Γιάννης Σκαλιδάκης, ιστορικός - προσωπικό ιστολόγιο http://eleftheri-ellada.weebly.com https://auth.academia.edu/YannisJeanMarieSkalidakis
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικρά Ασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικρά Ασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2011
Σεμινάριο Ιστορίας για τη Μικρά Ασία και τους πρόσφυγες
Σεμινάριο Ιστορίας για τη Μικρά Ασία και τους πρόσφυγες
Στις 4 Οκτωβρίου ξεκινά το Σεμινάριο Σύγχρονης Ιστορίας που διοργανώνεται για 4η χρονιά στο «Ελεύθερο Πανεπιστήμιο» του Δήμου Κηφισιάς (7-9 μ.μ.) «Έπαυλη Δροσίνη»-Βιβλιοθήκη Δήμου Κηφισιάς, Αγ. Θεοδώρων & Κυριακού).
Φέτος, κατά το Α’ μέρος, επικεντρώνεται στα ζητήματα που σχετίζονται με το ιστορικό μεταίχμιο του ’22 και τις συνέπειές του στην ελληνική κοινωνία।
Τα υπό διαπραγμάτευση θέματα είναι τα εξής :
-4 Οκτωβρίου: Βλάσης Αγτζίδης, ιστορικός :«Το διακύβευμα του ‘22»
-18 Οκτωβρίου: Κυριάκος Μαρτάκης, ερευνητής, πρόεδρος της Ένωσης Μικρασιατών Ν। Ερυθραίας: «Πρόσφυγες του ’22 στη Νέα Ερυθραία-Κηφισιά.» Παρέμβαση: Λία Βαλάτα-Τσιάμα, φιλόλογος
-1 Νοεμβρίου: Μενέλαος Χαραλαμπίδης, ιστορικός : «Η πολιτική συμπεριφορά των προσφύγων στις Ανατολικές συνοικίες της Αττικής (1930-1944)। Aπό τους φανατικούς βενιζελικούς του Μεσοπολέμου στα εαμικά προπύργια της Κατοχής»
-15 Νοεμβρίου: Μιχάλης Βαρλάς, ιστορικός, Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, «Μικρά Ασία και πρόσφυγες: Μύθοι και νοσταλγία»
-29 Νοεμβρίου: Γιάννης Σκαλιδάκης, ιστορικός : «Συναντώντας τους Τούρκους ιστορικούς। Με αφορμή το αφιέρωμα της εφημ. ‘Δρόμος’»
-13 Δεκεμβρίου: Χαρά Γαλανού, νομικός-εγκληματολόγος: «Aρνήσεις της γενοκτονίας στην Ελλάδα। Ιστορικές αιτίες, εγκληματολογικές ερμηνείες»
-10 Ιανουαρίου 2012, Έλσα Γαλανίδου-Μπαλφούσια, φιλόλογος: «Η λαϊκή μετεωρολογία στον Πόντο…»
-24 Ιανουαρίου, Λήδα Ιστικοπούλου: «Η κοινότητα της Κωσταντινούπολης। Από τη ρωμιοσύνη στον ελληνισμό»
-7 Φεβρουαρίου, Ιφιγένεια Παπακωσταντίνου, ιστορικός: «Η πολιτική της Ελληνικής Διοίκησης Σμύρνης 1919-1922»
-21 Φεβρουαρίου, Νίκος Ουζούνογλου, καθηγητής στο ΕΜΠ, πρόεδρος της Οικουμενικής Ομοσπονδίας Κωσταντινουπολιτών: «Αυτοί που παρέμειναν। Η ελληνική μειονότητα στην Κωσταντινούπολη, Ίμβρο, Τένεδο»
-6 Μαρτίου, Τάκης Σαλκιτζόγλου, νομικός: «Η ‘αθώωση’ των ενόχων της Μικρασιατικής Καταστροφής από τον Άρειο Πάγο»
Τρίτη 14 Ιουνίου 2011
Για το Αρμενικό, Ελληνικό, Κουρδικό και Αλεβίτικο Ζήτημα
Μια διασκεδαστική και επικίνδυνη ενασχόληση
Του Ahmet Oral
Το Οθωμανικό κράτος που απλωνόταν σε τρεις ηπείρους κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, υποχωρώντας στις περιοχές Θράκης, Μικράς Ασίας, Μεσοποταμίας, Καυκάσου και Μέσης Ανατολής προσπάθησε να διαμορφώσει την έννοια της Οθωμανικής Κοινοπολιτείας ώστε να σταματήσει η περαιτέρω συρρίκνωση. Κατά την περίοδο αυτή το σύστημα ήλθε σε απευθείας επαφή με τον καπιταλισμό. Άρχισε να αποκαλείται «ο ασθενής της Ασίας», εφόσον έχανε διαρκώς εδάφη στην Ευρώπη και την Ασία ως αποτέλεσμα της κατά τόπους αντίθεσης διάφορων λαών. Επιπλέον άρχισε να δέχεται την πίεση των δυτικών καπιταλιστικών αγορών και να αποτελεί πεδίο δράσης τους, με αποτέλεσμα να τραυματίζεται και να συρρικνώνεται.
Η πρώτη ομάδα που προσπάθησε να εμποδίσει την εξέλιξη αυτή ήταν ο πρίγκιπας Σαμπαχαεντίν, ανηψιός του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ Β. O Σαμπαχαεντίν πολιτικά βρισκόταν κοντύτερα στη Μεγάλη Βρετανία και την Αντάντ. Εγκαινίασε ένα πρόγραμμα μετεξέλιξης της Αυτοκρατορίας σε μια «πολυπολιτισμική» κοινωνία, που θα φιλοξενούσε μέσα στο οθωμανικό μωσαϊκό τους διάφορους συμβατούς μεταξύ τους πολιτισμούς. Με την αντίληψη αυτή ιδρύθηκε το Κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος». Στην οργάνωση αυτή, σε αντίθεση με τις απόψεις του του πρίγκιπα Σαμπαχαεντίν (αντεμί μερκετζί: αποκέντρωση), εμφανίστηκε η ομάδα του Αχμέτ Ριζά, που υποστήριζε τον συγκεντρωτικό έλεγχο (κατί μερκετζί) και εισήλθε δυναμικά στην πολιτική με την υποστήριξη των Γερμανών. Το αποτέλεσμα ήταν η διάσπαση της οργάνωσης.
Η γερμανική συνενοχή
Η γραμμή του Σαμπαχαεντίν είχε τη μεγαλύτερη μαζική αποδοχή. Παρ’ όλη τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση για κάποια περίοδο, δεν κατάφερε να διαμορφώσει την τελική γραμμή και βαθμιαία απομακρύνθηκε από την εξουσία. Η ομάδα που πίστευε στο σκληρό κεντρικό έλεγχο, στις βίαιες επεμβάσεις και τη σκληρή καταστολή, ανάπτυξε συμπεριφορά ταύρου εν υαλοπωλείω εφαρμόζοντας κατά γράμμα τις εντολές της Γερμανίας. Πίστευε απόλυτα ότι «τα πάντα πρέπει να εκτελούνται από το κράτος και τις ομάδες εξουσίας (kadro)». Βάλθηκε με βιασύνη να διαμορφώσει το κράτος οργανώνοντας τον εαυτό του νόμιμα ή παράνομα. Αποφάσισε να αρπάξει την κρατική εξουσία και να ισοσταθμίσει την απώλεια στη Δύση με τα κέρδη στην Ασία ή τουλάχιστον να μη χάσει άλλα εδάφη. Η ομάδα αυτή του Κομιτάτου «Ένωση και Πρόοδος», που δεν είχε φυλετική τουρκική προέλευση, ενστερνίστηκε την πολιτική της άκρατης βίας.
Οι Ενωτικοί, όταν πραγματοποίησαν το πραξικόπημα το 1908 προσανατολιζόταν από τον οθωμανισμό προς τον τουρκισμό/τουρανισμό. Στην κατεύθυνση αυτή ονειρεύονταν να εθνικοποιηθούν ως «Τούρκοι». Το Κομιτάτο δεν διέθετε τα εφόδια ώστε να εκπληρώσει το σκοπό της εθνικοποίησης των Τούρκων ως μια ιστορική εξελικτική διαδικασία.
Όπως αναφέρει το 1853 ο Καρλ Μαρξ στο έργο του «Το Ανατολικό Ζήτημα»:
«Αποτελεί μεγάλο λάθος να πιστέψει κανείς ότι η Τουρκία διοικείται από Τούρκους. Οι Έλληνες, οι Αρμένιοι και οι άλλες μειονότητες που επικρατούν στις πόλεις-λιμάνια, κρατούν στα χέρια τους και ελέγχουν ουσιαστικά το εμπόριο και την οικονομία. Όμως οι Τούρκοι διαθέτουν τα προνόμια στη διοίκηση και τον πολιτισμό»
Δηλαδή οι Τούρκοι ήταν αποστερημένοι του βασικού στοιχείου που απαιτείται να γίνει έθνος ένας λαός, την οικονομία. Οι Οθωμανοί σ’ όλη τους την ιστορία ήταν κατακτητές και ενσωμάτωναν στη δομή τους τα πολιτιστικά στοιχεία των λαών που κατακτούσαν δημιουργώντας έτσι μια ετερογένεια. Μέσα σ’ αυτή τη δομή οι Τούρκοι δεν διέθεταν δικό τους ιδιαίτερο πολιτισμό. Η τουρκική κοινωνία αρκούνταν στα πολιτισμικά στοιχεία που έπαιρνε από τους άλλους λαούς και απ’ αυτή την πλευρά δεν βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση ώστε να μπορεί να εξελιχθεί σε έθνος. Υπ’ αυτή την οπτική γωνία, αν και εξαρχής υπήρχε η άποψη της απομάκρυνσης από το Ισλάμ και η υιοθέτηση πορείας προς το λαϊκισμό και το μοντερνισμό εν τούτοις αυτό δεν ήταν δυνατόν να συμβεί. Μη έχοντας άλλα στηρίγματα αναγκάστηκε να προσανατολιστεί προς το Ισλάμ και να χρησιμοποιήσει το «όπλο της θρησκείας» για την εθνογένεση. Η σημερινή προσθήκη στον τουρκισμό της ισλαμικής σύνθεσης είναι στην κατεύθυνση αυτού του άξονα.
Ο Ahmet Oral είναι Γλωσσολόγος-Eκπαιδευτικός. Αποφοίτησε από το Uppsala University στη Σουηδία. Το βασικό πτυχίο το έλαβε από την Εκπαιδευτική Ακαδημία του Bingöl. Απολύθηκε από την εκπαίδευση λόγω των πολιτικών του απόψεων. Κατά την περίοδο του φασιστικού πραξικοπήματος καταδικάστηκε σε 10 χρόνια φυλάκιση. Μ ετην αποφυλάκισή του εργάστηκε στις εκδόσεις βιβλίων ως διευθυντής σε εκδοτικούς οίκους (Ment, Zel, Nugken). Σήμερα διευθύνει τις εκδόσεις «Peri». Έχει εξειδικευτεί στη μελέτη του αρμενικού και του κουρδικού ζητήματος. Έχει συγγράψει 26 βιβλία και ως εκδότης έχει εκδόσει 380 τίτλους.
Του Ahmet Oral
Το Οθωμανικό κράτος που απλωνόταν σε τρεις ηπείρους κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, υποχωρώντας στις περιοχές Θράκης, Μικράς Ασίας, Μεσοποταμίας, Καυκάσου και Μέσης Ανατολής προσπάθησε να διαμορφώσει την έννοια της Οθωμανικής Κοινοπολιτείας ώστε να σταματήσει η περαιτέρω συρρίκνωση. Κατά την περίοδο αυτή το σύστημα ήλθε σε απευθείας επαφή με τον καπιταλισμό. Άρχισε να αποκαλείται «ο ασθενής της Ασίας», εφόσον έχανε διαρκώς εδάφη στην Ευρώπη και την Ασία ως αποτέλεσμα της κατά τόπους αντίθεσης διάφορων λαών. Επιπλέον άρχισε να δέχεται την πίεση των δυτικών καπιταλιστικών αγορών και να αποτελεί πεδίο δράσης τους, με αποτέλεσμα να τραυματίζεται και να συρρικνώνεται.
Η πρώτη ομάδα που προσπάθησε να εμποδίσει την εξέλιξη αυτή ήταν ο πρίγκιπας Σαμπαχαεντίν, ανηψιός του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ Β. O Σαμπαχαεντίν πολιτικά βρισκόταν κοντύτερα στη Μεγάλη Βρετανία και την Αντάντ. Εγκαινίασε ένα πρόγραμμα μετεξέλιξης της Αυτοκρατορίας σε μια «πολυπολιτισμική» κοινωνία, που θα φιλοξενούσε μέσα στο οθωμανικό μωσαϊκό τους διάφορους συμβατούς μεταξύ τους πολιτισμούς. Με την αντίληψη αυτή ιδρύθηκε το Κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος». Στην οργάνωση αυτή, σε αντίθεση με τις απόψεις του του πρίγκιπα Σαμπαχαεντίν (αντεμί μερκετζί: αποκέντρωση), εμφανίστηκε η ομάδα του Αχμέτ Ριζά, που υποστήριζε τον συγκεντρωτικό έλεγχο (κατί μερκετζί) και εισήλθε δυναμικά στην πολιτική με την υποστήριξη των Γερμανών. Το αποτέλεσμα ήταν η διάσπαση της οργάνωσης.
Η γερμανική συνενοχή
Η γραμμή του Σαμπαχαεντίν είχε τη μεγαλύτερη μαζική αποδοχή. Παρ’ όλη τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση για κάποια περίοδο, δεν κατάφερε να διαμορφώσει την τελική γραμμή και βαθμιαία απομακρύνθηκε από την εξουσία. Η ομάδα που πίστευε στο σκληρό κεντρικό έλεγχο, στις βίαιες επεμβάσεις και τη σκληρή καταστολή, ανάπτυξε συμπεριφορά ταύρου εν υαλοπωλείω εφαρμόζοντας κατά γράμμα τις εντολές της Γερμανίας. Πίστευε απόλυτα ότι «τα πάντα πρέπει να εκτελούνται από το κράτος και τις ομάδες εξουσίας (kadro)». Βάλθηκε με βιασύνη να διαμορφώσει το κράτος οργανώνοντας τον εαυτό του νόμιμα ή παράνομα. Αποφάσισε να αρπάξει την κρατική εξουσία και να ισοσταθμίσει την απώλεια στη Δύση με τα κέρδη στην Ασία ή τουλάχιστον να μη χάσει άλλα εδάφη. Η ομάδα αυτή του Κομιτάτου «Ένωση και Πρόοδος», που δεν είχε φυλετική τουρκική προέλευση, ενστερνίστηκε την πολιτική της άκρατης βίας.
Οι Ενωτικοί, όταν πραγματοποίησαν το πραξικόπημα το 1908 προσανατολιζόταν από τον οθωμανισμό προς τον τουρκισμό/τουρανισμό. Στην κατεύθυνση αυτή ονειρεύονταν να εθνικοποιηθούν ως «Τούρκοι». Το Κομιτάτο δεν διέθετε τα εφόδια ώστε να εκπληρώσει το σκοπό της εθνικοποίησης των Τούρκων ως μια ιστορική εξελικτική διαδικασία.
Όπως αναφέρει το 1853 ο Καρλ Μαρξ στο έργο του «Το Ανατολικό Ζήτημα»:
«Αποτελεί μεγάλο λάθος να πιστέψει κανείς ότι η Τουρκία διοικείται από Τούρκους. Οι Έλληνες, οι Αρμένιοι και οι άλλες μειονότητες που επικρατούν στις πόλεις-λιμάνια, κρατούν στα χέρια τους και ελέγχουν ουσιαστικά το εμπόριο και την οικονομία. Όμως οι Τούρκοι διαθέτουν τα προνόμια στη διοίκηση και τον πολιτισμό»
Δηλαδή οι Τούρκοι ήταν αποστερημένοι του βασικού στοιχείου που απαιτείται να γίνει έθνος ένας λαός, την οικονομία. Οι Οθωμανοί σ’ όλη τους την ιστορία ήταν κατακτητές και ενσωμάτωναν στη δομή τους τα πολιτιστικά στοιχεία των λαών που κατακτούσαν δημιουργώντας έτσι μια ετερογένεια. Μέσα σ’ αυτή τη δομή οι Τούρκοι δεν διέθεταν δικό τους ιδιαίτερο πολιτισμό. Η τουρκική κοινωνία αρκούνταν στα πολιτισμικά στοιχεία που έπαιρνε από τους άλλους λαούς και απ’ αυτή την πλευρά δεν βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση ώστε να μπορεί να εξελιχθεί σε έθνος. Υπ’ αυτή την οπτική γωνία, αν και εξαρχής υπήρχε η άποψη της απομάκρυνσης από το Ισλάμ και η υιοθέτηση πορείας προς το λαϊκισμό και το μοντερνισμό εν τούτοις αυτό δεν ήταν δυνατόν να συμβεί. Μη έχοντας άλλα στηρίγματα αναγκάστηκε να προσανατολιστεί προς το Ισλάμ και να χρησιμοποιήσει το «όπλο της θρησκείας» για την εθνογένεση. Η σημερινή προσθήκη στον τουρκισμό της ισλαμικής σύνθεσης είναι στην κατεύθυνση αυτού του άξονα.
Ο Ahmet Oral είναι Γλωσσολόγος-Eκπαιδευτικός. Αποφοίτησε από το Uppsala University στη Σουηδία. Το βασικό πτυχίο το έλαβε από την Εκπαιδευτική Ακαδημία του Bingöl. Απολύθηκε από την εκπαίδευση λόγω των πολιτικών του απόψεων. Κατά την περίοδο του φασιστικού πραξικοπήματος καταδικάστηκε σε 10 χρόνια φυλάκιση. Μ ετην αποφυλάκισή του εργάστηκε στις εκδόσεις βιβλίων ως διευθυντής σε εκδοτικούς οίκους (Ment, Zel, Nugken). Σήμερα διευθύνει τις εκδόσεις «Peri». Έχει εξειδικευτεί στη μελέτη του αρμενικού και του κουρδικού ζητήματος. Έχει συγγράψει 26 βιβλία και ως εκδότης έχει εκδόσει 380 τίτλους.
Γενοκτονία για την «ιερή πατρίδα»
Του Attila Tuygan
Ο 19ος αιώνας σε παγκόσμιο επίπεδο υπήρξε η περίοδος της μετάβασης από τα πολυεθνικά κράτη στα έθνη-κράτη με την ιδεολογία της Γαλλικής Επανάστασης. Ως συνέπεια αυτής της τάσης, άρχισαν να εμφανίζονται έθνη-κράτη και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Σε συνθήκες καταπίεσης και διωγμών άρχισαν να επαναστατούν οι λαοί της Βαλκανικής και παράλληλα το αραβικό έθνος στις περιοχές του Λιβάνου, της Συρίας, της Υεμένης, της Αιγύπτου, της Σαουδικής Αραβίας και της Ιορδανίας. Ιδιαίτερα, η απόκτηση ανεξαρτησίας από τους βαλκανικούς λαούς και η συρρίκνωση της Αυτοκρατορίας είχε εξοργίσει όλους και περισσότερο τους Ενωτικούς (του Κομιτάτου «Ένωση και Πρόοδος»). Είχε εμφανιστεί ένας μιλιταριστικός εθνικισμός, που είχε υιοθετήσει ριζοσπαστικούς και βίαιους τρόπους για τη λύση των ζητημάτων που ανάφερα. Καθ’ όσον έρχονταν στρατιωτικές ήττες και χάνονταν εδάφη, για να σωθεί το κράτος έπρεπε να δημιουργηθεί στη βάση του ρατσιστικού, μιλιταριστικού εθνικισμού ένα αίσθημα «ανωτερότητας». Το αίσθημα αυτό, όπως έγραφε ο Husein Tzahit στην εφημερίδα «Tanin», διατυπωνόταν ως εξής: «Το τουρκικό Έθνος (millet) είναι το κυρίαρχο έθνος και έτσι θα μείνει για πάντα».
Το πλαίσιο αυτό υιοθετήθηκε από το Κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος» ως πολιτική της εξουσίας κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Συνταυτιζόμενοι με την ιμπεριαλιστική Γερμανία πίστευαν ότι θα επιλύσουν τα ζητήματα και θα αποφύγουν τις διεθνείς πιέσεις για μεταρρυθμίσεις. Έχοντας υπόψη την πιθανότητα ότι ο πόλεμος μπορούσε να οδηγήσει σε κατά κράτος ήττα, έγιναν καλά σχεδιασμένες προετοιμασίες στις τέσσερεις γωνιές της χώρας για την αντιμετώπιση μιας ολοκληρωτικής κατάληψης. Αποθηκεύτηκαν σε κρυψώνες όπλα, πολεμοφόδια και στάλθηκαν οργανωτικά στελέχη ανταρτοπολέμου. Για τους ηγέτες των Ενωτικών που διέθεταν κομιτατζίδικο παρελθόν, αυτό ήταν κάτι γνώριμο. Στις αντάρτικες αυτές ομάδες (σ.τ.μ. τσέτες) είχαν οργανωθεί δεκάδες χιλιάδες άτομα. Οι ανθρώπινοι πόροι προήλθαν από τις φυλακές. Ακόμα και ποινικοί, καταδικασμένοι σε θάνατο, ορκίστηκαν και εντάχθηκαν στις ομάδες αυτές. Επίσης συμμετείχαν και πρόσφυγες απ’ τα Βαλκάνια που ήθελαν να εκδικηθούν για τον πόνο τους, πληθυσμοί που είχαν μεταναστεύσει στην Ανατολή και οι κουρδικές φυλές που φοβήθηκαν ότι θα αναγκαζόντουσαν να επιστρέψουν τις περιουσίες που είχαν λεηλατήσει την εποχή των άτακτων ταγμάτων Χαμιντιγιέ.
Η οικονομική διάσταση των γεγονότων
Για το Κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος» η προετοιμασία για μια μελλοντική κατάληψη της χώρας δεν ήταν η μοναδική έννοια. Ο πλέον επείγων σκοπός ήταν η εξόντωση των μη-Μουσουλμάνων, αρχίζοντας από τους Αρμένιους. Η μυστική πολεμική οργάνωση των Ενωτικών, η Teskilat-I Mahsusa οργάνωσε τις τσέτες, οι οποίοι είχαν βαρύνοντα ρόλο στην Αρμενική Γενοκτονία αρχίζοντας από το 1914. Επί πλέον, η οργάνωση αυτή αποτέλεσε τη ραχοκοκαλιά του κινήματος αντίστασης υπό την ηγεσία του Μουσταφά Κεμάλ αργότερα.
Κατά την τελευταία οθωμανική περίοδο, στο χώρο της οικονομίας επικρατούν οι μειονότητες. Οι τέχνες και το εμπόριο είναι στα χέρια αυτών των κοινοτήτων. Οι Αρμένιοι, οι Ρωμιοί και οι Εβραίοι αστοί είναι τα πιο οικονομικά ισχυρά στοιχεία της κοινωνίας στο οθωμανικό κράτος. Ως συνέπεια, ο πλούτος αυτών των μειονοτήτων είναι πηγή φθόνου για το κράτος που έχει αποφασίσει να αναπτύξει μια μουσουλμανο-τουρκική αστική τάξη. Στην κατεύθυνση αυτή της πολιτικής για εθνική οικονομία, υιοθετήθηκε η αρπαγή του πλούτου των μειονοτήτων.
Επί της ουσίας, πρόκειται για μια προσπάθεια οικονομικής ισχυροποίησης των Μουσουλμάνων Τούρκων, σκοπός των οποίων ήταν να καταλάβουν τη θέση των μη-Μουσουλμάνων με τη δημιουργία μιας νέας εμπορικής τάξης. Με το Νόμο Εκτοπισμών του Μαΐου του 1915, οι Αρμένιοι από τη Δύση μέχρι και την Ανατολή και από το Νότο μέχρι το Βορρά εκτοπίστηκαν απ’ όλες τις πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά της επικράτειας. Στις εξορίες αυτές συμπεριλήφθηκαν και οι Έλληνες του Πόντου, της παραλίας του Αιγαίου και της Προποντίδας (Μαρμαρά) με τη πρόφαση ότι δήθεν διενεργούν κατασκοπεία υπέρ των δυνάμεων της Αντάντ.
Ως συμπέρασμα, σήμερα γνωρίζουμε ότι τα χρήματα που εισπράχθηκαν από την εκποίηση των περιουσιών που εγκαταλείφθηκαν και τα ποσά που συγκεντρώθηκαν σε λογαριασμό «Εγκαταλειμμένων Περιουσιών», μετά από ένα διάστημα πήγαν ως έσοδο του κρατικού προϋπολογισμού. Όπως αναλύει ο Nevzat Onaran στο έργο του Emval-i Metruke Olayi (Το γεγονός των εγκαταλειμμένων περιουσιών), με νόμο που εκδόθηκε το 1928 τα ποσά που συγκεντρώθηκαν στα ταμεία μεταφέρθηκαν στον προϋπολογισμό. Με πρόχειρους υπολογισμούς, τα ποσά αυτά σε τιμές του 2008 ανέρχονται σε 150 δισ. ευρώ ( 300 δισ. Νέες Λίρες Τουρκίας).
Η μεταχείριση των Ελλήνων της Ανατολής
Ως συνέπεια του Βαλκανικού Πολέμου και της ένταξης της Ελλάδας στην αντίθετη συμμαχία, η ένταση κορυφώθηκε. Οι ρωμιοί πολίτες αντιμετωπίστηκαν ως υπήκοοι και σύμμαχοι ξένης χώρας. Οι ελληνικές κοινότητες των περιοχών Θράκης (Ανατολικής), Πόντου και Αιγαίου εξορίστηκαν στα ενδότερα της Ανατολίας. Δημιουργήθηκαν τα Τάγματα Εργασίας, τα Amele Taburlari και οι ρωμιοί άντρες συγκεντρώθηκαν σε ειδικά τάγματα που είχαν τη μορφή στρατοπέδων συγκέντρωσης. Με απόφαση του Νοεμβρίου του 1915 συνεχίστηκαν οι εκτοπίσεις προς τα ενδότερα. Εκμεταλλευόμενοι τις πολεμικές συνθήκες άρχισαν να εφαρμόζονται τα προσχεδιασμένα μέτρα κατά των Αρμενίων στις ανατολικές περιοχές και κατά των Ρωμιών στις δυτικές. Πρώτη ενέργεια των Ενωτικών ήταν η σφαγή των αρμενικών πληθυσμών που ζούσαν κοντά στα οθωμανο-ρωσικά σύνορα. Τα καταπιεστικά και βίαια μέτρα που πάρθηκαν εναντίον των Ρωμιών είχαν μεγαλύτερη επέκταση στο χρόνο. Σχεδόν όλοι οι Έλληνες άνδρες επιστρατεύτηκαν σε τάγματα εργασίας και υπέστησαν συμπεριφορά αιχμαλώτων. Χιλιάδες πέθαναν λόγω των άθλιων και τρομερών συνθηκών. Οι ανυπότακτοι, οι λιποτάκτες ή αυτοί που αντιστάθηκαν σκοτώθηκαν και οι οικογένειές τους εκτοπίστηκαν. Φανατιζόμενοι και καθοδηγούμενοι από τους τσέτες, οι φτωχοί Μουσουλμάνοι επιτέθηκαν κατά των μη-Μουσουλμάνων με λεηλασίες και σφαγές.
Για να φανατιστούν οι μουσουλμάνοι χωρικοί χρησιμοποιήθηκε ως προπαγανδιστικό επιχείρημα ότι οι μη-Μουσουλμάνοι είναι η αιτία της φτώχειας των χωρικών. Η προπαγάνδα αυτή στη σφαγή των Αρμενίων του 1915 και στο πογκρόμ κατά των Ελλήνων το 1922, είχε πολύ σημαντική επίδραση στους φτωχούς μουσουλμάνους Τούρκους και Κούρδους. Το αποτέλεσμα ήταν να μετατραπούν σε λυσσαλέους εχθρούς αυτοί οι λαοί που ζούσαν αδελφικά.
Σε τελευταία ανάλυση, το Κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδς» και η συνέχεια αυτού, το κεμαλικό καθεστώς, είχε μεγάλη επιτυχία στον εκτοπισμό των μη-Μουσουλμάνων, στον εκτουρκισμό του κεφαλαίου και την ίδρυση ενός έθνους-κράτους με ομοιογενή πυρήνα μουσουλμανικών τουρκικών πληθυσμών.
Μετά την εκκαθάριση των Αρμενίων με μεγάλη σφαγή, ήρθε η σειρά εκτοπισμού των Ρωμιών. Όμως απαραίτητη ήταν και η εκκαθάριση όσων Αρμενίων και Ρωμιών παρέμεναν. Το θέμα αυτό τακτοποιήθηκε στη Λωζάννη. Με βάση τη «Συμφωνία Ανταλλαγής των Πληθυσμών», μετανάστευσαν από την Τουρκία προς την Ελλάδα 1.2 εκατομμύρια Ρωμιοί και αντίστροφα από την Ελλάδα προς την Τουρκία περί τους 400.000 Μουσουλμάνους. Οι πρόσφυγες και στις δυο χώρες υπέφεραν πάρα πολύ. Ενώ οι Ρωμιοί πρόσφυγες στην Ελλάδα αντιμετωπίζονταν ως «τουρκόσποροι», αυτοί που πήγαν στην Τουρκία ως «γκιαούρηδες» (άπιστοι). Το γεγονός αυτό υπήρξε αιτία του προσανατολισμού μέρους των προσφύγων στις δυο χώρες προς τον εθνικισμό και τη θρησκεία, ώστε να γίνουν δεκτοί απ’ την κοινωνία Προσπάθησαν ακόμα να ξεχάσουν οι νέες γενιές τον τόπο προέλευσής τους…
Η αλλαγή του πληθυσμού της Κωσταντινούπολης (έρευνα του καθ. Δρ. Tzem Behar το 1996) δείχνει τη δυναμική της αλλαγής του πληθυσμού. Το 1856 ο συνολικός πληθυσμός ήταν 236 χιλιάδες από τους οποίους το 47.6% ήταν Μουσουλμάνοι. Το ποσοστό αυτό το 1914, όντας ο συνολικός πληθυσμός 910.000, ήταν 62%. Το 1914 το ποσοστό των μη-Μουσουλμάνων στην Κωσταντινούπολη ήταν 38%, το 1927 μειώνεται σε 35% και αργότερα μειώνεται στο 1%. Βλέποντας αυτή την πορεία θα πρέπει να αναρωτηθούμε πως φτάσαμε σε μια χώρα με 99.9% Μουσουλμάνους. Ως επέκταση αυτού μπορούμε να δούμε το θέμα απ’ την εξής σκοπιά: Η Αρμενική Γενοκτονία και τα πογκρόμ κατά των Ρωμιών και η Ανταλλαγή έφεραν μαζί τους και την εξαφάνιση των άλλων διαφορετικών οντοτήτων. Το κεμαλικό καθεστώς που διαδέχθηκε το Κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος» αντιμετώπισε με καταπίεση, άρνηση και αφομοίωση στον τουρκισμό όλα τα άλλα στοιχεία, όπως τους Λαζούς, Κιρκάσιους, Γεωργιανούς, Κιρμαντζί, Τουρκομάνους, Πομάκους, Ζαζά, Ασσύριους και ποιος ξέρει πόσα άλλα ονόματα που δεν αναφέρουμε εδώ. Η προσπάθεια ήταν η με τη βία εμφύσηση «θετικιστικής τουρκικής» ταυτότητας, κάτι που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα.
Ήταν «απελευθερωτικός» ο πόλεμος;
Συμπερασματικά, ο ισχυρισμός ότι ο Τουρκικός Εθνικοαπελευθερωτικός Πόλεμος δόθηκε κατά του ιμπεριαλισμού δεν θεμελιώνεται από πουθενά. Αντίθετα, όπως διαπιστώνει ο καθηγητής Taner Aksam, ο απελευθερωτικός πόλεμος «δεν δόθηκε κατά των εισβολέων αλλά κατά των μειονοτήτων». Τα Σωματεία Άμυνας-Δικαίου (Mudafai Hukut) που υπήρξαν η ατμομηχανή του «εθνικού αγώνα», ιδρύθηκαν καθαρά κατά της απειλής των Ρωμιών και των Αρμενίων. Στα πρώτα αυτά σωματεία που ιδρύθηκαν μετά από την ανακωχή του Μούδρου, τα τρία ήταν κατά των Αρμενίων και τα δύο κατά των Ρωμιών. Εξάλλου ο Μουσταφά Κεμάλ, τον Ιούλιο του 1919, όταν έστειλε την παραίτησή του από τη θέση του αξιωματικού στον Σουλτάνο τόνιζε ανοικτά τα εξής: «Η στρατιωτική μου ιδιότητα άρχισε να γίνεται εμπόδιο στον εθνικό αγώνα που ξεκινήσαμε για να σώσουμε την ιερή πατρίδα και το έθνος απ’ τη διάσπαση και να μη θυσιάσουμε την πατρίδα στις επιδιώξεις των Ελλήνων και των Αρμενίων».
Ο Attila Tuygan σπούδασε στη Σχολή Ξένων Σπουδών στην Κωσταντινούπολη. Συνελήφθη πολλές φορές μετα το πραξικόπημα του Σεπτεμβρίου του 1980. Έχει γράψει πολλά κείμενα, όπως «Η γενοκτονία των Αρμενίων μέσα απ’ τα γερμανικά αρχεία» (2008), «Οι σφαγές, η Αντίσταση και οι συνεργάτες» (2007), κ.ά. Έχει επιμεληθεί την έκδοση πολλών βιβλίων, όπως «Οι φέροντες κρυφή θρησκεία» του Γιώργου Ανδρεάδη (1997), «Τα πολιτισμικά δικαιώματα των Κούρδων» του Kerim Gildiz (2004) κ.ά. Μετέφρασε στα τουρκικά, βιβλία με θέματα Μαρξισμού.
Ο 19ος αιώνας σε παγκόσμιο επίπεδο υπήρξε η περίοδος της μετάβασης από τα πολυεθνικά κράτη στα έθνη-κράτη με την ιδεολογία της Γαλλικής Επανάστασης. Ως συνέπεια αυτής της τάσης, άρχισαν να εμφανίζονται έθνη-κράτη και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Σε συνθήκες καταπίεσης και διωγμών άρχισαν να επαναστατούν οι λαοί της Βαλκανικής και παράλληλα το αραβικό έθνος στις περιοχές του Λιβάνου, της Συρίας, της Υεμένης, της Αιγύπτου, της Σαουδικής Αραβίας και της Ιορδανίας. Ιδιαίτερα, η απόκτηση ανεξαρτησίας από τους βαλκανικούς λαούς και η συρρίκνωση της Αυτοκρατορίας είχε εξοργίσει όλους και περισσότερο τους Ενωτικούς (του Κομιτάτου «Ένωση και Πρόοδος»). Είχε εμφανιστεί ένας μιλιταριστικός εθνικισμός, που είχε υιοθετήσει ριζοσπαστικούς και βίαιους τρόπους για τη λύση των ζητημάτων που ανάφερα. Καθ’ όσον έρχονταν στρατιωτικές ήττες και χάνονταν εδάφη, για να σωθεί το κράτος έπρεπε να δημιουργηθεί στη βάση του ρατσιστικού, μιλιταριστικού εθνικισμού ένα αίσθημα «ανωτερότητας». Το αίσθημα αυτό, όπως έγραφε ο Husein Tzahit στην εφημερίδα «Tanin», διατυπωνόταν ως εξής: «Το τουρκικό Έθνος (millet) είναι το κυρίαρχο έθνος και έτσι θα μείνει για πάντα».
Το πλαίσιο αυτό υιοθετήθηκε από το Κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος» ως πολιτική της εξουσίας κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Συνταυτιζόμενοι με την ιμπεριαλιστική Γερμανία πίστευαν ότι θα επιλύσουν τα ζητήματα και θα αποφύγουν τις διεθνείς πιέσεις για μεταρρυθμίσεις. Έχοντας υπόψη την πιθανότητα ότι ο πόλεμος μπορούσε να οδηγήσει σε κατά κράτος ήττα, έγιναν καλά σχεδιασμένες προετοιμασίες στις τέσσερεις γωνιές της χώρας για την αντιμετώπιση μιας ολοκληρωτικής κατάληψης. Αποθηκεύτηκαν σε κρυψώνες όπλα, πολεμοφόδια και στάλθηκαν οργανωτικά στελέχη ανταρτοπολέμου. Για τους ηγέτες των Ενωτικών που διέθεταν κομιτατζίδικο παρελθόν, αυτό ήταν κάτι γνώριμο. Στις αντάρτικες αυτές ομάδες (σ.τ.μ. τσέτες) είχαν οργανωθεί δεκάδες χιλιάδες άτομα. Οι ανθρώπινοι πόροι προήλθαν από τις φυλακές. Ακόμα και ποινικοί, καταδικασμένοι σε θάνατο, ορκίστηκαν και εντάχθηκαν στις ομάδες αυτές. Επίσης συμμετείχαν και πρόσφυγες απ’ τα Βαλκάνια που ήθελαν να εκδικηθούν για τον πόνο τους, πληθυσμοί που είχαν μεταναστεύσει στην Ανατολή και οι κουρδικές φυλές που φοβήθηκαν ότι θα αναγκαζόντουσαν να επιστρέψουν τις περιουσίες που είχαν λεηλατήσει την εποχή των άτακτων ταγμάτων Χαμιντιγιέ.
Η οικονομική διάσταση των γεγονότων
Για το Κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος» η προετοιμασία για μια μελλοντική κατάληψη της χώρας δεν ήταν η μοναδική έννοια. Ο πλέον επείγων σκοπός ήταν η εξόντωση των μη-Μουσουλμάνων, αρχίζοντας από τους Αρμένιους. Η μυστική πολεμική οργάνωση των Ενωτικών, η Teskilat-I Mahsusa οργάνωσε τις τσέτες, οι οποίοι είχαν βαρύνοντα ρόλο στην Αρμενική Γενοκτονία αρχίζοντας από το 1914. Επί πλέον, η οργάνωση αυτή αποτέλεσε τη ραχοκοκαλιά του κινήματος αντίστασης υπό την ηγεσία του Μουσταφά Κεμάλ αργότερα.
Κατά την τελευταία οθωμανική περίοδο, στο χώρο της οικονομίας επικρατούν οι μειονότητες. Οι τέχνες και το εμπόριο είναι στα χέρια αυτών των κοινοτήτων. Οι Αρμένιοι, οι Ρωμιοί και οι Εβραίοι αστοί είναι τα πιο οικονομικά ισχυρά στοιχεία της κοινωνίας στο οθωμανικό κράτος. Ως συνέπεια, ο πλούτος αυτών των μειονοτήτων είναι πηγή φθόνου για το κράτος που έχει αποφασίσει να αναπτύξει μια μουσουλμανο-τουρκική αστική τάξη. Στην κατεύθυνση αυτή της πολιτικής για εθνική οικονομία, υιοθετήθηκε η αρπαγή του πλούτου των μειονοτήτων.
Επί της ουσίας, πρόκειται για μια προσπάθεια οικονομικής ισχυροποίησης των Μουσουλμάνων Τούρκων, σκοπός των οποίων ήταν να καταλάβουν τη θέση των μη-Μουσουλμάνων με τη δημιουργία μιας νέας εμπορικής τάξης. Με το Νόμο Εκτοπισμών του Μαΐου του 1915, οι Αρμένιοι από τη Δύση μέχρι και την Ανατολή και από το Νότο μέχρι το Βορρά εκτοπίστηκαν απ’ όλες τις πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά της επικράτειας. Στις εξορίες αυτές συμπεριλήφθηκαν και οι Έλληνες του Πόντου, της παραλίας του Αιγαίου και της Προποντίδας (Μαρμαρά) με τη πρόφαση ότι δήθεν διενεργούν κατασκοπεία υπέρ των δυνάμεων της Αντάντ.
Ως συμπέρασμα, σήμερα γνωρίζουμε ότι τα χρήματα που εισπράχθηκαν από την εκποίηση των περιουσιών που εγκαταλείφθηκαν και τα ποσά που συγκεντρώθηκαν σε λογαριασμό «Εγκαταλειμμένων Περιουσιών», μετά από ένα διάστημα πήγαν ως έσοδο του κρατικού προϋπολογισμού. Όπως αναλύει ο Nevzat Onaran στο έργο του Emval-i Metruke Olayi (Το γεγονός των εγκαταλειμμένων περιουσιών), με νόμο που εκδόθηκε το 1928 τα ποσά που συγκεντρώθηκαν στα ταμεία μεταφέρθηκαν στον προϋπολογισμό. Με πρόχειρους υπολογισμούς, τα ποσά αυτά σε τιμές του 2008 ανέρχονται σε 150 δισ. ευρώ ( 300 δισ. Νέες Λίρες Τουρκίας).
Η μεταχείριση των Ελλήνων της Ανατολής
Ως συνέπεια του Βαλκανικού Πολέμου και της ένταξης της Ελλάδας στην αντίθετη συμμαχία, η ένταση κορυφώθηκε. Οι ρωμιοί πολίτες αντιμετωπίστηκαν ως υπήκοοι και σύμμαχοι ξένης χώρας. Οι ελληνικές κοινότητες των περιοχών Θράκης (Ανατολικής), Πόντου και Αιγαίου εξορίστηκαν στα ενδότερα της Ανατολίας. Δημιουργήθηκαν τα Τάγματα Εργασίας, τα Amele Taburlari και οι ρωμιοί άντρες συγκεντρώθηκαν σε ειδικά τάγματα που είχαν τη μορφή στρατοπέδων συγκέντρωσης. Με απόφαση του Νοεμβρίου του 1915 συνεχίστηκαν οι εκτοπίσεις προς τα ενδότερα. Εκμεταλλευόμενοι τις πολεμικές συνθήκες άρχισαν να εφαρμόζονται τα προσχεδιασμένα μέτρα κατά των Αρμενίων στις ανατολικές περιοχές και κατά των Ρωμιών στις δυτικές. Πρώτη ενέργεια των Ενωτικών ήταν η σφαγή των αρμενικών πληθυσμών που ζούσαν κοντά στα οθωμανο-ρωσικά σύνορα. Τα καταπιεστικά και βίαια μέτρα που πάρθηκαν εναντίον των Ρωμιών είχαν μεγαλύτερη επέκταση στο χρόνο. Σχεδόν όλοι οι Έλληνες άνδρες επιστρατεύτηκαν σε τάγματα εργασίας και υπέστησαν συμπεριφορά αιχμαλώτων. Χιλιάδες πέθαναν λόγω των άθλιων και τρομερών συνθηκών. Οι ανυπότακτοι, οι λιποτάκτες ή αυτοί που αντιστάθηκαν σκοτώθηκαν και οι οικογένειές τους εκτοπίστηκαν. Φανατιζόμενοι και καθοδηγούμενοι από τους τσέτες, οι φτωχοί Μουσουλμάνοι επιτέθηκαν κατά των μη-Μουσουλμάνων με λεηλασίες και σφαγές.
Για να φανατιστούν οι μουσουλμάνοι χωρικοί χρησιμοποιήθηκε ως προπαγανδιστικό επιχείρημα ότι οι μη-Μουσουλμάνοι είναι η αιτία της φτώχειας των χωρικών. Η προπαγάνδα αυτή στη σφαγή των Αρμενίων του 1915 και στο πογκρόμ κατά των Ελλήνων το 1922, είχε πολύ σημαντική επίδραση στους φτωχούς μουσουλμάνους Τούρκους και Κούρδους. Το αποτέλεσμα ήταν να μετατραπούν σε λυσσαλέους εχθρούς αυτοί οι λαοί που ζούσαν αδελφικά.
Σε τελευταία ανάλυση, το Κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδς» και η συνέχεια αυτού, το κεμαλικό καθεστώς, είχε μεγάλη επιτυχία στον εκτοπισμό των μη-Μουσουλμάνων, στον εκτουρκισμό του κεφαλαίου και την ίδρυση ενός έθνους-κράτους με ομοιογενή πυρήνα μουσουλμανικών τουρκικών πληθυσμών.
Μετά την εκκαθάριση των Αρμενίων με μεγάλη σφαγή, ήρθε η σειρά εκτοπισμού των Ρωμιών. Όμως απαραίτητη ήταν και η εκκαθάριση όσων Αρμενίων και Ρωμιών παρέμεναν. Το θέμα αυτό τακτοποιήθηκε στη Λωζάννη. Με βάση τη «Συμφωνία Ανταλλαγής των Πληθυσμών», μετανάστευσαν από την Τουρκία προς την Ελλάδα 1.2 εκατομμύρια Ρωμιοί και αντίστροφα από την Ελλάδα προς την Τουρκία περί τους 400.000 Μουσουλμάνους. Οι πρόσφυγες και στις δυο χώρες υπέφεραν πάρα πολύ. Ενώ οι Ρωμιοί πρόσφυγες στην Ελλάδα αντιμετωπίζονταν ως «τουρκόσποροι», αυτοί που πήγαν στην Τουρκία ως «γκιαούρηδες» (άπιστοι). Το γεγονός αυτό υπήρξε αιτία του προσανατολισμού μέρους των προσφύγων στις δυο χώρες προς τον εθνικισμό και τη θρησκεία, ώστε να γίνουν δεκτοί απ’ την κοινωνία Προσπάθησαν ακόμα να ξεχάσουν οι νέες γενιές τον τόπο προέλευσής τους…
Η αλλαγή του πληθυσμού της Κωσταντινούπολης (έρευνα του καθ. Δρ. Tzem Behar το 1996) δείχνει τη δυναμική της αλλαγής του πληθυσμού. Το 1856 ο συνολικός πληθυσμός ήταν 236 χιλιάδες από τους οποίους το 47.6% ήταν Μουσουλμάνοι. Το ποσοστό αυτό το 1914, όντας ο συνολικός πληθυσμός 910.000, ήταν 62%. Το 1914 το ποσοστό των μη-Μουσουλμάνων στην Κωσταντινούπολη ήταν 38%, το 1927 μειώνεται σε 35% και αργότερα μειώνεται στο 1%. Βλέποντας αυτή την πορεία θα πρέπει να αναρωτηθούμε πως φτάσαμε σε μια χώρα με 99.9% Μουσουλμάνους. Ως επέκταση αυτού μπορούμε να δούμε το θέμα απ’ την εξής σκοπιά: Η Αρμενική Γενοκτονία και τα πογκρόμ κατά των Ρωμιών και η Ανταλλαγή έφεραν μαζί τους και την εξαφάνιση των άλλων διαφορετικών οντοτήτων. Το κεμαλικό καθεστώς που διαδέχθηκε το Κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος» αντιμετώπισε με καταπίεση, άρνηση και αφομοίωση στον τουρκισμό όλα τα άλλα στοιχεία, όπως τους Λαζούς, Κιρκάσιους, Γεωργιανούς, Κιρμαντζί, Τουρκομάνους, Πομάκους, Ζαζά, Ασσύριους και ποιος ξέρει πόσα άλλα ονόματα που δεν αναφέρουμε εδώ. Η προσπάθεια ήταν η με τη βία εμφύσηση «θετικιστικής τουρκικής» ταυτότητας, κάτι που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα.
Ήταν «απελευθερωτικός» ο πόλεμος;
Συμπερασματικά, ο ισχυρισμός ότι ο Τουρκικός Εθνικοαπελευθερωτικός Πόλεμος δόθηκε κατά του ιμπεριαλισμού δεν θεμελιώνεται από πουθενά. Αντίθετα, όπως διαπιστώνει ο καθηγητής Taner Aksam, ο απελευθερωτικός πόλεμος «δεν δόθηκε κατά των εισβολέων αλλά κατά των μειονοτήτων». Τα Σωματεία Άμυνας-Δικαίου (Mudafai Hukut) που υπήρξαν η ατμομηχανή του «εθνικού αγώνα», ιδρύθηκαν καθαρά κατά της απειλής των Ρωμιών και των Αρμενίων. Στα πρώτα αυτά σωματεία που ιδρύθηκαν μετά από την ανακωχή του Μούδρου, τα τρία ήταν κατά των Αρμενίων και τα δύο κατά των Ρωμιών. Εξάλλου ο Μουσταφά Κεμάλ, τον Ιούλιο του 1919, όταν έστειλε την παραίτησή του από τη θέση του αξιωματικού στον Σουλτάνο τόνιζε ανοικτά τα εξής: «Η στρατιωτική μου ιδιότητα άρχισε να γίνεται εμπόδιο στον εθνικό αγώνα που ξεκινήσαμε για να σώσουμε την ιερή πατρίδα και το έθνος απ’ τη διάσπαση και να μη θυσιάσουμε την πατρίδα στις επιδιώξεις των Ελλήνων και των Αρμενίων».
Ο Attila Tuygan σπούδασε στη Σχολή Ξένων Σπουδών στην Κωσταντινούπολη. Συνελήφθη πολλές φορές μετα το πραξικόπημα του Σεπτεμβρίου του 1980. Έχει γράψει πολλά κείμενα, όπως «Η γενοκτονία των Αρμενίων μέσα απ’ τα γερμανικά αρχεία» (2008), «Οι σφαγές, η Αντίσταση και οι συνεργάτες» (2007), κ.ά. Έχει επιμεληθεί την έκδοση πολλών βιβλίων, όπως «Οι φέροντες κρυφή θρησκεία» του Γιώργου Ανδρεάδη (1997), «Τα πολιτισμικά δικαιώματα των Κούρδων» του Kerim Gildiz (2004) κ.ά. Μετέφρασε στα τουρκικά, βιβλία με θέματα Μαρξισμού.
Οι εκτοπίσεις και οι σφαγές των Ελλήνων του 1913-1914: Πρόβα για τη Γενοκτονία των Αρμενίων
του Taner Akçam
Όλες οι διαθέσιμες οθωμανικές πηγές καταδεικνύουν μια αδιαμφισβήτητη αλήθεια: πριν τον πόλεμο, η Επιτροπή Ένωσης και Προόδου (ΕΕΠ), αφού πρώτα σχεδίασε και έθεσε σε εφαρμογή ένα σχέδιο με στόχο την –με δικά τους λόγια– «απελευθέρωση από τα μη-τουρκικά στοιχεία» της περιοχής του Αιγαίου, στη συνέχεια, και με πρόσχημα τον πόλεμο, επεξέτειναν το εν λόγω σχέδιο ώστε να περιλαμβάνει ολόκληρη την Ανατολία. Πρωταρχικός στόχος αυτού του σχεδίου, το οποίο μπορεί να περιγραφεί ως «εθνολογική και θρησκευτική ομογενοποίηση» της Ανατολίας στη βάση του τουρκο-μουσουλμανικού πληθυσμού της. Οι δύο βασικοί πυλώνες αυτής της πολιτικής, η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ως κυβερνητική «πολιτική πληθυσμών και επανακατοίκισης» είχαν ως εξής: ο πρώτος συνεπαγόταν μια «εκκαθάριση» της Ανατολίας από τον μη-μουσουλμανικό πληθυσμό της (αναφερόταν ουσιαστικά στους χριστιανούς), ο οποίος εθεωρείτο ως θανάσιμη απειλή για την ύπαρξη του κράτους, έχοντας μάλιστα χαρακτηριστεί και ως «καρκίνο» στο σώμα της Αυτοκρατορίας· ο δεύτερος ήταν η αφομοίωση (διάβασε: εκτουρκισμός) όλων των μη-τουρκικών και μη-μουσουλμανικών κοινοτήτων της Ανατολίας.
Οι πολιτικές αυτές εφαρμόστηκαν από το 1913 με την ενεργοποίηση ενός «διπλού» μηχανισμού από παράλληλες επίσημες και ανεπίσημες μεθόδους. Ακολουθήθηκε, από τη μία, η επίσημη πολιτική της απέλασης και, από την άλλη, της αναγκαστικής μετανάστευσης. Η πολιτική αυτή αποφασίστηκε και εφαρμόστηκε επίσημα είτε στη βάση του διμερούς πλαισίου περί «ανταλλαγής πληθυσμών» με άλλες χώρες, όπως την Ελλάδα, τη Σερβία και τη Βουλγαρία, είτε ως μονομερής απομάκρυνση και απέλαση, όπως έγινε με την περίπτωση των Αρμενίων. Από την άλλη, έγιναν μια σειρά από μυστικές, ημινόμιμες αλλά επιχορηγούμενες από το κράτος τρομοκρατικές ενέργειες κάτω από την προστατευτική ομπρέλα της «επίσημης» κρατικής πολιτικής.
Η ΕΕΠ δημιούργησε μια οργανωτική δομή κατάλληλη για τον διττό αυτό μηχανισμό. Στο βασικό κατηγορητήριο εναντίον των μελών της Κεντρικής Επιτροπής της ΕΕΠ, που δικάστηκαν το 1919 από Στρατοδικείο της Κωνσταντινούπολης το 1919, ο εισαγγελέας ανέφερε ότι, σύμφωνα με τη δομή του Ενωτικού Κόμματος και τους τρόπους δράσης του, είχε δημιουργηθεί ένα «μυστικό δίκτυο» (şebeke-yi hafiye) με στόχο την υλοποίηση των παράνομων δραστηριοτήτων του. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, η ΕΕΠ ήταν μια οργάνωση «με δύο αντιφατικές φύσεις» (iki mâhiyet-i mütezâdde): η πρώτη ήταν ορατή και δημόσια, βασιζόταν σε ένα (δημόσιο) πρόγραμμα και καταστατικό (nizâmnâme-i dâhilîye), και η άλλη στηριζόταν στη μυστικότητα και (λειτουργούσε σύμφωνα με άγραφες) προφορικές οδηγίες. /1/
Με τις ανωτέρω πολιτικές, οι οποίες εφαρμόστηκαν μεταξύ των ετών 1913 και 1918, ο εθνικός χαρακτήρας της Ανατολίας μεταμορφώθηκε απόλυτα. Ο πληθυσμός της Ανατολίας /2/ αλλοιώθηκε ολοκληρωτικά κατά τη διάρκεια αυτής της εξάχρονης περιόδου. Το ένα τρίτο του συνολικού πληθυσμού (ο οποίος το 1914 υπολογίζεται γύρω στα 7,5 εκατομμύρια ψυχές) είτε εκτοπίστηκε στο εσωτερικό της χώρας, είτε απελάθηκε είτε εκμηδενίστηκε.
Ο «διπλός μηχανισμός» ενεργοποιείται στην περιοχή του Αιγαίου
Οι οθωμανικές αρχές, παράλληλα με τις προσπάθειες να δώσουν ένα επίσημο και νομικό χαρακτήρα στην ανταλλαγή πληθυσμών, οργάνωσαν την διά της βίας απομάκρυνση των χριστιανικών πληθυσμών από τα εδάφη τους, εφαρμόζοντας μια πολιτική τρομοκράτησης και, επιπλέον, όταν κρινόταν αναγκαίο, ακόμα και σφαγές. Ο διπλός μηχανισμός, αφού εφαρμόστηκε για πρώτη φορά εναντίον του ελληνικού πληθυσμού της περιοχής του Αιγαίου της αυτοκρατορίας, θα εφαρμοστεί και πάλι κατά την περίοδο της εκτόπισης και της σφαγής των Αρμενίων. Στα απομνημονεύματα των Kuşçubaşı Eşref, Halil Menteşe, Celal Bayar, αλλά και άλλων που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο σ’ αυτά τα γεγονότα, οι συγγραφείς μάς παρέχουν εκτενείς πληροφορίες σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές του μυστικού, παράλληλου σχεδίου αναγκαστικής μετανάστευσης που τέθηκε σε εφαρμογή προτού υπογραφούν και τεθούν σε ισχύ οι επίσημες συμφωνίες. /3/ Ο πρωταρχικός στόχος της κυβερνητικής πολιτικής, ιδιαίτερα στο Αιγαίο και στην Ανατολική Θράκη, ήταν να μειωθεί σημαντικά ο αριθμός των χριστιανών, οι οποίοι εθεωρούντο απειλή για την ασφάλεια του κράτους. Ο Halil Menteşe, στις αναμνήσεις του σχετικά με τις πολιτικές που εφαρμόστηκαν στην περιοχή του Αιγαίου την άνοιξη του 1914, αναφέρει: «Ο (υπουργός Εσωτερικών) Talat Bey… πρότεινε ότι η χώρα πρέπει να εκκαθαριστεί από εκείνα τα στοιχεία που θεωρούνταν ικανά για προδοσία του κράτους». /4/
Γερμανικά έγγραφα εκείνης της περιόδου καταδεικνύουν ότι ο υπουργός Εσωτερικών μίλησε σε γερμανούς διπλωμάτες με την ίδια ειλικρίνεια: «Ο Talat Bey… εξήγησε χωρίς κανένα δισταγμό ότι η κυβέρνησή (του) επιθυμούσε να χρησιμοποιήσει τον Παγκόσμιο Πόλεμο ως πρόσχημα (ούτως ώστε να μην επιτραπεί σε ξένες χώρες να παρέμβουν), με σκοπό να εκκαθαρίσει τη χώρα από τους εσωτερικούς εχθρούς της – δηλαδή τους χριστιανούς όλων των δογμάτων». /5/ Σύμφωνα με τα λόγια του Kuşçubaşı Eşref, ενός από τους βασικούς πρωταγωνιστές των επιχειρήσεων εθνικής εκκαθάρισης, οι μη-μουσουλμάνοι ήταν «εσωτερικά καρκινώματα» στο σώμα του οθωμανικού κράτους και έπρεπε να «αφαιρεθούν». Το να γίνει αυτό, ισχυρίστηκε, ήταν «υπόθεση εθνικής σημασίας». /6/
Ο κύριος στόχος ήταν να πειστούν οι χριστιανοί χωρικοί να φύγουν, με μέσο τον εκφοβισμό, όπου αυτό ήταν απαραίτητο. Ανάμεσα στις κύριες μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη αυτού του στόχου ήταν «η παρακολούθηση, η ταπείνωση, οι δολοφονίες, η παρεμπόδισή τους να καλλιεργούν τη γη τους, η βαριά φορολογία, η κατάσχεση των περιουσιακών τους στοιχείων... η βίαιη επιστράτευση» /7/, πράγματα στα οποία, και λόγω της εφαρμογής του προαναφερθέντος διπλού μηχανισμού, η οθωμανική κυβέρνηση θα μπορεί να δηλώνει στις διαμαρτυρίες της ελληνικής κυβέρνησης και των άλλων ξένων δυνάμεων, ότι δεν έχει καμία συμμετοχή στα τεκταινόμενα.
Οι βίαιες απελάσεις και εκδιώξεις από την περιοχή της Ανατολικής Θράκης άρχισαν την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1913. Οι επιθέσεις εναντίον του ντόπιου χριστιανικού πληθυσμού συνεχίστηκαν όλο το χρόνο, όμως μετά τον Μάρτιο του 1914 άρχισαν να παίρνουν πιο συστηματική μορφή.
Τα κύρια χαρακτηριστικά των εφαρμοζόμενων πολιτικών ήταν:
1) επιθέσεις σε ελληνικά χωριά και χωρικούς από τις μονάδες της Ειδικής Οργάνωσης, με την κεντρική διοίκηση (κυβέρνηση) να ισχυρίζεται και να ενεργεί σαν να μην έχει καμία σχέση με την όλη υπόθεση,
2) εξαναγκασμός ατόμων/πληθυσμών να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους λόγω της τρομοκρατίας και των δολοφονιών
3) άδειασμα ολόκληρων χωριών και στρατολόγηση όλου του ανδρικού πληθυσμού που ήταν σε ηλικία στράτευσης σε τάγματα εργασίας
4) κατάσχεση των ελληνικής ιδιοκτησίας επιχειρήσεων και μεταβίβασή τους σε μουσουλμάνους. /8/
Τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 1913 το ελληνικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεων έστειλε έναν ολόκληρο ποταμό επιστολών στην Υψηλή Πύλη, διαμαρτυρόμενο για τις διαρκείς επιθέσεις σε ελληνικά χωριά στην περιοχή του Αιγαίου, τις λεηλασίες οικιών, τις άνευ αιτίας κρατήσεις και τις συλλήψεις ατόμων, και την αναγκαστική απέλαση τους. /9/
Μία από τις πλουσιότερες πηγής άντλησης πληροφοριών σχετικά με τη λειτουργία του διπλού συστήματος που η κυβέρνηση είχε θέσει σε εφαρμογή είναι τα απομνημονεύματα των προαναφερθέντων στελεχών της Ειδικής Οργάνωσης. Ο Halil Menteşe, για παράδειγμα, γράφει ότι: «Δεν θα φαινόταν ότι δρουν εξ ονόματος της κυβέρνησης οι κυβερνήτες των επαρχιών και οι κρατικοί υπάλληλοι. Την υπόθεση θα αναλάμβανε η οργάνωση της Επιτροπής (Ένωση και Πρόοδος)…» /10/ Επιπλέον, θα οργανώνονταν συναντήσεις υψηλότερου επιπέδου, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα σωστά άτομα θα επόπτευαν τα γεγονότα και θα διασφάλιζαν ότι όλα εξελίσσονται σύμφωνα με το σχέδιο. Μεγάλο μέρος της ευθύνης για την υλοποίηση του προγράμματος ανέλαβε ο Kuşçubaşı:
«Οι Έλληνες παρενοχλούνταν με διάφορα μέσα και αναγκάζονταν να μεταναστεύουν εξ αιτίας των επιθέσεων και της καταπίεσης που τους ασκούταν. Οι ένοπλες συμμορίες υπό τον διοικητή των Ειδικών Δυνάμεων Kuşçubaşı Eşref Bey... διεξήγαγαν επιδρομές εναντίον των ελληνικών χωριών… Εκείνο το κομμάτι της ελληνικής νεολαίας που μπορούσε να κρατήσει όπλο συνελήφθη με στόχο (την τοποθέτησή του) σε τάγματα εργασίας, ώστε να δουλεύει στην κατασκευή δρόμων, στη δασοκομία και τις οικοδομές». /11/
Οι πληροφορίες που έδωσα ως εδώ είναι ευρέως γνωστές στον ακαδημαϊκό κόσμο. Αυτό που πρόσφατα ανακάλυψα είναι ότι η λειτουργία του διπλού μηχανισμού μπορεί να αποδειχτεί από τα Πρωθυπουργικά Αρχεία.
Η προσπάθεια του Talat Pasha να εμφανίσει τόσο τον εαυτό του όσο και την οθωμανική κυβέρνηση ως ανίδεους σχετικά με τις βίαιες εξώσεις και τις δολοφονίες –μια θέση που στη συνέχεια διαψεύστηκε από τα απομνημονεύματα πολλών Τούρκων που είχαν άμεση εμπλοκή στα παραπάνω γεγονότα– πρέπει να θεωρηθεί απλώς ως ένα άλλο παράδειγμα των πολιτικών του «διπλού μηχανισμού» που περιγράφηκε προηγουμένως. Ένας από τους πρωταγωνιστές αυτών των «εκκαθαριστικών» επιχειρήσεων, ο Kuşçubaşı Eşref, αναφέρει ότι τον καιρό που ο Talat πραγματοποιούσε την περιοδεία του στην περιοχή του Αιγαίου, συναντήθηκε μαζί του κρυφά στη Μαγνησία και ο Talat του είπε: «Προσπαθήστε να μην είστε και τόσο ορατοί τώρα, τουλάχιστον μέχρι εγώ να επιστρέψω (στην Κωνσταντινούπολη)… Να μην έρθετε ούτε στη Σμύρνη κατά τις επόμενες δυο-τρεις μέρες. Προσπαθήστε να μη γίνετε αντιληπτοί από ανατρεπτικά στοιχεία στις παράκτιες περιοχές, όπως επίσης και από ξένες πρεσβείες και προξενεία – ακόμα και αυτά των συμμάχων μας». /12/
Η «απέλαση» των Ελλήνων: Μια πρόβα για τις απελάσεις των Αρμενίων του 1915-17
Η θέση που υποστηρίζω εδώ είναι ότι υπάρχει μια συνέχεια ανάμεσα στις οργανωμένες «εκκαθαριστικές επιχειρήσεις» των μη-μουσουλμανικών πληθυσμών της Δυτικής Ανατολίας, και πρωτίστως ανάμεσα τη βίαιη εκδίωξη του ελληνικού πληθυσμού που άρχισε την άνοιξη του 1914 και στην «εκκαθάριση» της Ανατολίας από τον αρμένικο πληθυσμό της κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου. Ακόμα κι αν επί του παρόντος δεν έχουμε απτές αποδείξεις σχετικά με το κατά πόσο αυτές οι δύο «εκκαθαριστικές επιχειρήσεις» αποτελούν ένα ενιαίο και συνολικό σχέδιο, μπορούμε όμως να διακρίνουμε μια σαφέστατη συνέχεια ανάμεσα στις δύο αυτές δράσεις τόσο όσον αφορά στις γενικές γραμμές οργάνωσής τους όσο και στα άτομα που συμμετείχαν. Οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν εναντίον των Ελλήνων μεταξύ του 1913 και του 1914 μας φαίνονται ως ένα είδος «προπομπού» των κατοπινών και εν καιρώ πολέμου απελάσεων εναντίων του αρμενικού πληθυσμού. /13/
Στις αναμνήσεις του από αυτή την περίοδο ο Αμερικανός πρέσβης Henry Morgenthau αναφέρει ότι ο Bedri Bey, ο Επίτροπος Αστυνομίας Κωνσταντινουπόλεως, είπε σε έναν από τους γραμματείς του ότι «οι Τούρκοι έδιωξαν τόσο επιτυχώς τους Έλληνες, που αποφάσισαν να εφαρμόσουν την ίδια μέθοδο και σε άλλες φυλές της αυτοκρατορίας»./14/ Ο ίδιος, στην πρεσβευτική αναφορά του της 18ης Νοεμβρίου του 1915, επισημαίνει μια παράλληλη ομοιότητα και τονίζει ότι η ανεμπόδιστη απέλαση 100-150.000 ατόμων τον Μάιο και τον Ιούνιο του 1914 μπροστά στα μάτια των Μεγάλων Δυνάμεων αποτέλεσε έναν σοβαρό παράγοντα ενθάρρυνσης για την κατοπινή και εν καιρώ πολέμου απέλαση των Αρμενίων. /15/
Όσον αφορά τη συνέχεια των επιχειρησιακών στελεχών στις δύο επιχειρήσεις, εμφανίζεται στη σκηνή η μορφή του Şükrü Kaya ως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Όπως είδαμε και προηγουμένως, ο Kaya είχε κατά το παρελθόν συμμετάσχει στην επιτροπή που ήταν επιφορτισμένη με την εποπτεία την τουρκο-βουλγαρική ανταλλαγή πληθυσμών μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων. Μετά από αυτό το ρόλο, εργάστηκε στην τουρκο-ελληνική επιτροπή που ανέλαβε να εκτελέσει παρόμοια αποστολή και, στη συνέχεια, ως γενικός διευθυντής του Γραφείου Φυλετικού και Μεταναστευτικού Διακανονισμού (İAMM) του Υπουργείου Εσωτερικών, έγινε ένας από τους κύριους οργανωτές των απελάσεων των Αρμενίων. Μια άλλη σημαντική προσωπικότητα σ’ αυτή την υπόθεση ήταν το μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της ΕΕΠ Δρ. Nâzım. Ο Nâzım, ως ηγετικό στέλεχος της Ειδικής Οργάνωσης (Teşkilat-ı Mahsusa), θα δράσει επίσης ως ένας από τους κεντρικούς σχεδιαστές των απελάσεων και των δολοφονιών των Αρμενίων. Προηγουμένως όμως είχε εμπλακεί στην επεξεργασία του σχεδίου ανθελληνικών επιχειρήσεων στη Σμύρνη, το καλοκαίρι του 1914. Εκθέσεις του Αμερικανικού Προξενείου Σμύρνης αναφέρονται σ’ αυτόν ως έναν από τους «αγκιτάτορες» της περιοχής /16/. Ο Alfred van der Zee, πρόξενος της Δανίας στη Σμύρνη στις εκθέσεις του αναφέρει ότι οι δράσεις εναντίον των «φιλειρηνικών και εργατικών» Ελλήνων στηρίζονταν σε κυβερνητικές εντολές και ότι «ευρείας κλίμακας, συστηματικές και βίαια τιμωρητικές» δράσεις διευθύνονταν από τον Δρ. Nâzım. /17/
Ένα τρίτο σημείο σύνδεσης των δύο αυτών επιχειρήσεων είναι ο Δρ. Reşit, ο οποίος υπηρέτησε ως κυβερνήτης της επαρχίας του Diyarbakır την εποχή των απελάσεων των Αρμενίων. Αυτός αναδείχθηκε αρχικά με το ρόλο που έπαιξε στην οργάνωση της απέλασης/εκδίωξης των Ελλήνων από την περιοχή του Balıkesir την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1914. Μετά την ολοκλήρωση αυτού του έργου, αρχικά διορίστηκε κυβερνήτης της επαρχίας της Μοσούλης, στη συνέχεια μετατέθηκε στο Diyarbakır, όπου θα συντελέσει στη δημιουργία του σώματος των κιργισίων χωροφυλάκων, που θα εργαστούν μαζί του κατά τη διάρκεια των απελάσεων. /18/
Το τέταρτο και τελευταίο πρόσωπο που θα δώσουμε ως παράδειγμα είναι ο Pertev Pasha, στρατιωτικός διοικητής, τον οποίο ο Celal Bayar περιγράφει ως το πρόσωπο που ευθύνεται για την «επιχείρηση εκκαθάρισης της λεκάνης του Αιγαίου» κατά τη διάρκεια του 1913-1914. Αργότερα τοποθετήθηκε στην περιοχή του Sivas, όπου θα διαδραματίσει βασικό ρόλο στις εκτοπίσεις και τις δολοφονίες των Αρμενίων. /19/ Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης του πρώτου κοινοβουλίου της νεοσύστατης Τουρκικής Δημοκρατίας στις 6 Οκτωβρίου του 1921, ο τότε Υπουργός Οικονομικών περιέγραψε τον Pertev Pasha ως «έναν που πλούτισε από τον πόλεμο» (savaş zengini). /20/
Τόσο στην περίπτωση των Ελλήνων όσο και των Αρμενίων, οι βίαιες εκτοπίσεις και οι απελάσεις φαινομενικά διεξήχθησαν κάτω από την ομπρέλα νομιμότητας του οθωμανικού καθεστώτος ως μέρος μιας συνολικότερης πληθυσμιακής πολιτικής, όμως, παράλληλα με το νομικό πλαίσιο, τέθηκε σε εφαρμογή ένα ανεπίσημο σχέδιο με τη λειτουργία ενός σκιώδους μηχανισμού που ανέλαβε να διαπράξει μια σειρά από πράξεις βίας και τρομοκρατίας κατά των χριστιανών της Αυτοκρατορίας. Μεταξύ των πιο εντυπωσιακών ομοιοτήτων ανάμεσα στις δύο αυτές περιπτώσεις είναι η δημιουργία Ειδικών Επιχειρησιακών Μονάδων και η στράτευση των νεαρών αντρών στα τάγματα εργασίας.
Οι ομοιότητες αυτές δεν διέφυγαν της προσοχής ούτε του Morgenthau ούτε του Toynbee. Καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου ο αμερικανός πρέσβης στις εκθέσεις του εφιστούσε τη προσοχή στην ομοιότητα των μεθόδων που χρησιμοποίησε η οθωμανική κυβέρνηση στην εκδίωξη των ελληνικών πληθυσμών κατά το 1913-1914 με αυτές που χρησιμοποιήθηκαν τον επόμενο χρόνο εναντίον των Αρμενίων.
Οι Τούρκοι εφάρμοσαν σχεδόν πανομοιότυπα την ίδια διαδικασία εναντίον των Ελλήνων με εκείνη που εφάρμοσαν και εναντίον των Αρμενίων. Άρχισαν με την ενσωμάτωση των Ελλήνων στον οθωμανικό στρατό που στη συνέχεια τους μετέφεραν στα τάγματα εργασίας, χρησιμοποιώντας τους στην κατασκευή δρόμων στην περιοχή του Καυκάσου και άλλους τομείς εργασίας. Αυτοί οι έλληνες στρατιώτες, όπως και οι Αρμένιοι, πέθαναν κατά χιλιάδες από το κρύο, την πείνα και άλλες στερήσεις… Παντού οι Έλληνες τοποθετήθηκαν σε ομάδες και, υπό την «προστασία» τούρκων χωροφυλάκων, μεταφέρθηκαν, διανύοντας τη μεγαλύτερη απόσταση με τα πόδια, στην ενδοχώρα. /21/
Ο Arnold Toynbee από την πλευρά του θα προβεί σε ανάλογες διαπιστώσεις σχετικά με των συστηματικό και οργανωμένο χαρακτήρα των δύο αυτών δράσεων: «… έτσι λοιπόν ο Βαλκανικός πόλεμος είχε διπλή συγκομιδή θυμάτων: πρώτον, τους Rumili Τούρκους από τη μία και τους Έλληνες της Ανατολίας από την άλλη». Στη συνέχεια προσθέτει ότι:
«Ολόκληρες ελληνικές κοινότητες εκδιώχθηκαν από τα σπίτια τους με την άσκηση τρομοκρατίας σε βάρος τους, τα σπίτια τους, τα κτήματά τους και συχνά η κινητή τους περιουσία κατασχέθηκαν, και πολλοί σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας… Η διαδικασία αυτή φέρει στοιχεία που δείχνουν ότι ήταν συστηματική. Η τρομοκρατία χτυπούσε τη μία περιοχή μετά την άλλη και ασκήθηκε από τις συμμορίες των «τσετών» που δημιουργήθηκαν τόσο από τους πρόσφυγες απ’ τα Βαλκάνια, όσο και από τον ντόπιο πληθυσμό και κατά περιπτώσεις ενισχύθηκαν από την τακτική οθωμανική χωροφυλακή… Οι τουρκικές «πολιτικές» τσέτες που έκαναν την εμφάνισή τους το 1914 στα δυτικά παράλια… εξετέλεσαν τα σχέδια της κυβέρνησης της Ένωσης και Προόδου εναντίον των Αρμενίων…» /22/
[1] Takvim-i Vekayi, no. 3540 (5 May 1919).
[2] Σύμφωνα με την οθωμανική απογραφή του 1914, ο πληθυσμός της αυτοκρατορίας, συμπεριλαμβανομένων και των αραβικών επαρχιών της, ήταν περίπου 18,5 εκατομμύρια. Αν εξαιρέσουμε τις τελευταίες, ο πληθυσμός της Ανατολίας θα πρέπει να κυμαινόταν ανάμεσα στα 15 με 17,5 εκατομμύρια. Στις μελέτες του για τον πληθυσμό της αυτοκρατορίας ο Kemal Karpat εκτιμά ότι ο πληθυσμός της Ανατολίας πρέπει να ανερχόταν γύρω στα 15 εκατομμύρια. [Osmanlı Nüfusu (1830-1914), Demografik ve Sosyal Özellikleri, (İstanbul: Tarih Vakfı Yayınları, 2003), σ. 226]. Στη βάση διάφορων αυξητικών διορθώσεων αυτών των στοιχείων ο Justin McCarthy ανεβάζει τον αριθμό του πληθυσμού της Ανατολίας στα 17,5 εκατομμύρια. [Mulsim and Minorities, The Population of Ottoman Anatolia and the End of the Empire (İstanbul: İnkılap, 1998), σ. 110.]
[3] Για πιο λεπτομερείς πληροφορίες επί του θέματος, βλέπε: Taner Akçam, A Shameful Act. The Armenian Genocide and the Question of Turkish Responsibility, op. cit., pp. 102-108.
[4]Halil Menteşe, Osmanlı Mebusan Meclisi Reisi Halil Menteşe'nin Anıları, (İstanbul, Hürriyet Vakfı Yayınları, 1986), p. 165.
[5] PA-AA/Botschaft Konstantinopel/Bd. 169. Νότα που προστέθηκε από τον Γενικό Πρόξενο της Γερμανίας στην Κωνσταντινούπολη και ειδικό για τις αρμενικές υποθέσεις Johannes Mordtman στην έκθεση του Προξένου στο Χαλέπι Rössler προς τη Γερμανική Πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη, με ημερομηνία 6 Ιουνίου 1915.
[6] Από τα απομνημονεύματα του Kuşçubaşı Eşref, ενός εκ των βασικών στελεχών τη ‘‘Ειδικής Οργάνωσης’’ (Teşkilat-ı Mahsusa) που ευθύνεται για την «εκκαθάριση» της Ανατολίας από τους μη-μουσουλμανικούς πληθυσμούς΄ περιλαμβάνεται στο: Celal Bayar, Ben de Yazdım, vol. 5, (İstanbul: Baha Matbaası, 1967), p. 1578.
[7] Elisabeth Kontogiorgi, «Forced Migration, Repatriation, Exodus: the Case of Ganos-Chora and Myriophyto-Peristaris Orthodox Communities in Eastern Thrace», Balkan Studies, vol. 35, no. 1 (1995), pp. 22-24.
[8] Μια λεπτομερής περιγραφή των επιθέσεων εναντίον των ελληνικών χωριών στην περιοχή του Αιγαίου μπορεί να αναζητηθεί στο: Archimandrite Alexander Papadopoulos, Persecution of the Greeks in Turkey before the European War (New York: Oxford University Press American Branch, 1919).
[9] ibid., pp. 27-29.
[10] Halil Menteşe, Osmanlı Mebusan Meclisi Reisi..., op. cit., p. 166.
[11] Nurdoğan Taçalan, Ege'de Kurtuluş Savaşı Başlarken (Istanbul, Milliyet Yayınları, 1970), pp. 71-3.
[12] Cemal Kutay, Etniki Etarya’dan Günümüze, Ege’nin Türk Kalma Savaşı, (İstanbul: Boğaziçi Yayınları, 1980), p. 226
[13] Εδώ θα κάνουμε μόνο κάποιες περιορισμένου εύρους παρατηρήσεις σχετικά με το θέμα. Στην πραγματικότητα, ο βαθμός συνέχειας των προσώπων που ενεπλάκησαν τόσο στις ανθελληνικές όσο και στις αντιαρμενικές πολιτικές είναι ένα πολύ σημαντικό θέμα και χρήζει ξεχωριστής μελέτης.
[14]Henry Morgenthau, Ambassador Morgenthau's Story, (Garden City, New York: Doubleday, Page & Company, 1918), p. 323.
[15] NA/RG59/867.00/798.5, Έκθεση του Πρέσβη Morgenthau, με ημερομηνία 18 Νοεμβρίου του 1915; αναπαραγωγή στο: Sarafyan (ed.), United States Official Record..., op. cit., p. 372.
[16] Έκθεση του Αμερικανού Αναπληρωτή Πρόξενου στη Σμύρνη W. H. Anderson, dated 18 July 1914; United States National Archives Record Group 59/867.00/636, pp. 3-4, Adalian (ed.), AGUS, microfiche no. 6.
[17] Matthias Bjørnlund, «The 1914 cleansing of Aegean Greeks as a case of violent Turkification», Journal of Genocide Research, 1:2 (2006), p. 43
[18] «Όσον καιρό που ο Dr. Reşid Bey ήταν κυβερνήτης του διοικητικού διαμερίσματος του Karesi (Balıkesir), όπου και παρέμεινε μέχρι τις 23 Ιουλίου, έδειξε μεγάλο ζήλο στην εξαναγκασμό τον Ελλήνων να μεταναστεύσουν, και στις δημόσιες υπηρεσίες», Nejdet Bilgi, Dr. Mehmed Reşid Şahingiray Hayatı ve Hatıraları, (İzmir: Akademi Kitabevi, 1997), pp. 21-22; 87-89.
[19] Για τη θητεία και τις δραστηριότητες του Pertev Pasha στην περιοχή Sivas, βλέπε: Dadrian, «Ottoman Archives and Denials...», loc. cit., p. 309.
[20] T.B.M.M. Zabıt Cerideleri, Devre 1, İçtima 2, Cilt 13, (Ankara: T.B.M.M. Matbaası, 1958), pp. 96-7.
[21] Morgenthau, Ambassador Morgenthau’s Story..., op. cit., pp.324-325. Ο Morgenthau σημειώνει επίσης ότι, αντίθετα από τους Αρμένιους, οι Έλληνες δεν έγιναν αντικείμενο μαζικού σφαγιασμού.
[22] Toynbee, The Western Question in Greece and Turkey..., op. cit., pp. 139, 280.
Ο Taner Akçam είναι ιστορικός και διδάσκει στο Τμήμα Ιστορίας του Πανεπιστημίου Clark στο Worchester της Μασαχουσέτης. To κείμενο του αποτελεί τμήμα της εισήγησής του με τίτλο «The Greek “Deportations” and Massacres of 1913-1914. A Trial Run for the Armenian Genocide» που έγινε στην «Ακαδημαϊκή Σύνοδο για την Μικρασιατική Καταστροφή», 7 Νοεμβρίου 2010, Ρόουζμοντ, Ιλλινόις. Το Μάιο του 2009, συμμετείχε στο διεθνές επιστημονικό συνέδριο που έγινε στην Αθήνα υπό τον τίτλο: «Πόντιοι-Αρμένιοι-Ασσύριοι. Τρεις γενοκτονίες, ένας θύτης».
Όλες οι διαθέσιμες οθωμανικές πηγές καταδεικνύουν μια αδιαμφισβήτητη αλήθεια: πριν τον πόλεμο, η Επιτροπή Ένωσης και Προόδου (ΕΕΠ), αφού πρώτα σχεδίασε και έθεσε σε εφαρμογή ένα σχέδιο με στόχο την –με δικά τους λόγια– «απελευθέρωση από τα μη-τουρκικά στοιχεία» της περιοχής του Αιγαίου, στη συνέχεια, και με πρόσχημα τον πόλεμο, επεξέτειναν το εν λόγω σχέδιο ώστε να περιλαμβάνει ολόκληρη την Ανατολία. Πρωταρχικός στόχος αυτού του σχεδίου, το οποίο μπορεί να περιγραφεί ως «εθνολογική και θρησκευτική ομογενοποίηση» της Ανατολίας στη βάση του τουρκο-μουσουλμανικού πληθυσμού της. Οι δύο βασικοί πυλώνες αυτής της πολιτικής, η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ως κυβερνητική «πολιτική πληθυσμών και επανακατοίκισης» είχαν ως εξής: ο πρώτος συνεπαγόταν μια «εκκαθάριση» της Ανατολίας από τον μη-μουσουλμανικό πληθυσμό της (αναφερόταν ουσιαστικά στους χριστιανούς), ο οποίος εθεωρείτο ως θανάσιμη απειλή για την ύπαρξη του κράτους, έχοντας μάλιστα χαρακτηριστεί και ως «καρκίνο» στο σώμα της Αυτοκρατορίας· ο δεύτερος ήταν η αφομοίωση (διάβασε: εκτουρκισμός) όλων των μη-τουρκικών και μη-μουσουλμανικών κοινοτήτων της Ανατολίας.
Οι πολιτικές αυτές εφαρμόστηκαν από το 1913 με την ενεργοποίηση ενός «διπλού» μηχανισμού από παράλληλες επίσημες και ανεπίσημες μεθόδους. Ακολουθήθηκε, από τη μία, η επίσημη πολιτική της απέλασης και, από την άλλη, της αναγκαστικής μετανάστευσης. Η πολιτική αυτή αποφασίστηκε και εφαρμόστηκε επίσημα είτε στη βάση του διμερούς πλαισίου περί «ανταλλαγής πληθυσμών» με άλλες χώρες, όπως την Ελλάδα, τη Σερβία και τη Βουλγαρία, είτε ως μονομερής απομάκρυνση και απέλαση, όπως έγινε με την περίπτωση των Αρμενίων. Από την άλλη, έγιναν μια σειρά από μυστικές, ημινόμιμες αλλά επιχορηγούμενες από το κράτος τρομοκρατικές ενέργειες κάτω από την προστατευτική ομπρέλα της «επίσημης» κρατικής πολιτικής.
Η ΕΕΠ δημιούργησε μια οργανωτική δομή κατάλληλη για τον διττό αυτό μηχανισμό. Στο βασικό κατηγορητήριο εναντίον των μελών της Κεντρικής Επιτροπής της ΕΕΠ, που δικάστηκαν το 1919 από Στρατοδικείο της Κωνσταντινούπολης το 1919, ο εισαγγελέας ανέφερε ότι, σύμφωνα με τη δομή του Ενωτικού Κόμματος και τους τρόπους δράσης του, είχε δημιουργηθεί ένα «μυστικό δίκτυο» (şebeke-yi hafiye) με στόχο την υλοποίηση των παράνομων δραστηριοτήτων του. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, η ΕΕΠ ήταν μια οργάνωση «με δύο αντιφατικές φύσεις» (iki mâhiyet-i mütezâdde): η πρώτη ήταν ορατή και δημόσια, βασιζόταν σε ένα (δημόσιο) πρόγραμμα και καταστατικό (nizâmnâme-i dâhilîye), και η άλλη στηριζόταν στη μυστικότητα και (λειτουργούσε σύμφωνα με άγραφες) προφορικές οδηγίες. /1/
Με τις ανωτέρω πολιτικές, οι οποίες εφαρμόστηκαν μεταξύ των ετών 1913 και 1918, ο εθνικός χαρακτήρας της Ανατολίας μεταμορφώθηκε απόλυτα. Ο πληθυσμός της Ανατολίας /2/ αλλοιώθηκε ολοκληρωτικά κατά τη διάρκεια αυτής της εξάχρονης περιόδου. Το ένα τρίτο του συνολικού πληθυσμού (ο οποίος το 1914 υπολογίζεται γύρω στα 7,5 εκατομμύρια ψυχές) είτε εκτοπίστηκε στο εσωτερικό της χώρας, είτε απελάθηκε είτε εκμηδενίστηκε.
Ο «διπλός μηχανισμός» ενεργοποιείται στην περιοχή του Αιγαίου
Οι οθωμανικές αρχές, παράλληλα με τις προσπάθειες να δώσουν ένα επίσημο και νομικό χαρακτήρα στην ανταλλαγή πληθυσμών, οργάνωσαν την διά της βίας απομάκρυνση των χριστιανικών πληθυσμών από τα εδάφη τους, εφαρμόζοντας μια πολιτική τρομοκράτησης και, επιπλέον, όταν κρινόταν αναγκαίο, ακόμα και σφαγές. Ο διπλός μηχανισμός, αφού εφαρμόστηκε για πρώτη φορά εναντίον του ελληνικού πληθυσμού της περιοχής του Αιγαίου της αυτοκρατορίας, θα εφαρμοστεί και πάλι κατά την περίοδο της εκτόπισης και της σφαγής των Αρμενίων. Στα απομνημονεύματα των Kuşçubaşı Eşref, Halil Menteşe, Celal Bayar, αλλά και άλλων που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο σ’ αυτά τα γεγονότα, οι συγγραφείς μάς παρέχουν εκτενείς πληροφορίες σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές του μυστικού, παράλληλου σχεδίου αναγκαστικής μετανάστευσης που τέθηκε σε εφαρμογή προτού υπογραφούν και τεθούν σε ισχύ οι επίσημες συμφωνίες. /3/ Ο πρωταρχικός στόχος της κυβερνητικής πολιτικής, ιδιαίτερα στο Αιγαίο και στην Ανατολική Θράκη, ήταν να μειωθεί σημαντικά ο αριθμός των χριστιανών, οι οποίοι εθεωρούντο απειλή για την ασφάλεια του κράτους. Ο Halil Menteşe, στις αναμνήσεις του σχετικά με τις πολιτικές που εφαρμόστηκαν στην περιοχή του Αιγαίου την άνοιξη του 1914, αναφέρει: «Ο (υπουργός Εσωτερικών) Talat Bey… πρότεινε ότι η χώρα πρέπει να εκκαθαριστεί από εκείνα τα στοιχεία που θεωρούνταν ικανά για προδοσία του κράτους». /4/
Γερμανικά έγγραφα εκείνης της περιόδου καταδεικνύουν ότι ο υπουργός Εσωτερικών μίλησε σε γερμανούς διπλωμάτες με την ίδια ειλικρίνεια: «Ο Talat Bey… εξήγησε χωρίς κανένα δισταγμό ότι η κυβέρνησή (του) επιθυμούσε να χρησιμοποιήσει τον Παγκόσμιο Πόλεμο ως πρόσχημα (ούτως ώστε να μην επιτραπεί σε ξένες χώρες να παρέμβουν), με σκοπό να εκκαθαρίσει τη χώρα από τους εσωτερικούς εχθρούς της – δηλαδή τους χριστιανούς όλων των δογμάτων». /5/ Σύμφωνα με τα λόγια του Kuşçubaşı Eşref, ενός από τους βασικούς πρωταγωνιστές των επιχειρήσεων εθνικής εκκαθάρισης, οι μη-μουσουλμάνοι ήταν «εσωτερικά καρκινώματα» στο σώμα του οθωμανικού κράτους και έπρεπε να «αφαιρεθούν». Το να γίνει αυτό, ισχυρίστηκε, ήταν «υπόθεση εθνικής σημασίας». /6/
Ο κύριος στόχος ήταν να πειστούν οι χριστιανοί χωρικοί να φύγουν, με μέσο τον εκφοβισμό, όπου αυτό ήταν απαραίτητο. Ανάμεσα στις κύριες μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη αυτού του στόχου ήταν «η παρακολούθηση, η ταπείνωση, οι δολοφονίες, η παρεμπόδισή τους να καλλιεργούν τη γη τους, η βαριά φορολογία, η κατάσχεση των περιουσιακών τους στοιχείων... η βίαιη επιστράτευση» /7/, πράγματα στα οποία, και λόγω της εφαρμογής του προαναφερθέντος διπλού μηχανισμού, η οθωμανική κυβέρνηση θα μπορεί να δηλώνει στις διαμαρτυρίες της ελληνικής κυβέρνησης και των άλλων ξένων δυνάμεων, ότι δεν έχει καμία συμμετοχή στα τεκταινόμενα.
Οι βίαιες απελάσεις και εκδιώξεις από την περιοχή της Ανατολικής Θράκης άρχισαν την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1913. Οι επιθέσεις εναντίον του ντόπιου χριστιανικού πληθυσμού συνεχίστηκαν όλο το χρόνο, όμως μετά τον Μάρτιο του 1914 άρχισαν να παίρνουν πιο συστηματική μορφή.
Τα κύρια χαρακτηριστικά των εφαρμοζόμενων πολιτικών ήταν:
1) επιθέσεις σε ελληνικά χωριά και χωρικούς από τις μονάδες της Ειδικής Οργάνωσης, με την κεντρική διοίκηση (κυβέρνηση) να ισχυρίζεται και να ενεργεί σαν να μην έχει καμία σχέση με την όλη υπόθεση,
2) εξαναγκασμός ατόμων/πληθυσμών να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους λόγω της τρομοκρατίας και των δολοφονιών
3) άδειασμα ολόκληρων χωριών και στρατολόγηση όλου του ανδρικού πληθυσμού που ήταν σε ηλικία στράτευσης σε τάγματα εργασίας
4) κατάσχεση των ελληνικής ιδιοκτησίας επιχειρήσεων και μεταβίβασή τους σε μουσουλμάνους. /8/
Τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 1913 το ελληνικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεων έστειλε έναν ολόκληρο ποταμό επιστολών στην Υψηλή Πύλη, διαμαρτυρόμενο για τις διαρκείς επιθέσεις σε ελληνικά χωριά στην περιοχή του Αιγαίου, τις λεηλασίες οικιών, τις άνευ αιτίας κρατήσεις και τις συλλήψεις ατόμων, και την αναγκαστική απέλαση τους. /9/
Μία από τις πλουσιότερες πηγής άντλησης πληροφοριών σχετικά με τη λειτουργία του διπλού συστήματος που η κυβέρνηση είχε θέσει σε εφαρμογή είναι τα απομνημονεύματα των προαναφερθέντων στελεχών της Ειδικής Οργάνωσης. Ο Halil Menteşe, για παράδειγμα, γράφει ότι: «Δεν θα φαινόταν ότι δρουν εξ ονόματος της κυβέρνησης οι κυβερνήτες των επαρχιών και οι κρατικοί υπάλληλοι. Την υπόθεση θα αναλάμβανε η οργάνωση της Επιτροπής (Ένωση και Πρόοδος)…» /10/ Επιπλέον, θα οργανώνονταν συναντήσεις υψηλότερου επιπέδου, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα σωστά άτομα θα επόπτευαν τα γεγονότα και θα διασφάλιζαν ότι όλα εξελίσσονται σύμφωνα με το σχέδιο. Μεγάλο μέρος της ευθύνης για την υλοποίηση του προγράμματος ανέλαβε ο Kuşçubaşı:
«Οι Έλληνες παρενοχλούνταν με διάφορα μέσα και αναγκάζονταν να μεταναστεύουν εξ αιτίας των επιθέσεων και της καταπίεσης που τους ασκούταν. Οι ένοπλες συμμορίες υπό τον διοικητή των Ειδικών Δυνάμεων Kuşçubaşı Eşref Bey... διεξήγαγαν επιδρομές εναντίον των ελληνικών χωριών… Εκείνο το κομμάτι της ελληνικής νεολαίας που μπορούσε να κρατήσει όπλο συνελήφθη με στόχο (την τοποθέτησή του) σε τάγματα εργασίας, ώστε να δουλεύει στην κατασκευή δρόμων, στη δασοκομία και τις οικοδομές». /11/
Οι πληροφορίες που έδωσα ως εδώ είναι ευρέως γνωστές στον ακαδημαϊκό κόσμο. Αυτό που πρόσφατα ανακάλυψα είναι ότι η λειτουργία του διπλού μηχανισμού μπορεί να αποδειχτεί από τα Πρωθυπουργικά Αρχεία.
Η προσπάθεια του Talat Pasha να εμφανίσει τόσο τον εαυτό του όσο και την οθωμανική κυβέρνηση ως ανίδεους σχετικά με τις βίαιες εξώσεις και τις δολοφονίες –μια θέση που στη συνέχεια διαψεύστηκε από τα απομνημονεύματα πολλών Τούρκων που είχαν άμεση εμπλοκή στα παραπάνω γεγονότα– πρέπει να θεωρηθεί απλώς ως ένα άλλο παράδειγμα των πολιτικών του «διπλού μηχανισμού» που περιγράφηκε προηγουμένως. Ένας από τους πρωταγωνιστές αυτών των «εκκαθαριστικών» επιχειρήσεων, ο Kuşçubaşı Eşref, αναφέρει ότι τον καιρό που ο Talat πραγματοποιούσε την περιοδεία του στην περιοχή του Αιγαίου, συναντήθηκε μαζί του κρυφά στη Μαγνησία και ο Talat του είπε: «Προσπαθήστε να μην είστε και τόσο ορατοί τώρα, τουλάχιστον μέχρι εγώ να επιστρέψω (στην Κωνσταντινούπολη)… Να μην έρθετε ούτε στη Σμύρνη κατά τις επόμενες δυο-τρεις μέρες. Προσπαθήστε να μη γίνετε αντιληπτοί από ανατρεπτικά στοιχεία στις παράκτιες περιοχές, όπως επίσης και από ξένες πρεσβείες και προξενεία – ακόμα και αυτά των συμμάχων μας». /12/
Η «απέλαση» των Ελλήνων: Μια πρόβα για τις απελάσεις των Αρμενίων του 1915-17
Η θέση που υποστηρίζω εδώ είναι ότι υπάρχει μια συνέχεια ανάμεσα στις οργανωμένες «εκκαθαριστικές επιχειρήσεις» των μη-μουσουλμανικών πληθυσμών της Δυτικής Ανατολίας, και πρωτίστως ανάμεσα τη βίαιη εκδίωξη του ελληνικού πληθυσμού που άρχισε την άνοιξη του 1914 και στην «εκκαθάριση» της Ανατολίας από τον αρμένικο πληθυσμό της κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου. Ακόμα κι αν επί του παρόντος δεν έχουμε απτές αποδείξεις σχετικά με το κατά πόσο αυτές οι δύο «εκκαθαριστικές επιχειρήσεις» αποτελούν ένα ενιαίο και συνολικό σχέδιο, μπορούμε όμως να διακρίνουμε μια σαφέστατη συνέχεια ανάμεσα στις δύο αυτές δράσεις τόσο όσον αφορά στις γενικές γραμμές οργάνωσής τους όσο και στα άτομα που συμμετείχαν. Οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν εναντίον των Ελλήνων μεταξύ του 1913 και του 1914 μας φαίνονται ως ένα είδος «προπομπού» των κατοπινών και εν καιρώ πολέμου απελάσεων εναντίων του αρμενικού πληθυσμού. /13/
Στις αναμνήσεις του από αυτή την περίοδο ο Αμερικανός πρέσβης Henry Morgenthau αναφέρει ότι ο Bedri Bey, ο Επίτροπος Αστυνομίας Κωνσταντινουπόλεως, είπε σε έναν από τους γραμματείς του ότι «οι Τούρκοι έδιωξαν τόσο επιτυχώς τους Έλληνες, που αποφάσισαν να εφαρμόσουν την ίδια μέθοδο και σε άλλες φυλές της αυτοκρατορίας»./14/ Ο ίδιος, στην πρεσβευτική αναφορά του της 18ης Νοεμβρίου του 1915, επισημαίνει μια παράλληλη ομοιότητα και τονίζει ότι η ανεμπόδιστη απέλαση 100-150.000 ατόμων τον Μάιο και τον Ιούνιο του 1914 μπροστά στα μάτια των Μεγάλων Δυνάμεων αποτέλεσε έναν σοβαρό παράγοντα ενθάρρυνσης για την κατοπινή και εν καιρώ πολέμου απέλαση των Αρμενίων. /15/
Όσον αφορά τη συνέχεια των επιχειρησιακών στελεχών στις δύο επιχειρήσεις, εμφανίζεται στη σκηνή η μορφή του Şükrü Kaya ως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Όπως είδαμε και προηγουμένως, ο Kaya είχε κατά το παρελθόν συμμετάσχει στην επιτροπή που ήταν επιφορτισμένη με την εποπτεία την τουρκο-βουλγαρική ανταλλαγή πληθυσμών μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων. Μετά από αυτό το ρόλο, εργάστηκε στην τουρκο-ελληνική επιτροπή που ανέλαβε να εκτελέσει παρόμοια αποστολή και, στη συνέχεια, ως γενικός διευθυντής του Γραφείου Φυλετικού και Μεταναστευτικού Διακανονισμού (İAMM) του Υπουργείου Εσωτερικών, έγινε ένας από τους κύριους οργανωτές των απελάσεων των Αρμενίων. Μια άλλη σημαντική προσωπικότητα σ’ αυτή την υπόθεση ήταν το μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της ΕΕΠ Δρ. Nâzım. Ο Nâzım, ως ηγετικό στέλεχος της Ειδικής Οργάνωσης (Teşkilat-ı Mahsusa), θα δράσει επίσης ως ένας από τους κεντρικούς σχεδιαστές των απελάσεων και των δολοφονιών των Αρμενίων. Προηγουμένως όμως είχε εμπλακεί στην επεξεργασία του σχεδίου ανθελληνικών επιχειρήσεων στη Σμύρνη, το καλοκαίρι του 1914. Εκθέσεις του Αμερικανικού Προξενείου Σμύρνης αναφέρονται σ’ αυτόν ως έναν από τους «αγκιτάτορες» της περιοχής /16/. Ο Alfred van der Zee, πρόξενος της Δανίας στη Σμύρνη στις εκθέσεις του αναφέρει ότι οι δράσεις εναντίον των «φιλειρηνικών και εργατικών» Ελλήνων στηρίζονταν σε κυβερνητικές εντολές και ότι «ευρείας κλίμακας, συστηματικές και βίαια τιμωρητικές» δράσεις διευθύνονταν από τον Δρ. Nâzım. /17/
Ένα τρίτο σημείο σύνδεσης των δύο αυτών επιχειρήσεων είναι ο Δρ. Reşit, ο οποίος υπηρέτησε ως κυβερνήτης της επαρχίας του Diyarbakır την εποχή των απελάσεων των Αρμενίων. Αυτός αναδείχθηκε αρχικά με το ρόλο που έπαιξε στην οργάνωση της απέλασης/εκδίωξης των Ελλήνων από την περιοχή του Balıkesir την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1914. Μετά την ολοκλήρωση αυτού του έργου, αρχικά διορίστηκε κυβερνήτης της επαρχίας της Μοσούλης, στη συνέχεια μετατέθηκε στο Diyarbakır, όπου θα συντελέσει στη δημιουργία του σώματος των κιργισίων χωροφυλάκων, που θα εργαστούν μαζί του κατά τη διάρκεια των απελάσεων. /18/
Το τέταρτο και τελευταίο πρόσωπο που θα δώσουμε ως παράδειγμα είναι ο Pertev Pasha, στρατιωτικός διοικητής, τον οποίο ο Celal Bayar περιγράφει ως το πρόσωπο που ευθύνεται για την «επιχείρηση εκκαθάρισης της λεκάνης του Αιγαίου» κατά τη διάρκεια του 1913-1914. Αργότερα τοποθετήθηκε στην περιοχή του Sivas, όπου θα διαδραματίσει βασικό ρόλο στις εκτοπίσεις και τις δολοφονίες των Αρμενίων. /19/ Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης του πρώτου κοινοβουλίου της νεοσύστατης Τουρκικής Δημοκρατίας στις 6 Οκτωβρίου του 1921, ο τότε Υπουργός Οικονομικών περιέγραψε τον Pertev Pasha ως «έναν που πλούτισε από τον πόλεμο» (savaş zengini). /20/
Τόσο στην περίπτωση των Ελλήνων όσο και των Αρμενίων, οι βίαιες εκτοπίσεις και οι απελάσεις φαινομενικά διεξήχθησαν κάτω από την ομπρέλα νομιμότητας του οθωμανικού καθεστώτος ως μέρος μιας συνολικότερης πληθυσμιακής πολιτικής, όμως, παράλληλα με το νομικό πλαίσιο, τέθηκε σε εφαρμογή ένα ανεπίσημο σχέδιο με τη λειτουργία ενός σκιώδους μηχανισμού που ανέλαβε να διαπράξει μια σειρά από πράξεις βίας και τρομοκρατίας κατά των χριστιανών της Αυτοκρατορίας. Μεταξύ των πιο εντυπωσιακών ομοιοτήτων ανάμεσα στις δύο αυτές περιπτώσεις είναι η δημιουργία Ειδικών Επιχειρησιακών Μονάδων και η στράτευση των νεαρών αντρών στα τάγματα εργασίας.
Οι ομοιότητες αυτές δεν διέφυγαν της προσοχής ούτε του Morgenthau ούτε του Toynbee. Καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου ο αμερικανός πρέσβης στις εκθέσεις του εφιστούσε τη προσοχή στην ομοιότητα των μεθόδων που χρησιμοποίησε η οθωμανική κυβέρνηση στην εκδίωξη των ελληνικών πληθυσμών κατά το 1913-1914 με αυτές που χρησιμοποιήθηκαν τον επόμενο χρόνο εναντίον των Αρμενίων.
Οι Τούρκοι εφάρμοσαν σχεδόν πανομοιότυπα την ίδια διαδικασία εναντίον των Ελλήνων με εκείνη που εφάρμοσαν και εναντίον των Αρμενίων. Άρχισαν με την ενσωμάτωση των Ελλήνων στον οθωμανικό στρατό που στη συνέχεια τους μετέφεραν στα τάγματα εργασίας, χρησιμοποιώντας τους στην κατασκευή δρόμων στην περιοχή του Καυκάσου και άλλους τομείς εργασίας. Αυτοί οι έλληνες στρατιώτες, όπως και οι Αρμένιοι, πέθαναν κατά χιλιάδες από το κρύο, την πείνα και άλλες στερήσεις… Παντού οι Έλληνες τοποθετήθηκαν σε ομάδες και, υπό την «προστασία» τούρκων χωροφυλάκων, μεταφέρθηκαν, διανύοντας τη μεγαλύτερη απόσταση με τα πόδια, στην ενδοχώρα. /21/
Ο Arnold Toynbee από την πλευρά του θα προβεί σε ανάλογες διαπιστώσεις σχετικά με των συστηματικό και οργανωμένο χαρακτήρα των δύο αυτών δράσεων: «… έτσι λοιπόν ο Βαλκανικός πόλεμος είχε διπλή συγκομιδή θυμάτων: πρώτον, τους Rumili Τούρκους από τη μία και τους Έλληνες της Ανατολίας από την άλλη». Στη συνέχεια προσθέτει ότι:
«Ολόκληρες ελληνικές κοινότητες εκδιώχθηκαν από τα σπίτια τους με την άσκηση τρομοκρατίας σε βάρος τους, τα σπίτια τους, τα κτήματά τους και συχνά η κινητή τους περιουσία κατασχέθηκαν, και πολλοί σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας… Η διαδικασία αυτή φέρει στοιχεία που δείχνουν ότι ήταν συστηματική. Η τρομοκρατία χτυπούσε τη μία περιοχή μετά την άλλη και ασκήθηκε από τις συμμορίες των «τσετών» που δημιουργήθηκαν τόσο από τους πρόσφυγες απ’ τα Βαλκάνια, όσο και από τον ντόπιο πληθυσμό και κατά περιπτώσεις ενισχύθηκαν από την τακτική οθωμανική χωροφυλακή… Οι τουρκικές «πολιτικές» τσέτες που έκαναν την εμφάνισή τους το 1914 στα δυτικά παράλια… εξετέλεσαν τα σχέδια της κυβέρνησης της Ένωσης και Προόδου εναντίον των Αρμενίων…» /22/
[1] Takvim-i Vekayi, no. 3540 (5 May 1919).
[2] Σύμφωνα με την οθωμανική απογραφή του 1914, ο πληθυσμός της αυτοκρατορίας, συμπεριλαμβανομένων και των αραβικών επαρχιών της, ήταν περίπου 18,5 εκατομμύρια. Αν εξαιρέσουμε τις τελευταίες, ο πληθυσμός της Ανατολίας θα πρέπει να κυμαινόταν ανάμεσα στα 15 με 17,5 εκατομμύρια. Στις μελέτες του για τον πληθυσμό της αυτοκρατορίας ο Kemal Karpat εκτιμά ότι ο πληθυσμός της Ανατολίας πρέπει να ανερχόταν γύρω στα 15 εκατομμύρια. [Osmanlı Nüfusu (1830-1914), Demografik ve Sosyal Özellikleri, (İstanbul: Tarih Vakfı Yayınları, 2003), σ. 226]. Στη βάση διάφορων αυξητικών διορθώσεων αυτών των στοιχείων ο Justin McCarthy ανεβάζει τον αριθμό του πληθυσμού της Ανατολίας στα 17,5 εκατομμύρια. [Mulsim and Minorities, The Population of Ottoman Anatolia and the End of the Empire (İstanbul: İnkılap, 1998), σ. 110.]
[3] Για πιο λεπτομερείς πληροφορίες επί του θέματος, βλέπε: Taner Akçam, A Shameful Act. The Armenian Genocide and the Question of Turkish Responsibility, op. cit., pp. 102-108.
[4]Halil Menteşe, Osmanlı Mebusan Meclisi Reisi Halil Menteşe'nin Anıları, (İstanbul, Hürriyet Vakfı Yayınları, 1986), p. 165.
[5] PA-AA/Botschaft Konstantinopel/Bd. 169. Νότα που προστέθηκε από τον Γενικό Πρόξενο της Γερμανίας στην Κωνσταντινούπολη και ειδικό για τις αρμενικές υποθέσεις Johannes Mordtman στην έκθεση του Προξένου στο Χαλέπι Rössler προς τη Γερμανική Πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη, με ημερομηνία 6 Ιουνίου 1915.
[6] Από τα απομνημονεύματα του Kuşçubaşı Eşref, ενός εκ των βασικών στελεχών τη ‘‘Ειδικής Οργάνωσης’’ (Teşkilat-ı Mahsusa) που ευθύνεται για την «εκκαθάριση» της Ανατολίας από τους μη-μουσουλμανικούς πληθυσμούς΄ περιλαμβάνεται στο: Celal Bayar, Ben de Yazdım, vol. 5, (İstanbul: Baha Matbaası, 1967), p. 1578.
[7] Elisabeth Kontogiorgi, «Forced Migration, Repatriation, Exodus: the Case of Ganos-Chora and Myriophyto-Peristaris Orthodox Communities in Eastern Thrace», Balkan Studies, vol. 35, no. 1 (1995), pp. 22-24.
[8] Μια λεπτομερής περιγραφή των επιθέσεων εναντίον των ελληνικών χωριών στην περιοχή του Αιγαίου μπορεί να αναζητηθεί στο: Archimandrite Alexander Papadopoulos, Persecution of the Greeks in Turkey before the European War (New York: Oxford University Press American Branch, 1919).
[9] ibid., pp. 27-29.
[10] Halil Menteşe, Osmanlı Mebusan Meclisi Reisi..., op. cit., p. 166.
[11] Nurdoğan Taçalan, Ege'de Kurtuluş Savaşı Başlarken (Istanbul, Milliyet Yayınları, 1970), pp. 71-3.
[12] Cemal Kutay, Etniki Etarya’dan Günümüze, Ege’nin Türk Kalma Savaşı, (İstanbul: Boğaziçi Yayınları, 1980), p. 226
[13] Εδώ θα κάνουμε μόνο κάποιες περιορισμένου εύρους παρατηρήσεις σχετικά με το θέμα. Στην πραγματικότητα, ο βαθμός συνέχειας των προσώπων που ενεπλάκησαν τόσο στις ανθελληνικές όσο και στις αντιαρμενικές πολιτικές είναι ένα πολύ σημαντικό θέμα και χρήζει ξεχωριστής μελέτης.
[14]Henry Morgenthau, Ambassador Morgenthau's Story, (Garden City, New York: Doubleday, Page & Company, 1918), p. 323.
[15] NA/RG59/867.00/798.5, Έκθεση του Πρέσβη Morgenthau, με ημερομηνία 18 Νοεμβρίου του 1915; αναπαραγωγή στο: Sarafyan (ed.), United States Official Record..., op. cit., p. 372.
[16] Έκθεση του Αμερικανού Αναπληρωτή Πρόξενου στη Σμύρνη W. H. Anderson, dated 18 July 1914; United States National Archives Record Group 59/867.00/636, pp. 3-4, Adalian (ed.), AGUS, microfiche no. 6.
[17] Matthias Bjørnlund, «The 1914 cleansing of Aegean Greeks as a case of violent Turkification», Journal of Genocide Research, 1:2 (2006), p. 43
[18] «Όσον καιρό που ο Dr. Reşid Bey ήταν κυβερνήτης του διοικητικού διαμερίσματος του Karesi (Balıkesir), όπου και παρέμεινε μέχρι τις 23 Ιουλίου, έδειξε μεγάλο ζήλο στην εξαναγκασμό τον Ελλήνων να μεταναστεύσουν, και στις δημόσιες υπηρεσίες», Nejdet Bilgi, Dr. Mehmed Reşid Şahingiray Hayatı ve Hatıraları, (İzmir: Akademi Kitabevi, 1997), pp. 21-22; 87-89.
[19] Για τη θητεία και τις δραστηριότητες του Pertev Pasha στην περιοχή Sivas, βλέπε: Dadrian, «Ottoman Archives and Denials...», loc. cit., p. 309.
[20] T.B.M.M. Zabıt Cerideleri, Devre 1, İçtima 2, Cilt 13, (Ankara: T.B.M.M. Matbaası, 1958), pp. 96-7.
[21] Morgenthau, Ambassador Morgenthau’s Story..., op. cit., pp.324-325. Ο Morgenthau σημειώνει επίσης ότι, αντίθετα από τους Αρμένιους, οι Έλληνες δεν έγιναν αντικείμενο μαζικού σφαγιασμού.
[22] Toynbee, The Western Question in Greece and Turkey..., op. cit., pp. 139, 280.
Ο Taner Akçam είναι ιστορικός και διδάσκει στο Τμήμα Ιστορίας του Πανεπιστημίου Clark στο Worchester της Μασαχουσέτης. To κείμενο του αποτελεί τμήμα της εισήγησής του με τίτλο «The Greek “Deportations” and Massacres of 1913-1914. A Trial Run for the Armenian Genocide» που έγινε στην «Ακαδημαϊκή Σύνοδο για την Μικρασιατική Καταστροφή», 7 Νοεμβρίου 2010, Ρόουζμοντ, Ιλλινόις. Το Μάιο του 2009, συμμετείχε στο διεθνές επιστημονικό συνέδριο που έγινε στην Αθήνα υπό τον τίτλο: «Πόντιοι-Αρμένιοι-Ασσύριοι. Τρεις γενοκτονίες, ένας θύτης».
Πέμπτη 26 Μαΐου 2011
Το 7ο τεύχος των Δρόμων της Ιστορίας με θέμα: Από την Αυτοκρατορία στο έθνος-κράτος. Η Γενοκτονία στην Ανατολή
Οι Δρόμοι της Ιστορίας, στο 7ο αφιέρωμα τους με τίτλο «Από την Αυτοκρατορία στο έθνος-κράτος: η γενοκτονία στην Ανατολή», με μεγάλη ικανοποίηση φιλοξενούν άρθρα ιστορικών και διανοούμενων από την Τουρκία, που διαπραγματεύονται το ζήτημα της μετάβασης από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στο τουρκικό έθνος-κράτος και την τύχη που επιφυλάχτηκε στους χριστιανικούς πληθυσμούς αλλά και τις άλλες μειονότητες μέσα σε αυτή τη διαδικασία. Το αφιέρωμα θα κυκλοφορήσει με την εφημερίδα Δρόμος, το Σάββατο 28 Μαΐου. Στο αφιέρωμα αυτό μπορείτε να διαβάσετε:
Η συνείδηση της Ιστορίας θα μας απελευθερώσει, του Fikret Baskaya
«Ο πόνος δεν θα ήταν μικρότερος, αν δεν μιλούσαμε για γενοκτονία», μια συνομιλία με τον συγγραφέα Doğan Akanlı
Για το Αρμενικό, Ελληνικό, Κουρδικό και Αλεβίτικο Ζήτημα. Μια διασκεδαστική και επικίνδυνη ενασχόληση, του Ahmet Oral
Γενοκτονία για την «ιερή πατρίδα», του Attila Tuygan
Οι εκτοπίσεις και οι σφαγές των Ελλήνων του 1913-1914: Πρόβα για τη Γενοκτονία των Αρμενίων, του Taner Akçam
Η ιδέα του ανεξάρτητου Πόντου και η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, τoυ Sait Çetinoğlu
Μια τραγική σελίδα στην εκκαθάριση των Ρωμιών, 1914-1924, της Pervin Erbil
Βιογραφικά
Ο Fikret Başkaya σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες. Εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή στο Παρίσι, στο Université de Poitiers. Ερεύνησε θέματα αποικιοκρατίας, ιμπεριαλισμού και μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό και συνέγραψε αρκετά βιβλία. Δίδαξε στο Abant İzzet Baysal Üniversitesi . Φυλακίστηκε για τη συγγραφή του βιβλίου «Η χρεωκοπία του παραδείγματος. Κριτική στην επίσημη ιδεολογία». Μετά την αποφυλάκισή του δημιούργησε το Ίδρυμα «Φόρουμ Τουρκίας και Μέσης Ανατολής», που έγινε γνωστό ως «Ελεύθερο Πανεπιστήμιο». Είναι από τους διανοούμενους που έχουν υποστεί τις περισσότερες διώξεις στην Τουρκία.
Ο Ahmet Oral είναι Γλωσσολόγος-Eκπαιδευτικός. Αποφοίτησε από το Uppsala University στη Σουηδία. Το βασικό πτυχίο το έλαβε από την Εκπαιδευτική Ακαδημία του Bingöl. Απολύθηκε από την εκπαίδευση λόγω των πολιτικών του απόψεων. Κατά την περίοδο του φασιστικού πραξικοπήματος καταδικάστηκε σε 10 χρόνια φυλάκιση. Μ ετην αποφυλάκισή του εργάστηκε στις εκδόσεις βιβλίων ως διευθυντής σε εκδοτικούς οίκους (Ment, Zel, Nugken). Σήμερα διευθύνει τις εκδόσεις «Peri». Έχει εξειδικευτεί στη μελέτη του αρμενικού και του κουρδικού ζητήματος. Έχει συγγράψει 26 βιβλία και ως εκδότης έχει εκδόσει 380 τίτλους.
Ο Doğan Akanlı γεννήθηκε το 1957 στο Ciritdüsü της επαρχίας Artvin και σπύδασε Κοινωνικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης. Πέρασε στην παρανομία μετά την επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας στην Τουρκία το 1980. Την περίοδο 1985-1987 ήταν έγκλειστος στις στρατιωτικές φυλακές της Ιστανμπούλ ως πολιτικός κρατούμενος. Το 1991 φυγαδεύτηκε στη Γερμανία, αναγνωρίστηκε ως πολιτικός πρόσφυγας, και αργότερα η Τουρκία του αφαίρεσε την υπηκοότητα. Από τα μέσα της δεκαετίας του '90 ζει ως συγγραφέας στην Κολωνία. Στο επίκεντρο της κοινωνικής του δράσης βρίσκεται η μνημόνευση των γενοκτονιών του 20ου αιώνα καθώς και ο διαπολιτισμικός διάλογος με στόχο τη συμφιλίωση.
Ο Attila Tuygan σπούδασε στη Σχολή Ξένων Σπουδών στην Κωσταντινούπολη. Συνελήφθη πολλές φορές μετα το πραξικόπημα του Σεπτεμβρίου του 1980. Έχει γράψει πολλά κείμενα, όπως «Η γενοκτονία των Αρμενίων μέσα απ’ τα γερμανικά αρχεία» (2008), «Οι σφαγές, η Αντίσταση και οι συνεργάτες» (2007), κ.ά. Έχει επιμεληθεί την έκδοση πολλών βιβλίων, όπως «Οι φέροντες κρυφή θρησκεία» του Γιώργου Ανδρεάδη (1997), «Τα πολιτισμικά δικαιώματα των Κούρδων» του Kerim Gildiz (2004) κ.ά. Μετέφρασε στα τουρκικά, βιβλία με θέματα Μαρξισμού.
Ο Taner Akçam είναι ιστορικός και διδάσκει στο Τμήμα Ιστορίας του Πανεπιστημίου Clark στο Worchester της Μασαχουσέτης. To κείμενο του αποτελεί τμήμα της εισήγησής του με τίτλο «The Greek “Deportations” and Massacres of 1913-1914. A Trial Run for the Armenian Genocide» που έγινε στην «Ακαδημαϊκή Σύνοδο για την Μικρασιατική Καταστροφή», 7 Νοεμβρίου 2010, Ρόουζμοντ, Ιλλινόις. Το Μάιο του 2009, συμμετείχε στο διεθνές επιστημονικό συνέδριο που έγινε στην Αθήνα υπό τον τίτλο: «Πόντιοι-Αρμένιοι-Ασσύριοι. Τρεις γενοκτονίες, ένας θύτης».
Ο Ali Sait Çetinoğlu είναι Τούρκος ακαδημαϊκός. Στα ενδιαφέροντά του περιλαμβάνονται οι Νεότουρκοι, ο Κεμαλισμός, το Ποντιακό Ζήτημα κ.ά. Έχει δημοσιεύσει πολλά άρθρα, με βάση την έρευνα στα Εθνικά Αρχεία της Τουρκίας. Το βιβλίο του «Varlık Vergisi (1942-1944) / Konomik ve Kültürel Jenosid» (Φόρος Περιουσίας (1942-1944) Οικονομική και πολιτιστική γενοκτονία) εκδόθηκε το 2009 στην Κωνσταντινούπολη. Συνέγραψε τη μελέτη «Pontos Sorunu» (To Ποντιακό Ζητημα). Στο διεθνές επιστημονικό συνέδριο «Τρείς Γενοκτoνίες, Μία Στρατηγική», Αθήνα, Σεπτέμβριος 2010, παρουσίασε την εισήγηση «Η ιδέα του ανεξάρτητου Πόντου και η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου».
Η Pervin Erbil είναι ερευνήτρια και συγγραφέας σε ζητήματα Κοινωνιολογίας και Πολιτισμού. Δίδαξε στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο που ίδρυσε ο Fikret Baskaya. Το βιβλίο της «Η Νιόβη θρηνούσε για την Ανατολή» μεταφράστηκε και στα ελληνικά. Εργάζεται έως σήμερα σε θέματα κοινωνικών επιστημών.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




