Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γερμανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γερμανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012

Auschwitz


Απόσπασμα από το κεφάλαιο «Η τελική λύση» του βιβλίου του ιστορικού Richard J. Evans 
“The Third Reich at War” (Penguin Books, 2009)




Οι πρώτες αφίξεις στο Άουσβιτς, τον Μάρτιο του 1942, ήταν από τη Σλοβακία και τη Γαλλία. Αρχικά οι αφιχθέντες καταγράφηκαν και έγιναν δεκτοί ως να επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν για εργασία. Αλλά πριν να περάσει λίγος καιρός, το Μάιο του 1942, άρχισε η συστηματική εξόντωση, όχι μόνο των Γάλλων και Σλοβάκων Εβραίων αλλά επίσης εκείνων από την Πολωνία, την Ολλανδία και το Βέλγιο. Ήταν σε μια αποστολή από την Ολλανδία, που παρακολούθησε ο Χίμλερ τη διαδικασία επιλογής και δολοφονίας, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στις 17 και 18 Ιουλίου 1942. «Δεν είχε παρατηρήσεις να κάνει», κατέγραψε ο Χες. Όντως η επίσκεψη ολοκληρώθηκε με τον Αρχηγό των SS να επιβραβεύει με προαγωγή τον διοικητή του στρατοπέδου. Κατά την απογευματινή δεξίωση, ο Χες σημείωσε πως ο Χίμλερ «ήταν σε πολύ καλό κέφι, πρωταγωνιστώντας στη συζήτηση και όντας εξαιρετικά φιλικός, ειδικά με τις κυρίες». Την επόμενη μέρα ο Χίμλερ πήγε στο στρατόπεδο των γυναικών, «παρακολούθησε το κλάμα μιας γυναίκας εγκληματία», και «συζήτησε με ορισμένες γυναίκες Μάρτυρες του Ιεχωβά για τις φανατικές πεποιθήσεις τους». Στην τελική ομιλία του λίγο πριν φύγει, ο Χίμλερ διέταξε την εντατικοποίηση των εκτελέσεων και πίεσε τον Χες να ολοκληρώσει την κατασκευή ενός νέου στρατοπέδου στο Μπίρκεναου το συντομότερο. Από τον Ιούλιο και μετά, άρχιζαν να έρχονται οι Γερμανοί Εβραίοι, πρώτα από τη Βιέννη, και από τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο, από το Βερολίνο. Τρένα άρχισαν να φέρνουν Εβραίους από τη Ρουμανία, την Κροατία, την Φινλανδία, την Νορβηγία και μετέπειτα από τη Βουλγαρία, την Ιταλία και από την Ουγγαρία, την Σερβία, την Δανία, την Ελλάδα και τη νότια Γαλλία.

[...]

Το Άουσβιτς από πολλές απόψεις ήταν μια πρότυπη γερμανική πόλη στη νεοκατεκτημένη Ανατολή. Από τον Μάρτιο του 1941 υπήρχαν 700 φύλακες SS που εργάζονταν στο στρατόπεδο, αριθμός που θα αυξανόταν σε 2.000 μέχρι τον Ιούνιο του 1942. Συνολικά, σε όλη την περίοδο ύπαρξης του στρατοπέδου, περίπου 7.000 άνδρες του SS εργάστηκαν εκεί κάποια στιγμή. Τα SS και οι οικογένειές τους, εφόσον είχαν, ζούσαν στην πόλη μαζί με γραμματείς και διοικητικούς υπαλλήλους. Πραγματοποιούνταν συναυλίες και θεατρικές παραστάσεις από θιάσους όπως το Κρατικό Θέατρο της Δρέσδης, υπήρχε μια παμπ (με ένα διαμέρισμα από πάνω για τον Χίμλερ, που ουσιαστικά ποτέ δεν χρησιμοποίησε) και ένα ιατρικό κέντρο. Οι άνδρες των SS είχαν πλήρεις προμήθειες τροφίμων και τακτικές άδειες. Αν είναι ανύπανδροι, μπορούσαν να δεχτούν επισκέψεις από τις φιλενάδες τους, ή, αν ήταν παντρεμένοι και οι οικογένειες τους κατοικούσαν αλλού στο Ράιχ, από τις γυναίκες τους, συνήθως τη ζεστή περίοδο του καλοκαιριού. Νέα σπίτια χτίζονταν για το προσωπικό του στρατοπέδου, και κοντά βρισκόταν η γιγαντιαία εγκατάσταση χημικών της I. G. Farben στο Monowitz. Όλα αυτά έκαναν το Άουσβιτς ένα μεγάλο οικονομικό κέντρο που απασχολούσε Γερμανούς μάνατζερ, επιστήμονες, διοικητικά στελέχη και γραμματείς. Η δημιουργία ενός ενιαίου συγκροτήματος που συνδύαζε κατοικίες, ένα εργοστάσιο, ένα στρατόπεδο εργασίας και ένα κέντρο εξόντωσης προεικόνιζε ένα είδος αστικής κοινότητας από αυτές που θα μπορούσαν να ιδρυθούν σε άλλα μέρη της γερμανικής Ανατολής, τουλάχιστον μέχρι την τελική ολοκλήρωση του Γενικού Σχεδίου για την Ανατολή. Η μόνη αιτία για παράπονα από τη μεριά των κατοίκων της πόλης ήταν η δυσάρεστη οσμή πάνω από την πόλη και την πτέρυγα κατοικίας των SS από τα κρεματόρια του στρατοπέδου.
Κατά τη διάρκεια της συνολικής περιόδου ύπαρξης του στρατοπέδου, τουλάχιστον 1,1 εκατομμύριο και πιθανότατα ως και 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι δολοφονήθηκαν στο Άουσβιτς. Το 90% αυτών, πιθανόν περίπου 960.000, ήταν Εβραίοι, δηλαδή ανάμεσα σε 1/5 και 1/4 του συνολικού αριθμού των Εβραίων που σκοτώθηκαν στον πόλεμο. Περιλαμβάνονταν 300.000 Εβραίοι από την Πολωνία, 69.000  από την Γαλλία, 60.000 από την Ολλανδία, 55.000 από την Ελλάδα, 46.000 από την Τσεχοσλοβακία (το Προτεκτοράτο Βοημίας και Μοραβίας), 27.000 από την Σλοβακία, 25.000 από το Βέλγιο, 23.000 από την Γερμανία (το «Παλαιό Ράιχ»), 10.000 από την Κροατία, 6.000 από την Ιταλία, ο ίδιος αριθμός από την Λευκορωσία, 1.600 από την Αυστρία και 700 από την Νορβηγία. Κατά την τελευταία περίοδο του πολέμου, περίπου 394.000 Ούγγροι Εβραίοι οδηγήθηκαν στους θαλάμους αερίων και εξοντώθηκαν. Περισσότεροι από 70.000 μη Εβραίοι Πολωνοί εκτελέστηκαν, 21.000 Τσιγγάνοι, 15.000 Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου και πάνω από 15.000 άνθρωποι διαφόρων εθνικοτήτων, κυρίως από την Ανατολική Ευρώπη. Η μειοψηφία όσων «επιλέχτηκαν» για εργασία, καταγράφηκαν κατά την άφιξή τους και ένας αριθμός εντυπώθηκε με τατουάζ στο μπράτσο τους. Ήταν περίπου 40.000 και περίπου οι μισοί από αυτούς ήταν Εβραίοι. Τουλάχιστον οι μισοί από τους καταγεγραμμένους κρατούμενους πέθαναν από υποσιτισμό, ασθένειες, εξάντληση ή υποθερμία.
Ο Ρούντολφ Χες αργότερα ομολόγησε πως έβρισκε δύσκολο να εκτελεί τα καθήκοντά του, ως διοικητής της μεγαλύτερης βιομηχανίας θανάτου στην ιστορία, με ηρεμία πνεύματος.

Έπρεπε να τα παρακολουθώ όλα. Έπρεπε να βλέπω κάθε ώρα, μέρα και νύχτα, την απομάκρυνση και την καύση των πτωμάτων, την εξαγωγή των δοντιών, το κόψιμο των μαλλιών, όλη αυτή τη φρικαλέα ατελεύτητη εργασία... Έπρεπε να κοιτάζω από το ματάκι των θαλάμων αερίων και να παρακολουθώ την ίδια τη διαδικασία του θανάτου, επειδή οι γιατροί ήθελαν να το βλέπω. Έπρεπε να τα κάνω όλα αυτά γιατί ήμουν αυτός που είχε όλα τα μάτια πάνω του, γιατί έπρεπε να τους δείξω ότι δεν έδινα απλά τις διαταγές και έφτιαχνα τους κανονισμούς αλλά ήμουν έτοιμος ο ίδιος να είμαι παρών σε κάθε καθήκον που έδινα στους υφισταμένους μου.

Οι υφιστάμενοί του συχνά τον ρωτούσαν, «ήταν αναγκαίο να τα κάνουν όλα αυτά; Ήταν αναγκαίο να εξοντωθούν εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες και παιδιά;» Ο Χες αισθανόταν πως «έπρεπε να τους πει ότι η εξόντωση των Εβραίων έπρεπε να γίνει, ώστε η Γερμανία και το μέλλον της να ελευθερωθεί για πάντα από τους αδίστακτους αντιπάλους της». Αντισημίτης ως το τέλος, ο Χες μετά τον πόλεμο θεωρούσε πως ο αντισημιτισμός «ήρθε στο προσκήνιο μόνο όταν οι Εβραίοι είχαν προχωρήσει πολύ στο κυνήγι της κατάκτησης της εξουσίας, και τα σατανικά τους σχέδια ήταν πολύ φανερά για να τα ανεχτεί η κοινή γνώμη». Δεσμευμένος από αυτές τις αντιλήψεις στη δουλειά του, ο Χες ένιωθε πως έπρεπε να καταστείλει κάθε αμφιβολία καθώς ακολουθούσε αυτό που πίστευε ότι ήταν οι εντολές του Χίτλερ. Όφειλε στους υφισταμένους του να μην δείξει κανένα σημάδι αδυναμίας. Η «σκληρότητα» ήταν στο κάτω-κάτω η βασική αρχή των SS. «Έπρεπε να εμφανίζομαι παγερά αδιάφορος σε γεγονότα που θα έσκιζαν την καρδιά οποιουδήποτε είχε ανθρώπινα αισθήματα», θυμόταν αργότερα. «Έπρεπε να παρακολουθώ παγερά καθώς μητέρες με παιδιά που γελούσαν ή έκλαιγαν, έμπαιναν στους θαλάμους αερίων». Ειδικά μετά ένα απόγευμα πίνοντας με τον Άντολφ Άιχμαν, ο οποίος «έδειχνε τελείως εμμονικός με την ιδέα να εξοντώσει κάθε Εβραίο που θα μπορούσε να βρει», ο Χες αντιλήφθηκε πως έπρεπε να καταπιέσει κάθε ανθρώπινο συναίσθημα: «μετά από αυτές τις συζητήσεις με τον Άιχμαν, έφτασα να θεωρώ πως τέτοια αισθήματα ήταν προδοσία του Φύρερ».

Τρίτη 12 Οκτωβρίου 2010

Αποκαλύπτεται το παρασκήνιο και τα παζάρια για την επανένωση της Γερμανίας

(δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Δρόμος, τεύχος 34, στις 09/10/2010)


Είκοσι χρόνια μετά τη γερμανική ενοποίηση, τα αρχεία που έχουν ανοίξει, μας επιτρέπουν να ανασυστήσουμε σε μεγάλο βαθμό τις πολιτικές διαπραγματεύσεις της εποχής ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις και τη στάση τους απέναντι στην επικείμενη επανένωση της Γερμανίας, στην πυκνή περίοδο από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου το Νοέμβριο του 1989 ως την τελική ενοποίηση στις 3 Οκτωβρίου 1990.

Το ίδιο το άνοιγμα των αρχείων έχει τη σημασία του, καθώς Βρετανία και Γαλλία επέλεξαν να φέρουν στο φως διπλωματικά έγγραφα πολύ πριν το καθιερωμένο αλληλοκαρφώνοντας η μια την άλλη για την τότε στάση των ηγετών τους, Μάργκαρετ Θάτσερ και Φρανσουά Μιτεράν αντίστοιχα, και προσδοκώντας τη γερμανική εύνοια σήμερα. Επιβεβαιώνεται και με αυτόν τον τρόπο ο φόβος των τότε Ευρωπαίων ηγετών για τον ηγεμονικό ρόλο που θα είχε μια ενωμένη Γερμανία, φόβος για το μέλλον, που τρεφόταν από το παρελθόν.

Το Σχέδιο Μάρσαλ και η διαίρεση


Ο χωρισμός της Γερμανίας σε δύο κράτη -τόσο γεωγραφικά όσο και πολιτικά- ήταν αποτέλεσμα όσο και σύμβολο του Ψυχρού Πολέμου ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις, σύμφωνα με την ορολογία της εποχής. Ήταν μια συνέπεια του νέου συσχετισμού δύναμης, που προέκυψε στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Δύο παγκόσμιοι πόλεμοι είχαν συγκλονίσει τον κόσμο σε διάστημα μικρότερο του μισού αιώνα, πόλεμοι με βασικό πρωταγωνιστή μια ισχυρή ιμπεριαλιστική Γερμανία. Η διχοτόμησή της σφράγιζε την ήττα της μέσα στο συγκεκριμένο περιβάλλον των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων. Η Σοβιετική Ένωση, που είχε αποκτήσει δικαιωματικά την πρωτοκαθεδρία στην Ανατολική Ευρώπη, διεκδικούσε πολεμικές επανορθώσεις από τη Γερμανία που εν μέρει μόνο θα κάλυπταν τις καταστροφές που είχε υποστεί κατά τη διάρκεια του πολέμου. Από την άλλη, οι ΗΠΑ, είχαν κάνει στροφή από την περίοδο Ρούζβελτ, κατά την οποία είχε εκπονηθεί το Σχέδιο Μοργκεντάου για το μόνιμο κατατεμαχισμό και αποβιομηχάνιση του Ράιχ, και υποστήριζαν τη διατήρηση μιας ισχυρής Γερμανίας για την εξασφάλιση της σταθερότητας στην Ευρώπη. Η Σοβιετική Ένωση, άλλωστε, δεν ήταν πλέον ένας μακρινός ιδεολογικός εχθρός των καπιταλιστικών χωρών αλλά μια υπαρκτή δύναμη στην καρδιά της ηπείρου. Το γερμανικό πρόβλημα συμπύκνωνε την αναδυόμενη σύγκρουση των νικητών του πολέμου. Οι διαπραγματεύσεις για τη συνθήκη ειρήνης με τη Γερμανία καθυστερούσαν, καθώς η σοβιετική πλευρά προέκρινε έναν μακρόχρονο διασυμμαχικό πολιτικό και οικονομικό έλεγχο της χώρας, ενώ οι ΗΠΑ ήθελαν να απεμπλακούν από τις συναντήσεις κορυφής με τη Σοβιετική Ένωση και να χαράξουν τη δική τους πολιτική για μονομερή οικονομικό έλεγχο της Ευρώπης. Λίγο πριν από το Σχέδιο Μάρσαλ, οι Αμερικανοί προχώρησαν σε μονομερή ενοποίηση της γερμανικής ζώνης ελέγχου τους με αυτήν των Βρετανών, όχι όμως και με εκείνη των Γάλλων που δεν έβλεπαν θετικά την προοπτική μιας ενιαίας οικονομικά και πολιτικά Γερμανίας, με βαρύνοντα ρόλο στην ευρωπαϊκή ανασυγκρότηση. Το Σχέδιο Μάρσαλ επιτάχυνε το χωρισμό της Ευρώπης σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα και έθεσε τέλος στο πολιτικό κλίμα της αντιφασιστικής ενότητας που είχε εκφραστεί και με κυβερνήσεις συνασπισμού στις ευρωπαϊκές χώρες. Στους αμερικανικούς όρους για αποδοχή της βοήθειας, οι Σοβιετικοί απάντησαν με ολοκλήρωση του ελέγχου τους στην Ανατολική Ευρώπη. Με τη συμμετοχή της Γαλλίας στο Σχέδιο Μάρσαλ, αλλάζει και η στάση της στο γερμανικό ζήτημα και συνεργάζεται με την αγγλοαμερικανική ζώνη, εισάγοντας ένα κοινό νόμισμα.
Αυτό ήταν και το τέλος της Διασυμμαχικής Επιτροπής Ελέγχου με την αποχώρηση της Σοβιετικής Ένωσης. Η Γερμανία χωρίζεται de facto στα δύο, όπως και το Βερολίνο, εκατόν εξήντα χιλιόμετρα εντός της σοβιετικής ζώνης. Το τείχος που θα υψωθεί στην πρώην πρωτεύουσα το 1961 θα επισφραγίσει αυτόν το χωρισμό.
Από το 1949 υπήρχαν, λοιπόν, δύο Γερμανίες: η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και η Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία. Και οι δυο χώρες θα είχαν περιορισμένη κυριαρχία ώς την επανενοποίησή τους το 1990. Η ενοποίηση αυτή, άλλωστε, θα συντελεστεί με τη «συμφωνία 2+4», δηλαδή μεταξύ των δύο μερών αλλά και των τεσσάρων βασικών εταίρων τής πάλαι ποτέ αντιχιτλερικής συμμαχίας. Οι συνθήκες, όμως, ήταν οπωσδήποτε διαφορετικές. Ο ένας βασικός πυλώνας του μεταπολεμικού οικοδομήματος, η Σοβιετική Ένωση μετρούσε τις τελευταίες μέρες της.

Φυγή του Κολ προς τα εμπρός


Η γερμανική ενοποίηση ήταν, όπως άλλοτε η διχοτόμηση της Γερμανίας, αποτέλεσμα ενός νέου παγκόσμιου συσχετισμού δύναμης που διαμορφωνόταν με τη ραγδαία κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ. Η ηγεσία της Ομοσπονδιακής Γερμανίας κινήθηκε με ταχύτητα και αποφασιστικότητα προς την ένωση με τη Λαοκρατική Δημοκρατία, ξεπερνώντας τα προσκόμματα και τις αντιρρήσεις των Δυτικών συμμάχων της που έβλεπαν, μουδιασμένοι, την αναβίωση μιας ισχυρής Γερμανίας. Οι αντιδράσεις των Βρετανών και των Γάλλων σε αυτήν την εξέλιξη ήταν, άλλωστε, εντελώς παράταιρες, μπροστά στο κλίμα ευφορίας που έφερνε η «νίκη της δημοκρατίας και της αγοράς» πάνω στον ετοιμόρροπο ιδεολογικό αντίπαλο.
Κι όμως, και σε αυτήν την περίπτωση, η πραγματική πολιτική και τα συμφέροντα του κάθε κράτους υπερέβαιναν φυσικά τις ιδεολογικές τοποθετήσεις.
Στην ίδια τη Γερμανία, η ιδέα της ενοποίησης δεν ήταν αυτονόητη. Ακόμη και μετά την πτώση του τείχους, στις αρχές Νοεμβρίου του 1989, στην Ανατολική Γερμανία τα αιτήματα αφορούσαν τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις μάλλον, παρά μια ενοποίηση που φαινόταν μακρινή. Η ηγεσία όμως της Ομοσπονδιακής Γερμανίας υπό τον καγκελάριο Κολ, μπροστά μάλιστα στις εκλογές του επόμενου έτους, αποφάσισε να κάνει μια φυγή προς τα εμπρός. Στις 28 Νοεμβρίου 1989, ο Κολ παρουσίασε στο γερμανικό κοινοβούλιο τα 10 σημεία του για την «ανάκτηση της εθνικής ενότητας της Γερμανίας». Οι Γερμανοί προχωρούσαν μόνοι τους, με «αυξανόμενη υπεροψία», σύμφωνα με τον Γάλλο υπουργό Εξωτερικών Ντιμά.
Οι Δυτικοί σύμμαχοι της Ομοσπονδιακής Γερμανίας διεκήρυτταν πάντοτε την προσήλωσή τους στη γερμανική ενοποίηση – αλλά όπως η Θάτσερ αποκάλυψε, το έκαναν διότι ήταν πεπεισμένοι πως δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ. Μυστικές συναντήσεις της Βρετανίδας πρωθυπουργού με τον Γκορμπατσόφ και τον Μιτεράν είχαν ως στόχο να αποτρέψουν το αναπόφευκτο. Οι συναντήσεις σε ανώτατο επίπεδο θύμιζαν σε όλα τα μυστικοσυμβούλια του 19ου αιώνα. Η Θάτσερ ζητούσε από τον Γκορμπατσόφ να μην λαμβάνει υπόψη του τις διακηρύξεις του ΝΑΤΟ για τη γερμανική ενοποίηση, ενώ δεν δίσταζε να υπολογίζει τη Σοβιετική Ένωση ως αντίβαρο σε μια ενωμένη Γερμανία.
Ο Γκορμπατσόφ με τη σειρά του δήλωνε ότι ούτε η χώρα του ευνοούσε την ενοποίηση. Ο Μιτεράν είχε εκμυστηρευτεί στη Θάτσερ ότι μια ενωμένη Γερμανία θα μπορούσε να εξαπλωθεί ακόμα περισσότερο απ’ ό,τι ο Χίτλερ.
Ο Ιταλός πρωθυπουργός Αντρεότι προειδοποιούσε ενάντια σε έναν νέο «παγγερμανισμό» και οι Πολωνοί είχαν παγώσει μπροστά στην αρχική άρνηση του Κολ να αναγνωρίσει τα σύνορα του 1945. Την ίδια στιγμή, οι πολιτικές Αρχές της Λαοκρατικής Δημοκρατίας βρίσκονταν σε αποσύνθεση και οι διαδηλώσεις άλλαζαν σύνθημα: από το «Είμαστε ο λαός» στο «Είμαστε ένας λαός».

Το ζήτημα του ΝΑΤΟ και η Σοβιετική Ένωση

Μια γερμανική υπόθεση;

Η γερμανική ενοποίηση είχε να λύσει κάποια καίρια ζητήματα. Ποια θα ήταν η θέση της ενιαίας Γερμανίας στο ΝΑΤΟ; Ποια θα ήταν τα σύνορα του νέου κράτους; Τι νόμισμα θα είχε; Σε όλα αυτά τα ζητήματα εμπλέκονταν, ουσιαστικά, όλες οι μεγάλες δυνάμεις αλλά και μια σειρά άλλων χωρών όπως τα μέλη του ΝΑΤΟ, προς μεγάλη δυσφορία των Γερμανών που θεωρούσαν τα ζητήματα αυτά μια γερμανική υπόθεση. Δεν ήταν διατεθειμένοι να επιτρέψουν μια εξέλιξη διαπραγματεύσεων για αυτούς, χωρίς αυτούς.
Από την πλευρά των ΗΠΑ μπήκε με έμφαση το ζήτημα του ΝΑΤΟ. Ο τότε πρόεδρος Μπους είχε δηλώσει ότι οι ΗΠΑ θα ήταν σύμφωνες με την ενοποίηση της Γερμανίας, μόνο μέσα στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Αυτό δεν ήταν κάτι έξω από την οπτική του Κολ που επιθυμούσε την αμερικανική παρουσία στην Ευρώπη, ως αντίβαρο στη Γαλλία και τη Βρετανία. Η Ανατολική Γερμανία ήταν όμως ακόμα μέλος του Συμφώνου της Βαρσοβίας και 350.000 Σοβιετικοί στρατιώτες βρίσκονταν στο έδαφός της.
Οι Αμερικανοί αποφάσισαν να ταχθούν στο πλευρό του Κολ, μέσα σε ένα περιβάλλον όπου λιγότεροι από ένας στους πέντε Γερμανούς πολίτες υποστήριζαν τη συμμετοχή στο ΝΑΤΟ της ενωμένης Γερμανίας και ο φερόμενος ως υποψήφιος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος για την καγκελαρία, Όσκαρ Λαφοντέν, στεκόταν κριτικά προς τη Συμμαχία. Οι αντιρρήσεις και αξιώσεις των μικρότερων εταίρων του ΝΑΤΟ παρακάμφθηκαν με μια γερμανική επίδειξη ισχύος. Ο μεγάλος άγνωστος ήταν η απέναντι πλευρά – οι Ανατολικογερμανοί και στο βάθος η Σοβιετική Ένωση.
Από τα ντοκουμέντα της ταραγμένης εκείνης περιόδου φαίνεται ότι κανένα μέρος δεν είχε σαφή αντίληψη της δυσχερούς θέσης της Σοβιετικής Ένωσης. Παρά τις προσπάθειες των Σοβιετικών να καθυστερήσουν τις διαπραγματεύσεις που είχαν ξεκινήσει ισότιμα ανάμεσα στα δύο γερμανικά κράτη και τους 4 μεγάλους, τελικά υποχώρησαν σε όλα τα ζητήματα. Ο Γκορμπατσόφ δήλωσε, τον Μάιο του 1990 από την Ουάσινγκτον, ότι οι Γερμανοί είχαν το δικαίωμα να αποφασίσουν για τη συμμετοχή τους στο ΝΑΤΟ. Οι Αμερικανοί, από έκπληξη ή από σαδισμό, τον έβαλαν να επαναλάβει τη δήλωσή του. Η Γερμανία θα γινόταν έδαφος του ΝΑΤΟ, χωρίς ξένα νατοϊκά στρατεύματα και πυρηνικά όπλα, ενώ θα αναγνώριζε τα ανατολικά σύνορα στη γραμμή Όντερ-Νάισε. Μέσα από ένα ανατολίτικο παζάρι, οι Σοβιετικοί θα λάμβαναν δάνειο 15 δισεκατομμυρίων μάρκων από τους Γερμανούς, τα 3 άτοκα. Στις 12 Σεπτεμβρίου 1990, στο ξενοδοχείο Oktober στη Μόσχα, οι 4 νικητές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο υπουργός Εξωτερικών της Ο.Δ.Γ. Ντίτριχ Γκένσερ και ο Ανατολικογερμανός πρόεδρος Ντε Μεζιέρ υπέγραψαν τη «Συνθήκη για την Επίσημη Ρύθμιση με Σεβασμό στη Γερμανία». Στις 3 Οκτωβρίου, η ενοποίηση ήταν γεγονός.

Διαχείριση της ενοποίησης–ένα κράτος;

Στο σκηνικό του ’89, η πτώση του κομμουνισμού επέτρεπε να χτιστεί μια ενότητα πάνω στο ανάθεμα του καθεστώτος της Ανατολικής Γερμανίας υπερβαίνοντας, με αυτόν τον τρόπο, λυτρωτικά και διά παντός το κοινό ναζιστικό παρελθόν. Όπως επισημαίνει ο ιστορικός Χάγκεν Φλάισερ, επικρατούσε η εντύπωση πως το παρελθόν της Λαοκρατικής Δημοκρατίας επισκίαζε αυτό του ναζισμού - η Στάζι την Γκεστάπο. Π.χ., το δικαστικό και διπλωματικό σώμα εκκαθαρίστηκε εντελώς από όσους είχαν κομμουνιστική προϋπηρεσία, ενώ η εκκαθάριση από τους ναζιστικούς κύκλους είχε περιοριστεί στις πιο κραυγαλέες περιπτώσεις. Η αποκομμουνιστικοποίηση έλαβε πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις από την αποναζιστικοποίηση. Μια διαχείριση της μνήμης σάρωσε μνημεία και μετονόμασε δρόμους και πλατείες, εξοβελίζοντας μαζί με το κομμουνιστικό και το αντιφασιστικό παρελθόν. Η επιθυμία των Γερμανών για εξιλέωση από το ναζιστικό παρελθόν βρήκε έδαφος στην εξίσωσή του με το ανατολικογερμανικό καθεστώς.
Αυτή, όμως, η εκστρατεία ενάντια στη «δικτατορία» δεν μπόρεσε να ενοποιήσει σε ένα κοινό εθνικό σώμα τους Ανατολικογερμανούς που είδαν το επίπεδο διαβίωσής τους να παραμένει άνισο και το κράτος τους να εξαφανίζεται, σε μια διαδικασία που χαρακτηρίστηκε μέχρι και αποικισμός.
Η επέτειος των 20 χρόνων από τη γερμανική ενοποίηση έφερε στο φως τη δυσαρέσκεια των Ανατολικογερμανών. Μια δημοσκόπηση στο περιοδικό Stern έδειξε ότι το 67% των Όσσις (Ανατολικών) δεν αισθάνεται μέρος μιας ενωμένης χώρας. Σε άλλες δημοσκοπήσεις, το 25% θεωρούσε ότι η κατάσταση είχε χειροτερέψει τα τελευταία 20 χρόνια, ενώ ένα 13% θα προτιμούσε τη διατήρηση του τείχους. Μέσα σε αυτήν την ατμόσφαιρα ερμηνεύεται και η δήλωση του πρωθυπουργού του Βραδεμβούργου, σοσιαλδημοκράτη Ματίας Πλάτσεκ ότι η ενοποίηση του 1990 ήταν μια προσάρτηση (Άνσλους), κάνοντας ευθεία αναφορά στην προσάρτηση της Αυστρίας από το Τρίτο Ράιχ το 1938.
Το τίμημα ήταν βαρύ για τους Ανατολικογερμανούς, παρά τη δυσφορία των Δυτικών που θεωρούν ότι πλήρωσαν για την ενοποίηση. Η αναδιάρθρωση της χώρας στα δυτικά καπιταλιστικά πρότυπα δημιούργησε στρατιές ανέργων και διέλυσε το κοινωνικό κράτος, τις υπηρεσίες υγείας και παιδείας που βρίσκονταν σε υψηλό επίπεδο στην Ανατολή. Πολλοί αναγκάστηκαν, μάλιστα, να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους όταν εμφανίστηκαν Δυτικοί με τίτλους ιδιοκτησίας πριν από το 1946. Σημειώθηκε τεράστια αποβιομηχάνιση και ο πληθυσμός της πρώην Λαοκρατικής Δημοκρατίας μειώθηκε κατά 2 εκατομμύρια – οι νεότεροι έφυγαν μαζικά. Η υποταγή της Ανατολικής Γερμανίας υπήρξε και μοχλός γενικότερης συμπίεσης του κόστους της εργασίας στη χώρα που επέτρεψε στο γερμανικό κεφάλαιο να αναπαραχθεί και να κυριαρχήσει στην Ευρώπη - και όχι μόνο.

Το τίμημα του ευρώ, ή μήπως η Θάτσερ είχε δίκιο;

20 χρόνια μετά τη γερμανική ενοποίηση, η Γερμανία αποτελεί την ισχυρότερη ευρωπαϊκή δύναμη, επιβεβαιώνοντας τους φόβους των Ευρωπαίων άσπονδων συμμάχων της. Τόσο η Θάτσερ όσο και ο Μιτεράν προδιέγραφαν ότι μια ενωμένη Γερμανία θα κυριαρχούσε στην Ουγγαρία, την Πολωνία και την Τσεχοσλοβακία. Ο Γάλλος πρόεδρος είχε απαιτήσει την ταχύτερη εισαγωγή του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος για να συναινέσει στη γερμανική ενοποίηση.
Η δε Βρετανία δεν είχε τίποτε να κερδίσει από αυτήν την εξέλιξη, βλέποντας τη διεθνή θέση της να υποχωρεί κι άλλο. Η Γερμανία έδειξε αμέσως τις προθέσεις της ως νέα παγκόσμια δύναμη διαδραματίζοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, αναγνωρίζοντας μονομερώς την Κροατία και τη Σλοβενία. Ο γερμανικός στρατός βγήκε ξανά έξω από τα σύνορά του σε μια εξέλιξη αδιανόητη σε μια προηγούμενη περίοδο και συμμετείχε στους πολέμους της παγκοσμιοποίησης, στη Γιουγκοσλαβία, στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ.
Οι σύγχρονες οικονομικές εξελίξεις δείχνουν και το βαθμό εξάρτησης των οικονομιών των χωρών της Ευρωζώνης από τη Γερμανία, που τις έχει μετατρέψει, σε ένα βαθμό, σε οικονομικό ζωτικό της χώρο, προωθώντας τις εξαγωγές της και αιχμαλωτίζοντάς τες σε μια καταστροφική δημοσιονομική διαχείριση προς όφελος του ευρώ.
Η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας εσωτερικά, η υποχώρηση του κράτους-πρόνοιας και των κοινωνικών δαπανών, η δραστική μείωση της φορολογίας για τις επιχειρήσεις και τους πλούσιους έκαναν τη Γερμανία πρωταθλήτρια εξαγωγών σε όλον τον κόσμο και ιδιαίτερα στην Ευρώπη, καταδικάζοντας τους συμμάχους της σε αυξανόμενα ελλείμματα και σε ένα φαύλο κύκλο λιτότητας. Οι κυρίαρχοι κύκλοι της Γερμανίας θυσιάζουν για το «γερμανικό θαύμα» τόσο την εσωτερική συνοχή μιας χώρας με τόσες αντιθέσεις όσο και μια σειρά ευρωπαϊκών χωρών που βλέπουν σε αυτήν τη διάψευση του ευρωπαϊκού ονείρου. Η γερμανοποίηση της Ευρώπης και το 4ο Ράιχ είναι φράσεις που ακούγονται όλο και συχνότερα, δείχνοντας τη νέα κατάσταση.

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2009

Το γερμανοελληνικό... τρίγωνο, 1949-1990

(του ιστορικού Χάγκεν Φλάισερ από το Βήμα της Κυριακής, 1 Νοεμβρίου 2009)

Μετά την ολοκληρωτική ήττα του ναζιστικού Ράιχ τον Μάιο του 1945, η Γερμανία υφίστατο πλέον μόνον ως γεωγραφικός όρος (και ως αμφιλεγόμενη ιστορική ανάμνησηπαραπαίουσα μεταξύ Γκέμπελς και Γκαίτε). Μόλις το 1949, με τα δεδομένα της ψυχροπολεμικής κλιμάκωσης, συγκροτήθηκαν τα δύο αντίπαλα γερμανικά κράτη υπό την κηδεμονία των εκάστοτε δυνάμεων κατοχής η οποία ήταν λίαν «σφιχτή»- ιδίως στην (ανατολική) Γερμανική Λαοκρατική Γερμανία (ΓΛΔ).

Την ίδια χρονιά της παγιωμένης διχοτόμησης των πρώην κατακτητών, στην Ελλάδα η θερμή φάση του Εμφυλίου έληξε με την ήττα της Αριστεράς. Αυτό έδινε την ευκαιρία στη (Δυτική) Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΟΔΓ) να εκμεταλλευτεί τη συγκυρία που να βρίσκεται στα ίδια ιδεολογικά χαρακώματα με τους νικητές. Απ΄ όλες τις πρωτεύουσες της πάλαι ποτέ αντιφασιστικής συμμαχίας, μόνο στην Αθήνα οι εκπρόσωποι της Βόννης τολμούσαν να αποκαλούν «συμμορίτες» τους άλλοτε παρτιζάνους, αφού μάλιστα ο στρατάρχης Παπάγος εγκωμίαζε τη Βέρμαχτ ως τον καλύτερο στρατό του κόσμου. Ο ίδιος και άλλοι ταγοί απ΄ όλο το (νόμιμο) πολιτικό φάσμα εξήραν τις «στρατιωτικές αρετές» των Γερμανών (και τις πολεμικές εμπειρίες τους κατά της ΕΣΣΔ!) που δεν έπρεπε να μείνουν ανεκμετάλλευτες, ενόψει μάλιστα της επαπειλούμενης νέας παγκόσμιας σύρραξης. Δικαιολογημένα λοιπόν το ΥΠΕΞ της Βόννης «ενημέρωνε» τον πρόεδρο Χόις, στο πλαίσιο επικείμενης επίσκεψής του στην Αθήνα (1956), ότι στη μνήμη των Ελλήνων «τασυμβάντατης γερμανικής Κατοχής ευτυχώςέχουν επικαλυφθεί κατά μεγάλο μέρος από τις κομμουνιστικές θηριωδίεςτου Εμφυλίου». Κατά την ίδια έννοια, Δυτικογερμανοί διπλωμάτες θεωρούσαν τη Μακρόνησο υπόδειγμα «ανθρώπινης» αναμόρφωσης κομμουνιστών...

Κατοχικά βαρίδια

Το 1952, η Αθήνα αποφυλάκισε τον τελευταίο τότε κατάδικο της Βέρμαχτ. Το 1957 όμως, στην Αθήνα συλλαμβάνεται ο Μαξ Μέρτεν για την πλούσια κατοχική δράση του- από «υπερβάλλοντα ζήλο» του εισαγγελέα Ανδρέα Τούση, επικεφαλής του Ελληνικού Εθνικού Γραφείου εγκλημάτων πολέμου. Στη Βόννη τα συναρμόδια υπουργεία συζητούσαν με αγανάκτηση τη «λήψη αντιποίνων» (επί λέξει!) και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής υπέκυψε τελικά στους εκβιασμούς (και στο δόλωμα ενός δανείου 200 εκατ. μάρκων). Το 1959, με δύο νόμους κατά παραγγελίαναναστέλλεται επ΄αόριστον πάσα δίωξη γερμανών εγκληματιών πολέμου, ενώ ο καταδικασθείς ήδη Μέρτεν αποφυλακίζεται και απελαύνεται. Η ΟΔΓ όμως θα αθετήσει την ανειλημμένη υποχρέωση της δικαστικής εξέτασης των εκατοντάδων ανοιχτών δικογραφιών, οι οποίες τελικά απλώς αρχειοθετούνται.

Η διαχρονική αυτή αποφυγή ξεκαθαρίσματος του ένοχου παρελθόντος διευκόλυνε την Ανατολική Γερμανία να προβάλλει τη δική της «αντιφασιστική» προσέγγιση. Το 1949/50 δέχθηκε 1.128 «δημοκρατικά ελληνόπουλα», όχι όμως ενήλικους πολιτικούς πρόσφυγες, για να αποφευχθούν πιθανές δυσάρεστες συναντήσεις μεταξύ πρώην ανταρτών και κατακτητών. Αλλωστε, ανατολικογερμανικά δικαστήρια καταδίκασαν τρεις βετεράνους της Βέρμαχτ για εγκλήματα που είχαν διαπράξει στην κατεχόμενη Ελλάδα.

Οι διαφορετικές προσεγγίσεις των δύο αντίπαλων γερμανικών κρατών γίνονται αντιληπτές ακόμη και από τις δημοσιεύσεις σχετικά με την Ελλάδα της πολεμικής περιόδου. Στην ΟΔΓ, το υπουργείο Εξωτερικών χρηματοδότησε τη μετάφραση των αναμνήσεων του Παπάγου, δεδομένου ότι αφορούσαν αμιγώς στρατιωτικά γεγονότα· αντίθετα, η ανατολικογερμανική Ακαδημία Επιστημών προωθούσε εκδόσεις που επικεντρώνονταν στην (εαμική) Αντίσταση και την τρομοκρατία της Κατοχής. Εξέχοντα παραδείγματα ήταν το «ΕΛΑΣ» του Σαράφη, το μπεστσέλερ του Θέμη Κορνάρου για το στρατόπεδο Χαϊδαρίου και η αντιστασιακή ανθολογία της Ελλης Αλεξίου.

Οι εμπορικοί αντιπρόσωποι της ΓΛΔ στην Ελλάδα καταδίκαζαν δημοσίως τα ναζιστικά εγκλήματα, μνημονεύοντας επετείους σφαγών και αναζητώντας- σε αντίθεση με τους Δυτικογερμανούς διπλωμάτες- επαφές με χωριά που είχαν πέσει θύματα ιδιαιτέρως ειδεχθών «αντιποίνων» (Δίστομο, Χορτιάτης). Εν γένει, η ΓΛΔ επιδίωκε να ανακαλεί στη μνήμη των Ελλήνων τις εμπειρίες τους από το γερμανικό φασισμό- «για να ξεσκεπάσει τη μιλιταριστική και ρεβανσιστική εξέλιξη στην ΟΔΓ», σε αντιδιαστολή με τοάλλο,«φιλειρηνικό», γερμανικό κράτος. Στηλιτεύτηκε η συχνά αφιλόξενη μεταχείριση των ΕλλήνωνΓκασταρμπάιτερστη Δυτική Γερμανία με την ιστορική υποσημείωση ότι ο πρώτος υπεύθυνος για τηστρατολόγησήτους κατείχε επί Κατοχής παρόμοιες αρμοδιότητες. Οι σύντροφοι του ΚΚΕ ζητούσαν πληροφορίες για ανάμειξη «σπουδαίων προσωπικοτήτων της Δυτικής Γερμανίας στην καταλήστευση και καταπίεση των Ελλήνων κατά τη διάρκεια της Κατοχής».

Αποζημιώσεις

Το 1952/53, το άτυπο αγγλοαμερικανικό διευθυντήριο της διασυμμαχικής Συνδιάσκεψης για το εξωτερικό χρέος της Γερμανίας στο Λονδίνο κατέληξε σε συνειδητά ασαφή διατύπωση σχετικά με το πόσο θα αναβαλλόταν «η εξέταση» (και μόνο) των απαιτήσεων που πήγαζαν από τον Πόλεμο: «μέχρι του οριστικού διακανονισμού του προβλήματος». Δηλαδή η επισήμανση ότι δεν ασχολούνταν με το πρόβλημα συνδυαζόταν με την έσχατη παρέμβαση στο θέμα αυτό: την πιθανώς επ΄ αόριστον αναβολή της ανεπιθύμητης λύσης, τοποθετώντας την στις (Ελληνικές) Καλένδες, όπως έλεγαν οι ίδιοι.

Η Γερμανία εκμεταλλευόταν τον καρπό της συμπαιγνίας αυτής στο έπακρο επί δεκαετίες. Μόνο ως προς την αξίωση ατομικών αποζημιώσεων, το 1960 η ΟΔΓ υποχώρησε μερικώς, πληρώνοντας στην Ελλάδαύστερα από σκληρό παζάρι- 115 εκατομμύρια μάρκα «αποκατάστασης» [Wiedergutmachung] για θύματα «εθνικοσοσιαλιστικών διώξεων», δηλαδή για Ελληνες διωχθέντες «διά λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς ή αντιθέσεως προς την εθνικοσοσιαλιστικήν κοσμοθεωρίαν». Η υποχώρηση αυτή- «εκούσια», όπως τόνιζε η Βόννη, για να μη θεωρηθεί δεδικασμένο για επανορθώσεις- οφειλό ταν στη συνδυασμένη πίεση ένδεκα δυτικών χωρών, που είχαν παρόμοιες απαιτήσεις. Οφειλόταν επίσης στον φόβο ενδεχόμενης διπλωματικής αναβάθμισης της Ανατολικής Γερμανίας. Γενικά, οι επίσημες «μνήμες» και των δύο γερμανικών κρατών για το κοινό κατοχικό παρελθόν, επηρεάζονταν από σκοπιμότητες του ενδογερμανικού ανταγωνισμού.

Το Τείχος

Η επίσημη Αθήνα βέβαια δεν ανταποκρινόταν στους εξ Ανατολής δελεασμούς- λόγω γενικότερων συμμαχικών υποχρεώσεων και για να μην εισπράξει η Αριστερά τους καρπούς του ανοίγματος. Ωστόσο, το 1961 το όποιο γόητρο του δεύτερου γερμανικού κράτους, πέρα από τους στενά κομματικά συμπαθούντες, συρρικνώθηκε εξαιτίας της ανέγερσης του Τείχους, με επακόλουθο την αποσκίρτηση του υποδιευθυντή της ανατολικογερμανικής εμπορικής αντιπροσωπείας στην Αθήνα. Δεν άλλαξαν πολλά πράγματα κατά τη σύντομη κεντρώα παρένθεση (1963/65). Ωστόσο, το απριλιανό πραξικόπημα αποτέλεσε βαθιά τομή διακόπτοντας όλες τις πολιτιστικές επαφές, συμπεριλαμβανομένου του σχεδίου των ένθεν κακείθεν συντρόφων για παραγωγή ταινίας (και βιβλίου) θρίλερ που θα αποκάλυπτε την ανίερη συμπαιγνία της δυτικογερμανικής και της ελληνικής Δεξιάς, επί παραδείγματι της σκανδαλώδους υπόθεσης Μέρτεν. Οι εμπορικές σχέσεις, ωστόσο, δεν επηρεάστηκαν μακροπρόθεσμα, αφού το Ανατολικό Βερολίνο γρήγορα συνειδητοποίησε ότι τα αδελφά κράτη είχαν ήδη αρχίσει κερδοφόρες συναλλαγές με τη χούντα, παραβιάζοντας το σοσιαλιστικό εμπάργκο που είχε αποφασιστεί. Το 1973 μάλιστα, στο πνεύμα των συμφωνιών του Ελσίνκι, τα δύο καθεστώτα συνήψαν διπλωματικές σχέσεις, αλλά μόνο μετά τη μεταπολίτευση σε επίπεδο πρέσβεων.

Το 1981, ο Κων. Μητσοτάκης ήταν ο πρώτος Ελλην υπουργός που επισκέφθηκε το Ανατ. Βερολίνο. Ωστόσο μόνο η κυβερνητική αλλαγή, λίγους μήνες αργότερα, έδωσε νέα διάσταση στις διμερείς σχέσεις. Η Αθήνα ήταν η πρώτη πρωτεύουσα του ΝΑΤΟ που αποδεχόταν στρατιωτικό ακόλουθο της ΓΛΔ, ενώ ο Χρ. Σαρτζετάκης επισκέφτηκε το Ανατ. Βερολίνο ως πρώτος πρόεδρος δυτικής χώρας. Στη «διπλωματία επισκέψεων» καταγράφονταν πολλές τέτοιες πρωτιές· εντυπωσιακή ήταν και η συχνότητα των επαφών, π.χ. μεταξύ Ανδρέα Παπανδρέου και Εριχ Χόνεκερ, ισχυρού άνδρα της ΓΛΔ. Η νέα εξισορροπητική στρατηγική του ΠαΣοΚ ενίοτε ενοχλούσε τους παραδοσιακούς εταίρους, λ.χ. όταν ο Πρόεδρος της ελληνικής Βουλής, κατά την επίσκεψή του στοΔυτικόΒερολίνο, αρνήθηκε την προγραμματισμένη περιήγηση στο Τείχος για να μην προσβληθούν οι νέοι φίλοι από την άλλη πλευρά... Βέβαια, το «τείχος του αίσχους», συμβολίζοντας τον εγκλεισμό των πολιτών της, επηρέαζε ακόμα την εικόνα της ΓΛΔ, εθεωρείτο όμως ως δεδομένο.

Τρίγωνο εντός τριγώνου

Η ΓΛΔ διατηρούσε στενές ιδεολογικές και οικονομικές σχέσεις με το ελληνικό αδελφό κόμμα, θεωρώντας το πιο έμπιστο και «ώριμο» από τα άλλα της Δύσης. Ετσι ικανοποιούσε τις αιτήσεις υψηλόβαθμων στελεχών του ΚΚΕ για υποτροφίες υπέρ παιδιών και ανιψιών τους, επίσης οργάνωνε σεμινάρια επιμόρφωσης για τα ίδια τα στελέχη, ακόμη και σεμινάριο «μαρξιστικής-λενινιστικής αισθητικής». Συχνά όμως, τα αρχεία φανερώνουν δυσφορία του ΚΚΕ για τη ψυχρή ρεαλπολιτίκ των βόρειων συντρόφων, οσάκις έδιναν προτεραιότητα στην πραγματιστική σχέση με το κυβερνών ΠαΣοΚ.

Ως προς την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης και γενικότερα τη θεώρηση του κατοχικού παρελθόντος συνέκλιναν και οι τρεις πλευρές- ενώ οι Δυτικογερμανοί ακόμα αμφιταλαντεύονταν. Το 1984, όταν οργανώσαμε (με πρόεδρο τον αείμνηστο Νίκο Σβορώνο) το πρώτο επιστημονικό συνέδριο σε ελληνικό έδαφος για την περίοδο εκείνη, από τους δύο προσκληθέντες πρεσβευτές ο μεν Δυτικογερμανός έστειλε εκπρόσωπό του κατά την έναρξη, ενώ ο Χορστ Μπρι της ΓΛΔ, βετεράνος της ενδογερμανικής αντιναζιστικής Αντίστασης, παρακολουθούσε σχεδόν αδιάλειπτα τις εργασίες επί πέντε ημέρες. Αντιδογματικός, δεν είχε πρόβλημα στο να παρευρεθεί τα επόμενα χρόνια σε κοινές ενέργειες με τον μετέπειτα πρεσβευτή της ΟΔΓ, Ρύντιγκερ φον Παχέλμπελ, που σε αντίθεση με τους περισσότερους προκατόχους του δεν ήταν οπαδός μιας βολικής επίπλαστης «λήθης». Από κοινού, οι δύο πρεσβευτές τιμούσαν στα Καλάβρυτα τις επετείους της μεγάλης σφαγής. Επιπλέον, ο Παχέλμπελ υιοθέτησε, π.χ., την εισήγηση του γράφοντος να τιμήσει ο δυτικογερμανός πρόεδρος Βάιτσεκερ, κατά την επίσημη επίσκεψή του το 1987, όλα τα θύματα της Κατοχής στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής.

Δύο χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του 1989, το φιλόδοξο πρόγραμμα του Μπρι για τον εορτασμό των 40χρονων της ΓΛΔ έπεσε στο κενό εξαιτίας των ραγδαίων εξελίξεων στη Λειψία και στο Βερολίνο. Η γερμανική ενοποίηση χαιρετίστηκε στην Ελλάδα- σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο- περισσότερο παρά σε κάθε άλλη πρώην συμμαχική χώρα. Σύντομα όμως φάνηκε ότι η αναπάντεχη αυτή εξέλιξη επανενεργοποίησε τον διάλογο περί πολεμικών αποζημιώσεων (και κατοχικού δανείου!) τον οποίο η περίφημη Συμφωνία του Λονδίνου είχε αδρανοποιήσει έως τότε. Αλλά αυτό αποτελεί ασφαλώς μια άλλη ιστορία.

Ο κ. Χάγκεν Φλάισερ είναι καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών