Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλιοκριτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλιοκριτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

Το Ολοκαύτωμα ως ευρωπαϊκή σύνθεση

δημοσιεύτηκε στις Αναγνώσεις της Αυγής της Κυριακής, 9 Μαρτίου 2014


Enzo Traverso, Οι ρίζες της ναζιστικής βίας. Μια ευρωπαϊκή γενεαλογία, Αθήνα, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2013.

Οι εκδόσεις για τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το ναζισμό και το Ολοκαύτωμα συνεχώς πολλαπλασιάζονται, ενώ ένας ξεχωριστός επιστημονικός κλάδος, αυτός των Holocaust Studies, βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη. Η «μοναδικότητα» του Ολοκαυτώματος (της "Τελικής Λύσης", της Shoah) παραμένει ένα κρίσιμο ζήτημα και αρκετοί μελετητές ασχολούνται πολύπλευρα και σε βάθος με το ίδιο το φαινόμενο, όχι όμως και με το ιστορικό του πλαίσιο και ιδίως με τις προϋποθέσεις που το κατέστησαν δυνατό. Η ίδια η ορολογία φανερώνει διαφορετικές προσεγγίσεις - ο Τραβέρσο χρησιμοποιεί τον όρο "ιουδαιοκτονία" (Judéocide), που πρότεινε ο Arno Mayer για την αποφυγή θρησκευτικών συνδηλώσεων.
Συχνά, οι προσπάθειες ιστορικοποίησης του Ολοκαυτώματος θεωρούνται δυνάμει υπεύθυνες για τη σχετικοποίηση του και άρα τη μείωση της -ηθικής, πολιτικής ή άλλης- σημασίας του. Καθώς παρατηρεί ο συγγραφέας, "όπως αλλοτε η συρρίκνωση της ιουδαιοκτονίας σε μια μικρή υποσημείωση στα βιβλία για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έτσι και η έμφασή που δίνεται σήμεσα στον χαραχτήρα της ως 'γεγονός δίχως προηγούμενο' και 'απολύτως μοναδικό' κινδυνεύει να σταθεί εμπόδιο στις προσπάθειες για την κατανόησή της μέσα στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ιστορίας".
Είναι γνωστή σε όσους έχουν ασχοληθεί με την ιστορία της περιόδου, η "διαμάχη" μεταξύ όσων ερευνητών τόνισαν τις προθέσεις εξόντωσης των Εβραίων από το ναζιστικό καθεστώς και όσων εστίασαν στη δυναμική του ίδιου του πολέμου εξόντωσης που κατέστησε δυνατό το Ολοκαύτωμα. Άλλη πηγή αντιπαράθεσης υπήρξε η ιδιαιτερότητα του ναζισμού και του αντισημιτισμού του με βάση την πορεία της Γερμανίας προς τη νεωτερικότητα σε σχέση με τις άλλες προηγμένες βιομηχανικά ευρωπαϊκές χώρες. Οι ερμηνευτικές αυτές προσπάθειες τείνουν να ξεπεραστούν δημιουργικά καθώς η επιστημονική έρευνα προχωρά μαζί με τον στοχασμό που προκαλούν τα ανησυχητικά φαινόμενα αναβίωσης πλευρών του φασισμού στη σύγχρονη Ευρώπη. Ειδικά στην Ελλάδα, η δράση της ναζιστικής Χρυσής Αυγής αλλά και η πολιτική του επίσημου κράτους απέναντι στους μετανάστες, οδηγεί στο επώδυνο συμπέρασμα πως "αυτό που συνέβη μπορεί να ξανασυμβεί" και στην αναγκαιότητα της ιστορικής ερμηνείας, γνώσης και αναγνώρισης του φασισμού.[1]
Το βιβλίο του Ένζο Τραβέρσο "Οι ρίζες της ναζιστικής βίας" με τον εύγλωττο υπότιτλο "Μια ευρωπαϊκή γενεαλογία", γραμμένο το 2002 στα γαλλικά, αποτελεί ένα σημαντικό έργο για στην πορεία επανεπεξεργασίας των μέχρι τότε θεωριών και ερμηνειών του ναζισμού και του Ολοκαυτώματος. Το αποτέλεσμα είναι η συγκρότηση μιας νέας πρότασης για την ερμηνεία του Άουσβιτς ως αυθεντικού προϊόντος του δυτικού πολιτισμού, μιας σύνθεσης όλων των μορφών βίας που δημιούργησε το εργαστήριο της φιλελεύθερης ιμπεριαλιστικής Ευρώπης, καθώς τα κράτη της προσπάθησαν να κατακτήσουν τον κόσμο και εντέλει να επικρατήσουν σε μια ολοκληρωτική μάχη μεταξύ τους. Όχι ιδιαιτερότητα, ούτε κάτι το ασύλληπτο και μη ερμηνεύσιμο, αλλά μια σύνθεση "ενός πλατιού συνόλου τρόπων κυριαρχίας και εξόντωσης, που είχαν ήδη δοκιμαστεί ξεχωριστά στην πορεία της νεότερης δυτικής ιστορίας", μια σύνθεση μεταξύ του ναζιστικού αντισημιτισμού και της πορείας του πολέμου, ένα καθ' όλα πιθανο προϊόν, "νόμιμο τέκνο" της Δύσης. Αυτή η οπτική μας επιτρέπει αφενός να γνωρίσουμε τα βήματα, τα συστατικά, τις ρίζες που επέτρεψαν να τραφεί ο ριζοσπαστικός ναζιστικός αντισημιτισμός και να δώσει τον ολέθριο καρπό του και αφετέρου να αναγνωρίσουμε στο σήμερα παρόμοια φαινόμενα συνειδητοποιώντας πως τίποτε δεν αποκλείει άλλες συνθέσεις, "το ίδιο αν όχι περισσότερο καταστροφικές".
Ποια ήταν αυτά τα συστατικά; Ο συγγραφέας μας τα παρουσιάζει σε 5 συνθετικά κεφάλαια με τη σειρά. Εν αρχή ην η εκβιομηχάνιση της επιτήρησης, της τιμωρίας και του θανάτου στην Ευρώπη του 19ου αιώνα. Η απρόσωπη εκτέλεση της θανατικής ποινής από τις μηχανές ξεκινώντας από τη γκιλοτίνα αλλά και η παραδειγματική τιμωρία και εγκλεισμός για την πειθάρχηση των κατώτερων τάξεων, όσων δεν χωρούσαν στα εργοστάσια-φυλακές του θριαμβεύοντος βιομηχανικού καπιταλισμού. Τα στρατόπεδα εξόντωσης αναγνωρίζονται ως σύνθεση πολλών βημάτων, των φυλακών και των στρατοπέδων συγκέντρωσης στις αποικίες και του Α'  Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και των εργοστασίων, της γκιλοτίνας αλλά και του εξορθολογισμού των σφαγείων. Αλλά και κατά τη διάρκεια του πολέμου σημαδεύτηκαν από "μια διαρκή ένταση" μεταξύ εργασίας και εξόντωσης, συνδυάζοντας την τιμωρία, την παραγωγή και τελικά την εξόντωση. Όχι μόνο οι τεχνικές δυνατότητες της εξόντωσης προέρχονται από το σύγχρονο εργοστάσιο αλλά και η τεϊλοροποιημένη "επιστημονική οργάνωση" των καθηκόντων των θυτών (και των θυμάτων). Η θέση των εργατών στη βιομηχανική επανάσταση του Τέιλορ και του αντισημίτη Φορντ πρόσφερε στο ναζισμό τους τρόπους της καταστροφής.
Ο ευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός και η σταυροφορία κατάκτησης του κόσμου αναγνωρίζεται ως ένα βασικό στάδιο με έναν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα τρόπο: ως μετάβαση από μια ιδεολογία παρακμής των ευρωπαϊκών ελίτ σε μια βούληση για παγκόσμια κυριαρχία, από το συντηρητισμό στο φασισμό. Ο φυλετισμός και βιολογικός ρατσισμός, η έννοια του "ζωτικού χώρου", η ρητορική περι της "εξαφάνισης των κατώτερων φυλών" ως φυσικού νόμου και η τάση προς τον βιολογικό ντετερμινισμό, όπου η "τεχνητή επιλογή" θα αντικαθιστούσε την αντίστοιχη "φυσική", αναγνωρίζονται ως κοινή κληρονομιά της αποικιοκρατίας και του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού. Τα αποικιακά εγκλήματα και σφαγές οδηγούν στον ολοκληρωτικό πόλεμο και στην απανθρωποποίηση του εχθρού, του Άλλου.
Βασικό στοιχείο στη θεώρηση του Τραβέρσο αποτελεί ο κομβικός ρόλος που επιφυλάσσει για τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, "αποφασιστικό στάδιο στη γέννηση του φασισμού" και "στιγμή ρήξης μέσα στην ιστορία της Ευρώπης".[2] Στον Μεγάλο Πόλεμο, οι στρατοί υιοθέτησαν τις αρχές του εργοστασίου και ο τεχνολογικός πόλεμος επέφερε τον ανώνυμο μαζικό θάνατο. Αυτή η βιομηχανοποιημένη σφαγή ήταν για τον συγγραφέα μια ανθρωπολογική ρήξη, προϋπόθεση μιας γενοκτονίας που συντελείται με απάθεια. Η μακρά διάρκεια του πολέμου οδηγούσε σε μια "σχιζοφρενική συνύπαρξη της φυσιολογικότητας και του σκοτωμού", καθώς οι στρατιώτες ενάλλασσαν τους ρόλους των φονιάδων με αυτούς των πολιτών και οικογενειαρχών. Αυτή η ηθική και νοοτροπία, η απαξίωση της ανθρώπινης ζωής και η αδιαφορία για αυτήν, θα επιτρέψει στους "φυσιολογικούς ανθρώπους", κατά τον Christopher Browning, να διαπράξουν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αδιανόητα εγκλήματα. Στο ενδιάμεσο, αυτός ο εκβαρβαρισμός θα γεννήσει τον φασισμό.
Τέλος, η προϋπάρχουσα ταξινόμηση και καταστολή των "επικίνδυνων τάξεων" θα συναντηθεί με το ρατσισμό του ιμπεριαλισμού και τη βαρβαρότητα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου σε μια ναζιστική σύνθεση. Καταλύτης για αυτήν υπήρξε ο ριζοσπαστικός αντισημιτισμός ως παράγοντας μεταμόρφωσης, κατά τον συγγραφέα, του συντηρητικού εθνικισμού σε αντιδραστικό μοντερνισμό. Η αφαιρετική κατηγορία του Εβραίου αντικατέστησε τους πραγματικούς Εβραίους και μετατράπηκε στο συνώνυμο όλων των αρνητικών που επέφερε η νεωτερικότητα: ο κομμουνισμός αλλά και ο χρηματιστικός καπιταλισμός, η δημοκρατία και ο κοσμοπολιτισμός, η αφηρημένη λογική, ο ατομισμός κ.ο.κ. Ο Εβραίος γίνεται λοιπόν ένα ουσιαστικοποιημένο επίθετο που χαρακτηρίζει μια σειρά παρόμοιων γνωρισμάτων. Η "βιολογικοποίηση" του αντισημιτισμού από το ναζισμό θα επιτρέψει τη σύνθεση μεταξύ των παραδοσιακών, αντιδραστικών αντιλήψεων με την πιο επιστημονική, τεχνολογική εξόντωση. Συγκροτήθηκε λοιπόν ένας "αναζωογονητικός" αντισημιτισμός που θα επέτρεπε την υπέρβαση της νεωτερικότητας με τα ίδια της τα όπλα.
Το συμπέρασμα του Τραβέρσο είναι πως η Γερμανία δεν ήταν απομονωμένη από την υπόλοιπη Ευρώπη στην πορεία της προς τον εθνικοσοσιαλισμό αλλά αντίθετα ένα εργαστήρι όπου έγινε δυνατή η σύνθεση όλων των παραπάνω στοιχείων που υπήρχαν παντού στην Ευρώπη. Ο ιδιαίτερος δρόμος της Γερμανίας ανοίχτηκε στο τραγικό τέλος αυτής της κοινής πορείας και όχι πρωτύτερα. Γενικεύοντας, η γενεαλογία που συγκροτεί ο συγγραφέας θα μπορούσε να χρησιμεύσει και ως πρόταση για το σήμερα, για την επικέντρωση της προσοχής μας όχι τόσο στις εθνικές ιδιαιτερότητες αλλά στις κοινές ευρωπαϊκές πολιτικές που οδηγούν σε αδιέξοδα.



[1] Ποθητή Χαντζαρούλα, "αυτό που συνέβη μπορεί να ξανασυμβεί", online περιοδικό Χρόνος, τεύχος 9, Ιανουάριος 2014 [http://www.chronosmag.eu/index.php/p-l-p-s-p-xs.html]
[2] Αυτή την άμεση σύνδεση μεταξύ Α΄ και Β΄Παγκοσμίου Πολέμου θα αναπτύξει ο συγγραφέας περαιτέρω στο βιβλίο του Δια πυρός και σιδήρου. Περί του ευρωπαϊκού εμφυλίου πολέμου 1914-1945, το οποίο γράφτηκε το 2007 και κυκλοφόρησε στην Ελλάδα επίσης από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου το 2013.

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

Το μικρό και το μεγάλο

δημοσιεύτηκε στις Αναγνώσεις της Αυγής της Κυριακής, 23 Φεβρουαρίου 2014


Γ. Β. Δερτιλής, Συνειρμοί, μαρτυρίες, μυθιστορίες, Αθήνα, Πόλις, 2013.

Χωρίς τίτλο, 2013, μεικτή τεχνική, 18 x 20 x 20 εκ., του Δημήτρη Αμελαδιώτη

Μετά τη μνημειώδη Ιστορία του ελληνικού κράτους, τι παραπάνω θα μπορούσαμε να περιμένουμε από τον καθηγητή Γιώργο Δερτιλή; Το πρόσφατο βιβλίο του Συνειρμοί, μαρτυρίες, μυθιστορίες, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις, φαίνεται να είναι το αντίθετο της μεγάλης, της κρατικής ιστορίας: πρόκειται για τη μικρή, την οικογενειακή ιστορία των Ντερτιλήδων που έγιναν Δερτιλήδες ξεκινώντας από τον Παναγιώτη Αναγνωστάκο από τη Μάνη και των Κελαϊδήδων από το Ασκύφου στα Σφακιά. Με τη ματιά του ιστορικού όμως, ο συγγραφέας ξετυλίγοντας την οικογενειακή του ιστορία, με πλήθος χαρακτήρων διαμέσου των γενεών, μας προσφέρει μια πολύτιμη εικόνα της ελληνικής κοινωνίας φωτίζοντας διαδρομές και επιλογές ζωής κοινωνικών στρωμάτων και δίνοντας ζωντάνια με την προσωπική του μαρτυρία σε βασικούς σταθμούς της σύγχρονης ιστορίας από την Κατοχή ως το σήμερα. Ξεκινώντας από το μικρό λοιπόν συμπληρώνεται τελικά το μεγάλο και η αρχική αίσθηση αντίθεσης δίνει τη θέση της σε μια διαλεκτική σύνθεση.
Το βιβλίο δεν μπορεί να ενταχθεί με αυστηρότητα σε ένα συγκεκριμένο είδος. Αποτελείται από 77 πολύ σύντομα κείμενα, ορισμένα από τα οποία δεν ξεπερνούν τις δύο σελίδες και παρ' όλο που τα περισσότερα αφορούν μαρτυρίες του ίδιου του συγγραφέα, για πράγματα που έζησε ή άκουσε από τους οικείους του, δεν λείπουν άρθρα δημοσιευμένα ή αδημοσίευτα, που ο ίδιος θεωρεί σημαντικά. Σε ένα κείμενο, με τον χαρακτηριστικό τίτλο Ιντερμέδιο, ο συγγραφέας τοποθετείται επί του είδους του έργου και επεξηγεί τον τίτλο του. Παρουσιάζει με ευσύνοπτο τρόπο τη σχέση των ιστορικών με τις πηγές και τα κάθε λογής προβλήματα και διλήμματά τους και θέτει το ερώτημα στον εαυτό του: πώς ο ιστορικός μπορεί να αντιμετωπίσει το παρόν και να γράψει για αυτό; Πώς να γράψει απομνημονεύματα όταν ως ερευνητής γνωρίζει ότι αποτελούν μια από τις λιγότερο αξιόπιστες μορφές πηγών; Ξεκαθαρίζει λοιπόν εξαρχής πως όσα γράφει είναι προϊόντα συνειρμών, μαρτυριών δικών του και άλλων που ο ίδιος τις διασώζει με όλα τα προβλήματα που ο χρόνος επιφέρει και εντέλει συμπληρώνονται με μυθιστορίες, στοιχεία «που απλώς τα φαντάστηκε και τα βρήκε αληθοφανή και ταιριαστά», ένα παλίμψηστο κατά τον ίδιο ενώ αλλού το χαρακτηρίζει «ελλιπή αυτοβιογραφία». Αυτή η κατάθεση λειτουργεί λυτρωτικά για τον καχύποπτο αναγνώστη, δίνοντας του την ευκαιρία να απολαύσει την ουσία της αφήγησης και να μάθει πολλά περισσότερα για την ελληνική κοινωνία από μια παράθεση μιας καλά τεκμηριωμένης αλλά άγονης γεγονοτολογίας. Θα μπορούσε να είναι ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα; Δεν γνωρίζω αν πέρασε κάτι τέτοιο από το μυαλό του συγγραφέα, η υβριδική πάντως μορφή του έργου έχει τη δική του γοητεία.
Σε ένα προσωπικό ιντερμέδιο, θα ήθελα να καταθέσω τη δική μου μικρή μαρτυρία καθώς αναγνώρισα τον εαυτό μου στους ένδεκα φοιτητές που αποφοίτησαν από την ελληνική έδρα της École des hautes études en sciences sociales, με καθηγητή τον Γιώργο Δερτιλή. Είχα μάλιστα την τύχη του δυστυχή συμφοιτητή του συγγραφέα, ακούγοντας από τον τελευταίο το χαρακτηριστικό «Φευ! Δυστυχώς απέθανε!» που διέσωσε από τον καθηγητή Διεθνούς Δικαίου Ευσταθειάδη, καθώς απέδωσα τον χαρακτηρισμό «κύριος» σε κάποιον μακαρίτη, ευτυχώς χωρίς περαιτέρω κυρώσεις! Πολλές οι αναμνήσεις και οι ευκαιρίες για σκέψεις για την πορεία των ιστορικών σπουδών και γενικότερα για την ελληνική ακαδημαϊκή κοινότητα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό από έναν άνθρωπο με μια ενδιαφέρουσα και όχι συνηθισμένη διαδρομή. Αλλά και, για να ξαναγυρίσουμε στη βασική προσφορά του έργου, πολλά είναι τα στοιχεία για την ελληνική κοινωνία γενικότερα στον 20ό αιώνα και ειδικά για την Αθήνα. Αναλογιζόμενος τη μαρτυρία του συγγραφέα για την περίοδο της δικτατορίας και τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, διέσχισα πεζός πηγαίνοντας προς την προσυγκέντρωση της φετινής πορείας τη διαδρομή από τη γωνία Λουκιανού και Σπευσίππου, όπου βρισκόταν το πατρικό σπίτι του συγγραφέα, ως την Αμερικής και Σταδίου, όπου στεγαζόταν η πατρική επιχείρηση, ένας μικρόκοσμος στο Κολωνάκι.
Μέσα από την οικογενειακή ιστορία φωτίζονται πτυχές της ζωής, των αντιλήψεων και των επιλογών μέρους της μεσαίας αστικής τάξης της Αθήνας. Η ανασύσταση αυτών των «ανθρωποδικτύων» είναι απαραίτητη για να γίνει κατανοητή π.χ. η περίοδος της Κατοχής στην πρωτεύουσα, οι τρόποι επιβίωσης και αναπαραγωγής κοινωνικών σχέσεων και στρωμάτων και τα πολιτικά αποτελέσματα αυτής της διαδικασίας. Μέσα από τις εξιστορήσεις για την κατοχική Αθήνα, τις βεγγέρες, τις αστικές οργανώσεις, τους βίαιους αλλα και «ειρωνικούς» θανάτους, την πολύτιμη ρετσίνα, τις ταξικές διαφορές στην πείνα και την ανασφάλεια των αστικών οικογενειών, τους πλουτίσαντες επί Κατοχής και τα ήθη τους, τη βίαιη κοινωνική κινητικότητα, ξεδιπλώνεται ένας κόσμος με συνήθειες και νοοτροπίες που επιβιώνουν ακόμη, σημαδεύοντας την ελληνική κοινωνία.
Εξίσου σημαντική είναι η σκιαγράφηση της προπολεμικής περιόδου και της τότε κοινωνικής ανέλιξης -μέσω της εργασίας, των οικογενειακών, κοινωνικών, επαγγελματικών δικτύων και των συναλλαγματικών ηθών τους- των ανθρώπων που έρχονταν από την επαρχία για να προκόψουν στην πρωτεύουσα. Πολύτιμη είναι και η άμεση μαρτυρία του συγγραφέα για τη γενιά του, τα σχολικά τους χρόνια, το ελληνικό Πανεπιστήμιο, την καθημερινότητα στην άναρχα αναπτυσσόμενη Αθήνα, την αυτοκίνηση ως πάθος και ως σύμβολο προόδου. Τα κείμενα για τη δικτατορία της 21ης Απριλίου και την αντίσταση σε αυτήν, μέσα από την πικρή ειρωνεία τους, καταδεικνύουν τα όρια τόσο της πρώτης όσο και της δεύτερης. Η Νομική και το Πολυτεχνείο ζωντανεύουν μέσα από την ελλειπτική μαρτυρία ενός αυτόπτη μάρτυρα, που θα σημαδευτεί από τα γεγονότα. Η εξιστόρηση της μετέπειτα πορείας του συγγραφέα θα μας φωτίσει ενδιαφέροντα ζητήματα, ειδικά για όσους ασχολούνται με την ιστορία και την έρευνά της, για το στήσιμο των αρχείων της Εθνικής Τράπεζας και του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Είναι φανερό και ομολογημένο το άγχος του συγγραφέα για την πορεία της χώρας και μεταδίδεται με πολλαπλούς τρόπους. Μέσω παλιότερων δημοσιευμάτων του εμβόλιμα στις αφηγήσεις αλλά και μέσω της εξομολόγησης εφιαλτικών ονείρων που στοιχειώνουν το παρόν. Μέσω της επανεμφανιζόμενης απειλής ενός Εμφυλίου που δεν χτύπησε τότε άμεσα το οικογενειακό περιβάλλον και για αυτό ίσως φαντάζει αμείωτα επικίνδυνος. Μέσα από τις γραμμές διαφαίνεται μια μεγάλη αμφιβολία, όσο κι αν ξορκίζεται. Η βαθιά γνώση του τόπου και των ανθρώπων, των ρυθμών της κοινωνίας, δεν επιτρέπει στο συγγραφέα ανέξοδους αφορισμούς και εντέλει, παρά τις επιμέρους διαφωνίες ή συμφωνίες μαζί του, μας δίνει πολλά εφόδια για να αναστοχαστούμε το σήμερα. Συναντούμε με τον τρόπο αυτό, εκτός από τον άνθρωπο και τη μικρή οικογενειακή του ιστορία, τον πολίτη που κατέθεσε την άποψη του δημόσια για τα πολιτικά πράγματα. Υπάρχει όμως πάντοτε και πριν απ' όλα η ιδιότητα του ιστορικού, που μεταμόρφωσε με γνώση και τρόπο το μικρό σε μεγάλο και μας το πρόσφερε.

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

Οπλαρχηγοί και αντάρτες του Ζέρβα

δημοσιεύτηκε στις Αναγνώσεις της Αυγής της Κυριακής, 1 Δεκεμβρίου 2013.

Βαγγέλης Τζούκας, Οι οπλαρχηγοί του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο 1942-44. Τοπικότητα και πολιτική ένταξη, Αθήνα, Εστία, 2013.



Κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό, από τις εκδόσεις Εστία, η μελέτη του Βαγγέλη Τζούκα για τους οπλαρχηγούς του ΕΔΕΣ (Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμός), της αντιστασιακής οργάνωσης με επικεφαλής τον απότακτο αντισυνταγματάρχη Ναπολέοντα Ζέρβα. Πρόκειται για επεξεργασμένη μορφή της διδακτορικής διατριβής του συγγραφέα στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Στο βιβλίο παραλείπονται τα αποσπάσματα που αφορούν την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου, που ευελπιστούμε να μας παρουσιάσει ο συγγραφέας σε χωριστή μελέτη.
Η κυκλοφορία ενός βιβλίου «για τον ΕΔΕΣ» αφυπνίζει τα αντανακλαστικά των ασχολούμενων με την ταραγμένη δεκαετία του 1940 και επαναφέρει τα κεντρικά ερωτήματα που συνοδεύουν αυτήν την οργάνωση: Έκανε αντίσταση ο ΕΔΕΣ; Ποιος ευθύνεται για τις συγκρούσεις ΕΛΑΣ-ΕΔΕΣ τον Οκτώβριο του 1943; Ποια η σχέση του Ζέρβα με τους Άγγλους και με τους Γερμανούς; Τελικά, ο συγγραφέας πώς τοποθετείται; Είναι υπέρ ή κατά του ΕΔΕΣ;
Η μελέτη του Βαγγέλη Τζούκα όμως δεν είναι «για τον ΕΔΕΣ» - η οργάνωση  αυτή -και συγκεκριμένα η ένοπλη εκδοχή της- είναι η μελετούμενη περίπτωση για την κατανόηση ενός ευρύτερου φαινομένου, των διεργασιών ένταξης των παραδοσιακών κοινοτήτων στο νεωτερικό εθνικό κράτος μέσα από τα κατακλυσμιαία γεγονότα της δεκαετίας του 1940 στην Ελλάδα. Πώς δηλαδή, στην περίπτωσή μας, λειτούργησε ο ΕΔΕΣ ως μηχανισμός μετασχηματισμού παραδοσιακών νοοτροπιών και πρακτικών σε νεωτερικά πολιτικά προτάγματα: στην ταυτότητα του «εδεσίτη αντάρτη» και από εκεί στην παράταξη της Δεξιάς.
Ο συγγραφέας «ξαναδιαβάζει» την ιστορία της περιόδου, με τη σκευή τόσο του κοινωνιολόγου όσο και του ιστορικού, δίνοντας βάρος στις «από τα κάτω» διεργασίες. Εκεί όπου οι κεντρικές πολιτικές αποφάσεις, δηλαδή του Ζέρβα και των Βρετανών για ένοπλη Αντίσταση, υλοποιούνται μέσα από τη συνάντησή τους με τις τοπικές νοοτροπίες, τις πραγματικές και πλασματικές σχέσεις συγγένειας, τη ληστεία και τη ζωοκλοπή, την κουλτούρα ανυπακοής στην κεντρική εξουσία και την οικονομία της βίας.
Όλα τα παραπάνω δεν είναι αποστειρωμένα και αποκομμένα από τη γενική ιστορία της περιόδου. Το πρώτο κεφάλαιο είναι μια ευσύνοπτικη εισαγωγή στο γενικότερο ιστορικό πλαίσιο με βάση τη βιβλιογραφία και τη βαθιά γνώση του συγγραφέα. Σε σαραντα πέντε σελίδες παρουσιάζεται η διαδικασία ίδρυσης του ΕΔΕΣ και ο τρόπος που ο Ζέρβας μεταβαίνει στην Ήπειρο, οι σχέσεις της οργάνωσης με το ΕΑΜ, με τον βρετανικό παράγοντα και η πολιτική στροφή του Ζέρβα, οι τοπικές συμμαχίες και η ματιά στις μεταπολεμικές εξελίξεις, η κρίσιμη σύγκρουση ΕΛΑΣ-ΕΟΕΑ (Εθνικές Ομάδες Ελλήνων Ανταρτών, η στρατιωτική μορφή του ΕΔΕΣ) τον Οκτώβριο του 1943, η αντιστασιακή δράση του ΕΔΕΣ και οι ενδείξεις για επαφές Ζέρβα-Γερμανών και τέλος η κατάσταση στην Ήπειρο κατά τα Δεκεμβριανά και ως τη Συμφωνία της Βάρκιζας.
Το κυρίως μέρος του βιβλίου αποτελείται από τα υπόλοιπα τέσσερα κεφάλαια, που παρουσιάζουν τις διαδικασίες σχηματισμού ένοπλων σωμάτων του ΕΔΕΣ αντίστοιχα στις περιοχές Ξηροβουνίου, Λάκκας Σουλίου, Ραδοβιζίου και Τζουμέρκων. Οι περιοχές αυτές, παρά τις διαφορές τους (π.χ. τα Τζουμέρκα είναι πιο ανεπτυγμένα οικονομικά και κοινωνικά), έχουν κοινά πολιτισμικά στοιχεία, που οφείλονται τόσο σε γεωφυσικούς παράγοντες όσο και στην ιστορία ένταξής τους στο ελληνικό κράτος. Σε μεγάλο βαθμό παραμένουν βαθιά παραδοσιακές κοινωνίες, με τις αντίστοιχες σχέσεις με την αγορά και το κράτος, έντονη τοπική ταυτότητα και ανάλογη οργάνωση και κουλτούρα. Είναι σε μεγάλο βαθμό υπανάπτυκτοι κοινωνικοί χώροι, όπου κυριαρχεί η πατριαρχία, ο αναλφαβητισμός, η οικονομία αυτοκατανάλωσης αλλά και η ληστεία. Σε αυτούς τους χώρους θα αναγκαστεί ο Ζέρβας να οικοδομήσει την οργάνωσή του.
Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η παρουσίαση αυτής της διαδικασίας, όπου συναντιέται η τοπική αυτονομία με την οργάνωση ενός σχηματισμού με νεωτερικά πολιτικά προτάγματα. Σε μεγάλο βαθμό η συνάντηση γίνεται στο παραδοσιακό περιβάλλον, π.χ. με ένα «δυαδικό συμβόλαιο» αμοιβαιότητας μεταξύ του επικεφαλής της οργάνωσης και του τοπικού οπλαρχηγού, μια συμφωνία που στηρίζεται στο «λόγο», στη «μπέσα» (σελ. 179). Στο σημείο αυτό συναντούμε τον τίτλο του βιβλίου και γνωρίζουμε τους τοπικούς οπλαρχηγούς, τον Αλέκο Παπαδόπουλο, τους Κολιοδημητραίους, τον Καραμπίνα και τον Βόιδαρο και τους υπόλοιπους. Δεν είναι σαφές στον μη ειδικό αναγνώστη αλλά τα σώματα αυτά δεν είναι μια περιφερειακή δυναμη του ένοπλου ΕΔΕΣ, των ΕΟΕΑ, αλλά οι βασικές και μαχητικότερες δυνάμεις του. Η διαδικασία συγκρότησης τους και ένταξή τους στον ΕΔΕΣ είναι, σε κάθε περίπτωση, μια επιβεβαίωση και εμπλουτισμός του σχήματος του συγγραφέα για τη σχέση τοπικότητας και πολιτικής ένταξης. Οι αναπόφευκτες επαναλήψεις στην περιγραφή αυτής της διαδικασίας, λόγω της δομής του βιβλίου, μας βοηθούν να εμπεδώσουμε και να συμμεριστούμε τα πορίσματα του συγγραφέα.
Εδώ θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι οι διαδικασίες αυτές, αγκιστρωμένες στο πολιτισμικό περιβάλλον των οπλαρχηγών και των σωμάτων τους, οδηγούν στη συγκρότηση αρχικά ενός αντάρτικου «του Ζέρβα» και όχι τόσο «του ΕΔΕΣ». Και αυτό, ως ένα σημείο φαίνεται να οφείλεται σε αντικειμενικούς παράγοντες αλλά από κει και πέρα σε μια επιλογή του ίδιου του αρχηγού, για λόγους που άπτονταν τόσο των κατοχικών όσο και των μεταπολεμικών εξελίξεων. Στη σελίδα 183 περιγράφεται με σαφήνεια η δομή του στρατιωτικού σκέλους του ΕΔΕΣ. Η δομή αυτή ήταν «αυστηρά προσωποπαγής», καθώς ο Ζέρβας προσωπικά επικοινωνούσε με τους «οπλαρχηγούς» του και τους ενίσχυε οικονομικά. Οι τελευταίοι, με τη σειρά τους, ήταν υπεύθυνοι για την τροφοδοσία και την κινητοποίηση των ένοπλων ομάδων τους. Συμβολικά, ο όρκος δινόταν ενίοτε προς τον αρχηγό και όχι προς την οργάνωση του ΕΔΕΣ, με τα συχνά ακατανόητα προτάγματά της.
Ένα άλλο σημείο που επανέρχεται σε κάθε κεφάλαιο αλλά δεν αναδεικνύεται μέσα από τη συγκεκριμένη προβληματική, είναι ο οικονομικός παράγοντας. Η οικονομική ενίσχυση, τα «ωφελήματα», οι λίρες είναι σε τελική ανάλυση ο δεσμός με τον οποίο ο Ζέρβας συνδέεται με τους τοπικούς παράγοντες και αυτοί με τους ένοπλους τους. Και είναι επίσης το σημείο που συνδέει την τοπική αυτή ιστορία με τις ευρύτερες εξελίξεις, δηλαδή τη βούληση της Μεγάλης Βρετανίας να συντηρήσει ένα αντάρτικο σε αντίθεση με τον κυρίαρχο στην Ελλάδα ΕΛΑΣ.
Το βιβλίο του Βαγγέλη Τζούκα μας προσφέρει μια πρωτότυπη βάση, πάνω στην οποία μπορούμε να ξαναδούμε πιο στέρεα τη «μεγάλη ιστορία», που συνήθως περιορίζεται στην αναζήτηση υποκειμενικών πρωτοβουλιών, λαθών, εξωτερικών εξαναγκασμών και μέχρι πρόσφατα της «χρήσης βίας». Μιας ιστορίας όπου απουσιάζει η κοινωνία και οι δυνατότητες και όρια που εκείνη κάθε φορά έχει. Όπως κάθε εποικοδομητικό έργο, ανοίγει νέα πεδία, όπως η συμπλήρωση της ιστορίας του ΕΔΕΣ «από τα πάνω», μια ανάλογη προβληματική για άλλες περιοχές της Ελλάδας και κυρίως για τη συγκρότηση του ΕΛΑΣ και επίσης μια συγκριτική προσέγγιση μεταξύ τους, τα μεταπολεμικά αποτελέσματα αυτής της ενσωμάτωσης των παραδοσιακών κοινωνιών στο εθνικό κράτος διαμέσου της Αντίστασης και των ταυτοτήτων που συγκροτεί. Η κυκλοφορία του βιβλίου του Βαγγέλη Τζούκα, σε συνέχεια άλλων πρόσφατων για τη δεκαετία του 1940, είναι άλλο ένα βήμα γόνιμης απαγκίστρωσης από μια προηγούμενη περίοδο, θορυβωδώς συγκρουσιακή και ελάχιστα παραγωγική.


Ο Γιάννης Σκαλιδάκης είναι ιστορικός