Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναγνώσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναγνώσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

Το Ολοκαύτωμα ως ευρωπαϊκή σύνθεση

δημοσιεύτηκε στις Αναγνώσεις της Αυγής της Κυριακής, 9 Μαρτίου 2014


Enzo Traverso, Οι ρίζες της ναζιστικής βίας. Μια ευρωπαϊκή γενεαλογία, Αθήνα, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2013.

Οι εκδόσεις για τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το ναζισμό και το Ολοκαύτωμα συνεχώς πολλαπλασιάζονται, ενώ ένας ξεχωριστός επιστημονικός κλάδος, αυτός των Holocaust Studies, βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη. Η «μοναδικότητα» του Ολοκαυτώματος (της "Τελικής Λύσης", της Shoah) παραμένει ένα κρίσιμο ζήτημα και αρκετοί μελετητές ασχολούνται πολύπλευρα και σε βάθος με το ίδιο το φαινόμενο, όχι όμως και με το ιστορικό του πλαίσιο και ιδίως με τις προϋποθέσεις που το κατέστησαν δυνατό. Η ίδια η ορολογία φανερώνει διαφορετικές προσεγγίσεις - ο Τραβέρσο χρησιμοποιεί τον όρο "ιουδαιοκτονία" (Judéocide), που πρότεινε ο Arno Mayer για την αποφυγή θρησκευτικών συνδηλώσεων.
Συχνά, οι προσπάθειες ιστορικοποίησης του Ολοκαυτώματος θεωρούνται δυνάμει υπεύθυνες για τη σχετικοποίηση του και άρα τη μείωση της -ηθικής, πολιτικής ή άλλης- σημασίας του. Καθώς παρατηρεί ο συγγραφέας, "όπως αλλοτε η συρρίκνωση της ιουδαιοκτονίας σε μια μικρή υποσημείωση στα βιβλία για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έτσι και η έμφασή που δίνεται σήμεσα στον χαραχτήρα της ως 'γεγονός δίχως προηγούμενο' και 'απολύτως μοναδικό' κινδυνεύει να σταθεί εμπόδιο στις προσπάθειες για την κατανόησή της μέσα στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ιστορίας".
Είναι γνωστή σε όσους έχουν ασχοληθεί με την ιστορία της περιόδου, η "διαμάχη" μεταξύ όσων ερευνητών τόνισαν τις προθέσεις εξόντωσης των Εβραίων από το ναζιστικό καθεστώς και όσων εστίασαν στη δυναμική του ίδιου του πολέμου εξόντωσης που κατέστησε δυνατό το Ολοκαύτωμα. Άλλη πηγή αντιπαράθεσης υπήρξε η ιδιαιτερότητα του ναζισμού και του αντισημιτισμού του με βάση την πορεία της Γερμανίας προς τη νεωτερικότητα σε σχέση με τις άλλες προηγμένες βιομηχανικά ευρωπαϊκές χώρες. Οι ερμηνευτικές αυτές προσπάθειες τείνουν να ξεπεραστούν δημιουργικά καθώς η επιστημονική έρευνα προχωρά μαζί με τον στοχασμό που προκαλούν τα ανησυχητικά φαινόμενα αναβίωσης πλευρών του φασισμού στη σύγχρονη Ευρώπη. Ειδικά στην Ελλάδα, η δράση της ναζιστικής Χρυσής Αυγής αλλά και η πολιτική του επίσημου κράτους απέναντι στους μετανάστες, οδηγεί στο επώδυνο συμπέρασμα πως "αυτό που συνέβη μπορεί να ξανασυμβεί" και στην αναγκαιότητα της ιστορικής ερμηνείας, γνώσης και αναγνώρισης του φασισμού.[1]
Το βιβλίο του Ένζο Τραβέρσο "Οι ρίζες της ναζιστικής βίας" με τον εύγλωττο υπότιτλο "Μια ευρωπαϊκή γενεαλογία", γραμμένο το 2002 στα γαλλικά, αποτελεί ένα σημαντικό έργο για στην πορεία επανεπεξεργασίας των μέχρι τότε θεωριών και ερμηνειών του ναζισμού και του Ολοκαυτώματος. Το αποτέλεσμα είναι η συγκρότηση μιας νέας πρότασης για την ερμηνεία του Άουσβιτς ως αυθεντικού προϊόντος του δυτικού πολιτισμού, μιας σύνθεσης όλων των μορφών βίας που δημιούργησε το εργαστήριο της φιλελεύθερης ιμπεριαλιστικής Ευρώπης, καθώς τα κράτη της προσπάθησαν να κατακτήσουν τον κόσμο και εντέλει να επικρατήσουν σε μια ολοκληρωτική μάχη μεταξύ τους. Όχι ιδιαιτερότητα, ούτε κάτι το ασύλληπτο και μη ερμηνεύσιμο, αλλά μια σύνθεση "ενός πλατιού συνόλου τρόπων κυριαρχίας και εξόντωσης, που είχαν ήδη δοκιμαστεί ξεχωριστά στην πορεία της νεότερης δυτικής ιστορίας", μια σύνθεση μεταξύ του ναζιστικού αντισημιτισμού και της πορείας του πολέμου, ένα καθ' όλα πιθανο προϊόν, "νόμιμο τέκνο" της Δύσης. Αυτή η οπτική μας επιτρέπει αφενός να γνωρίσουμε τα βήματα, τα συστατικά, τις ρίζες που επέτρεψαν να τραφεί ο ριζοσπαστικός ναζιστικός αντισημιτισμός και να δώσει τον ολέθριο καρπό του και αφετέρου να αναγνωρίσουμε στο σήμερα παρόμοια φαινόμενα συνειδητοποιώντας πως τίποτε δεν αποκλείει άλλες συνθέσεις, "το ίδιο αν όχι περισσότερο καταστροφικές".
Ποια ήταν αυτά τα συστατικά; Ο συγγραφέας μας τα παρουσιάζει σε 5 συνθετικά κεφάλαια με τη σειρά. Εν αρχή ην η εκβιομηχάνιση της επιτήρησης, της τιμωρίας και του θανάτου στην Ευρώπη του 19ου αιώνα. Η απρόσωπη εκτέλεση της θανατικής ποινής από τις μηχανές ξεκινώντας από τη γκιλοτίνα αλλά και η παραδειγματική τιμωρία και εγκλεισμός για την πειθάρχηση των κατώτερων τάξεων, όσων δεν χωρούσαν στα εργοστάσια-φυλακές του θριαμβεύοντος βιομηχανικού καπιταλισμού. Τα στρατόπεδα εξόντωσης αναγνωρίζονται ως σύνθεση πολλών βημάτων, των φυλακών και των στρατοπέδων συγκέντρωσης στις αποικίες και του Α'  Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και των εργοστασίων, της γκιλοτίνας αλλά και του εξορθολογισμού των σφαγείων. Αλλά και κατά τη διάρκεια του πολέμου σημαδεύτηκαν από "μια διαρκή ένταση" μεταξύ εργασίας και εξόντωσης, συνδυάζοντας την τιμωρία, την παραγωγή και τελικά την εξόντωση. Όχι μόνο οι τεχνικές δυνατότητες της εξόντωσης προέρχονται από το σύγχρονο εργοστάσιο αλλά και η τεϊλοροποιημένη "επιστημονική οργάνωση" των καθηκόντων των θυτών (και των θυμάτων). Η θέση των εργατών στη βιομηχανική επανάσταση του Τέιλορ και του αντισημίτη Φορντ πρόσφερε στο ναζισμό τους τρόπους της καταστροφής.
Ο ευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός και η σταυροφορία κατάκτησης του κόσμου αναγνωρίζεται ως ένα βασικό στάδιο με έναν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα τρόπο: ως μετάβαση από μια ιδεολογία παρακμής των ευρωπαϊκών ελίτ σε μια βούληση για παγκόσμια κυριαρχία, από το συντηρητισμό στο φασισμό. Ο φυλετισμός και βιολογικός ρατσισμός, η έννοια του "ζωτικού χώρου", η ρητορική περι της "εξαφάνισης των κατώτερων φυλών" ως φυσικού νόμου και η τάση προς τον βιολογικό ντετερμινισμό, όπου η "τεχνητή επιλογή" θα αντικαθιστούσε την αντίστοιχη "φυσική", αναγνωρίζονται ως κοινή κληρονομιά της αποικιοκρατίας και του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού. Τα αποικιακά εγκλήματα και σφαγές οδηγούν στον ολοκληρωτικό πόλεμο και στην απανθρωποποίηση του εχθρού, του Άλλου.
Βασικό στοιχείο στη θεώρηση του Τραβέρσο αποτελεί ο κομβικός ρόλος που επιφυλάσσει για τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, "αποφασιστικό στάδιο στη γέννηση του φασισμού" και "στιγμή ρήξης μέσα στην ιστορία της Ευρώπης".[2] Στον Μεγάλο Πόλεμο, οι στρατοί υιοθέτησαν τις αρχές του εργοστασίου και ο τεχνολογικός πόλεμος επέφερε τον ανώνυμο μαζικό θάνατο. Αυτή η βιομηχανοποιημένη σφαγή ήταν για τον συγγραφέα μια ανθρωπολογική ρήξη, προϋπόθεση μιας γενοκτονίας που συντελείται με απάθεια. Η μακρά διάρκεια του πολέμου οδηγούσε σε μια "σχιζοφρενική συνύπαρξη της φυσιολογικότητας και του σκοτωμού", καθώς οι στρατιώτες ενάλλασσαν τους ρόλους των φονιάδων με αυτούς των πολιτών και οικογενειαρχών. Αυτή η ηθική και νοοτροπία, η απαξίωση της ανθρώπινης ζωής και η αδιαφορία για αυτήν, θα επιτρέψει στους "φυσιολογικούς ανθρώπους", κατά τον Christopher Browning, να διαπράξουν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αδιανόητα εγκλήματα. Στο ενδιάμεσο, αυτός ο εκβαρβαρισμός θα γεννήσει τον φασισμό.
Τέλος, η προϋπάρχουσα ταξινόμηση και καταστολή των "επικίνδυνων τάξεων" θα συναντηθεί με το ρατσισμό του ιμπεριαλισμού και τη βαρβαρότητα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου σε μια ναζιστική σύνθεση. Καταλύτης για αυτήν υπήρξε ο ριζοσπαστικός αντισημιτισμός ως παράγοντας μεταμόρφωσης, κατά τον συγγραφέα, του συντηρητικού εθνικισμού σε αντιδραστικό μοντερνισμό. Η αφαιρετική κατηγορία του Εβραίου αντικατέστησε τους πραγματικούς Εβραίους και μετατράπηκε στο συνώνυμο όλων των αρνητικών που επέφερε η νεωτερικότητα: ο κομμουνισμός αλλά και ο χρηματιστικός καπιταλισμός, η δημοκρατία και ο κοσμοπολιτισμός, η αφηρημένη λογική, ο ατομισμός κ.ο.κ. Ο Εβραίος γίνεται λοιπόν ένα ουσιαστικοποιημένο επίθετο που χαρακτηρίζει μια σειρά παρόμοιων γνωρισμάτων. Η "βιολογικοποίηση" του αντισημιτισμού από το ναζισμό θα επιτρέψει τη σύνθεση μεταξύ των παραδοσιακών, αντιδραστικών αντιλήψεων με την πιο επιστημονική, τεχνολογική εξόντωση. Συγκροτήθηκε λοιπόν ένας "αναζωογονητικός" αντισημιτισμός που θα επέτρεπε την υπέρβαση της νεωτερικότητας με τα ίδια της τα όπλα.
Το συμπέρασμα του Τραβέρσο είναι πως η Γερμανία δεν ήταν απομονωμένη από την υπόλοιπη Ευρώπη στην πορεία της προς τον εθνικοσοσιαλισμό αλλά αντίθετα ένα εργαστήρι όπου έγινε δυνατή η σύνθεση όλων των παραπάνω στοιχείων που υπήρχαν παντού στην Ευρώπη. Ο ιδιαίτερος δρόμος της Γερμανίας ανοίχτηκε στο τραγικό τέλος αυτής της κοινής πορείας και όχι πρωτύτερα. Γενικεύοντας, η γενεαλογία που συγκροτεί ο συγγραφέας θα μπορούσε να χρησιμεύσει και ως πρόταση για το σήμερα, για την επικέντρωση της προσοχής μας όχι τόσο στις εθνικές ιδιαιτερότητες αλλά στις κοινές ευρωπαϊκές πολιτικές που οδηγούν σε αδιέξοδα.



[1] Ποθητή Χαντζαρούλα, "αυτό που συνέβη μπορεί να ξανασυμβεί", online περιοδικό Χρόνος, τεύχος 9, Ιανουάριος 2014 [http://www.chronosmag.eu/index.php/p-l-p-s-p-xs.html]
[2] Αυτή την άμεση σύνδεση μεταξύ Α΄ και Β΄Παγκοσμίου Πολέμου θα αναπτύξει ο συγγραφέας περαιτέρω στο βιβλίο του Δια πυρός και σιδήρου. Περί του ευρωπαϊκού εμφυλίου πολέμου 1914-1945, το οποίο γράφτηκε το 2007 και κυκλοφόρησε στην Ελλάδα επίσης από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου το 2013.

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

Το μικρό και το μεγάλο

δημοσιεύτηκε στις Αναγνώσεις της Αυγής της Κυριακής, 23 Φεβρουαρίου 2014


Γ. Β. Δερτιλής, Συνειρμοί, μαρτυρίες, μυθιστορίες, Αθήνα, Πόλις, 2013.

Χωρίς τίτλο, 2013, μεικτή τεχνική, 18 x 20 x 20 εκ., του Δημήτρη Αμελαδιώτη

Μετά τη μνημειώδη Ιστορία του ελληνικού κράτους, τι παραπάνω θα μπορούσαμε να περιμένουμε από τον καθηγητή Γιώργο Δερτιλή; Το πρόσφατο βιβλίο του Συνειρμοί, μαρτυρίες, μυθιστορίες, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις, φαίνεται να είναι το αντίθετο της μεγάλης, της κρατικής ιστορίας: πρόκειται για τη μικρή, την οικογενειακή ιστορία των Ντερτιλήδων που έγιναν Δερτιλήδες ξεκινώντας από τον Παναγιώτη Αναγνωστάκο από τη Μάνη και των Κελαϊδήδων από το Ασκύφου στα Σφακιά. Με τη ματιά του ιστορικού όμως, ο συγγραφέας ξετυλίγοντας την οικογενειακή του ιστορία, με πλήθος χαρακτήρων διαμέσου των γενεών, μας προσφέρει μια πολύτιμη εικόνα της ελληνικής κοινωνίας φωτίζοντας διαδρομές και επιλογές ζωής κοινωνικών στρωμάτων και δίνοντας ζωντάνια με την προσωπική του μαρτυρία σε βασικούς σταθμούς της σύγχρονης ιστορίας από την Κατοχή ως το σήμερα. Ξεκινώντας από το μικρό λοιπόν συμπληρώνεται τελικά το μεγάλο και η αρχική αίσθηση αντίθεσης δίνει τη θέση της σε μια διαλεκτική σύνθεση.
Το βιβλίο δεν μπορεί να ενταχθεί με αυστηρότητα σε ένα συγκεκριμένο είδος. Αποτελείται από 77 πολύ σύντομα κείμενα, ορισμένα από τα οποία δεν ξεπερνούν τις δύο σελίδες και παρ' όλο που τα περισσότερα αφορούν μαρτυρίες του ίδιου του συγγραφέα, για πράγματα που έζησε ή άκουσε από τους οικείους του, δεν λείπουν άρθρα δημοσιευμένα ή αδημοσίευτα, που ο ίδιος θεωρεί σημαντικά. Σε ένα κείμενο, με τον χαρακτηριστικό τίτλο Ιντερμέδιο, ο συγγραφέας τοποθετείται επί του είδους του έργου και επεξηγεί τον τίτλο του. Παρουσιάζει με ευσύνοπτο τρόπο τη σχέση των ιστορικών με τις πηγές και τα κάθε λογής προβλήματα και διλήμματά τους και θέτει το ερώτημα στον εαυτό του: πώς ο ιστορικός μπορεί να αντιμετωπίσει το παρόν και να γράψει για αυτό; Πώς να γράψει απομνημονεύματα όταν ως ερευνητής γνωρίζει ότι αποτελούν μια από τις λιγότερο αξιόπιστες μορφές πηγών; Ξεκαθαρίζει λοιπόν εξαρχής πως όσα γράφει είναι προϊόντα συνειρμών, μαρτυριών δικών του και άλλων που ο ίδιος τις διασώζει με όλα τα προβλήματα που ο χρόνος επιφέρει και εντέλει συμπληρώνονται με μυθιστορίες, στοιχεία «που απλώς τα φαντάστηκε και τα βρήκε αληθοφανή και ταιριαστά», ένα παλίμψηστο κατά τον ίδιο ενώ αλλού το χαρακτηρίζει «ελλιπή αυτοβιογραφία». Αυτή η κατάθεση λειτουργεί λυτρωτικά για τον καχύποπτο αναγνώστη, δίνοντας του την ευκαιρία να απολαύσει την ουσία της αφήγησης και να μάθει πολλά περισσότερα για την ελληνική κοινωνία από μια παράθεση μιας καλά τεκμηριωμένης αλλά άγονης γεγονοτολογίας. Θα μπορούσε να είναι ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα; Δεν γνωρίζω αν πέρασε κάτι τέτοιο από το μυαλό του συγγραφέα, η υβριδική πάντως μορφή του έργου έχει τη δική του γοητεία.
Σε ένα προσωπικό ιντερμέδιο, θα ήθελα να καταθέσω τη δική μου μικρή μαρτυρία καθώς αναγνώρισα τον εαυτό μου στους ένδεκα φοιτητές που αποφοίτησαν από την ελληνική έδρα της École des hautes études en sciences sociales, με καθηγητή τον Γιώργο Δερτιλή. Είχα μάλιστα την τύχη του δυστυχή συμφοιτητή του συγγραφέα, ακούγοντας από τον τελευταίο το χαρακτηριστικό «Φευ! Δυστυχώς απέθανε!» που διέσωσε από τον καθηγητή Διεθνούς Δικαίου Ευσταθειάδη, καθώς απέδωσα τον χαρακτηρισμό «κύριος» σε κάποιον μακαρίτη, ευτυχώς χωρίς περαιτέρω κυρώσεις! Πολλές οι αναμνήσεις και οι ευκαιρίες για σκέψεις για την πορεία των ιστορικών σπουδών και γενικότερα για την ελληνική ακαδημαϊκή κοινότητα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό από έναν άνθρωπο με μια ενδιαφέρουσα και όχι συνηθισμένη διαδρομή. Αλλά και, για να ξαναγυρίσουμε στη βασική προσφορά του έργου, πολλά είναι τα στοιχεία για την ελληνική κοινωνία γενικότερα στον 20ό αιώνα και ειδικά για την Αθήνα. Αναλογιζόμενος τη μαρτυρία του συγγραφέα για την περίοδο της δικτατορίας και τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, διέσχισα πεζός πηγαίνοντας προς την προσυγκέντρωση της φετινής πορείας τη διαδρομή από τη γωνία Λουκιανού και Σπευσίππου, όπου βρισκόταν το πατρικό σπίτι του συγγραφέα, ως την Αμερικής και Σταδίου, όπου στεγαζόταν η πατρική επιχείρηση, ένας μικρόκοσμος στο Κολωνάκι.
Μέσα από την οικογενειακή ιστορία φωτίζονται πτυχές της ζωής, των αντιλήψεων και των επιλογών μέρους της μεσαίας αστικής τάξης της Αθήνας. Η ανασύσταση αυτών των «ανθρωποδικτύων» είναι απαραίτητη για να γίνει κατανοητή π.χ. η περίοδος της Κατοχής στην πρωτεύουσα, οι τρόποι επιβίωσης και αναπαραγωγής κοινωνικών σχέσεων και στρωμάτων και τα πολιτικά αποτελέσματα αυτής της διαδικασίας. Μέσα από τις εξιστορήσεις για την κατοχική Αθήνα, τις βεγγέρες, τις αστικές οργανώσεις, τους βίαιους αλλα και «ειρωνικούς» θανάτους, την πολύτιμη ρετσίνα, τις ταξικές διαφορές στην πείνα και την ανασφάλεια των αστικών οικογενειών, τους πλουτίσαντες επί Κατοχής και τα ήθη τους, τη βίαιη κοινωνική κινητικότητα, ξεδιπλώνεται ένας κόσμος με συνήθειες και νοοτροπίες που επιβιώνουν ακόμη, σημαδεύοντας την ελληνική κοινωνία.
Εξίσου σημαντική είναι η σκιαγράφηση της προπολεμικής περιόδου και της τότε κοινωνικής ανέλιξης -μέσω της εργασίας, των οικογενειακών, κοινωνικών, επαγγελματικών δικτύων και των συναλλαγματικών ηθών τους- των ανθρώπων που έρχονταν από την επαρχία για να προκόψουν στην πρωτεύουσα. Πολύτιμη είναι και η άμεση μαρτυρία του συγγραφέα για τη γενιά του, τα σχολικά τους χρόνια, το ελληνικό Πανεπιστήμιο, την καθημερινότητα στην άναρχα αναπτυσσόμενη Αθήνα, την αυτοκίνηση ως πάθος και ως σύμβολο προόδου. Τα κείμενα για τη δικτατορία της 21ης Απριλίου και την αντίσταση σε αυτήν, μέσα από την πικρή ειρωνεία τους, καταδεικνύουν τα όρια τόσο της πρώτης όσο και της δεύτερης. Η Νομική και το Πολυτεχνείο ζωντανεύουν μέσα από την ελλειπτική μαρτυρία ενός αυτόπτη μάρτυρα, που θα σημαδευτεί από τα γεγονότα. Η εξιστόρηση της μετέπειτα πορείας του συγγραφέα θα μας φωτίσει ενδιαφέροντα ζητήματα, ειδικά για όσους ασχολούνται με την ιστορία και την έρευνά της, για το στήσιμο των αρχείων της Εθνικής Τράπεζας και του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Είναι φανερό και ομολογημένο το άγχος του συγγραφέα για την πορεία της χώρας και μεταδίδεται με πολλαπλούς τρόπους. Μέσω παλιότερων δημοσιευμάτων του εμβόλιμα στις αφηγήσεις αλλά και μέσω της εξομολόγησης εφιαλτικών ονείρων που στοιχειώνουν το παρόν. Μέσω της επανεμφανιζόμενης απειλής ενός Εμφυλίου που δεν χτύπησε τότε άμεσα το οικογενειακό περιβάλλον και για αυτό ίσως φαντάζει αμείωτα επικίνδυνος. Μέσα από τις γραμμές διαφαίνεται μια μεγάλη αμφιβολία, όσο κι αν ξορκίζεται. Η βαθιά γνώση του τόπου και των ανθρώπων, των ρυθμών της κοινωνίας, δεν επιτρέπει στο συγγραφέα ανέξοδους αφορισμούς και εντέλει, παρά τις επιμέρους διαφωνίες ή συμφωνίες μαζί του, μας δίνει πολλά εφόδια για να αναστοχαστούμε το σήμερα. Συναντούμε με τον τρόπο αυτό, εκτός από τον άνθρωπο και τη μικρή οικογενειακή του ιστορία, τον πολίτη που κατέθεσε την άποψη του δημόσια για τα πολιτικά πράγματα. Υπάρχει όμως πάντοτε και πριν απ' όλα η ιδιότητα του ιστορικού, που μεταμόρφωσε με γνώση και τρόπο το μικρό σε μεγάλο και μας το πρόσφερε.

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012

Ομιλία στον εορτασμό της Εθνικής Αντίστασης από το Δήμο Καρπενησίου: Κορυσχάδες 27 Μαΐου 2012

(απόσπασμα που δημοσιεύτηκε στις Αναγνώσεις της εφημερίδας Αυγή, την Κυριακή 17 Ιουνίου 2012, με τίτλο "Δεν είναι η πρώτη φορά... Μια λαϊκή, δημοκρατική κυβέρνηση")



Λίγες μέρες πριν, σε μια ιδιαίτερα φορτισμένη στιγμή μετά τη φασιστική επίθεση εναντίον της, η υποψήφια βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Ρένα Δούρου αναφέρθηκε στο ψήφισμα του Εθνικού Συμβουλίου του 1944 στις Κορυσχάδες. Το γεγονός αυτό, από τη μια έδειξε το αξιακό φορτίο της ιστορίας του κομμουνιστικού και ευρύτερα του προοδευτικού κινήματος της χώρας για τη σύγχρονη Αριστερά και από την άλλη η αντιμετώπισή της αναφοράς αυτής τα νέα όρια του λόγου των αντιπάλων της. Η νέα κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα τείνει να αφήσει πίσω της μια προηγούμενη μεταπολιτευτική συναίνεση σχετικά με τη θέση της Εθνικής Αντίστασης στη δημόσια σφαίρα. Οι προσπάθειες αναθεώρησης της ιστορίας της περιόδου 1941-1949 σε ακαδημαϊκό επίπεδο περνούν πλέον με αναμενόμενο αλλά όχι ανανεούμενο τρόπο στο δημόσιο λόγο. Πλέον φαντάζει ως απειλή όχι μόνο ο Εμφύλιος και τα Δεκεμβριανά αλλά επίσης το ΕΑΜ και η ΠΕΕΑ. Η αναφορά της Ρένας Δούρου παρουσιάζεται από ιστότοπους προσκείμενους στη ΝΔ ως «απειλή με νέο ΕΑΜ» και η αναφορά στον μαχόμενο ενάντια στους κατακτητές ΕΛΑΣ ως ευχή για νέο «ένοπλο αντάρτικο». Επειδή δε η νοσηρή τους φαντασία δεν έχει φτάσει ακόμα να κατηγορήσει –εκτός αν μου διαφεύγει κάτι- την ΠΕΕΑ για αντιποίηση αρχής, με αυθαίρετο, ανιστόρητο και οκνό τρόπο συνδέεται το Εθνικό Συμβούλιο με τα Δεκεμβριανά, όπου όπως όλοι ξέρουμε μίλησαν τα κονσερβοκούτια. Κι αυτό όχι μόνο σε ανώνυμους ιστότοπους αλλά και με τη γραφίδα του κ. Θεοδωρόπουλου στα πάντα έγκυρα Νέα. Για την Αριστερά όμως είναι ευκαιρία, η πλούσια εμπειρία του ΕΑΜ και του εγχειρήματος της ΠΕΕΑ να χρησιμεύσει, πέρα από τους συμβολισμούς, σε μια σύγχρονη αναγκαία πολιτική προάσπισης των λαϊκών συμφερόντων. 



Σαν σήμερα πριν 68 χρόνια, στις 27 Μαΐου 1944, κάτω από τους ήχους της μπάντας της 13ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ που έπαιζε τον Εθνικό Ύμνο, ολοκλήρωσε τις εργασίες της η Α΄ (και μοναδική) σύνοδος του Εθνικού Συμβουλίου, που είχε συγκροτηθεί μέσα από μια ιδιότυπη εκλογική διαδικασία και με πρωτοβουλία της νεοσύστατης Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης.  […]
Πρώτη μορφή κεντρικής εξουσίας της Ελεύθερης Ελλάδας που σχηματοποιήθηκε οριστικά από το καλοκαίρι του 1943, ήταν το Κοινό Γενικό Στρατηγείο Ανταρτών, το οποίο συμπεριλάμβανε τόσο τις οργανώσεις της ένοπλης Αντίστασης, ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ και ΕΚΚΑ όσο και τους αντιπροσώπους των Συμμάχων στο πρόσωπο της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής. Μετά όμως τις ενδοαντιστασιακές συγκρούσεις του Οκτωβρίου του ’43 και την ουσιαστική διάλυση του Κοινού Στρατηγείου, το ρόλο αυτό για τη συντριπτικά μεγαλύτερη απελευθερωμένη περιοχή ανέλαβε το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ. Η κοινωνική και πολιτική συσπείρωση γύρω από το ΕΑΜ στην Ελεύθερη Ελλάδα, ο προσανατολισμός χάραξης γενικότερων πολιτικών κατευθύνσεων για τη μεταπολεμική Ελλάδα και οι ανάγκες πολιτικής διαπραγμάτευσης με την εξόριστη κυβέρνηση για τη δημιουργία ενός ενιαίου κυβερνητικού σχήματος Εθνικής Ενότητας με παρουσία μέσα στη χώρα, οδήγησαν σε μια πρωτοβουλία μεγάλης πολιτικής εμβέλειας που ήταν η δημιουργία της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης. Συσπειρώθηκαν δε γύρω από αυτήν την προσπάθεια δυνάμεις ευρύτερες από εκείνες του ΕΑΜ όπως ο πρόεδρος της ΠΕΕΑ Αλέξανδρος Σβώλος, οι καθηγητές Άγγελος Αγγελόπουλος και Πέτρος Κόκκαλης, ο διοικητής Ηπείρου Αλκιβιάδης Λούλης.  
Ακόμα πιο εντυπωσιακή πολιτική πρωτοβουλία προς υποστήριξη της ΠΕΕΑ και απόδειξη της ενότητας του ελληνικού λαού γύρω από την οργανωμένη Αντίσταση ήταν και η απόφαση για τη σύσταση Εθνικού Συμβουλίου μέσα από εκλογές στην απελευθερωμένη αλλά και στην κατεχόμενη χώρα. 43 του '﷽﷽κτωβριστασιακvess fronοργανωμ archives management, classification and documentation. re man and Italian archivess fron
43 του '﷽﷽κτωβριστασιακvess fronοργανωμ archives management, classification and documentation. re man and Italian archivess Η πρωτοβουλία αυτή της ΠΕΕΑ ήταν από τα πιο αξιοσημείωτα γεγονότα στην ιστορία της συγκρότησης της εξουσίας στην Ελεύθερη Ελλάδα. Αν η ΠΕΕΑ ήταν το κυβερνητικό σχήμα της Ελεύθερης Ελλάδας, το Εθνικό Συμβούλιο ήταν το κοινοβούλιό της, που θα επικύρωνε την εξουσία της. Η διαδικασία εκλογής ήταν πρωτόγνωρη από πολλές απόψεις. Η σημαντικότερη ήταν αναμφισβήτητα η χωρίς όρους συμμετοχή των γυναικών σε εκλογική διαδικασία στην Ελλάδα. Χιλιάδες γυναίκες ψήφισαν τους αντιπροσώπους τους στο Συμβούλιο αυτό, ενώ για πρώτη φυσικά φορά υπήρχαν και γυναίκες αντιπρόσωποι (εθνοσύμβουλοι), έστω και μετρημένες στα δάχτυλα. Επίσης οι νέοι απόκτησαν δικαίωμα ψήφου καθώς το όριο ηλικίας για τους εκλογείς κατέβηκε στα 18 χρόνια. Άλλωστε οι νέοι και οι νέες αυτής της ηλικίας είχαν επανδρώσει μαζικά τις εθνικοαπελευθερωτικές οργανώσεις και είχαν τάχιστα πολιτικοποιηθεί μέσα στις συνθήκες του πολέμου.
Αναπάντητο θα μείνει το ερώτημα του πόσοι ακριβώς ψήφισαν και θα πρέπει να αρκεστούμε στις εκτιμήσεις που αναφέρουν από 1.500.000 έως 1.800.000 ψηφοφόρους όπου μπόρεσε να φτάσει η κάλπη, κυρίως στις ελεύθερες περιοχές και στις παρυφές της Ελεύθερης Ελλάδας, αλλά και στην κατεχόμενη ζώνη. Συγκριτικά, στις τελευταίες κοινοβουλευτικές εκλογές του Ιανουαρίου 1936 είχαν ψηφίσει 1.278.085 άτομα. Καθώς αυτές οι τελευταίες, προ της δικτατορίας Μεταξά, εκλογές ήταν το τελευταίο τεκμήριο δημοκρατικής αντιπροσώπευσης, η σύγκριση μαζί τους είχε νόημα για το κύρος και την πολιτική νομιμοποίηση της διαδικασίας.
Είναι γενικά αποδεκτό από τις αναφορές της εποχής πως 22 βουλευτές της Βουλής του 1936 δήλωσαν συμμετοχή και αυτοδίκαια έλαβαν μέρος στο Εθνικό Συμβούλιο. Σύμφωνα όμως με την έρευνά μας, την οποία πρώτη φορά δημόσια αναφέρουμε, βρέθηκαν όχι 22 αλλά 24 βουλευτές του 1936. Η πολιτική τους μάλιστα προέλευση πέραν του Κομμουνιστικού Κόμματος και της αριστερής πτέρυγας του Κόμματος των Φιλελευθέρων είναι αξιοσημείωτη και δείχνει μια πολιτική ευρύτητα που υπερέβαινε τόσο τις μεσοπολεμικές συμμαχίες του Παλλαϊκού Μετώπου όσο και το ΕΑΜ. Αναφέρουμε τους βουλευτές Πέλλης του 1936 Αθανάσιο Πέγιο και Κωνσταντίνο Γέσιο, του Λαϊκού και του Μεταρρυθμιστικού Εθνικού Κόμματος αντίστοιχα. Συμμετείχε επίσης ο γιατρός Λεωνίδας Βελόπουλος, βουλευτής Φθιωτιδοφωκίδος το 1935 με το Λαϊκό Κόμμα και το 1936 με τη Γενική Λαϊκή Ριζοσπαστική Ένωση (Κονδύλης-Θεοτόκης-Ράλλης) και ο Ιωάννης Μιχαήλ, βουλευτής Θεσσαλονίκης με το Αγροτοεργατικό Κόμμα του Αλέξανδρου Παπαναστασίου. Γνωστότερη είναι η συμμετοχή του υποστηρικτή της μοναρχίας, δημάρχου Πατρέων Λαλάκη Ρούφου.
Αλλά και η διεύρυνση στο χώρο των Φιλελευθέρων ήταν εντυπωσιακή και υπερέβαινε το χώρο της Ένωσης Λαϊκής Δημοκρατίας του Ηλία Τσιριμώκου που συμμετείχε εξαρχής στο ΕΑΜ. Την πρώτη μέρα μάλιστα της σύγκλησης του Εθνικού Συμβουλίου, έκανε συγκροτημένα την εμφάνισή της και η ομάδα των Αριστερών Φιλελευθέρων, που συγκροτήθηκε από εθνοσυμβούλους που θεωρούσαν τον εαυτό τους μέλη του Κόμματος Φιλελευθέρων. Την κοινή εισήγηση της ομάδας πάνω στις προγραμματικές δηλώσεις της ΠΕΕΑ έκανε ο βουλευτής Θεσσαλονίκης Λεωνίδας Καραμαούνας. Η ομάδα περιλάμβανε επίσης το στρατηγό Νεόκοσμο Γρηγοριάδη, πρόεδρο του Εθνικού Συμβουλίου, τον Νικόλαο Ασκούτση, γραμματέα Συγκοινωνιών και τον Σταμάτη Χατζήμπεη, γραμματέα Εθνικής Οικονομίας αλλά και τους Παντελή Καρασεβδά, Αλκιβιάδη Λούλη και Δημήτρη Ψιάρη.
Στις 14 Μαΐου 1944 συνήλθε το Εθνικό Συμβούλιο εδώ στο χωριό Κορυσχάδες. Η περιγραφή του σκηνικού είναι χαρακτηριστική:

Μέσα στο σχολείο, μια μεγάλη μακριά αίθουσα. Στην μιαν άκρη της το Προεδρείο κι από κάτω το βήμα. Σανίδια σκεπασμένα με χαλιά απ’ το χωριό. Πάνω απ’ το Προεδρείο οι θυρεοί των μεγάλων μας Συμμάχων, Αγγλίας, Αμερικής, Σοβιετικής Ένωσης και Γιουγκοσλαυίας και στη μέση ένας μεγάλος Φοίνικας, το μυθικό πουλί, που ξαναγεννιέται απ’ τη στάχτη του, σύμβολο αιώνιο του ακατάβλητου ελληνικού γένους. Τους θυρεούς πλαισιώνουν οι σημαίες των συμμάχων κι η γαλανόλευκη. Στη δεξιά προς το Προεδρείο πλευρά πάνω στον κάτασπρο τοίχο, καφετιές τοιχογραφίες που παριστάνουν ήρωες της Επανάστασης του 1821, αγωνιστές του έθνους. Κατόπι μια μεγάλη τοιχογραφία, ένα σύμπλεγμα: ένας γέρος και δυο νέοι αντάρτες. Στο βάθος της αίθουσας, στην απέναντι απ’ το Προεδρείο πλευρά, μια άλλη μεγάλη τοιχογραφία, που συμβολίζει τους αγώνες στην πόλη. Από πάνω μια επιγραφή: «Αιώνια τιμή και δόξα στους ήρωες και μάρτυρες της πόλης και του χωριού». Στους τοίχους σκόρπιες άλλες επιγραφές: «Ζήτω οι μεγάλοι μας Σύμμαχοι». «Θάνατος στο φασισμό». «Η ΠΕΕΑ ενσάρκωση της Εθνικής Ενότητας». «Το Εθνικό Συμβούλιο ενσάρκωση της λαϊκής κυριαρχίας».[1]

[...] Στις 10 το πρωί της 27ης Μαΐου συνήλθε η τελευταία συνεδρίαση του Εθνικού Συμβουλίου στην οποία υιοθετήθηκε το ψήφισμα «για την κατοχύρωση των λαϊκών ελευθεριών». Το ψήφισμα αυτό, αποτελούμενο από 15 άρθρα, εν είδει Συντάγματος, πρόβαλε δημοκρατικές διεκδικήσεις και κατοχύρωνε τους αντιστασιακούς θεσμούς. Η αυτοδιοίκηση και η λαϊκή δικαιοσύνη ονομάζονταν «θεμελιώδεις θεσμοί του δημοσίου βίου των Ελλήνων». Κατοχυρώνονταν ίσα πολιτικά και αστικά δικαιώματα σε άνδρες και γυναίκες, η εργασία αναγνωριζόταν ως βασική κοινωνική λειτουργία και καθιερωνόταν ως επίσημη γλώσσα, η «γλώσσα του λαού».
[…] Ο σημερινός εορτασμός είναι αποτέλεσμα της κατοχύρωσης στην εθνική μνήμη των εθνικοαπελευθερωτικών και δημοκρατικών αγώνων του λαού μας. Στο χέρι της σημερινής γενιάς, στα δικά μας χέρια, είναι η διαφύλαξη και ενίσχυση της αδιαπραγμάτευτης εθνικής μας ανεξαρτησίας και αξιοπρέπειας απέναντι στις σύγχρονες επιβουλές καθώς και η συνέχιση των αγώνων για δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη. 



[1] Εθνικό Συμβούλιο, Περιληπτικά Πρακτικά εργασιών της πρώτης συνόδου του (Κορυσχάδες 14-27 Μάη 1944), έκδοση Κοινότητας Κορυσχάδων, Ευρυτανίας, 1992, σ. 43-44.


Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011

Το χρήμα στην Ελεύθερη Ελλάδα

( δημοσιεύτηκε στο ένθετο Αναγνώσεις, στην Αυγή της Κυριακής, που κυκλοφόρησε Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2011 )

Από το καλοκαίρι του 1943, ο σχηματισμός της Ελεύθερης Ελλάδας σε μια σχετικά σταθερή βάση καθιστά αναγκαία τη μελέτη των χαρακτηριστικών αυτής της επικράτειας που, χάρη στη δράση του ΕΛΑΣ, συγκροτείται σε ένα οιονεί κρατικό μόρφωμα। Στις μέχρι τώρα μελέτες του φαινομένου της Αντίστασης, και της ιστορίας της περιόδου γενικότερα, η μεγαλύτερη έλλειψη εντοπίζεται στο πεδίο των οικονομικών λειτουργιών, τόσο της χώρας επί Κατοχής γενικά όσο και της Ελεύθερης Ελλάδας ειδικότερα. Όμως η παρουσίαση της πολεμικής δράσης και των κατορθωμάτων του ΕΛΑΣ και των λαϊκών θεσμών αυτοδιοίκησης και δικαιοσύνης και των πολιτικών πρωτοβουλιών του ΕΑΜ μένει μετέωρη και ανολοκλήρωτη, στο βαθμό που δεν συσχετίζεται με την οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα του χώρου και των ανθρώπων που έζησαν και έδρασαν την ίδια περίοδο.

Οι δυσκολίες για αυτό το εγχείρημα είναι μεγάλες, καθώς οι πηγές είναι συγκριτικά λιγοστές και οι μαρτυρίες φειδωλές, αν τις συγκρίνουμε π.χ. με την εξιστόρηση πολεμικών ανδραγαθημάτων, μικρών και μεγάλων μαχών ενάντια στους κατακτητές. Παρ’ όλα αυτά, η εξέταση αυτής της διάστασης είναι παραπάνω από αναγκαία, καθώς μπορεί να μας δείξει τις δυνατότητες και τα όρια του «εαμικού» εγχειρήματος, αλλά και των κοινωνικών συμμαχιών και αντιθέσεων, τα προβλήματα και τις πιθανές λύσεις τους, να ερμηνεύσει εν τέλει τις επιλογές του ΕΑΜ και της ΠΕΕΑ, τον επίσημο λόγο τους, τις σταθερές και τις αλλαγές της πολιτικής τους. Με δυο λόγια, χωρίς τη μελέτη των οικονομικών λειτουργιών θα μείνουμε παγιδευμένοι σε μια μυθολογική εξιστόρηση, με θετικό ή αρνητικό πρόσημο, όπου τον πρώτο λόγο θα έχει ακαθόριστα η ατομική ή η συλλογική βούληση, ο ηρωισμός και η προδοσία, ενώ τα γεγονότα θα παρουσιάζονται και θα παραμένουν έρμαια εύκολων αναθεωρήσεων και ιδεολογικών χρήσεων, για πολιτικούς σκοπούς, αναθέματα και δικαιώσεις.
Γιάννης Κολιός- Χωρίς τίτλο
Στα πλαίσια αυτού του σημειώματος, θα αναφερθούμε στις βασικές πτυχές ενός σημαντικού ζητήματος – του χρήματος στην Ελεύθερη Ελλάδα. Σχετικά ζητήματα που εμπίπτουν στη ίδια προβληματική είναι η παραγωγή της Ελεύθερης Ελλάδας και η σύγκρισή της με τη διεθνή βοήθεια που φτάνει στα λιμάνια της κατεχόμενης Ελλάδας, η φορολογία αυτής της παραγωγής και της διακίνησης των αγαθών από τον ΕΛΑΣ, οι μισθοί και οι τιμές στην Ελεύθερη Ελλάδα, η οικονομική πολιτική της ΠΕΕΑ και άλλα ζητήματα παρόμοιας φύσης. Αλλά ας γυρίσουμε στο θέμα μας.
Το ζήτημα του χρήματος έχει διάφορες πλευρές που μπορούν ίσως να μας φωτίσουν γενικότερες διεργασίες. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να παρατηρήσουμε είναι ότι υπάρχει στην Ελεύθερη Ελλάδα η ανάγκη για χρήμα. Αυτή η ανάγκη φανερώνεται από την επιβίωση της δραχμής για αρκετό διάστημα, τη ζήτηση της λίρας, τις προσπάθειες οργάνωσης ισοτιμιών μεταξύ του κυρίως μέσου πληρωμής δηλαδή του σταριού (και δευτερευόντως του καλαμποκιού) και της λίρας αρχικά, αλλά και ενός τίτλου (είδους τραπεζογραμματίου-ομόλογου) πληρωτέου σε στάρι, που εξέδωσε η ΠΕΕΑ. Δεν υποτιμούμε την έκταση του αντιπραγματισμού (τροκ) αλλά όλα μας δείχνουν πως το κύριο προϊόν που ανταλλασσόταν, το σιτάρι, γινόταν ανταλλακτικό ισοδύναμο, δηλαδή χρήμα.
Η ανάγκη χρήματος μας δείχνει την ύπαρξη εμπορικών συναλλαγών. Αυτό το εμπόριο και η σημασία του φαίνεται και από τη μεθοδική φορολόγηση της μεταφοράς αγαθών από τις υπηρεσίες του ΕΛΑΣ αρχικά και της ΠΕΕΑ αργότερα. Τι κρατάει ζωντανή την αγορά; Καταρχάς, η ανταλλαγή ειδών μεταξύ διαφορετικών παραγωγικών περιοχών, δηλαδή κυρίως του σταριού στα ανατολικά με το λάδι στα δυτικά. Αυτές οι ανταλλαγές γίνονταν και απευθείας ανάμεσα στα δύο είδη και με άλλα είδη της κτηνοτροφίας (σφάγια, τυρί) και της ορεινής και ημιορεινής παραγωγής (ξηροί καρποί, τσίπουρο, ξυλεία). Από δω ξεπηδά η χρήση του σιταριού ως ανταλλακτικού ισοδύναμου.
Επίσης σημαντικό ρόλο στην οικονομία διαδραμάτιζαν οι ένοπλοι σχηματισμοί, κυρίως ο ΕΛΑΣ αλλά και ο ΕΔΕΣ, καθώς χρειάζονταν σεβαστές ποσότητες αγαθών για τη συντήρησή τους. Ιδιαίτερο ρόλο κατείχε η βρετανική αποστολή ως διοχετευτής λιρών στην ύπαιθρο. Με τη δημιουργία του Κοινού Γενικού Στρατηγείου το καλοκαίρι του 1943 καθορίστηκε και η οικονομική ενίσχυση των αντάρτικων οργανώσεων από τους Συμμάχους, συγκεκριμένα η χορήγηση μιας λίρας κάθε μήνα ανά μόνιμο αντάρτη και μισής λίρας ανά μεγαλόσωμο μεταφορικό ζώο. Η χορήγηση αυτής της βοήθειας για τον ΕΛΑΣ έγινε για μικρό χρονικό διάστημα, κυρίως μέχρι τις συγκρούσεις ΕΛΑΣ-ΕΔΕΣ τον Οκτώβριο του 1943. Σε αυτήν την περίοδο, από το καλοκαίρι του ’43, οι ένοπλοι σχηματισμοί διοχέτευαν στην περιοχή της Ελεύθερης Ελλάδας τις λίρες που λάμβαναν από την βρετανική αποστολή, διαμορφώνοντας τη ζήτηση και τις τιμές.
Το χρήμα (δηλαδή οι λίρες) που έφτανε στους παραγωγούς για τρόφιμα τόνωσε σε ένα βαθμό και την εμπορική κίνηση μεταξύ της υπαίθρου και των πόλεων. Υπάρχουν μαρτυρίες για αρκετούς αγωγιάτες που ήταν πρόθυμοι να προμηθεύσουν οτιδήποτε σε μια καλή τιμή. Και ο ΕΛΑΣ για τα είδη που είχε ανάγκη –όχι μονάχα τρόφιμα αλλά και μια σειρά άλλα είδη– ψώνιζε από τις κατεχόμενες πόλεις της Θεσσαλίας αλλά και από την Αθήνα.
Υπάρχει όμως η αίσθηση ότι η ροή, η κυκλοφορία του νομίσματος δεν είναι σταθερή αλλά μειώνεται. Το νόμισμα σταδιακά αποσύρεται από την κυκλοφορία. Όσον αφορά τα νομίσματα-αντικείμενα-εμπορεύματα που είναι μονάχα μέσα πληρωμής, δηλαδή κυρίως το στάρι, αλλά και το καλαμπόκι, το λάδι και άλλα αγαθά ανάλογα την περιοχή, αφού ανταλλαγούν μια ή δυο φορές, πραγματοποιούν την αξία χρήσης τους, δηλαδή καταναλώνονται. Η δε χρυσή λίρα, με την επιπλέον ιδιότητά της ως μέσο αποθησαύρισης, φαίνεται κάπου να σταματά την κυκλοφορία της και να αποθησαυρίζεται. Ποιος «τραβάει» το χρυσό; Οι λίρες που διοχετεύονταν στην Ελεύθερη Ελλάδα από τη βρετανική αποστολή ήταν γενικά μεγάλης αξίας μονάδες για τις τρέχουσες συναλλαγές, παρά την υπερκοστολόγηση των υπηρεσιών προς τους Βρετανούς. Μια λίρα ισοδυναμούσε μέχρι και 100 οκάδες στάρι, 130 κιλά δηλαδή.
Οι βρετανοί σύνδεσμοι είχαν διαμηνύσει την άνοιξη του 1943 ότι είχαν ανάγκη από μεγάλες ποσότητες δραχμών.[1] Πριν την «έκλειψη» της δραχμής, λίρες διοχετεύονταν στις πόλεις για να «σπάσουν» σε δραχμές.[2] Μέσω του ΕΛΑΣ (Επιμελητεία του Αντάρτη - ΕΤΑ) ένα μέρος διοχετευόταν επίσης προς τις πόλεις για την αγορά των αναγκαίων ειδών. Ο έλεγχος αυτών των κινήσεων ήταν αδύνατος και όσοι απασχολούνταν σε αυτές τις υπηρεσίες ήταν πολυάριθμοι και όχι «δοκιμασμένοι», με αποτέλεσμα να γίνονται καταχρήσεις και υπεξαιρέσεις. Η θεσσαλική Μεραρχία συνέστησε στην Καλαμπάκα υπηρεσία ελέγχου από τον Ιούλιο του ’43, χωρίς να εξαλείψει το φαινόμενο αυτό.[3]
Ενδείξεις υπάρχουν για την αποθησαύριση μέρους αυτού του πλούτου και στην ύπαιθρο. Ο βρετανός ταγματάρχης Worrall παρατήρησε αυτό το φαινόμενο στη νοτιοδυτική Θεσσαλία. Για την κατασκευή του αεροδρομίου στη Νεράιδα, δόθηκε από τους Βρετανούς το ποσό των 740 λιρών το 1943 και το ίδιο ποσό θα δινόταν και το 1944, ως αποζημίωση για τη χαμένη σοδειά. Επιπλέον, το ιταλικό στρατόπεδο στη Νεράιδα είχε ξοδέψει τουλάχιστον 3.000 λίρες στις ντόπιες αγορές, ενώ για τη φιλοξενία των ιταλών αιχμαλώτων ξοδεύονταν μηνιαία άλλες 3.000 λίρες στα 300 χωριά που τους φιλοξενούσαν. Μόνο όμως οι φτωχότεροι ξόδευαν τις λίρες τους και αυτό πριν τον ερχομό της νέας σοδειάς.[4] Οι ευπορότεροι παραγωγοί είχαν την ευχέρεια να κρατούν τις λίρες που εισέπρατταν για τα προϊόντα τους αλλά και να απορροφούν τις λίρες των φτωχότερων με αντάλλαγμα τρόφιμα στις περιόδους εξάντλησης των αποθεμάτων και για την πώληση σπόρων. Λόγω αυτών των λειτουργιών, το νόμισμα, τόσο σε είδος όσο και σε λίρες, αποσυρόταν από την κυκλοφορία. Αν στην Αθήνα υπήρχαν και άλλοι τρόποι αποθησαύρισης του πλούτου που δημιουργούνταν στην Κατοχή (ακίνητα, μετοχές), στην επαρχία μάλλον οι χρυσές λίρες ήταν ο πιο προσιτός τρόπος.[5]
Η ανάγκη μιας σταθερής νομισματικής κυκλοφορίας για τη διευκόλυνση της αγοράς, μαζί με άλλους οικονομικούς αλλά και πολιτικούς παράγοντες, φαίνεται πως οδήγησε την κεντρική εξουσία της Ελεύθερης Ελλάδας, την ΠΕΕΑ, στην έκδοση νομίσματος με τη μορφή ομολογιών σε στάρι. Οι γενικότερες όμως εξελίξεις δεν επέτρεψαν σε αυτό το οικονομικό πείραμα να εφαρμοστεί σε έκταση.



[1] ΓΑΚ, Αρχείο Εμμανουήλ Τσουδερού, αποστολή Β, φάκελος 7, έγγραφο 29.
[2] Ο Αρσενίου αναφέρει πως σεβαστό ποσό λιρών μετατρεπόταν-ανταλλασσόταν με δραχμές στο υποκατάστημα της Τράπεζας της Ελλάδας στα Τρίκαλα. Ο υπεύθυνος υπάλληλος (Κίτσιος Παπαζαχαρίας) χρησιμοποιούσε μετέπειτα τις λίρες για τη μισθοδοσία των δημοσίων υπαλλήλων, βλ. Λάζαρος Αρσενίου, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, 1ος τόμος, Λάρισα, «έλλα», 1999, σ. 310.
[3] ΓΑΚ Λάρισας, Αρχείο Λάζαρου Αρσενίου, φάκελος 2 (αρχείο Μπαλή).
[4] PRO HS 5/636: Report on Italian relief by Major P. WORRALL – officer in charge of Italian relief measures.
[5] Ευγενία Μπουρνόβα, Ιστορική δημογραφία και ιστορία της καθημερινότητας στη Ραψάνη από το 1900 έως το 1950, Αθήνα, Πλέθρον, 1995, σ. 136-137: «Σ’ όλη τη διάρκεια της κατοχής ο Δημήτριος ανέπτυξε πολλές δραστηριότητες και μετακινήθηκε πολλές φορές από το χωριό. Πήγαινε στην Αθήνα όπου αγόραζε σταφίδα, ψιλή και μαύρη, για να φτιάχνει τσίπουρο στη Ραψάνη. Στη συνέχεια πουλούσε το τσίπουρο στη Λάρισα, στη μαύρη αγορά. Τα χρήματα τα “έφτιαξε λίρες”».