στην Ελεύθερη Ελλάδα

αναδημοσίευση από το ένθετο Αναγνώσεις της Αυγής της Κυριακής, 25/10/13

Απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο του Γιάννη Σκαλιδάκη: Η κυβέρνηση του βουνού. Πόλεμος και εξουσία στην Ελεύθερη Ελλάδα (1943-1944), από τις εκδόσεις Ασίνη




  
Οι τοπικές οργανώσεις του ΕΑΜ ήταν εκ των πραγμάτων αυτές που θα έπρεπε να δώσουν λύση στο ζήτημα της διοίκησης μεγάλων χώρων αυτονομημένων από την κατοχική εξουσία. Η λύση του ζητήματος δεν ήταν καθόλου αυτονόητη. Αντίθετα, την πρώτη περίοδο λειτουργίας του χώρου της Ελεύθερης Ελλάδας, δόθηκαν διαφορετικές απαντήσεις, σε σύγκρουση μεταξύ τους, πάνω στο βαθμό ριζοσπαστικότητας της νέας εξουσίας, σύγκρουση που απασχόλησε αναγκαστικά και την ηγεσία του ΚΚΕ. Οι πρώτες προσπάθειες αυτοδιοίκησης με βάση το ΕΑΜ, καταδικάστηκαν από την ηγεσία του ΚΚΕ ως «αριστερή παρέκκλιση» και ονοματίστηκαν ανάλογα: εαμική «εξουσία» στην Καρδίτσα, εαμικό «κράτος» στον Αλμυρό, «κόκκινη δικτατορία» Καλαμπάκας. Δεν δίστασε δε να υποδείξει ως «πειρασμό» αυτών των πρωτοβουλιών τη διανομή «τσιφλικιών, μοναστηριακών χτημάτων και λειβαδιών των μεγαλοτσελιγκάδων».
Οι χώροι για τους οποίους μιλάμε, δεν ήταν ξένοι προς την ιδέα της αυτοδιοίκησης ούτε οι δεσμοί τους με την κεντρική κρατική διοίκηση της χώρας ήταν ποτέ ιδιαίτερα στενοί. Στην Ευρυτανία, στην απομονωμένη Λάκα του Φουρνά δημιουργήθηκε το φθινόπωρο κιόλας του 1942 ο πρώτος γραπτός κώδικας λαϊκής αυτοδιοίκησης, ο γνωστός «Κώδικας Ποσειδώνα» από την τοπική υπαχτιδική επιτροπή του ΚΚΕ Κτημενίων και Δολόπων ή, πιο επίσημα, «Εντολαί δια την Λαϊκήν Αυτοδιοίκησιν και την Λαϊκήν Δικαιοσύνην». Από τον Αύγουστο δε του 1941 λειτουργούσε στο χωριό Κορίτσα (Κλειτσός) μια «Επιτροπή Επίλυσης Προβλημάτων».
Σύμφωνα με το Γεωργούλα Μπέικο, που κατέγραψε αργότερα με γλαφυρό τρόπο τις εμπειρίες αυτές, η τοπική οργάνωση πίστευε ότι «ταυτόχρονα με τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα πραγματώνεται και η επανάσταση που προγραμμάτιζε η Απόφαση –ιστορική και ιερή για τους τοτινούς κομμουνιστές– της 6ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ τον Γενάρη του 1934». Το «νομοσχέδιο» για την εγκαθίδρυση «λαϊκής εξουσίας» αποτελούνταν από οχτώ άρθρα και μια συνοδευτική εγκύκλιο –εκεί υποδηλωνόταν, σύμφωνα με τον συγγραφέα, ότι οι «Επιτροπές Λαϊκής Αυτοδιοίκησης» ήταν το αντίστοιχο των Σοβιέτ. Παρά το λογικό ιδεολογικό επικάλυμμα για τους Ευρυτάνες κομμουνιστές, ουσιαστικά απαντούσαν στο πιεστικό ζήτημα της οργάνωσης ενός χώρου εντελώς αυτονομημένου από κάθε κεντρική εξουσία, οργάνωσης που έπρεπε να συμβαδίζει με τις ανάγκες του ένοπλου αγώνα και μιας κλειστής αυτάρκους οικονομίας. Όταν επιπλήχτηκαν από την ανώτερη οργάνωση του ΚΚΕ στην Ευρυτανία, πράγμα που συνέβη και αλλού σε ανάλογες περιπτώσεις, ότι κινούνται εκτός της εθνικοαπελευθερωτικής γραμμής του ΕΑΜ, η απάντηση ήταν ενδεικτική: «Εμείς, θα πεις, δεν τα ξέραμε αυτά; Και τα παραξέραμε; Μα ξέραμε κι επιπλέον την συγκεκριμένη κατάσταση που αντιμετωπίζαμε στο χώρο της ευθύνης μας, χώρο που απελευθερώθηκε και δεν μπορούσε να περιμένει την ολική απελευθέρωση της χώρας για να λυθεί το πρόβλημα εξουσιών – αυτό δεν το είχαμε προβλέψει στην Αθήνα. Και πιστεύαμε: μια κι είμαστε ελεύθεροι, μα κι υποχρεωμένοι να συγκροτήσουμε εξουσίες, τότε γνώμονας πρέπει να είναι το βασικό ντοκουμέντο του κόμματος, η 6η του 1934 –κάνουμε επανάσταση».
Οι διατάξεις των «Εντολών» εγκαθίδρυαν τους θεσμούς της λαϊκής αυτοδιοίκησης και της λαϊκής δικαιοσύνης. Σύμφωνα με αυτούς, εκλέγονταν σε κάθε χωριό πενταμελείς επιτροπές Λαϊκής Αυτοδιοίκησης από Γενική Συνέλευση. Αυτές ήταν όργανα της λαϊκής εξουσίας και επιλαμβάνονταν όλων των προβλημάτων του χωριού, είχαν δε πρόεδρο και τέσσερα άλλα μέλη που προΐσταντο υποεπιτροπών. Συγκροτούνταν υποεπιτροπές για τα διάφορα ζητήματα, επισιτιστική, λαϊκής ασφαλείας, σχολική, εκκλησιαστική. Η δικαιοσύνη γινόταν λαϊκή και απονέμονταν από λαϊκά δικαστήρια. Οριζόταν ως ανώτερο σώμα η Γενική Συνέλευση του χωριού, που θα συνερχόταν τακτικά ανά μήνα. Προβλεπόταν δευτεροβάθμια όργανα, η τομεακή επιτροπή λαϊκής αυτοδιοίκησης και το τομεακό λαϊκό δικαστήριο και ως ανώτερη γενική αρχή κάθε νομού, η Ένωση Κοινοτήτων Νομού.
Ξεκινώντας από την ανάγκη οργάνωσης και διοίκησης του χώρου, οι δημιουργοί των πρώτων αυτών θεσμών εφάρμοζαν και μια συγκεκριμένη, ριζοσπαστική σύλληψη των πραγμάτων. Είδαμε πως είχαν ως οδηγό τις μεσοπολεμικές αναλύσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος και μια αληθινή πίστη ότι αυτό που συντελούνταν μπροστά στα μάτια τους ήταν μια επαναστατική διαδικασία. Οι ίδιοι οι θεσμοί δεν αποτελούσαν μια ουδέτερη μορφή για την αυτοδιοίκηση των ελευθερωμένων περιοχών αλλά εισήγαγαν πολλά ριζοσπαστικά μέτρα, τα οποία, αλλού λιγότερο αλλού περισσότερο, θα επηρέαζαν τις συλλογικές πρακτικές και νοοτροπίες και θα συγκροτούσαν μια πολιτική συνείδηση στραμμένη προς ένα μέλλον λαϊκής δημοκρατίας, της λαοκρατίας. Μερικά από τα μέτρα αυτά ήταν και η ανάδειξη της γενικής συνέλευσης ως κυρίαρχου οργάνου, της δημοκρατικής εκλογής, ελέγχου και ανακλητότητας των αντιπροσώπων, που ήταν άμισθοι, η πολιτική ισοτιμία γυναικών και ανδρών αλλά και η επιδίωξη επίτευξης συμβιβασμού στα λαϊκά δικαστήρια, με διαδικασίες δωρεάν για τους διαδίκους και η επιβολή ποινών με σκοπό τη βελτίωση του υπαίτιου.
Η αυτονόμηση της υπαίθρου από την κατοχική εξουσία και η συγκρότηση του ΕΛΑΣ οδήγησαν στην μετεξέλιξη μιας πανσπερμίας τοπικών εθνικοαπελευθερωτικών οργανώσεων σε ένα ενιαίο πλέγμα μέσα από το σχήμα του ΕΑΜ. Ήδη από το φθινόπωρο του 1942 η δράση της ένοπλης Αντίστασης επέφερε και τη συγκρότηση σε ανώτερο επίπεδο των οργανώσεων στις περιοχές του αντάρτικου. Εκείνη την εποχή δημιουργήθηκαν οι επαρχιακές επιτροπές του ΕΑΜ στο Βόιο, τη Σιάτιστα, τα Γρεβενά, την Καστοριά, τα Σέρβια και την Πτολεμαΐδα, στις περιοχές δηλαδή που θα πρωτοστατήσουν στο ξέσπασμα της επόμενης χρονιάς, στην αρχή της οποίας θα δημιουργηθεί και το ανώτερο όργανο, η νομαρχιακή επιτροπή ΕΑΜ Κοζάνης.
Σε αυτήν την πρώτη περίοδο, δεν υπήρχε οργάνωση της αυτοδιοίκησης σε ανώτερο, επαρχιακό ή νομαρχιακό επίπεδο, όπως θα δούμε αργότερα, ούτε βέβαια κεντρική πολιτική διοίκηση, η οποία θα αργήσει ακόμη περισσότερο.
Η Απόφαση 6 του ΚΓΣΑ από την μεριά της ρύθμιζε με γενικό τρόπο και μέσα σε 15 άρθρα, τη λειτουργία της αυτοδιοίκησης, και της δικαιοσύνης ως μέρους της, στις ελεύθερες περιοχές. Τα πρώτα τέσσερα άρθρα αναφέρονταν στην εκλογή οργάνων αυτοδιοίκησης με ελεύθερες εκλογές μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1943. Στα υπόλοιπα με γενικό τρόπο ορίζονταν τα διάφορα όργανα και οι αρμοδιότητές τους και διάφορες μεταβατικές διατάξεις. Η Απόφαση 6 έδειχνε ότι ήταν ένα αποτέλεσμα συμβιβασμού των διαφορετικών οργανώσεων της ένοπλης Αντίστασης και της Βρετανικής Συμμαχικής Αποστολής για να βρεθεί μια ενιαία μορφή (αυτο)διοίκησης των ελεύθερων περιοχών, που να βασίζεται στην εμπειρία των περιοχών του ΕΑΜ αλλά με μια τάση επανασύνδεσης με τα προπολεμικά ειωθότα και που να νομιμοποιηθεί με αυτοδιοικητικές εκλογές σε σύντομο διάστημα. Οι εκλογές «άνευ ουδεμιάς επεμβάσεως των πολιτικών ή στρατιωτικών Εθνικοαπελευθερωτικών οργανώσεων και χωρίς ν’ αποδοθεί εις τας εκλογάς οιοσδήποτε κομματικός χαρακτήρ» θα αναβάπτιζαν μια υποτίθεται «ουδέτερη» αυτοδιοίκηση. Το ΕΑΜ δεν φάνηκε να έχει αντίρρηση σε κάτι τέτοιο, είχε φροντίσει ήδη να αποφύγει την εμφανή διοίκηση από τις οργανώσεις του ΕΑΜ και σίγουρα θα υπολόγιζε ότι οι άνθρωποι που θα υποδείκνυαν οι οργανώσεις του θα υπερίσχυαν στις περιοχές του και όχι μόνο. Οι άλλες δε οργανώσεις (ΕΔΕΣ και ΕΚΚΑ) έλπιζαν και αυτές να κεφαλαιοποιήσουν πολιτικά τη στρατιωτική και όχι μόνο επιρροή τους σε ευρύτερες περιοχές.
Οι αυτοδιοικητικές εκλογές, σύμφωνα με την Απόφαση 6, πραγματοποιήθηκαν στα τέλη Αυγούστου και το Σεπτέμβριο του 1943 στις περιοχές της Ελεύθερης Ελλάδας. Παρά τις διακηρύξεις για ουδετερότητα της αυτοδιοίκησης, σε πολλές περιοχές οι συνδυασμοί, όπως ήταν επόμενο, αντιστοιχούσαν στις διαφορετικές οργανώσεις (ΕΑΜ, ΕΔΕΣ, ΕΚΚΑ). Η κάθε οργάνωση είχε τον πρώτο λόγο στο χώρο περιοχής της έχοντας ήδη οικοδομήσει δεσμούς και σχέσεις· το ΕΑΜ σε Στερεά και Θεσσαλία, ο ΕΔΕΣ στην Ήπειρο και η ΕΚΚΑ σε Δωρίδα-Παρνασσίδα. Σε πολλές περιπτώσεις συγκροτήθηκε άδηλα ένα κοινό μέτωπο ενάντια στο ΕΑΜ από τις άλλες οργανώσεις και τοπικούς παράγοντες με αποτέλεσμα αυτό να χάσει σε χωριά που ήταν στην επικράτεια του ΕΛΑΣ. Το ΕΑΜ κέρδισε στις μεγάλες πόλεις της Ελεύθερης Ελλάδας, Καρπενήσι και Καρδίτσα, ενώ ο ΕΔΕΣ έδειξε την επιρροή του εκτός Ηπείρου, στη δυτική Θεσσαλία επικρατώντας στις κωμοπόλεις Μουζάκι και Μαυρομάτι και σε είκοσι τουλάχιστον χωριά.
Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας και την απόβαση των Συμμάχων στην ιταλική χερσόνησο, το ΕΑΜ και το ΚΚΕ βρίσκονταν μπροστά στην ανάγκη να πάρουν γρήγορες αποφάσεις.
Ήταν πλέον φανερό ότι οι ανάγκες του ένοπλου αγώνα και η έκταση της Ελεύθερης Ελλάδας είχαν ανάγκη από μια κεντρική διακυβέρνηση – μια πρώτη τέτοιας μορφής εξουσία υπήρξε κατά κάποιο τρόπο το ΚΓΣΑ και στη συνέχεια το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ. Το ΚΓΣΑ δρομολόγησε μια σειρά μέτρα για όλη την επικράτειά του: όρισε τιμές για τα βασικά είδη διατροφής, επέβαλε εισφορά για την ενίσχυση των αντάρτικων δυνάμεων, των πολεμοπαθών και του ορεινού πληθυσμού και παρακράτημα στη διακίνηση εμπορευμάτων και κυρίως τροφίμων. Συγκρότησε κοινά φρουραρχεία σε περιοχές οπού δρούσαν πάνω από μια οργανώσεις και επόπτευσε τις διαδικασίες σχετικά με τις εκλογές των επιτροπών και υποεπιτροπών. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι η ολιγόμηνη λειτουργία του Κοινού Γενικού Στρατηγείου Ανταρτών υπήρξε χρήσιμη σε τεχνικό και όχι μόνο επίπεδο για τα νέα καθήκοντα του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ.


Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Συνέδριο Φόρουμ Κοινωνικής Ιστορίας: Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου και η ελληνική κοινωνία


Στοιχεία για την υποχρεωτική εργασία στην Κρήτη της Κατοχής και το ρόλο των τοπικών αρχών

(Περίληψη ανακοίνωσης στο 2ο συνέδριο για τα Ολοκαυτώματα και τις γερμανικές αποζημιώσεις, Βιάννος 13-14 Σεπτεμβρίου 2013, δημοσιεύτηκε στο www.candianews.gr)






Η μετατροπή της Κρήτης σε Φρούριο (Festung), όπως ήθελαν οι Γερμανοί, προϋπέθετε μια σειρά οχυρωματικών έργων και άλλων στρατιωτικών εγκαταστάσεων, όπως αεροδρόμια (Τυμπακίου, Καστελίου Πεδιάδος) και αποθήκες καυσίμων. Επίσης, η Μάχη της Κρήτης και οι βομβαρδισμοί είχαν προξενήσει αρκετές ζημιές στις πόλεις και σε κάθε είδους εγκαταστάσεις, που χρειάζονταν επιδιόρθωση. Την επόμενη δε περίοδο, η τροπή του πολέμου στη Βόρεια Αφρική και τη Μεσόγειο, ενέτεινε την ανάγκη οχύρωσης αφενός του νησιού και χρησιμοποίησης του αφετέρου ως γέφυρα προς τον Νότο.
Η υλοποίηση αυτών των έργων συνεπαγόταν την οργανωμένη κινητοποίηση του ντόπιου εργατικού δυναμικού. Άλλωστε, η έννοια του Φρουρίου συνεπαγόταν και εκείνη του στρατοπέδου. Μια σειρά μέτρων -που δεν επιβάλλονταν καθόλου ή πάντως όχι με την ίδια αυστηρότητα στην υπόλοιπη χώρα- πιστοποιούσαν αυτήν την κατεύθυνση. Ανάμεσά τους και η επιβολή υποχρεωτικής εργασίας.
Η φύση της Μάχης και τα πρωτοφανή αντίποινα που ακολούθησαν, δημιούργησαν μια ακραία κατάσταση μεταξύ του πληθυσμού και των κατακτητών, οδηγώντας φυσιολογικά στην πρόσληψη της υποχρεωτικής εργασίας ως άλλου ενός μέτρου συλλογικής τιμωρίας, μιας μισητής, αφόρητης και υποτιμητικής υποχρέωσης που ονομάστηκε εξαρχής «αγγαρεία» και που η αποφυγή της έγινε βασική μορφή παθητικής αντίστασης.
Ο πρώτος Διοικητής του Φρουρίου Κρήτης Πτέραρχος Κουρτ Στούντεντ, εξέδωσε στις 17 Ιουνίου 1941 τη διαταγή με τίτλο: «Υποχρέωσις Εργασίας». Σύμφωνα με αυτήν, όλος ο πληθυσμός της Κρήτης, ανεξαρτήτως επαγγέλματος, ηλικίας και φύλου, υποχρεούνταν σε οποιαδήποτε εργασία μετά από διαταγή των ελληνικών τοπικών αρχών (δημάρχων). Η υποχρεωτική εργασία ίσχυε και για τις Κυριακές και «εκτός συνήθους ώρας εργασίας». Όλα τα μεταγωγικά μέσα, τα ζώα δηλαδή και τα κάρα, τίθονταν εξίσου στη διάθεση των τοπικών αρχών για τις ανάγκες της υποχρεωτικής εργασίας. Φυσικά, η απείθεια προς όλα τα παραπάνω θεωρείτο σαμποτάζ και η τιμωρία έφτανε ως την εκτέλεση.
Μια εβδομάδα αργότερα, η Νομαρχία Ηρακλείου ανακοίνωσε την υποχρέωση προσωπικής εργασίας διάρκειας 8 εβδομάδων κατ” έτος όλων των κατοίκων ηλικίας 14 έως 55 ετών, εξαιρουμένων των γυναικών και των μαθητών, με ημερήσια ημερήσια αποζημίωση 56 δρχ και έκπτωση 5% σε όλα τα είδη κατα τη διάρκεια της εργασίας τους. Η αμοιβή αυτή δεν πρέπει να συγκινούσε ιδιαίτερα τους εργάτες μιας και στον Τύπο βρίσκουμε υπενθυμίσεις για την είσπραξή της. Η υποχρεωτική εργασία επιβαλλόταν επίσης κατά περίπτωση και ως μέσο συλλογικής τιμωρίας για αντιστασιακές ενέργειες χωρίς φυσικά την καταβολή οποιασδήποτε αμοιβής ενώ επιβαλλόταν και στους φυλακισμένους.
Οι τοπικές αρχές, η δομή της Ελληνικής Πολιτείας και της Γενικής Διοίκησης Κρήτης μπήκαν εξαρχής στο πνεύμα και το γράμμα των γερμανικών απαιτήσεων. Ιδρύθηκε Γραφείο Εργασίας της Νομαρχίας Ηρακλείου, στο οποίο υπαγόταν Διεύθυνση Υποχρεωτικής Εργασίας. Με ευθύνη δε του Γραφείου Εργασίας και του Εργατικού Κέντρου δρομολογήθηκε αναλυτική απογραφή των εργατών, τεχνιτών και υπαλλήλων διαφόρων κλάδων και η έκδοση Δελτίου Εργασίας. Στην πορεία δημιουργήθηκαν «Επιτροπές υποχρεωτικής εργασίας» στις κοινότητες ενώ, κατά περίπτωση, και στις πόλεις δημιουργήθηκαν ανάλογες επιτροπές κατανομής της υποχρέωσης εργασίας στους πολίτες. Με βάση μια επίφαση κορπορατίστικου συστήματος, στο Ηράκλειο μια τέτοια επιτροπή συγκροτήθηκε από τον Εμπορικό Σύλλογο, το Επαγγελματικό Επιμελητήριο και το Εργατικό Κέντρο υπό την προεδρία του δημάρχου. Στα Χανιά, χωρίστηκαν οι πολίτες αλφαβητικά και προσέρχονταν διαδοχικά στο Γυμνάσιο Αρρένων για τον καταρτισμό Φάλλαγας Εργασίας με ευθύνη του Δήμου. Οι Γερμανοί μπορούσαν να δώσουν εντολές σε οποιαδήποτε βαθμίδα της ιεραρχίας της ελληνικής διοίκησης, αναλόγως της σημασίας του έργου προς εκτέλεση, από τον Γενικό Γραμματέα της Γενικής Διοίκησης Κρήτης ως τον τοπικό κοινοτάρχη.
Η αντίσταση στην υποχρεωτική εργασία ξεκίνησε εξαρχής. Αρκετοί δραπέτευαν και κρύβονταν ενώ οι Γερμανοί επέρριπταν την εύθυνη στους κοινοτάρχες με απειλές για συλλογική τιμωρία. Σύντομα πολλοί έστελναν προς αντικατάστασή τα ανήλικα παιδιά τους ή άλλους φτωχότερους με πληρωμή. Έντονο πάντως ήταν το φαινόμενο της παντελούς αποφυγής της αγγαρείας, παρά τις απειλές. Ο τοπικός γερμανόφιλος Τύπος προσπαθούσε να υπερασπιστεί το θεσμό κάνοντας λόγο για τεμπέληδες και χαρτοπαίκτες που ξημεροβραδιάζονταν στα καφενεία αντί να εργάζονται για το κοινό καλό. Οι Γερμανοί δε, για να κινητοποιήσουν τους αγρότες, προέβησαν σε ένα ριζοσπαστικό μέτρο: διέταξαν το κλείσιμο των καφενείων στην ύπαιθρο μέχρι τις 7 το απόγευμα τις καθημερινές και τις 2 τις Κυριακές.
Η καμπή του πολέμου στο Στάλινγκραντ το χειμώνα 1942-1943, οδήγησε τη ναζιστική ηγεσία σε μια σαρωτική επίταξη των πόρων της Ευρώπης για μια τελική, ολοκληρωτική επίθεση στη Σοβιετική Ένωση. Η Ευρώπη, που είχε εξαρχής λεηλατηθεί, έπρεπε να συνεισφέρει περαιτέρω στη σταυροφορία αυτή με την εργασία των λαών της και την παραγωγή της. Αυτή η διαδικασία επέβαλε την ακόμα στενότερη πρόσδεση των πόρων της κατακτημένης Ευρώπης στον πόλεμο του Ράιχ και ως εκ τούτου τη στενότερη συνεργασία πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων για το στόχο της «σωτηρίας» της Ευρώπης από τον μπολσεβικισμό. Η κυβέρνηση του πολιτικού Ιωάννη Ράλλη στην Ελλάδα εντασσόταν επίσης στο πολιτικό σχήμα του ολοκληρωτικού πολέμου. Στην Κρήτη, η αντίστοιχη εξέλιξη ήταν η ανάδειξη του Ιωάννη Πασσαδάκη, παλαιού βουλευτή των Φιλελευθέρων, στη θέση του Υπουργού Γενικού Διοικητή Κρήτης.
Στις 20 Μαρτίου 1943 ο νέος νομάρχης Ηρακλείου Εμμ. Ξανθάκης εξέδωσε απόφαση για τη συγκρότηση σε κάθε κοινότητα «Επιτροπής υποχρεωτικής εργασίας». Η τετραμελής Επιτροπή αποτελούνταν από τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο της κοινότητας, τον ιερέα και τον δάσκαλο. Ήταν δε υπεύθυνη να συντάξει μόνιμο κατάλογο υπόχρεων σε «προσωπική εργασία», με τίτλο «Φάλαγξ Εργασίας της Κοινότητος». Ο δε Διοικητής του Αεροδρομίου Ηρακλείου εξέδωσε κανονισμό για την υποχρεωτική εργασία προς τις κοινοτικές επιτροπές. Σε αυτόν τον κανονισμό επέλεξε να δώσει μια προσωπική χροιά επισημαίνοντας πως ο ίδιος ευρισκόμενος ήδη δύο χρόνια στην Κρήτη δεν ήταν «εντελώς ανίδεος των Κρητικών υποθέσεων» – γνώριζε δηλαδή τους τρόπους με τους οποίους η κοινωνία και οι εκπρόσωποι της προσπαθούσαν να συμβιβάσουν τα ασυμβίβαστα, τον τρόπο ζωής με τις απαιτήσεις της κατάκτησης. Όλα αυτά όμως έπρεπε να λήξουν στον αστερισμό του ολοκληρωτικού πολέμου. Η συγκεκριμένη κατάληξη ήταν η συγκρότηση ενός «στρατοπέδου εργατών» στο αεροδρόμιο υπό τη διοίκηση του Γερμανού διοικητή και των «παραχωρηθέντων Ελλήνων Χωροφυλάκων».
Παρά την αυστηροποίηση και τις συνεχείς απειλές, οι διάφορες μορφές -ενεργητικής και παθητικής- αντίστασης δεν σταμάτησαν. Συνεχίστηκε η αποφυγή της αγγαρείας με την αντικατάσταση των υγιών ανδρών από άρρωστους, υπερήλικους ή ανήλικους. Μια άλλη, τελείως διαφορετική βέβαια κατηγορία κατάφερνε να αποφύγει την αγγαρία, αυτή των ένοπλων συνεργατών των κατακτητών και των οικογενειών τους, οι οποίοι με γερμανική εντολή εξαιρούνταν ονομαστικά. Γενικότερα δε, φαίνεται πως οι γερμανικές αρχές δεν κατάφεραν να οργανώσουν με τη συστηματικότητα που θα ήθελαν την εργασία προς όφελός τους.
Σε αυτή τη φάση της έρευνας μπορούμε να ισχυριστούμε πως ο θεσμός της υποχρεωτικής εργασίας υπήρξε βασικό στοιχείο της κατοχικής πολιτικής στην Κρήτη και παρέμεινε στη μνήμη των κατοίκων ως σύμβολο καταπίεσης και εξευτελισμού. Η αντίσταση σε αυτήν παρέμεινε ανοργάνωτη και μάλλον ατομική υπόθεση αλλά με μεγάλες διαστάσεις φανερώνοντας το αδιέξοδο μιας αγροτικής κοινωνίας μπροστά σε μια βίαιη και αντιδραστική νεωτερική οργάνωση της εργασίας πέρα και ενάντια στις ανάγκες της ίδιας της κοινωνίας.

Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

Η πείνα στην κατοχική Αθήνα

Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού / περιοδικό Μνήμων

Τετάρτη 5 Ιουνίου. Ώρα: 18.00, Zωσίμου 11 (κάθετος Λασκάρεως)

Η πείνα στην κατοχική Αθήνα

Η επιβίωση, μέρα τη μέρα

Συντονιστής: Χρήστος Λούκος
Ευγενία Μπουρνόβα, Πεθαίνοντας στην Αθήνα στην Κατοχή
Γιάννης Σκαλιδάκης, Ο λιμός ως όπλο στον ολοκληρωτικό πόλεμο 
και η ελληνική περίπτωση
Μενέλαος Χαραλαμπίδης, Από την πείνα στην Αντίσταση: κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις του λιμού στην κατοχική Αθήνα

Αισθήματα και αποτυπώσεις

Συντονίστρια: Τασούλα Βερβενιώτη
Πλάτων Ριβέλλης, Μπορεί, άραγε, η φωτογραφία να περιγράψει
τη δυστυχία; 
Άννα Ματθαίου, «Πώς να κρυφτείς απ’ τα παιδιά...» 
Αποτυπώσεις της πείνας στην Αθήνα
Δημήτρης Πλουμπίδης, Πείνα και ψυχολογικές επιπτώσεις


Στη συνάντηση θα διατίθεται και ο νέος τόμος του Μνήμονα.