Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

Οπλαρχηγοί και αντάρτες του Ζέρβα

δημοσιεύτηκε στις Αναγνώσεις της Αυγής της Κυριακής, 1 Δεκεμβρίου 2013.

Βαγγέλης Τζούκας, Οι οπλαρχηγοί του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο 1942-44. Τοπικότητα και πολιτική ένταξη, Αθήνα, Εστία, 2013.



Κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό, από τις εκδόσεις Εστία, η μελέτη του Βαγγέλη Τζούκα για τους οπλαρχηγούς του ΕΔΕΣ (Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμός), της αντιστασιακής οργάνωσης με επικεφαλής τον απότακτο αντισυνταγματάρχη Ναπολέοντα Ζέρβα. Πρόκειται για επεξεργασμένη μορφή της διδακτορικής διατριβής του συγγραφέα στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Στο βιβλίο παραλείπονται τα αποσπάσματα που αφορούν την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου, που ευελπιστούμε να μας παρουσιάσει ο συγγραφέας σε χωριστή μελέτη.
Η κυκλοφορία ενός βιβλίου «για τον ΕΔΕΣ» αφυπνίζει τα αντανακλαστικά των ασχολούμενων με την ταραγμένη δεκαετία του 1940 και επαναφέρει τα κεντρικά ερωτήματα που συνοδεύουν αυτήν την οργάνωση: Έκανε αντίσταση ο ΕΔΕΣ; Ποιος ευθύνεται για τις συγκρούσεις ΕΛΑΣ-ΕΔΕΣ τον Οκτώβριο του 1943; Ποια η σχέση του Ζέρβα με τους Άγγλους και με τους Γερμανούς; Τελικά, ο συγγραφέας πώς τοποθετείται; Είναι υπέρ ή κατά του ΕΔΕΣ;
Η μελέτη του Βαγγέλη Τζούκα όμως δεν είναι «για τον ΕΔΕΣ» - η οργάνωση  αυτή -και συγκεκριμένα η ένοπλη εκδοχή της- είναι η μελετούμενη περίπτωση για την κατανόηση ενός ευρύτερου φαινομένου, των διεργασιών ένταξης των παραδοσιακών κοινοτήτων στο νεωτερικό εθνικό κράτος μέσα από τα κατακλυσμιαία γεγονότα της δεκαετίας του 1940 στην Ελλάδα. Πώς δηλαδή, στην περίπτωσή μας, λειτούργησε ο ΕΔΕΣ ως μηχανισμός μετασχηματισμού παραδοσιακών νοοτροπιών και πρακτικών σε νεωτερικά πολιτικά προτάγματα: στην ταυτότητα του «εδεσίτη αντάρτη» και από εκεί στην παράταξη της Δεξιάς.
Ο συγγραφέας «ξαναδιαβάζει» την ιστορία της περιόδου, με τη σκευή τόσο του κοινωνιολόγου όσο και του ιστορικού, δίνοντας βάρος στις «από τα κάτω» διεργασίες. Εκεί όπου οι κεντρικές πολιτικές αποφάσεις, δηλαδή του Ζέρβα και των Βρετανών για ένοπλη Αντίσταση, υλοποιούνται μέσα από τη συνάντησή τους με τις τοπικές νοοτροπίες, τις πραγματικές και πλασματικές σχέσεις συγγένειας, τη ληστεία και τη ζωοκλοπή, την κουλτούρα ανυπακοής στην κεντρική εξουσία και την οικονομία της βίας.
Όλα τα παραπάνω δεν είναι αποστειρωμένα και αποκομμένα από τη γενική ιστορία της περιόδου. Το πρώτο κεφάλαιο είναι μια ευσύνοπτικη εισαγωγή στο γενικότερο ιστορικό πλαίσιο με βάση τη βιβλιογραφία και τη βαθιά γνώση του συγγραφέα. Σε σαραντα πέντε σελίδες παρουσιάζεται η διαδικασία ίδρυσης του ΕΔΕΣ και ο τρόπος που ο Ζέρβας μεταβαίνει στην Ήπειρο, οι σχέσεις της οργάνωσης με το ΕΑΜ, με τον βρετανικό παράγοντα και η πολιτική στροφή του Ζέρβα, οι τοπικές συμμαχίες και η ματιά στις μεταπολεμικές εξελίξεις, η κρίσιμη σύγκρουση ΕΛΑΣ-ΕΟΕΑ (Εθνικές Ομάδες Ελλήνων Ανταρτών, η στρατιωτική μορφή του ΕΔΕΣ) τον Οκτώβριο του 1943, η αντιστασιακή δράση του ΕΔΕΣ και οι ενδείξεις για επαφές Ζέρβα-Γερμανών και τέλος η κατάσταση στην Ήπειρο κατά τα Δεκεμβριανά και ως τη Συμφωνία της Βάρκιζας.
Το κυρίως μέρος του βιβλίου αποτελείται από τα υπόλοιπα τέσσερα κεφάλαια, που παρουσιάζουν τις διαδικασίες σχηματισμού ένοπλων σωμάτων του ΕΔΕΣ αντίστοιχα στις περιοχές Ξηροβουνίου, Λάκκας Σουλίου, Ραδοβιζίου και Τζουμέρκων. Οι περιοχές αυτές, παρά τις διαφορές τους (π.χ. τα Τζουμέρκα είναι πιο ανεπτυγμένα οικονομικά και κοινωνικά), έχουν κοινά πολιτισμικά στοιχεία, που οφείλονται τόσο σε γεωφυσικούς παράγοντες όσο και στην ιστορία ένταξής τους στο ελληνικό κράτος. Σε μεγάλο βαθμό παραμένουν βαθιά παραδοσιακές κοινωνίες, με τις αντίστοιχες σχέσεις με την αγορά και το κράτος, έντονη τοπική ταυτότητα και ανάλογη οργάνωση και κουλτούρα. Είναι σε μεγάλο βαθμό υπανάπτυκτοι κοινωνικοί χώροι, όπου κυριαρχεί η πατριαρχία, ο αναλφαβητισμός, η οικονομία αυτοκατανάλωσης αλλά και η ληστεία. Σε αυτούς τους χώρους θα αναγκαστεί ο Ζέρβας να οικοδομήσει την οργάνωσή του.
Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η παρουσίαση αυτής της διαδικασίας, όπου συναντιέται η τοπική αυτονομία με την οργάνωση ενός σχηματισμού με νεωτερικά πολιτικά προτάγματα. Σε μεγάλο βαθμό η συνάντηση γίνεται στο παραδοσιακό περιβάλλον, π.χ. με ένα «δυαδικό συμβόλαιο» αμοιβαιότητας μεταξύ του επικεφαλής της οργάνωσης και του τοπικού οπλαρχηγού, μια συμφωνία που στηρίζεται στο «λόγο», στη «μπέσα» (σελ. 179). Στο σημείο αυτό συναντούμε τον τίτλο του βιβλίου και γνωρίζουμε τους τοπικούς οπλαρχηγούς, τον Αλέκο Παπαδόπουλο, τους Κολιοδημητραίους, τον Καραμπίνα και τον Βόιδαρο και τους υπόλοιπους. Δεν είναι σαφές στον μη ειδικό αναγνώστη αλλά τα σώματα αυτά δεν είναι μια περιφερειακή δυναμη του ένοπλου ΕΔΕΣ, των ΕΟΕΑ, αλλά οι βασικές και μαχητικότερες δυνάμεις του. Η διαδικασία συγκρότησης τους και ένταξή τους στον ΕΔΕΣ είναι, σε κάθε περίπτωση, μια επιβεβαίωση και εμπλουτισμός του σχήματος του συγγραφέα για τη σχέση τοπικότητας και πολιτικής ένταξης. Οι αναπόφευκτες επαναλήψεις στην περιγραφή αυτής της διαδικασίας, λόγω της δομής του βιβλίου, μας βοηθούν να εμπεδώσουμε και να συμμεριστούμε τα πορίσματα του συγγραφέα.
Εδώ θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι οι διαδικασίες αυτές, αγκιστρωμένες στο πολιτισμικό περιβάλλον των οπλαρχηγών και των σωμάτων τους, οδηγούν στη συγκρότηση αρχικά ενός αντάρτικου «του Ζέρβα» και όχι τόσο «του ΕΔΕΣ». Και αυτό, ως ένα σημείο φαίνεται να οφείλεται σε αντικειμενικούς παράγοντες αλλά από κει και πέρα σε μια επιλογή του ίδιου του αρχηγού, για λόγους που άπτονταν τόσο των κατοχικών όσο και των μεταπολεμικών εξελίξεων. Στη σελίδα 183 περιγράφεται με σαφήνεια η δομή του στρατιωτικού σκέλους του ΕΔΕΣ. Η δομή αυτή ήταν «αυστηρά προσωποπαγής», καθώς ο Ζέρβας προσωπικά επικοινωνούσε με τους «οπλαρχηγούς» του και τους ενίσχυε οικονομικά. Οι τελευταίοι, με τη σειρά τους, ήταν υπεύθυνοι για την τροφοδοσία και την κινητοποίηση των ένοπλων ομάδων τους. Συμβολικά, ο όρκος δινόταν ενίοτε προς τον αρχηγό και όχι προς την οργάνωση του ΕΔΕΣ, με τα συχνά ακατανόητα προτάγματά της.
Ένα άλλο σημείο που επανέρχεται σε κάθε κεφάλαιο αλλά δεν αναδεικνύεται μέσα από τη συγκεκριμένη προβληματική, είναι ο οικονομικός παράγοντας. Η οικονομική ενίσχυση, τα «ωφελήματα», οι λίρες είναι σε τελική ανάλυση ο δεσμός με τον οποίο ο Ζέρβας συνδέεται με τους τοπικούς παράγοντες και αυτοί με τους ένοπλους τους. Και είναι επίσης το σημείο που συνδέει την τοπική αυτή ιστορία με τις ευρύτερες εξελίξεις, δηλαδή τη βούληση της Μεγάλης Βρετανίας να συντηρήσει ένα αντάρτικο σε αντίθεση με τον κυρίαρχο στην Ελλάδα ΕΛΑΣ.
Το βιβλίο του Βαγγέλη Τζούκα μας προσφέρει μια πρωτότυπη βάση, πάνω στην οποία μπορούμε να ξαναδούμε πιο στέρεα τη «μεγάλη ιστορία», που συνήθως περιορίζεται στην αναζήτηση υποκειμενικών πρωτοβουλιών, λαθών, εξωτερικών εξαναγκασμών και μέχρι πρόσφατα της «χρήσης βίας». Μιας ιστορίας όπου απουσιάζει η κοινωνία και οι δυνατότητες και όρια που εκείνη κάθε φορά έχει. Όπως κάθε εποικοδομητικό έργο, ανοίγει νέα πεδία, όπως η συμπλήρωση της ιστορίας του ΕΔΕΣ «από τα πάνω», μια ανάλογη προβληματική για άλλες περιοχές της Ελλάδας και κυρίως για τη συγκρότηση του ΕΛΑΣ και επίσης μια συγκριτική προσέγγιση μεταξύ τους, τα μεταπολεμικά αποτελέσματα αυτής της ενσωμάτωσης των παραδοσιακών κοινωνιών στο εθνικό κράτος διαμέσου της Αντίστασης και των ταυτοτήτων που συγκροτεί. Η κυκλοφορία του βιβλίου του Βαγγέλη Τζούκα, σε συνέχεια άλλων πρόσφατων για τη δεκαετία του 1940, είναι άλλο ένα βήμα γόνιμης απαγκίστρωσης από μια προηγούμενη περίοδο, θορυβωδώς συγκρουσιακή και ελάχιστα παραγωγική.


Ο Γιάννης Σκαλιδάκης είναι ιστορικός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου