Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

Δύο μελέτες για την ένοπλη Αντίσταση στα Βαλκάνια : 1941-1944

Δύο μελέτες για την ένοπλη Αντίσταση στα Βαλκάνια : 1941-1944


του Γιώργου Μαργαρίτη, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διάπλους, τεύχος 32

Στο αφιέρωμα: 1940 - 1950 Η κρίσιμη δεκαετία


Kennedy Robert M., Hold the Balkans! German Antiguerrilla Operations in the Balkans, 1941 – 1944, White Mane Books, Pennsylvania, 2000.

Condit D.M., Case Study in Guerrilla War: Greece During World War II, The American University, Special Operations Research Office, 1961

Τον Αύγουστο του 1954 ο Στρατός των ΗΠΑ περιέλαβε στις δημοσιεύσεις του ένα εγχειρίδιο – με αριθμό 20 – 243 – που επιχειρούσε μία στοιχειώδη πρώτη μελέτη του στρατιωτικού προβλήματος που αποτέλεσε για τις δυνάμεις του Άξονα η δράση μεγάλων στρατιωτικών σχηματισμών της αντιφασιστικής Αντίστασης στα κατεχόμενα Βαλκάνια. Τη μελέτη διεκπεραίωσε ο ταγματάρχης τότε Robert M Kennedy (απλή συνωνυμία φυσικά με τον αντίστοιχο γνωστό πολιτικό), στέλεχος της Διεύθυνσης Στρατιωτικής Ιστορίας των ΗΠΑ και επιφορτισμένος από το 1950 με τη μελέτη των στρατιωτικών επιχειρήσεων στα Βαλκάνια στη διάρκεια του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Ο πόλεμος στην Κορέα και οι πόλεμοι της αποαποικιοποίησης – «ανάσχεσης» του κομμουνισμού – επέβαλαν εκείνη της εποχή μία πιο προσεκτική εξέταση του τρόπου με τον οποίο οι δυνάμεις του Άξονα αντιμετώπισαν παρόμοιας μορφής απειλές στην διάρκεια του δικού τους πολέμου. Ας μην ξεχνάμε ότι το 1954 ήταν ακριβώς το έτος της στρατιωτικής συντριβής των γαλλικών στρατευμάτων στην Ινδοκίνα από τις δυνάμεις που καθοδηγούσε το εκεί Κομμουνιστικό Κόμμα. Η επανέκδοση του βιβλίου στα 2000 οφειλόταν, όπως αναφέρει ο επιμελητής της έκδοσης στον πρόλογό του, στην εμπλοκή αμερικανικών και νατοϊκών στρατευμάτων στους πολέμους για την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας στην δεκαετία 1990 – 2000.

Στα 1961, καθώς οι πόλεμοι της αποαποικιοποίησης πλησίαζαν προς το τέλος τους, οι στρατιωτικές υπηρεσίες των ΗΠΑ επένδυσαν με μεγαλύτερη ζέση στη μελέτη των ιστορικών προηγούμενων των «λαϊκών πολέμων». Όπως η μετέπειτα πραγματικότητα επιβεβαίωσε, δικαίως ανησυχούσαν οι ιθύνοντες της Ουάσιγκτων για τις συνθήκες εμπλοκής αμερικανικών στρατευμάτων σε καταστάσεις κατοχής ξένου εδάφους, καταστολής εθνικών και κοινωνικών κινημάτων και αντιμετώπισης αντάρτικων στρατών και πολέμων. Σε αυτό το πλαίσιο η μελέτη του αντιστασιακού κινήματος ενάντια στον Άξονα στα Βαλκάνια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου επανήλθε στο προσκήνιο και μαζί με αυτή η μελέτη της ελληνικής ένοπλης Αντίστασης. Το βιβλίο του D.M. Condit, συντάχθηκε σε αυτήν ακριβώς τη συγκυρία. Στον πρόλογο μάλιστα, ο συγγραφέας του συγκρίνει καταστάσεις του τότε πρόσφατου αντάρτικου πολέμου στην Κούβα με την ελληνική περίπτωση.

Η συγκυρία μέσα στην οποία εκδόθηκαν τα δύο εγχειρίδια επηρέασε οπωσδήποτε την οπτική τους. Τα γεγονότα αντιμετωπίζονται από την πλευρά του κατακτητή ή, επιπλέον, στην περίπτωση του βιβλίου του Condit, από την πλευρά επίσης του «διαχειριστή» της ανταρτικής δράσης, δηλαδή των Βρετανών. Το πρόβλημα είναι το πώς αντιμετωπίζονται καταστάσεις αντίστασης, ανυπακοής και λαϊκού πολέμου και όχι το αντίστοιχο της εμφάνισης τέτοιου είδους κινημάτων και της στρατιωτικής τους συγκρότησης – η θεώρηση των πραγμάτων γίνεται «από τα πάνω». Οι πηγές που χρησιμοποιούνται, προέρχονται, φυσικά από την ίδια κατεύθυνση. Απουσιάζουν ολότελα πληροφορίες από το εσωτερικό των κινημάτων ενώ περισσεύουν όσες προέρχονται από την πλευρά του κατακτητή. Στην περίπτωση του Kennedy, όπου δεν είχε, στα 1954, ακόμα ολοκληρωθεί η ταξινόμηση και η μεθοδική επίσκεψη των ιταλικών και γερμανικών στρατιωτικών αρχείων που είχαν μεταφερθεί στις ΗΠΑ, το κενό συμπληρώνεται από συνεντεύξεις Γερμανών κυρίως αξιωματούχων που κατείχαν θέσεις ευθύνης στα τότε Βαλκάνια. Ο διοικητής του ΧΧΙΙου Ορεινού Γερμανικού Σώματος Στρατού, στρατηγός Hubert Lanz, ήταν ακόμα ο κύριος πληροφοριοδότης των αμερικανικών υπηρεσιών για τα όσα συνέβησαν στα Βαλκάνια και στην Ελλάδα στην κατοχή. Όπως γνωρίζουμε και από την περίπτωση του Σπέερ, τέτοιες πηγές πληροφοριών διακρίνονται για την ικανότητα «προσαρμογής» των γεγονότων σε όσα οι συνομιλητές τους επιθυμούν να ακούσουν. Στο κάτω κάτω δεν ήσαν λίγοι οι Γερμανοί ιθύνοντες στα Βαλκάνια της περιόδου που είχαν ήδη εκτελεστεί για εγκλήματα πολέμου - σε αυτούς συμπεριλαμβανόταν ο ανώτερος διοικητής της νοτιανατολικής Ευρώπης, στρατηγός Λέρ – οι υπόλοιποι ήταν λογικό να προσέχουν....

Η στρατιωτική κατοχή

Το πρώτο χαρακτηριστικό του στρατιωτικού συστήματος που εγκατέστησε ο Άξονας στα Βαλκάνια ήταν η μαζική παρουσία κατοχικών στρατευμάτων. Η Ιταλία, το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, παρέταξε στα πεδία των μαχών τον Απρίλιο του 1941 ένα σύνολο 45 περίπου μεραρχιών. Στην πρώτη φάση της κατοχής, τον Αύγουστο του 1941, μόλις 13 μεραρχίες είχαν αφαιρεθεί από τα στρατεύματα εκστρατείας. Τριαντα-δύο μεραρχίες και πολλοί ανεξάρτητοι σχηματισμοί εγκαταστάθηκαν στα κατακτημένα και – θεωρητικά – μη εμπόλεμα πλέον Βαλκάνια. Από αυτές τις δυνάμεις, έντεκα μεραρχίες – με την προσθήκη μιας ενισχυμένης ανεξάρτητης μεραρχίας στα Δωδεκάννησα – ανήκαν στην 11η Στρατιά που απλώθηκε στις ιταλικές ζώνες κατοχής στην Ελλάδα.

Σε μικρότερη κλίμακα, ποσοτικά και κυρίως ποιοτικά, κυμάνθηκαν οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής. Τον Απρίλιο του 1941 το γερμανικό εκστρατευτικό σώμα – η 12η Στρατιά – που ανέλαβε το κύριο βάρος της εκστρατείας ενάντια στην Γιουγκοσλαβία και στην Ελλάδα είχε 12 μεραρχίες από τις οποίες τέσσερεις μεραρχίες αρμάτων. Ο ίδιος σχηματισμός, που από τις 9 Ιουνίου 1941 αποτέλεσε την Στρατιωτική Διοίκηση Νοτιοανατολικής Ευρώπης, περιέλαβε οκτώ μεραρχίες από τις οποίες όμως οι πέντε ανήκαν στη σειρά 700 (οι 704, 713, 714, 717, 718), εφεδρικές μονάδες των οποίων μεγάλο ποσοστό των στελεχών ήταν υπερήλικες, βετεράνοι του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, ακατάλληλοι για υπηρεσία στις μονάδες εκστρατείας. Ο αριθμός των Γερμανών στα Βαλκάνια – στη Σερβία, στη ζώνη της Θεσσαλονίκης – Κεντρικής Μακεδονίας, στην Αθήνα – Πειραιά, σε νησιά του Αιγαίου και στην Κρήτη – συμπληρώθηκε όμως από μονάδες της αεροπορίας και του ναυτικού αλλά και από σχηματισμούς αστυνομικού χαρακτήρα ή των Ες Ες. Στην ουσία, ως προς την αριθμητική τουλάχιστον πλευρά, οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής στα Βαλκάνια δεν υπολείπονταν από τις αντίστοιχες της αρχικής εκστρατείας. Και αυτό παρά το γεγονός ότι οι εδαφικές ζώνες κάτω από τον άμεσο γερμανικό έλεγχο ήσαν σαφώς περιορισμένες.

Επιπλέον ισχυροί στρατιωτικοί σχηματισμοί και σώματα ασφαλείας προήλθαν από τον ίδιο τον βαλκανικό χώρο. Ο βουλγαρικός στρατός, για παράδειγμα, έστειλε το Ε’ Σώμα Στρατού με τρεις μεραρχίες στην γιουγκοσλαβική Μακεδονία και το Σώμα Στρατού «Αιγαίου» - το Β’ αργότερα – στην ελληνική Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Πρόσθετα βουλγαρικά στρατεύματα ανέλαβαν αργότερα έργο κατοχής: το Α’ Σώμα Στρατού στην νότια Σερβία, λόγου χάρη. Παράλληλα στην Κροατία δημιουργήθηκαν «εθνικές» στρατιωτικές δυνάμεις τμήμα των οποίων χρησιμοποιήθηκε ως δύναμη κατοχής. Οι εθνικιστές Ουστάσα συγκρότησαν ως και μεραρχίες ενώ ο εθνικός στρατός της νεοδημιουργημένης χώρας παρέταξε εννέα ταξιαρχίες. Οι γερμανο – κροατικές στρατιωτικές μονάδες των Ες Ες, οι 269η, 373η και 392η Μεραρχίες Πεζικού, οι 13η και 23η Ορεινές Μεραρχίες προστέθηκαν στα στρατεύματα κατοχής.

Στη Σερβία ακόμα οι κατοχικές δυνάμεις ενισχύθηκαν από τοπικά επιστρατευμένες μονάδες. Η συνοριακή φρουρά με 5.600 άνδρες από τους οποίους οι 600 Γερμανοί ήταν μία από αυτές. Τα «σώματα εθελοντών» - ανάμεσά τους και εκείνο των «Ρώσων Εθελοντών», παλαίμαχων του τσαρικού στρατού και φυγάδων από τη Σοβιετική Ένωση – ισοδυναμούσαν αριθμητικά με μία τουλάχιστον μεραρχία.

Να παρατηρήσουμε εδώ ότι η μόνη χώρα η οποία, φαινομενικά, σε πρώτη τουλάχιστον φάση δεν δημιούργησε εγχώριες ένοπλες δυνάμεις με σκοπό να συνδράμουν το έργο της κατοχής, η Ελλάδα δηλαδή, δεν βρέθηκε τόσο έξω, όσο οι Αμερικανοί μελετητές νομίζουν, από το γενικό κλίμα. Η στρατολόγηση ανδρών, η πύκνωση των δυνάμεων της Χωροφυλακής και η προοδευτική στρατιωτικοποίησή τους κάτω από τη διοίκηση του στρατηγού Σπηλιωτόπουλου (μετέπειτα στρατιωτικού διοικητή της Αθήνας μετά την απελευθέρωση!), ήταν μεγαλύτερη σε κλίμακα απ’ ό,τι οι αντίστοιχες δυνάμεις τάξης που αναπτύχθηκαν στη Σερβία. Η Χωροφυλακή της Ελληνικής Πολιτείας του Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλου, Ράλλη ξεπέρασε σε ορισμένες φάσεις της Κατοχής, πριν εμφανιστούν τα Τάγματα Ασφαλείας, τους τριάντα χιλιάδες άνδρες.... Η σχετική σιωπή των Αμερικανών μελετητών οφείλεται μάλλον στις μεταγενέστερες πολιτικές τους εκτιμήσεις.

Το συμπέρασμα πάντως είναι ότι η γρήγορη εξάπλωση ενός αντιστασιακού ρεύματος στα Βαλκάνια αλλά και η σχεδόν ταυτόχρονη με την εγκατάσταση του κατοχικού καθεστώτος εκδήλωση εξεγέρσεων και ανταρτικών στρατιωτικών πρωτοβουλιών, δεν μπορεί να αποδοθεί σε ένα κενό εξουσίας ή σε κάποια αδυναμία της στρατιωτικής παρουσίας των δυνάμεων του Άξονα. Κάθε άλλο μάλιστα, καθώς οι δυνάμεις που ανέλαβαν τη διαχείρηση του κατακτημένου εδάφους ήσαν ισοδύναμες ή και ανώτερες αριθμητικά από τις αντίστοιχες που ανέλαβαν το έργο της κατάκτησης !

Οι πρώιμες εξεγέρσεις

Η πρώτη μεγάλων διαστάσεων εξέγερση στα Βαλκάνια έγινε στο Μαυροβούνιο. Από τις 13 Ιουλίου 1941 πολλαπλασιάστηκαν οι επιθέσεις εναντίον των ιταλικών δυνάμεων κατοχής της ορεινής αυτής ζώνης. Πολλές από τις φρουρές των κατακτητών εξοντώθηκαν και ακόμα περισσότερες υποχρεώθηκαν να καταφύγουν στις μεγαλύτερες πόλεις. Η σχετική αποκατάσταση της ιταλικής κυριαρχίας στην περιοχή έγινε μετά από δύο σχεδόν χρόνια συγκρούσεων με τη συμμετοχή ισχυρών ιταλικών στρατιωτικών δυνάμεων. Η τελική έκβαση οφειλόταν μάλιστα στην ενεργή ανάμιξη των Τσέτνικς στο πλευρό των Ιταλών. Οι απώλειες του πληθυσμού ανήλθαν ίσως στους 15.000 νεκρούς και τραυματίες ενώ περίπου 10.000 άτομα φυλακίστηκαν ή εκτοπίστηκαν από την περιοχή – πολλοί από αυτούς σε στρατόπεδα εργασίας.

Στην Σερβία η ένοπλη δράση ενάντια στις κατοχικές δυνάμεις άρχισε σχεδόν αμέσως μετά την κατάκτηση της χώρας. Σε αντίθεση με τους εθνικιστές Τσέτνικς του στρατηγού Ντράζα Μιχαίλοβιτς – που ονομάστηκε υπουργός στρατιωτικών της εξόριστης στο Λονδίνο κυβέρνησης του βασιλιά Πέτρου – οι οποίοι περιορίστηκαν στην οργάνωση τοπικών πολιτοφυλακών και σε περιορισμένη δράση, οι Παρτιζάνοι που οργάνωσε το Κομμουνιστικό Κόμμα επέδειξαν από την αρχή μεγάλη μαχητικότητα. Τον Αύγουστο του 1941 η ηγεσία του Κόμματος με Γραμματέα τον Jozip Broz, τον Τίτο, εγκαταστάθηκε στα βουνά και ανέλαβε την ηγεσία του ένοπλου αγώνα.

Οι διαδοχικές αποστολές ενισχύσεων για την αποκατάσταση του ελέγχου στη Σερβία ενόχλησαν την γερμανική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία η οποία εκείνο τον καιρό ήθελε να είναι αποκλειστικά απασχολημένη με την εκστρατεία ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Σήμερα, χάρη στο έργο του Browning, γνωρίζουμε ότι η οργή των ιθυνόντων του Βερολίνου για τις βαλκανικές «περιπλοκές» οδήγησε στην ριζοσπαστικοποίηση των πολιτικών τους απέναντι στους «διαύλους της μπολσεβίκικης συνωμοσίας», τους Εβραίους ανάμεσά τους, και στην υιοθέτηση της «Τελικής Λύσης» τον επόμενο χειμώνα. Το φθινόπωρο του 1941 πάντως ισχυρές γερμανικές στρατιωτικές μονάδες που προετοιμάζονταν για το ανατολικό μέτωπο – οι 113η και 342η Μεραρχίες Πεζικού - χρειάστηκε να «λοξοδρομήσουν» προς τη Σερβία για να αναλάβουν μεγάλης έκτασης επιχειρήσεις εναντίον των Παρτιζάνων. Μόλις οι δυνάμεις αυτές αναχώρησαν για την Ρωσία, τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο του 1942, οι Παρτζάνοι ανακατέλαβαν θέσεις και περιοχές που είχαν μόλις απωλέσει.

Το 1942 η βορειότερη δυτική πλευρά των Βαλκανίων είχε πλέον όλα τα χαρακτηριστικά ενός ανοικτού πολεμικού μετώπου. Τον Ιανουάριο δύο γερμανικές μεραρχίες είχαν πεντακόσιους άνδρες εκτός μάχης – 25 νεκροί, 131 τραυματίες, 300 κρυοπαγημένοι – σε επιχειρήσεις στην «φιλική» παρόλα αυτά Κροατία! Πεντακόσιοι Γερμανοί εκτός μάχης ήταν επίσης το κόστος επιχειρήσεων στην περιοχή του Σαράγεβο τον επόμενο μήνα. Οι ιταλικοί, κροατικοί και «εθελοντικοί» σχηματισμοί υπέφεραν σαφώς περισσότερο, γεγονός που φόρτωνε τις γερμανικές μονάδες με πρόσθετα καθήκοντα. Οι συγκρούσεις στην Βοσνία διατηρήθηκαν με ένταση όλόκληρο το πρώτο εξάμηνο του 1942. Στο δεύτερο εξάμηνο απλά οι επιχειρήσεις επέστρεψαν στις προγενέστερα «εκκαθαρισθείσες» περιοχές....

Στην Ελλάδα, αντίθετα, οι δραστηριότητες της ένοπλης Αντίστασης καθυστέρησαν χαρακτηριστικά. Η τρομερή επιχείρηση που κατά τον Kennedy έγινε στις 16:00 μίας άγνωστης ημέρας του καλοκαιριού του 1942 (sic), όταν εκατό αντάρτες του ΕΔΕΣ παγίδεψαν υποδειγματικά και κατέστρεψαν ιταλική εφοδιοπομπή με συνοδεία εξήντα Ιταλών ανάγεται μάλλον στον χώρο του φανταστικού και μάλλον δανείζεται στοιχεία από τις συγκρούσεις στο Μακρυνόρος που όντως έδωσε ο ΕΔΕΣ πολλούς μήνες αργότερα. Στα 1954 μία από τις «επίσημες» πηγές της ιστορίας της Κατοχής ήταν οι αυτοβιογραφικές αναμνήσεις των πρωταγωνιστών και οι εκθέσεις των αξιωματικών οι οποίοι, στην προσπάθειά τους να αποδείξουν ότι η ένοπλη Αντίσταση οφειλόταν στους πάντες πλην του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, συχνά εφεύρισκαν επικές μάχες με πανίσχυρους δράκους σε άγνωστες ημερομηνίες και χωρίς πολλές πολλές λεπτομέρειες.

Η άφιξη του στρατηγού Alexander Loehr στις 8 Αυγούστου 1942, στη θέση του Διοικητή Νοτιο-ανατολικής Ευρώπης, η μετακίνηση της 22ης αερομεταφερόμενης Μεραρχίας στην Κρήτη και της 11ης Μεραρχίας της Λουφτβάφε στην Αθήνα, συνέπεσαν με την έναρξη των πρώτων στρατιωτικών ενεργειών της Αντίστασης στην Ελλάδα. Οι τελευταίες έγιναν γνωστές με την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου τις τελευταίες ημέρες του Νοεμβρίου, εγχείρημα ελάχιστα χρήσιμο στρατιωτικά αλλά εξαιρετικά σημαντικό πολιτικά – ως προς την διάδοση της παρουσίας και την «επισημοποίηση» της ένοπλης Αντίστασης.

Η εμπιστοσύνη που δείχνουν οι Αμερικανοί αναλυτές στις γερμανικές πηγές – ως στρατιωτικοί προς στρατιωτικούς αλλά ίσως και ως αμοιβαία ταγμένους στην αντιμετώπιση του ίδιου προβλήματος: της αντιμετώπισης του κομμουνισμού και του λαϊκού πολέμου – τους οδηγεί σε πλήθος λανθασμένων εκτιμήσεων. Για παράδειγμα, η αδυναμία αντιμετώπισης του αντάρτικου αποδίδεται μάλλον σε «τεχνικούς» λόγους, στην αριθμητική ανεπάρκεια των δυνάμεων καταστολής ή στην απουσία ειδικά εκπαιδευμένων για τον στόχο αυτό στρατιωτικών μονάδων, παρά σε κοινωνικούς ή πολιτικούς παράγοντες. Η άφιξη μιάς «εκλεκτής» μονάδας, όπως η 1η γερμανική Ορεινή Μεραρχία το καλοκαίρι του 1943 στην Ελλάδα ή η 4η Μηχανοκίνητη Μεραρχία Αστυνομίας των Ες Ες το 1944, προκαλεί κατ’ αυτούς μία σχεδόν αυτονόητη ανατροπή των συνθηκών και των ισορροπιών. Τα γεγονότα δεν φαίνεται να συμφωνούν. Απέναντι στους 20.000 περίπου αντάρτες στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 1943, στους 60.000 Παρτιζάνους της Γιουγκοσλαβίας, τους 20.000 ίσως αντάρτες της Αλβανίας, οι Γερμανοί και οι επιτόπιοι σύμμαχοί τους διέθεταν σαφέστατη αριθμητική υπεροχή ακόμα και αν αφαιρούνταν οι πολυπληθείς ιταλικές δυνάμεις οι οποίες επρόκειτο σύντομα να καταθέσουν τα όπλα. Η 1η Ορεινή Μεραρχία, η 100η , η 1η Μεραρχία Αρμάτων, η 117η Μεραρχία «Κυνηγών» που έφθασαν στην Ελλάδα σε αυτήν την περίοδο πολλαπλασίασαν τα αντίποινα και τις τυφλές ακρότητες ενάντια στον άμαχο πληθυσμό, βούτηξαν τη χώρα στο αίμα και τοιν τρόμο (Κομμένο Άρτας, Καλάβρυτα κλπ. κλπ.) χωρίς όμως να πετύχουν στρατιωτικό και πολιτικό αποτέλεσμα διαφορετικό από εκείνο που μονάδες δεύτερης σειράς είχαν προηγουμένως πετύχει. Στην κατάρρευση της Ιταλίας ο ΕΛΑΣ βρέθηκε κυρίαρχος της Πελοποννήσου παρά την εκεί παρουσία ισχυρών γερμανικών μονάδων μηχανοκινήτων και καταδρομών στην περιοχή.

Στις αρχές Οκτωβρίου 1943 η εμπλοκή εκλεκτών γερμανικών μονάδων στις επιχειρήσεις για επανάκτηση του ελέγχου στα Βαλκάνια δεν είχαν οδηγήσει πουθενά. Οι γερμανικές δυνάμεις στην περιοχή ανέρχονταν σε μία πλήρη Στρατιά – 14 Μεραρχίες με 600.000 άνδρες – ενώ οι σχηματισμοί και οι δυνάμεις που συνεργάζονταν με τον γερμανικό στρατό πρόσθεταν μερικές δεκάδες ή και εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες (συμπεριλαμβανομένου του βουλγαρικού στρατού). Απέναντί τους οι διακόσιες περίπου χιλιάδες αντάρτες είχαν ήδη παγιώσει απρόσβλητες «ελεύθερες περιοχές» και διαρκώς αύξαιναν τη δύναμή τους.

Η επίγνωση της γενικής αδυναμίας των στρατιωτικών τακτικών που χρησιμοποίησαν οι δυνάμεις του Άξονα για να νικήσουν την ένοπλη Αντίσταση διατρέχει τις αμερικανικές μελέτες. Ο τακτικός στόχος συνίστατο στην μετατροπή ενός «ανορθόδοξου» πολέμου σε «ορθόδοξο» όπου θα μπορούσαν να μετρήσουν οι στρατιωτικές αρετές του στρατού κατοχής: η οργάνωση, ο εφοδιασμός, η αριθμητική υπεροχή κλπ.. Για να γίνει αυτό έπρεπε οι ανταρτικές δυνάμεις να καθηλωθούν και να υποχρεωθούν να δώσουν μάχη. Για να πραγματοποιηθεί κάτι τέτοιο χρειαζόνταν είτε η περικύκλωση των ανταρτών, είτε η αποκοπή τους από τις ζώνες εφοδιασμού έτσι ώστε να υποχρεώνονται να διεκδικήσουν τα της επιβίωσής τους με μάχη.

Πλήθος επιχειρήσεων αναλήφθηκαν με αυτούς τους στόχους. Τα ανακοινωθέντα που τις έκλειναν περιλάμβαναν συνήθως εντυπωσιακούς αριθμούς «απωλειών» στην πλευρά των ανυπότακτων: επιχείρηση «WOLF» στην Μακεδονία, 254 νεκροί αντάρτες, 400 συλληφθέντες, επιχείρηση «HORRIDO» σε ΧΧΙΙο Σ.Σ., 310 νεκροί, 15 συλληφθέντες (έναντι 18 Γερμανών εκτός μάχης), επιχείρηση «GEMSBOCK» τον Ιούνιο του 1944 με Γερμανούς και Τάγματα Ασφαλείας, στη βόρεια Πίνδο, 2.500 αντάρτες νεκροί και συλληφθέντες έναντι 120 νεκρών και 300 τραυματιών του Γερμανικού Στρατού, κλπ. Αν και το άθροισμα των απωλειών που προκαλούνταν στους αντάρτες ήταν δυσανάλογα υψηλό ως προς την υπολογιζόμενη δύναμή τους, στην ουσία, ποτέ και πουθενά μία επιχείρηση αυτού του είδους δεν προκάλεσε την καταστροφή ή έστω την αποφασιστική συρρίκνωση των αντάρτικων σχηματισμών. Οι διοικητές στο πεδίο της μάχης είχαν την τάση είτε να υπερβάλλουν ως προς τις απώλειες του εχθρού, είτε, το συνηθέστερο να αθροίζουν σε αυτές τον οποιοδήποτε άμαχο ή έστω αμέτοχο έπεφτε θύμα των πολεμικών ή καταστροφικών τους επιδόσεων. Οι αριθμοί γίνονταν με τον τρόπο αυτό αποκλειστικά και μόνο προπαγανδιστικά επιχειρήματα ενώ έχαναν κάθε στρατιωτική σημασία....

Απολογισμοί

Στο βιβλίο του ο Condit παρατηρεί ότι σε γενικές γραμμές οι εκτιμήσεις του στρατηγού Στέφανου Σαράφη, στρατιωτικού διοικητή του ΕΛΑΣ, ως προς την δύναμη των αντιπάλων του στα 1944 είναι ακριβείς – με βάση τη σύγκριση με τα γερμανικά στρατιωτικά αρχεία – και μάλιστα ίσως κατώτεροι της πραγματικότητας. Οι εκατό χιλιάδες Γερμανοί, 40.000 Βούλγαροι και 40.000 άλλοι (Ιταλοί, Ρώσοι, Μαροκινοί κλπ.) εθελοντές αποτελούσαν το ελάχιστο όριο των στρατευμάτων του Άξονα στην Ελλάδα και τα κενά συμπληρώνονταν από τις 30 ως 40.000 ενόπλων των Ταγμάτων Ασφαλείας, των αντι-κομμουνιστικών συμμοριών και της ελληνικής Χωροφυλακής. Το σύνολο των 220.000 σχεδόν χιλιάδων δεν μπορούσε να υποτάξει την Ελεύθερη Ελλάδα και οι στόχοι του περιορίζονταν στον έλεγχο των βασικών συγκοινωνιακών αξόνων, των στρατηγικών σημείων στις ακτές και στην κυριαρχία πάνω στις μεγάλες πόλεις της χώρας. Από τη μεριά του ο ΕΛΑΣ των 40.000 περίπου μαχητών δεν μπορούσε στη φάση αυτή να πετύχει τίποτε περισσότερο από τη διατήρηση των ελεύθερων ζωνών και τη διαρκή τριβή του αντιπάλου στις «γραμμές διαχωρισμού».

Κατά μήκος των τελευταίων αυτών γραμμών οι συγκρούσεις ήσαν περίπου ισόπαλες χωρίς καμία από τις δύο πλευρές να μπορεί να πετύχει διατηρήσιμα στρατιωτικά – και πολιτικά – αποτελέσματα. Στην καλύτερη περίπτωση οι επιτυχίες είχαν την μορφή επιδρομών στην αντίπαλη ζώνη. Αυτό δεν σήμαινε ότι ο αγώνας δεν ήταν έντονος. Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1944 – πριν δηλαδή γενικευθούν οι επιχειρήσεις του σχεδίου ΚΙΒΩΤΟΣ – οι Γερμανοί έχασαν, σύμφωνα με τις δικές τους πηγές, 936 νεκρούς, 1.235 τραυματίες και 275 αγνοουμένους, δηλαδή ένα σύνολο σχεδόν 2.500 ανδρών. Ένα μικρό ποσοστό αυτών των απωλειών μπορεί να αποδοθεί στον ΕΔΕΣ που, ενόψει της απελευθέρωσης και κάτω από τις ισχυρές βρετανικές πιέσεις, διέκοψε την κατάσταση «ανακωχής» που χαρακτήριζε τις σχέσεις του με τους Γερμανούς για έξι περίπου μήνες το 1944, το μεγάλο όμως μέρος οφείλεται σε συγκρούσεις με τον ΕΛΑΣ. Οι αριθμοί βεβαιώνουν μία εξαιρετική πολεμική «παραγωγικότητα» του τελευταίου, ειδικά αν προστεθούν σε αυτούς οι απώλειες των ελληνικών σωμάτων στην υπηρεσία των Γερμανών και της κυβέρνησης Ράλλη. Να προσθέσουμε ότι μόνο οι απώλειες των δύο αυτών μηνών είναι κατά τι βαρύτερες από αντίστοιχες που είχαν οι Γερμανοί τον Απρίλιο του 1941, στην εκστρατεία τους ενάντια στο Βρετανικό Εκστρατευτικό Σώμα των 50.000 ανδρών και του ελληνικού στρατού για την κατάληψη της χερσαίας Ελλάδας....

Αν και η εκτίμηση του Σαράφη ότι ο ΕΛΑΣ προκάλεσε συνολικά 25.000 απώλειες στον γερμανικό στρατό μπορεί να θεωρηθεί υπερβολική, ο Condit καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι γερμανικές απώλειες στην κατεχόμενη Ελλάδα δεν μπορεί να είναι μικρότερες των 5.000 και μεγαλύτερες των 15.000, με το ποσοστό των νεκρών σαφώς υψηλότερο του συνήθους λόγω της ιδιομορφίας του πολέμου. Αναλογικά, η εκτίμηση του Σαράφη ότι οι απώλειες του ΕΛΑΣ στις επιχειρήσεις ανήλθαν σε 4.500 νεκρούς και 6.000 τραυματίες – από τους οποίους 2.000 ανάπηροι – υποδεικνύει χονδρικά παραπλήσια επίπεδα απωλειών στις γερμανικές δυνάμεις. Για τις αντίστοιχες των Ιταλών ας μη γίνεται λόγος καθώς σε αυτή την περίπτωση η «φονικότητα», η αποτελεσματικότητα του ΕΛΑΣ φαίνεται να είναι σαφώς πολλαπλάσια.

Στη δεκαετία του 1950 και του 1960, όταν στην Ελλάδα απαγορευόταν ακόμα και η απλή νύξη στην Εθνική Αντίσταση, στο ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ, για τους Αμερικανούς ο σπουδαίος αγώνας του ελληνικού και των άλλων βαλκανικών λαών ενάντια στον Άξονα ήταν ήδη αντικείμενο σοβαρών μελετών με σκοπό να μη συμβούν στα στρατεύματα των ΗΠΑ όσα συνέβησαν στους στρατούς του Άξονα. Το Βιετνάμ έδειξε ότι τα μαθήματα ελάχιστα οφέλησαν... Ας είναι.

Σε εποχές πάντως όπου η ελληνική ακροδεξιά επιχειρεί, με «εκσυγχρονισμένους» είναι αλήθεια τρόπους, μέσω Γαίηλ, να εξαφανίσει την Αντίσταση, τον αγώνα των λαών ενάντια στον Άξονα, η υπόμνηση του τι είχαν ανακαλύψει – για τους δικούς τους λόγους – οι Αμερικανοί ερευνητές, δεν είναι ίσως περιττή και άχρηστη!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου