Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δρόμοι της Ιστορίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δρόμοι της Ιστορίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012

Βιβλιοπαρουσίαση: Από τον Ληστή στον Αντάρτη




Νίκος Βαφέας, Από τον Ληστή στον Αντάρτη. Τα ένοπλα κινήματα των Γιαγάδων στη Σάμο (1914-1925), Αθήνα, εκδόσεις νήσος, 2012.


Πολλά βιβλία διαθέτουν έναν εντυπωσιακό τίτλο αλλά η θεματική τους περιορίζεται στον υπότιτλο – στο βιβλίο του Νίκου Βαφέα αυτό δεν ισχύει: εκκινώντας από μια πλήρως τεκμηριωμένη ιστορική σύνθεση των γεγονότων της Σάμου στην περίοδο 1914-1925 («τα Γιαγαδικά»), και μέσω της μεθόδου της ιστορικής και πολιτικής κοινωνιολογίας, θέτει και φωτίζει το ερώτημα του κυρίως τίτλου: πώς ο ληστής γίνεται αντάρτης;
Αξιοποιώντας την περίπτωση των ένοπλων κινημάτων της Σάμου, τα οποία έχει ερευνήσει σε βάθος, ο συγγραφέας συνομιλεί με τη διεθνή εργογραφία για το φαινόμενο της ληστείας, ως μορφή κοινωνικής αντίστασης των αγροτικών κοινωνικών «κατά τη μετάβασή τους προς σύγχρονες μορφές κοινωνικής και πολιτικής συγκρότησης» και ειδικά με το έργο του Έρικ Χομπσμπάουμ για την πρωτόγονη ή αρχαϊκή επανάσταση (primitive rebellion).
Πιο συγκεκριμένα, ο Βαφέας πραγματεύεται τους κοινωνικούς μηχανισμούς μετατροπής των ατομικών δράσεων σε συλλογικά κινήματα και τους όρους μετασχηματισμού μιας μορφής «πρωτόγονης» κοινωνικής ανταρσίας σε πιο νεωτερική μορφή κοινωνικής διαμαρτυρίας. Και επίσης ερευνά ένα πιο γενικό ερώτημα: ποια είναι η διαδικασία πολιτικοποίησης των αγροτικών πληθυσμών μιας νεοσύστατης εθνικής επικράτειας; Εκτός από την «άνωθεν» ενσωμάτωσή τους στους νεωτερικούς θεσμούς του έθνους-κράτους, αυτή η διαδικασία καθορίζεται από τη συμμετοχή τους σε μορφές συλλογικής δράσης που, όπως υπογραμμίζει ο συγγραφέας, «περισσότερο αμφισβητούν παρά καταφάσκουν τη διαδικασία εγκαθίδρυσης του σύγχρονου αστικού κράτους».
Μέσα σε μόλις 186 σελίδες, ο Βαφέας καταφέρνει να στήσει 5 κεφάλαια, όπου με συμπυκνωμένο αλλά και ευδιάκριτο τρόπο μας εντάσσει στην προβληματική του ξεδιπλώνοντας ταυτόχρονα τη συναρπαστική ιστορία των αδελφών Γιαγά μέσα από τις περιπέτειες της πρώτης περιόδου ενσωμάτωσης του νησιού στο ελληνικό κράτος.
Το πρώτο κεφάλαιο μας εισάγει στη μακρά ιστορία του νησιού, από την οθωμανική κυριαρχία και την περίοδο της Σαμιακής Ηγεμονίας στο ελληνικό κράτος. Παρουσιάζεται μια εξίσου μακρά «παράδοση ανταρσίας» που συνυπάρχει με μια μακρά παράδοση πολιτικής αυτοδιοίκησης και «αυτονομίας» μέχρι την τομή του 1912 και την ενσωμάτωση του νησιού στην Ελλάδα. Μια ενσωμάτωση που θα μετατρέψει τη Σάμο σε ένα ακριτικό νησί αποκόπτοντάς την από την απέναντι ακτή, που βρίσκεται περίπου ένα μίλι μακριά, και ανατρέποντας τις οικονομικές ισορροπίες. Μια σειρά νομοθετικών μέτρων που εγκαθιδρύουν το κρατικό μονοπώλιο διαχείρισης της βίας, όπως ο Νόμος περί Στρατολογίας και ο Νόμος περί Ληστείας, μέσα στο 1914, θα προκαλέσουν την τοπική αντίδραση που θα είναι και η αρχή των κινημάτων που θα χρωματίσουν την επόμενη δεκαετία. Σύμβολο τους θα γίνουν οι αδελφοί Γιαγά από το Μαραθόκαμπο, ο Γιάννης και ο Κώστας, ο Γιώργος και ο Κίμωνας. Οι εμπειρίες τους, μέσα από τη μετανάστευση, και η μόρφωσή τους θα τους επιτρέψουν να διαδραματίσουν ξεχωριστό ρόλο σε αυτή τη συγκρουσιακή διαδικασία εθνικοποίησης και ριζοσπαστικοποίησης της σαμιακής κοινωνίας και ειδικά του προσφυγικού στοιχείου που είχε συρρεύσει στο νησί και ενός όχι ευκαταφρόνητου ντόπιου προλεταριάτου, που είχε συγκροτηθεί από την εκβιομηχάνιση των αστικών κέντρων.
Στο δεύτερο κεφάλαιο, ο συγγραφέας μας εξιστορεί τα τέσσερα βασικά επεισόδια των «Γιαγαδικών», και υποδεικνύει το σταδιακό μετασχηματισμό τους από ατομική υπόθεση των πρωταγωνιστών σε συλλογική δράση που θα αποκτήσει πολιτικό περιεχόμενο και θα συναντηθεί με τις γενικότερες πολιτικές συγκρούσεις της περιόδου. Τα κινήματα αυτά που θα εκτυλιχτούν το 1914, 1916, 1922 και 1925 θα συναντηθούν με το κίνημα της Εθνικής Άμυνας και τον Εθνικό Διχασμό, με την Μικρασιατική Καταστροφή και την επαναστατική κυβέρνηση Πλαστήρα-Γονατά αλλά και με το πραξικόπημα Πάγκαλου.
Στο τρίτο κεφάλαιο, ο συγγραφέας θα περάσει στην ανάλυση των μηχανισμών μετασχηματισμού της συλλογικής δράσης, την απομάκρυνση της από τις παραδοσιακές κοινωνικές δομές και την εξοικείωση με νεωτερικές μορφές δράσης που αφορά και τη χρήση ενός δημόσιου λόγου που πολιτικοποιείται και πολιτικοποιεί ακροβατώντας ανάμεσα στο παρελθόν της αυτονομίας και στο παρόν του Εθνικού Διχασμού. Το επόμενο –τέταρτο– κεφάλαιο ασχολείται ακριβώς με την κοινωνιολογική ανάλυση αυτού του πολιτικού λόγου, τον μετεωρισμό του λόγου αυτού ανάμεσα στη νοσταλγία ενός επινοημένου ιδανικού παρελθόντος της «αυτονομίας» και στην προσπάθεια ένταξης στις υπάρχουσες πολιτικές αντιθέσεις –το τελευταίο μέσω της εκπροσώπησης της αντιβενιζελικής παράταξης, στη βάση της ιδεολογίας του «Κωνσταντινισμού» και της «αντεπανάστασης».
Το πέμπτο και τελευταίο κεφάλαιο, εν είδει επιλόγου, ανιχνεύει την επίδραση των κινημάτων στην μετέπειτα μεσοπολεμική ιστορία του νησιού και βασικά τη συνάντηση των πρωταγωνιστών αλλά κυρίως σημαντικού μέρους των υπόλοιπων συμμετεχόντων στα κινήματα αυτά με το νεοσύστατο κομμουνιστικό κίνημα. Είναι βαρύνουσας σημασίας η ανάδειξη της σύνδεσης των «αρχαϊκών» κινημάτων με την κοινωνική ριζοσπαστικοποίηση, μέσω βαθύτερων κοινωνικών και πολιτικών μηχανισμών, που ξεπερνούν τις συνειδητές επιλογές των υποκειμένων. Μια υποδειγματική ιστορική έρευνα της κοινωνικής σύνθεσης της «βάσης» των κινημάτων και της εκλογικής γεωγραφίας της σαμιακής μεσοπολεμικού ψήφου, καταδεικνύει τους δρόμους μετασχηματισμού του κοινωνικού ριζοσπαστισμού από την παραδοσιακή κοινωνική ανταρσία στο νεωτερικό κομμουνιστικό κίνημα.
Η απήχηση του βιβλίου του Νίκου Βαφέα καταδεικνύει το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού για μελέτες με ευρύτερη ερμηνευτική αξία, που συνδυάζουν τη μετάδοση ιστορικών γνώσεων με την παροχή εργαλείων για την κατανόηση των μηχανισμών λειτουργίας και αλλαγής της κοινωνίας. Και επίσης αποδεικνύει -παρά τα ειωθότα- πως σημαντικά έργα δεν χρειάζεται να είναι ογκώδη ως απόδειξη της επιστημοσύνης τους.

Γιάννης Σκαλιδάκης



Βιβλιοπαρουσίαση που δημοσιεύτηκε στο ένθετο "Δρόμοι της 

Ιστορίας", με την εφημερίδα Δρόμος, στις 8 Δεκεμβρίου 2012.

Σάββατο 7 Απριλίου 2012

Οι ιστορικοί για την κρίση





Μετά από απουσία μερικών μηνών οι Δρόμοι της Ιστορίας επιστρέφουν ανανεωμένοι. Δεν είναι πλέον «μονοθεματικοί», χωρίς ωστόσο να παραιτούνται από το διάλογο μέσω αφιερωμάτων σε ποικίλα θέματα. Επιχειρούν να γίνουν πιο επίκαιροι και «μάχιμοι», ενημερώνοντας τους αναγνώστες για εκδηλώσεις, συζητήσεις, νέες εκδόσεις και ό,τι ενδιαφέρον κυκλοφορεί στους «δρόμους της ιστορίας».
Η σημερινή μας διαδρομή είναι αφιερωμένη στο θέμα «Οι ιστορικοί για την κρίση» Μέσα από το αφιέρωμα επιχειρούμε να προσεγγίσουμε την κρίση μέσα από τα μάτια της ιστορίας και των μεθόδων της ιστορικής επιστήμης.
Στόχος μας είναι να αναδείξουμε τον ιστορικό λόγο, τις ιστορικές διαστάσεις και προοπτικές της κρίσης, δεδομένου μάλιστα ότι μέχρι σήμερα η δημόσια συζήτηση για το ζήτημα στην Ελλάδα έχει ουσιαστικά μονοπωληθεί από τους οικονομολόγους.
Η δυνατότητα της ιστορίας να αναφέρεται στη μακρά περίοδο παρέχει τη δυνατότητα να εξεταστούν στην ιστορική τους διάσταση τα φαινόμενα, οι εκδηλώσεις, οι αιτίες και οι συνέπειες της κρίσης.
Σε καμία περίπτωση δεν μας διαφεύγει ότι η σημερινή κρίση έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και νέες εκφράσεις που πρέπει να μελετηθούν στη συγχρονία τους. Ωστόσο, και σε αυτή την περίπτωση η ιστορική ανάλυση θεωρούμε ότι μπορεί να συμβάλει πολλαπλά στην ερμηνεία και κατανόηση της παρούσας κρίσης, αλλά και στην ανίχνευση δρόμων για το ξεπέρασμά της.
Για το λόγο αυτό, ανοίγοντας το διάλογο, απευθυνθήκαμε σε δύο ιστορικούς, οι οποίοι έχουν συμμετάσχει στις συζητήσεις που έχουν μέχρι σήμερα διεξαχθεί στην ιστορική κοινότητα –και όχι μόνο– για την κρίση, τη Χριστίνα Αγριαντώνη, καθηγήτρια ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και τον Αντώνη Λιάκο, καθηγητή ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Τα ζητήματα που θέσαμε αφορούσαν: τα ιστορικά πλαίσια, τις ιστορικές διαστάσεις και τα νέα δεδομένα της κρίσης, τα δημόσια-ηγεμονικά αφηγήματα για τις αιτίες των κρίσεων στην Ελλάδα, τη συμβολή των ιστορικών και της ιστορίας στη συζήτηση για την κρίση, αλλά και την αποτίμηση των μέχρι σήμερα διεργασιών μεταξύ των ιστορικών αναφορικά με αυτήν.
Επιδίωξή μας μας είναι να συνεχιστεί αυτός ο διάλογος με νέες συμβολές σε επόμενα τεύχη των Δρόμων.
Επιμέλεια αφιερώματος
Μαρία Μαυροειδή
"Η οικονομία δεν είναι ένα αυτόνομο πεδίο, υπεράνω πολιτικής και ιδεολογίας", συνέντευξη της Χριστίνας Αγριαντώνη στη Μαρία Μαυροειδή
Στους δρόμους της ιστορίας... συνέδρια - εκδηλώσεις - ειδήσεις

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011

Συναντώντας τους Τούρκους ιστορικούς. Με αφορμή το αφιέρωμα της εφημ. «Δρόμος»

Στις 4 Οκτωβρίου ξεκίνησε, για 4η χρονιά, το Σεμινάριο Σύγχρονης Ιστορίας που διοργανώνεται από τον ιστορικό Βλάση Αγτζίδη στο «Ελεύθερο Πανεπιστήμιο» του Δήμου Κηφισιάς (7.00-8.30 μ.μ.) «Έπαυλη Δροσίνη»-Βιβλιοθήκη Δήμου Κηφισιάς, Αγ. Θεοδώρων & Κυριακού).




Φέτος, επικεντρώνεται κυρίως στα ζητήματα που σχετίζονται με το ιστορικό μεταίχμιο του ’22 και τις συνέπειές του στην ελληνική κοινωνία.

Στις 29 Νοεμβρίου (19.00 - 20.30 μ.μ.), ο ιστορικός Γιάννης Σκαλιδάκης θα παρουσιάσει το θέμα: Συναντώντας τους Τούρκους ιστορικούς. Με αφορμή το αφιέρωμα της εφημ. «Δρόμος». Αφορμή είναι το αφιέρωμα που πραγματοποιήθηκε το Μάιο του 2011 στους «Δρόμους της Ιστορίας» και έφερε τους Έλληνες αναγνώστες σε επαφή με τις ενδιαφέρουσες και πολυποίκιλες απόψεις της τουρκικής αριστερής ιστοριογραφίας για τους μεγάλους μετασχηματισμούς που συνέβησαν κατά την περίοδο 1908-1922 .

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011

Στον καιρό του Νόιμπαχερ

(εισαγωγικό στο δεύτερο μέρος του αφιερώματος των Δρόμων της Ιστορίας στα 70 χρόνια του ΕΑΜ, στην εφημερίδα Δρόμος, Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου)



Τον Απρίλιο του 1941 η Ελλάδα υποδουλώθηκε στον Άξονα. Οι συνέπειες της κατάκτησης ήταν καταστροφικές για την ελληνική οικονομία και για την ίδια την επιβίωση του λαού στις πόλεις και στα αποκλεισμένα νησιά. Ενάμιση χρόνο μετά, ο πληθωρισμός είχε φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη εκμηδενίζοντας την αξία των μισθών. Το σκληρό νόμιμα της εποχής, η χρυσή λίρα είχε διακοσιοπλασιάσει την αξία της σε σχέση με την προπολεμική δραχμή και οι τιμές των προϊόντων ανέβαιναν διαρκώς. Οι πολιτικές εκμετάλλευσης της χώρας από τις κατοχικές δυνάμεις είχαν οδηγήσει σε οξύτατη οικονομική κρίση. Τα κεντρικά συγκεντρωμένα προϊόντα, οι βιομηχανικές πρώτες ύλες, τα μεταφορικά μέσα αλλά και εργοστάσια και επιχειρήσεις επιτάχθηκαν. Μετά από μια πρώτη λεηλασία μέσω πληρωμών με μάρκα Κατοχής χωρίς αντίκρισμα, συμφωνήθηκαν κεντρικά τα έξοδα Κατοχής που θα πλήρωνε η δωσίλογη κυβέρνηση στους κατακτητές. Οι συνεχώς αυξανόμενες απαιτήσεις των κατακτητών οδηγούσαν σε διαδοχικές προσπάθειες ρύθμισης του ζητήματος, μέχρι που η Ελλάδα υποχρεώθηκε να δώσει και δάνειο στη Γερμανία.
Φυσικά τα έσοδα της δωσίλογης κυβέρνησης ήταν μηδαμινά, είχε χάσει ένα μεγάλο μέρος του ελέγχου της χώρας ενώ δεν ήταν σε θέση να συλλέξει ούτε φόρους ούτε μέρος της αγροτικής παραγωγής. Όπως αναφέρει ο ιστορικός Βασίλης Μανουσάκης, ενώ πριν την Κατοχή, τα έσοδα έφταναν το 96% των εξόδων, κατά τη διάρκειά της μειώνονταν συνεχώς, στο 29%, στο 18% και τον τελευταίο χρόνο μόλις στο 6%.
Οι Γερμανοί δεν ανησυχούσαν για την τύχη των Ελλήνων, αλλά μια κατάσταση ολοκληρωτικού χάους στη χώρα θα μπορούσε να επηρεάσει την πολεμική τους δραστηριότητα και τα μεγάλα έργα που οικοδομούσαν (οχυρά, αεροδρόμια, λιμάνια), ενώ θα κλόνιζε τους πολύτιμους για αυτούς οικονομικούς συνεργάτες τους (κάθε είδους υπεργολάβους και προμηθευτές), οι οποίοι σε συνθήκες κρίσης δεν μπορούσαν να αποθησαυρίσουν τα υπερκέρδη τους.
Έτσι, ενάμιση χρόνο μετά την Κατοχή, με απόφαση του ίδιου του Χίτλερ τον Οκτώβριο του 1942 ο ειδικός στα οικονομικά ζητήματα Χέρμαν Νοϊμπάχερ διορίστηκε «εντεταλμένος για οικονομικά και χρηματιστικά ζητήματα στην Ελλάδα». Οι Ιταλοί από τη μεριά τους διόρισαν με τα ίδια καθήκοντα τον τραπεζίτη Ντ’ Αγκοστίνο. Ο Νόιμπαχερ προσπάθησε να ακολουθήσει «αντιπληθωριστική» πολιτική επιβάλλοντας την ελεύθερη αγορά σε καιρό πολέμου, καταργώντας τις διατιμήσεις, και επιβάλλοντας λιτότητα. Φυσικά αφού μεγαλύτερη λιτότητα δεν μπορούσε να επιβληθεί στον λιμοκτονούντα ελληνικό λαό, η λιτότητα αφορούσε τις σπάταλες γερμανικές υπηρεσίες. Τελικά το μόνο που κατάφερε ο Νοϊμπάχερ ήταν να καθυστερήσει για μικρό διάστημα την πλήρη κατάρρευση της εγχρήματης οικονομίας και αυτό πουλώντας χρυσό στο Χρηματιστήριο και απορροφώντας έτσι μεγάλες ποσότητες δραχμών που είχαν συσσωρεύσει οι οικονομικοί συνεργάτες του καθεστώτος.
Την ίδια περίοδο το ΕΑΜ στις πόλεις κατάφερνε με κινητοποιήσεις και απεργίες να υπερασπιστεί την επιβίωση του λαού, να ματαιώσει την πολιτική επιστράτευση και να πολιτικοποιήσει τη λαϊκή αντίσταση. Στην ύπαιθρο δε η ένοπλη Αντίσταση είχε καταφέρει σε μεγάλο βαθμό να προστατέψει την αγροτική παραγωγή αλλά και τα κανάλια διακίνησής της από τις ορέξεις της δωσίλογης κυβέρνησης και των κατακτητών. Οι μεταπολεμικές εξελίξεις όμως ήταν τέτοιες που το αντιστασιακό κίνημα βρέθηκε στα σίδερα και οι πρώην δωσίλογοι στην εξουσία. Στις μεταπολεμικές διαδικασίες για την επιδίκαση αποζημιώσεων, οι δεξιές ελληνικές κυβερνήσεις έθαψαν την ελληνική Αντίσταση και το ηθικό κύρος που αυτή μπορούσε να δώσει στις ελληνικές διεκδικήσεις. Αντιθέτως, υποβάθμισαν τις οικονομικές αξιώσεις της χώρας και προέβαλλαν εθνικιστικές εδαφικές διεκδικήσεις σε βάρος των γειτονικών χωρών, προκαλώντας την αντίδραση τόσο της Σοβιετικής Ένωσης όσο και των ΗΠΑ.
Οι σχέσεις του ελληνικού κράτους με το αντίστοιχο δυτικογερμανικό αντιθέτως αναθερμάνθηκαν εξαιρετικά γρήγορα. Σύμφωνα με τον ιστορικό Χάγκεν Φλάισερ, ένας από τους πρώτους γερμανούς διπλωμάτες στη χώρα μας σημείωνε πως «τα συμβάντα της γερμανικής Κατοχής ευτυχώς έχουν επικαλυφθεί κατά μεγάλο μέρος από τις κομμουνιστικές θηριωδίες του Εμφυλίου Πολέμου». Φυσικά, το κατοχικό δάνειο της Ελλάδας προς τη Γερμανία, σημερινής αξίας 5 δισεκατομμυρίων ευρώ χωρίς τους τόκους, ουδέποτε απαιτήθηκε. Ήδη από το 1950, ο φιλόλογος Αναστάσιος Γεωργοπαπαδάκος, εθνοσύμβουλος στην Κατοχή, έλεγε με πικρία πως, «αν ξανάρχονταν μια ξένη κατοχή, όπως η πρόσφατη γερμανική, όλοι θα γίνονταν συνεργάτες των κατακτητών». Και στους μαθητές του που απορούσαν, συμπλήρωνε: «ξέρετε γιατί, διότι κανένας δεν τιμωρήθηκε». Αντιθέτως οι συνεργάτες των Γερμανών, όπως ο Θεόδωρος Τουρκοβασίλης, ο Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος και άλλοι ασχημονούσαν από τα έδρανα της βουλής και πολλοί άλλοι αποτέλεσαν επίλεκτα μέλη της οικονομικής ελίτ της χώρας. Η μεταπολεμική ιστορία της Ελλάδας σημαδεύτηκε επίσης από τις ελληνογερμανικές σχέσεις στην πολιτική και την οικονομία ενώ δεν έλειψαν τα σκάνδαλα από τη διαχρονική ΖΗΜΕΝΣ.
Ίσως μοιάζει λίγο παράταιρο αυτό το εισαγωγικό σημείωμα σε ένα αφιέρωμα για το ΕΑΜ. Όμως ο δωσιλογισμός, που απωθήθηκε από την ιστορική μνήμη, ήταν η άλλη όψη της αντίστασης, και της ηθικής και πολιτικής της παρακαταθήκης, όπως την παρουσιάζει στο άρθρο του ο κοινωνιολόγος Βαγγέλης Τζούκας.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά στην ομιλία του στη Βιάννο, την οποία μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ο ιστορικός Γιώργος Μαργαρίτης, ο ναζισμός δεν ήταν ατύχημα αλλά μέρος της ευρωπαϊκής ιστορίας και η ναζιστική Νέα Ευρώπη δεν απέχει χρονικά και πολύ από τη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση. Έχει διαπιστωθεί από την ιστορία πως το ναζιστικό όραμα για την Ευρώπη ήταν βασικά οικονομικό, μια μεγάλη επικράτεια οικονομικής εκμετάλλευσης (Grossraumwirtschaft) για το γερμανικό Ράιχ στην προσπάθειά του για παγκόσμια κυριαρχία. Άραγε οι χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας τι ήταν και είναι για τη σημερινή Γερμανία; Πάντως, ενάμιση χρόνο μετά το Μνημόνιο και την οικονομική κατάρρευση που επέφερε, ο Γερμανός ειδικός στα οικονομικά ζητήματα Χορστ Ράιχενμπαχ διορίστηκε επικεφαλής 30μελούς ομάδας κρούσης (task force) για να επιβλέψει την ορθή εκτέλεση του μεσοπρόθεσμου προγράμματος. Σας θυμίζει κάτι;

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011

9ο αφιέρωμα Δρόμων της Ιστορίας: 70 χρόνια ΕΑΜ, Α΄ μέρος


Η Εθνική Αντίσταση, υπόθεση του λαού



Με αφορμή τα 70 χρόνια από την ίδρυση του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ) στις 27 Σεπτεμβρίου 1941, οι Δρόμοι της Ιστορίας θα φιλοξενήσουν διπλό αφιέρωμα για τη σημαντική αυτή επέτειο। Το πρώτο αφιέρωμα κυκλοφόρησε με τον Δρόμο της Αριστεράς στις 17 Σεπτεμβρίου. Διαβάστε:
Η Εθνική Αντίσταση υπόθεση του λαού, εισαγωγικό της Βασιλικής Λάζου
Από το Παλλαϊκό Μέτωπο στο ΕΑΜ, του Μιχάλη Λυμπεράτου
Διαβάστε επίσης το επόμενο Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου στο δεύτερο μέρος του αφιερώματος στα 70 χρόνια του ΕΑΜ για το φαινόμενο της Αντίστασης στην Ευρώπη και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στα Βαλκάνια και για το ΕΑΜ από μέτωπο σε συνασπισμό κομμάτων μετά την Απελευθέρωση. Επίσης μια συνέντευξη με τον καθηγητή Ιστορίας στο ΑΠΘ, Γιώργο Μαργαρίτη.

Σκέψεις για την πολιτική του ΚΚΕ στην Κατοχή

(δημοσιεύτηκε στους Δρόμους της Ιστορίας, στο αφιέρωμα για τα 70 χρόνια του ΕΑΜ, στην εφημερίδα Δρόμος, τεύχος 81 το Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011)

Αυτές τις μέρες που συμπληρώνονται 70 χρόνια από την ίδρυση του ΕΑΜ, η πραγματικότητα φέρνει με διάφορους τρόπους στην επιφάνεια το πολιτικό του παράδειγμα. Οι ηγεσίες, μεγάλες και μικρές, της Αριστεράς εγκαλούνται από τον απλό αριστερό κόσμο, για την έλλειψη ενωτικής πολιτικής. Η έννοια του μετώπου φαντάζει ως ο μόνος αποτελεσματικός δρόμος απόκρουσης μιας ολομέτωπης στ’ αλήθεια αντιλαϊκής επίθεσης. Εξ ου και η δημιουργία διαφόρων μετώπων που στην καλύτερη περίπτωση συσπειρώνουν ορισμένες οργανώσεις και στη χειρότερη αποτελούν μάλλον προσωπική υπόθεση, χωρίς να ξεχνάμε και την από παλιά γνωστή συνταγή μετατροπής των κομματικών παρατάξεων σε μετωπικά σχήματα που συσπειρώνουν τη λεγόμενη… επιρροή.
Μπροστά σε αυτήν την κατάσταση, η δημιουργία, η δράση και η εμβέλεια του ΕΑΜ φαντάζουν σαν κάτι το εξωπραγματικό και τείνουν να πάρουν μεταφυσικές διαστάσεις. Είναι λοιπόν χρήσιμο να δούμε, έστω και σύντομα, τις βασικές παραμέτρους της πολιτικής του ΚΚΕ την περίοδο της Κατοχής, τους στόχους και την πρακτική, τις δυνατότητες και τα όρια που καθόρισαν εντέλει τις επιτυχίες και τις αποτυχίες. Πρόκειται για ζητήματα χιλιογραμμένα μιας και τουλάχιστον κάθε αριστερός φορέας ή διανοούμενος που σέβεται τον εαυτό του έχει εκφράσει και την άποψη του για τα ζητήματα αυτά, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που μετέπειτα πολιτικές επιλογές προσπάθησαν να βρουν τη νομιμοποίηση τους σε αυτήν την περίοδο. Εξαρχής ξεκαθαρίζεται πως το άρθρο αυτό δεν έχει σκοπό να υποστηρίξει ή να καταδικάσει την πολιτική του ΚΚΕ την περίοδο της Κατοχής αλλά θα έχει κατά μεγάλο μέρος πετύχει το στόχο του αν καταφέρει να την τοποθετήσει στις πραγματικές της διαστάσεις. Άλλωστε αναγκαστικά, λόγω χώρου θα πιαστούν ορισμένες μόνο –ουσιώδεις ελπίζω– διαστάσεις.

Εν αρχή ην η πολιτική
Τι ήταν το ΚΚΕ στις αρχές της Κατοχής; Ένα γενικά μικρό σε εμβέλεια κόμμα που είχε υποστεί συντριπτικά χτυπήματα από τη δικτατορία Μεταξά-Γεωργίου Β΄. Είχε όμως το απαραίτητο πολιτικό κύρος και δοκιμασμένα στελέχη για να αναπτύξει την πολιτική του. Το κύρος το αντλούσε από τη πλήρη αντίθεσή του με το δικτατορικό καθεστώς και εδώ ίσχυε το ότι όσο σε χτυπάει ο αντίπαλος, τόσο καλύτερο για σένα πολιτικά. Οι δηλώσεις αποκήρυξης του κομμουνισμού που μάζεψε ο Μανιαδάκης ήταν σχεδόν τόσες όσες και οι ψήφοι που πήρε ο συνδυασμός του ΚΚΕ το 1936 και υπερδιπλάσιος των μελών του – το ίδιο το καθεστώς μεγέθυνε τη διάσταση του ΚΚΕ και αυτό βγήκε σε καλό. Οι αμετανόητοι της Ακροναυπλίας έδειχναν ότι η καρδιά του κόμματος έμεινε αλώβητη και το γράμμα Ζαχαριάδη έδειχνε το δρόμο και τις πρωταγωνιστικές φιλοδοξίες του ΚΚΕ σε εθνικό επίπεδο.
Η γενική γραμμή, όπως αυτή είχε τεθεί από το 7ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς ήταν η συντριβή του φασισμού και στις συνθήκες του πολέμου αυτό ερμηνευόταν με τη συντριβή του Άξονα και την υπεράσπιση της Σοβιετικής Ένωσης. Αυτή η τελευταία έδειχνε το δρόμο με τη σύμπηξη της μεγάλης συμμαχίας, όπως αυτή οριζόταν από την αποδοχή του Χάρτη του Ατλαντικού και τις αποφάσεις στην Τεχεράνη. Απέναντι στον ολοκληρωτικό πόλεμο που υποσχόταν ο ναζισμός, η απάντηση ήταν η ολοκληρωτική, άνευ όρων συνθηκολόγηση της Γερμανίας και των συμμάχων της.
Μέσα στον κυκεώνα του πολέμου, και μετά και την αυτοδιάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1943, δεν ήταν αυτονόητη η μεταφορά και εφαρμογή αυτής της πολιτικής από τα κομμουνιστικά κόμματα σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα η πολιτική του ΚΚΕ βασιζόταν στη μεσοπολεμική εμπειρία του Παλλαϊκού Μετώπου, που μπορεί να μην απέτρεψε τη δικτατορία αλλά ανέβασε κατά πολύ το κύρος και την εμβέλεια του κόμματος, ενώ η έλλειψη επαφής με την Κομμουνιστική Διεθνή, προτού εκείνη διαλυθεί, άφηνε στο ΚΚΕ την ευθύνη αλλά και τη δυνατότητα να αυτοσχεδιάσει. Από τον Ιούλιο του 1941, η 6η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ καλούσε σε ένα εθνικό μέτωπο απελευθέρωσης με πρωταρχικό στόχο το διώξιμο των κατακτητών. Επίσης έμπαινε ο στόχος για την επόμενη μέρα μιλώντας «για το σχηματισμό προσωρινής κυβέρνησης από όλα τα κόμματα, που θα αποκαταστήσει τις δημοκρατικές ελευθερίες του λαού, θα του εξασφαλίσει ψωμί και δουλειά, θα συγκαλέσει συνταχτική εθνοσυνέλευση και θα υπερασπίσει την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της Ελλάδας από κάθε ξενική ιμπεριαλιστική δύναμη».
Έμπαινε λοιπόν εξαρχής μπροστά η μετωπική πολιτική με πολιτική γραμμή την εθνική ενότητα, στρατηγική την ανάπτυξη εθνικού μετώπου, πρώτο και αποφασιστικό στόχο την απελευθέρωση της χώρας ενώ δεν χανόταν ο απώτερος στόχος της κοινωνικής αλλαγής μεταπολεμικά. Το ΚΚΕ, εξαρχής και πριν ακόμη σχηματιστεί το ΕΑΜ, αναλάμβανε τις ευθύνες του για τη χάραξη μιας εθνικής πολιτικής και προχωρούσε από το λαϊκό στο εθνικό μέτωπο, όπως άλλωστε είχε περιγράψει από το 1939 ο Ζαχαριάδης στις Θέσεις του για την ιστορία του ΚΚΕ. Στη γραμμή αυτή ιδρύθηκε το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, για το οποίο δεν θα επιμείνουμε μιας σε άλλα άρθρα του παρόντος αφιερώματος μπορεί ο αναγνώστης να βρει πολλά στοιχεία. Όλες οι μετωπικές δράσεις και οργανώσεις περιβλήθηκαν με την εμβέλεια της εθνικής συστράτευσης από την ονομασία τους ακόμα δίνοντας άλλες πολιτικές διαστάσεις σε διεκδικήσεις συνδικαλιστικές, συνεταιριστικές, εθνοτοπικές ή γύρω από συγκεκριμένα ζητήματα. Δεν ήταν δεδομένη η πολιτικοποίηση των κάθε είδους διεκδικήσεων και η συνάρθρωσή τους γύρω από ένα κοινό εθνικό μέτωπο, στο οποίο όχι μόνο συμμετείχαν αλλά πρωταγωνιστούσαν οι κομμουνιστές.
Ήταν φανερό –τότε, ίσως όχι σήμερα– ότι η πολιτική γραμμή της εθνικής ενότητας ήταν η μόνη που μπορούσε να φέρει αυτά τα αποτελέσματα τόσο στην οργάνωση του λαού όσο και στη συγκέντρωση δυνάμεων στο πολιτικό επίπεδο. Δεν έγιναν έξαφνα μαζικά κομμουνιστές οι Έλληνες ούτε πείστηκαν για τη μεταπολεμική πορεία της χώρας. Συμμετείχαν όμως μαζικά σε ένα εθνικό μέτωπο που είχε καθαρούς στόχους και έδειχνε οργανωμένους τρόπους πάλης για την υπεράσπιση της ζωής τους. Και αυτό παρά την αναντιστοιχία της κοινωνικής εμβέλειας του ΕΑΜ με την πολιτική του διάσταση που λίγο διέφερε από εκείνη του Παλλαϊκού Μετώπου. Τα όρια των πολιτικών συμμαχιών του ΚΚΕ στο Μεσοπόλεμο κάλυπταν ένα μέρος της Αριστεράς και δεν μπόρεσαν να επεκταθούν πέρα από αυτήν παρά τις προσπάθειες και τις πρόσκαιρες και εύθραυστες συνεννοήσεις με το Κόμμα των Φιλελευθέρων. Οι έκτακτες συνθήκες της Κατοχής δεν θα κατάφερναν να οδηγήσουν στο ξεπέρασμα αυτών των ορίων. Την ίδρυση του ΕΑΜ, όπως γνωρίζουμε, συναποφάσισαν με το ΚΚΕ, το ΣΚΕ, η νεοδημιουργημένη ΕΛΔ του Ηλία Τσιριμώκου και το ΑΚΕ, όπως είχε διαμορφωθεί μέσα στην Κατοχή. Τα κατεστημένα πολιτικά κόμματα, εν πολλοίς κατακερματισμένα, επέδειξαν εξαρχής μια διάθεση απόσπασης από την κατοχική πραγματικότητα σχεδιάζοντας τη μεταπολεμική κατάσταση της χώρας. Το πώς η χώρα θα έφτανε εκεί, δεν φαινόταν να τα απασχολεί, ήταν ένα θέμα που επαφιόταν στη γενική εξέλιξη του πολέμου. Εδώ έχουμε και κάποια όρια, που το ΚΚΕ έπαιρνε υπόψη του. Καθώς οι εξελίξεις του πολέμου από το 1943 προδιέγραφαν το τέλος του, άρχισαν παντού και οι διεργασίες για το μεταπολεμικό σχεδιασμό του κόσμου. Καθώς οι αστικές πολιτικές δυνάμεις, και οι Βρετανοί βεβαίως, σχεδίαζαν μια επιστροφή στο μεσοπολεμικό πολιτικό σύστημα και αυτό τους οδηγούσε σε μια επιθετική στάση απέναντι στην Αντίσταση και ειδικά προς το ΚΚΕ, αυτό το τελευταίο έπρεπε να αντιμετωπίσει την εντεινόμενη αντικομμουνιστική προπαγάνδα. Και ούτε αυτή η προπαγάνδα ήταν αμελητέα ούτε ο αστικός πολιτικός κόσμος διαλυμένος, όπως θέλουν απλουστευτικές περιγραφές της εποχής.

Η Ελεύθερη Ελλάδα και τα νέα καθήκοντα
Η δημιουργία της Ελεύθερης Ελλάδας, με την απελευθέρωση μεγάλου μέρους της υπαίθρου από τον ΕΛΑΣ από το καλοκαίρι του 1943, δημιουργούσε νέα, μη προβλέψιμα, ζητήματα και απαιτήσεις διοίκησης, που υπερέβαιναν τη σχηματισμένη, και σχηματοποιημένη, γραμμή πανεθνικής ενότητας και λύσης του κυβερνητικού προβλήματος μετά την απελευθέρωση. Οι λύσεις που έπρεπε αναγκαστικά να δοθούν για τη διακυβέρνηση της Ελεύθερης Ελλάδας αλλά και για την αντιπροσώπευση αυτής της εξουσίας απέναντι στους άλλους πόλους εξουσίας, εγχώριους και ξένους, υπήρξαν δύσκολες και αντιφατικές.
Ο σταδιακός σχηματισμός της Ελεύθερης Ελλάδας δημιουργούσε τους όρους σχηματισμού μιας ξεχωριστής κυβέρνησης πριν την απελευθέρωση της χώρας. Προς αυτήν την κατεύθυνση έδειχναν τόσο οι δυσοίωνες εξελίξεις στην Ελλάδα με τη σταδιακή σύμπηξη ενός αντιεαμικού μετώπου από τις πολιτικές δυνάμεις αντί της σύμπραξής τους σε ένα κοινό εθνικό μέτωπο αλλά και οι ανάλογες εξελίξεις σε Γιουγκοσλαβία, Αλβανία και με διαφορετικό τρόπο σε Γαλλία και Τσεχοσλοβακία. Το ΚΚΕ, χωρίς να εγκαταλείπει την πολιτική γραμμή της πανεθνικής ενότητας, αρχίζει να εξετάζει και αυτό το ενδεχόμενο στα πλαίσια της πολιτικής του. Από το καλοκαίρι του 1943 η ρητορική του ΚΚΕ σκληραίνει απέναντι στις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις μετατοπίζοντας σταδιακά το ζήτημα της εθνικής ενότητας από το επίπεδο της ενότητας μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων στο επίπεδο της ενότητας του λαού, που μπορούσε να πραγματοποιηθεί μέσα στους κόλπους του ΕΑΜ. Αμφισβητούσε δε τον εθνικό λόγο των αστικών κομμάτων προβάλλοντας και το θέμα στο οποίο αυτά υπερθεμάτιζαν και για χρόνια το ΚΚΕ κατηγορείτο –τις εθνικές διεκδικήσεις.
Παρά τη ρητορική αυτή, δεν είχε αλλάξει ουσιαστικά ούτε η πολιτική γραμμή του ΚΚΕ για την εθνική ενότητα ούτε οι εκτιμήσεις, πάνω στις οποίες αυτή βασιζόταν. Στις αρχές Ιουνίου 1943 η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, που είχε συγκληθεί στην Αθήνα για να εγκρίνει την πρόταση διάλυσης της Κομμουνιστικής Διεθνούς, υπερθεμάτισε στο ζήτημα της εθνικής ενότητας. Στη σχετική ανακοίνωση, η διάλυση της ΚΔ εμφανιζόταν ως μέτρο που έπληττε τη φασιστική στρατηγική διάσπασης του συμμαχικού στρατοπέδου και που έβγαζε «κάθε εμπόδιο για τη στερέωση του εθνικού αγώνα ενάντια στους βάρβαρους κατακτητές». Το ΚΚΕ δήλωνε πως θα συνέδραμε για να «συνενωθεί και η τελευταία πατριωτική δύναμη σ’ έναν αδιάσπαστο εθνικό συνασπισμό» και να κινητοποιηθεί ο λαός για την εθνική απελευθέρωση, πάντα στο πλάι των μεγάλων Συμμάχων. Το ίδιο το Κόμμα θα άλλαζε οργανωτική πολιτική για να μετατραπεί σε «πλατύ μαζικό κόμμα του εργαζόμενου λαού, κόμμα μυριάδων μελών». Αυτή η τελευταία απόφαση αντανακλούσε και τις αυξημένες στελεχικές απαιτήσεις του ΚΚΕ από την πολύπλευρη ανάπτυξη του αγώνα και τη διοίκηση των απελευθερωμένων περιοχών.
Τις πρώτες μέρες του 1944, πραγματοποιήθηκε στο Κουκάκι, η 10η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ. Η εκτίμηση της εισήγησης ήταν ότι το 1944 «υπάρχουν όλες οι δυνατότητες να συντριβεί ο φασισμός». Η μεταστροφή του πολέμου παρήγαγε πολιτικά αποτελέσματα, όπως οι αποφάσεις της Μόσχας και της Τεχεράνης για την αυτοδιάθεση των λαών και τον εκμηδενισμό του φασισμού. Ως πρώτα δείγματα της νέας περιόδου παρουσιάστηκαν η «τσεχοσοβιετική συνθήκη» και η «καινούρια λαϊκή γιουγκοσλαβική κυβέρνηση». Το ΚΚΕ, συνέχιζε παρακάτω η απόφαση, «θεωρεί μοναδικό κατάλληλο πολίτευμα για τη μεταπολεμική αναδημιουργία της Ελλάδας, τη λαϊκή δημοκρατία και θ’ αγωνιστεί να κατακτήσει την πλειοψηφία του ελληνικού λαού στις εκλογές της συντακτικής εθνοσυνέλευσης. […] Η εθνική ενότητα και πάλη στο πλευρό των συμμάχων ως τη συντριβή του φασισμού, για την επιβίωση του λαού, για την εθνική απελευθέρωση, για τη λαοκρατική λύση του εσωτερικού προβλήματος, για τη λαϊκή δημοκρατία, είνε ο δρόμος της νίκης, της λευτεριάς, της προόδου. Κυβέρνηση εθνικής ενότητας και απελευθέρωσης, καταρτιζόμενη άμεσα στην ελεύθερη Ελλάδα, θα εξασφαλίσει, με τις λιγότερες θυσίες, αυτές τις λύσεις προς το συμφέρο του έθνους».

Επιμονή στη γραμμή, αλλαγές στην τακτική
Το ΚΚΕ, μαζί με το ΕΑΜ, θα προχωρούσε στη δημιουργία κυβέρνησης στην Ελεύθερη Ελλάδα, διεκδικώντας την εκπροσώπηση του έθνους στην κρίσιμη αυτή καμπή του πολέμου. Άλλωστε το ζήτημα της πολιτικής διοίκησης της μεγάλης απελευθερωμένης περιοχής της χώρας ήταν έτσι κι αλλιώς επιτακτικό· η ευθύνη για τη μη ολοκλήρωση της εθνικής ενότητας με μια και μόνη κυβέρνηση έπρεπε να πέσει στην κυβέρνηση Τσουδερού και στον Γεώργιο Β΄. Προς αυτήν την κατεύθυνση σχηματίστηκε η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) το Μάρτιο του 1944, με διακηρυγμένο σκοπό την επίσπευση των διαδικασιών για το σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας που πραγματοποιήθηκε τελικά λίγο μετά με τη Συμφωνία του Λιβάνου.
Με ημερομηνία 3 Αυγούστου δημοσιεύτηκε η Απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, για την τρέχουσα πολιτική κατάσταση, το πρόβλημα της ενότητας και τα καθήκοντα του ΚΚΕ, με τίτλο «Όλοι επί ποδός πολέμου!». Δήλωνε το Κόμμα, «την ακλόνητη προσήλωσή του στην πολιτική της εθνικής ενότητας», με σκοπό το ομαλό δημοκρατικό πέρασμα στην απελευθέρωση. Έθετε απέναντι στα συμφέροντα του έθνους «την πιο μαύρη αντίδραση», που συμμαχούσε με τους κατακτητές, και τους «πιο αντιδραστικούς κύκλους», που «εμπνεόμενοι από την πολιτική του Γλύξμπουργκ» και με πολιτικό εκφραστή τον Γεώργιο Παπανδρέου, προσπαθούσαν να «τορπιλίσουν την πραχτική επίτευξη της ενότητας, που είχε γίνει κατ’ αρχήν δεχτή στο Λίβανο».
Στην προπαγάνδα του ΚΚΕ, η εθνική ενότητα «κάτω από μια πανεθνική Κυβέρνηση είναι η καλύτερη εγγύηση ν’ αποκρούσωμε το μεγάλο κίνδυνο που απειλεί το λαό μας, είναι ο μόνος τρόπος ν’ αποσοβήσουμε τον εμφύλιο πόλεμο που ονειρεύεται η πλουτοκρατική ολιγαρχία. Είναι ο μοναδικός τρόπος να χτυπήσουμε αποφασιστικώτερα τον καταχτητή και να λευτερωθούμε γλυγορώτερα».
Οι ενδείξεις για την ολοένα και ταχύτερη απελευθέρωση της χώρας πλήθαιναν και η ΠΕΕΑ ένιωθε την πίεση να πάρει τις τελικές της αποφάσεις ως προς τη συμμετοχή της ή όχι στην κυβέρνηση Παπανδρέου. Το επικείμενο τέλος του πολέμου επίσπευδε τις εξελίξεις. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, και δεδομένης της άποψης των συμμάχων του για συμμετοχή στην κυβέρνηση και τη στάση της Σοβιετικής Ένωσης, το ΚΚΕ αποφάσισε πως δεν είχε άλλο δρόμο από το να εφαρμόσει μέχρι τέλους τη γραμμή της πανεθνικής ενότητας, την οποία θεωρούσε δικό του επίτευγμα, και να δεχτεί τη συμμετοχή στην κυβέρνηση Εθνικής Ενώσεως. Άρχιζε ένας αγώνας δρόμου για την κατάκτηση των περισσότερων δυνατόν επίκαιρων θέσεων μέσα στη χώρα, ώστε η επικείμενη απελευθέρωση να έρθει με τέτοιους συσχετισμούς που να αντέξουν και να υπερκεράσουν τις αντιδράσεις των πολιτικών αντιπάλων και άσπονδων συμμάχων του. Η πολιτική της τελευταίας αυτής περιόδου της ΠΕΕΑ χαρακτηρίζεται από την ένταση στην εφαρμογή μιας ήδη προδιαγεγραμμένης πολιτικής ώστε να δημιουργήσει πολιτικά γεγονότα πριν την απελευθέρωση στους τομείς της τοπικής αυτοδιοίκησης, της διοίκησης και του ρόλου των συνεταιρισμών, στην τακτοποίηση του ζητήματος των αξιωματικών ενώ ετοιμαζόταν η έντονη προπαγάνδιση και κατοχύρωση του έργου της Εθνικής Αντίστασης. Δεν θα υπερβάλουμε αν ισχυριστούμε ότι η «ολοκλήρωση της εθνικής ενότητας», μέσα στους εαμικούς θεσμούς, ήταν το κύριο μέλημα των κομματικών οργανώσεων του ΚΚΕ, όπως αυτό φαίνεται από τις εκθέσεις τους από αυτήν την περίοδο του Αυγούστου 1944 και έπειτα.
Το ΚΚΕ επέμεινε στην πολιτική του γραμμή με μεγάλη συνέπεια μέχρι τέλους. Προσπάθησε δε να αντιμετωπίσει τα πολιτικά σχέδια των αντιπάλων του με τακτικές κινήσεις αλλά και να διαχειριστεί τεράστια ζητήματα ενός απελευθερωμένου χώρου μέσα στα όρια αυτής της γραμμής. Είναι λογικό να υπέθετε κανείς πως μια απότομη στροφή θα μπορούσε να έχει περισσότερες αρνητικές συνέπειες απ’ ότι η επιμονή σε μια σταθερή πολιτική που είχε φέρει εξαιρετικά αποτελέσματα. Με την ύστερη γνώση βέβαια εύκολα μπορεί κάποιος να καταλογίσει στο ΚΚΕ μια σειρά λαθών αλλά πλέον ίσως είναι πιο παραγωγικό να ξεπεράσουμε τη λαθολογία και τις εκ των υστέρων υποθέσεις και να κρίνουμε τη συγκεκριμένη πολιτική στις συγκεκριμένες συνθήκες –εγχώριες και διεθνείς. Αυτό θα προϋπέθετε βέβαια και μια προσεκτική ανάγνωση των υλικών προϋποθέσεων κάθε πολιτικής επιλογής, κάτι που οι συντριπτικά περισσότερες αναλύσεις και ερμηνείες αποφεύγουν επιμελώς να θίξουν. Για αυτά τα ζητήματα ίσως μας παρουσιαστούν ευκαιρίες να επανέλθουμε.

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2011

8ο τεύχος των Δρόμων της Ιστορίας: Αποαποικιοποίηση και «Τρίτος Κόσμος»

Το 8ο αφιέρωμα των Δρόμων της Ιστορίας κυκλοφόρησε το Σάββατο 25 Ιουνίου, όπως πάντα ένθετο στην εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς. Στο αφιέρωμα αυτό με θέμα Αποαποικιοποίηση και «Τρίτος Κόσμος», θα βρείτε τα άρθρα: