Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δρόμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δρόμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 7 Απριλίου 2012

Οι ιστορικοί για την κρίση





Μετά από απουσία μερικών μηνών οι Δρόμοι της Ιστορίας επιστρέφουν ανανεωμένοι. Δεν είναι πλέον «μονοθεματικοί», χωρίς ωστόσο να παραιτούνται από το διάλογο μέσω αφιερωμάτων σε ποικίλα θέματα. Επιχειρούν να γίνουν πιο επίκαιροι και «μάχιμοι», ενημερώνοντας τους αναγνώστες για εκδηλώσεις, συζητήσεις, νέες εκδόσεις και ό,τι ενδιαφέρον κυκλοφορεί στους «δρόμους της ιστορίας».
Η σημερινή μας διαδρομή είναι αφιερωμένη στο θέμα «Οι ιστορικοί για την κρίση» Μέσα από το αφιέρωμα επιχειρούμε να προσεγγίσουμε την κρίση μέσα από τα μάτια της ιστορίας και των μεθόδων της ιστορικής επιστήμης.
Στόχος μας είναι να αναδείξουμε τον ιστορικό λόγο, τις ιστορικές διαστάσεις και προοπτικές της κρίσης, δεδομένου μάλιστα ότι μέχρι σήμερα η δημόσια συζήτηση για το ζήτημα στην Ελλάδα έχει ουσιαστικά μονοπωληθεί από τους οικονομολόγους.
Η δυνατότητα της ιστορίας να αναφέρεται στη μακρά περίοδο παρέχει τη δυνατότητα να εξεταστούν στην ιστορική τους διάσταση τα φαινόμενα, οι εκδηλώσεις, οι αιτίες και οι συνέπειες της κρίσης.
Σε καμία περίπτωση δεν μας διαφεύγει ότι η σημερινή κρίση έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και νέες εκφράσεις που πρέπει να μελετηθούν στη συγχρονία τους. Ωστόσο, και σε αυτή την περίπτωση η ιστορική ανάλυση θεωρούμε ότι μπορεί να συμβάλει πολλαπλά στην ερμηνεία και κατανόηση της παρούσας κρίσης, αλλά και στην ανίχνευση δρόμων για το ξεπέρασμά της.
Για το λόγο αυτό, ανοίγοντας το διάλογο, απευθυνθήκαμε σε δύο ιστορικούς, οι οποίοι έχουν συμμετάσχει στις συζητήσεις που έχουν μέχρι σήμερα διεξαχθεί στην ιστορική κοινότητα –και όχι μόνο– για την κρίση, τη Χριστίνα Αγριαντώνη, καθηγήτρια ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και τον Αντώνη Λιάκο, καθηγητή ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Τα ζητήματα που θέσαμε αφορούσαν: τα ιστορικά πλαίσια, τις ιστορικές διαστάσεις και τα νέα δεδομένα της κρίσης, τα δημόσια-ηγεμονικά αφηγήματα για τις αιτίες των κρίσεων στην Ελλάδα, τη συμβολή των ιστορικών και της ιστορίας στη συζήτηση για την κρίση, αλλά και την αποτίμηση των μέχρι σήμερα διεργασιών μεταξύ των ιστορικών αναφορικά με αυτήν.
Επιδίωξή μας μας είναι να συνεχιστεί αυτός ο διάλογος με νέες συμβολές σε επόμενα τεύχη των Δρόμων.
Επιμέλεια αφιερώματος
Μαρία Μαυροειδή
"Η οικονομία δεν είναι ένα αυτόνομο πεδίο, υπεράνω πολιτικής και ιδεολογίας", συνέντευξη της Χριστίνας Αγριαντώνη στη Μαρία Μαυροειδή
Στους δρόμους της ιστορίας... συνέδρια - εκδηλώσεις - ειδήσεις

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

67 χρόνια από τη μάχη της Αθήνας

Μια λαϊκή εξέγερση ενάντια στον ιμπεριαλισμό

(δημοσιεύτηκε στον Δρόμο της Αριστεράς, το Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011)

Στις 12 Δεκεμβρίου 1944 ο ΕΛΑΣ προσπαθούσε ήδη επί έξι ημέρες να καταλάβει την έδρα του Συντάγματος Χωροφυλακής, άλλοτε στρατιωτικό νοσοκομείο, στου Μακρυγιάννη, όπου σήμερα το Μουσείο της Ακρόπολης και να εξουδετερώσει με αυτόν τον τρόπο μια σημαντική εστία αντιπάλων του, που αποτελούνταν από χωροφύλακες απ’ όλη τη χώρα αλλά και ταγματασφαλίτες. Η επίθεση είχε αποτύχει, κυρίως λόγω της βρετανικής επέμβασης υπέρ των πολιορκημένων με άρματα μάχης αλλά και με πυρά από το βράχο της Ακρόπολης. Την ίδια ημέρα άρχιζε η αερομεταφορά στο Ελληνικό και η απόβαση στο Φάληρο της 4ης Βρετανικής Μεραρχίας και ουσιαστικά η αντίστροφη μέτρηση για την έκβαση της μάχης της Αθήνας. Ο ΕΛΑΣ δε, μόλις την προηγούμενη το είχε πάρει απόφαση ότι θα έπρεπε να βρεθεί επίσημα σε εμπόλεμη κατάσταση με τους σύμμαχους Βρετανούς.
Οι βρετανικές ενισχύσεις έφθαναν αθρόες στην Αθήνα. Στον Πειραιά άγριες μάχες ξέσπασαν για τον έλεγχο του λιμανιού. Ο λόφος της Καστέλας βομβαρδίστηκε επανειλημμένα για πολλές ώρες. Τελικά μια έφοδος αποικιακών ταγμάτων της 4ης Ινδικής Μεραρχίας οδήγησε στη σφαγή των υπερασπιστών του λόφου. Ο δρόμος είχε ανοίξει για τη μεγάλη επίθεση προς την Αθήνα από δυνάμεις που είχαν συγκεντρωθεί από όπου ήταν δυνατόν, το ιταλικό μέτωπο, τα νησιά και άλλες περιοχές της χώρας. Τρεις βρετανικές ταξιαρχίες, ειδικές μονάδες, πυροβολικό και άρματα μάχης ξεκίνησαν την προέλασή τους από τη λεωφόρο Συγγρού. Το βασικό οχυρό του ΕΛΑΣ ήταν το παγοποιείο-ζυθοποιείο ΦΙΞ. Αφού περικυκλώθηκε, τα άρματα μάχης με τον όγκο τους διέλυσαν τους εξωτερικούς τοίχους. Οι υπερασπιστές του εργοστασίου σκοτώθηκαν μέχρις ενός.
Παρά την ηρωική αντίσταση του ΕΛΑΣ και του λαού της Αθήνας, τις επόμενες μέρες η καταθλιπτική υπεροχή των Βρετανών έκρινε την έκβαση της μάχης. Η έλλειψη, ή καλύτερα εξάντληση, των πυρομαχικών του ΕΛΑΣ δεν του επέτρεπαν να συνεχίσει την αντίσταση του. Μετά τα Χριστούγεννα, η Καισαριανή κάηκε μετά από βομβαρδισμό από την ξηρά, τον αέρα και θάλασσα, με 290 νεκρούς. Πάνω από 3.000 ήταν συνολικά οι νεκροί άμαχοι, πάνω από 1.000 απ’ αυτούς από τους βομβαρδισμούς της ΡΑΦ.
Στο τέλος των Δεκεμβριανών, οι δυνάμεις των Βρετανών στην Αθήνα ξεπερνούσαν τους 80.000 άνδρες, δύναμη μεγαλύτερη, όπως παρατηρεί ο Γ. Μαργαρίτης, από το Βρετανικό Εκστρατευτικό Σώμα που είχε έρθει την άνοιξη του 1941 για να συνδράμει την Ελλάδα στον πόλεμο ενάντια στην Ιταλία, και σχεδόν ίση με τις ιταλικές δυνάμεις που εισέβαλαν στη χώρα τον Οκτώβριο του 1940.
Η παραπάνω εξιστόρηση είχε ως σκοπό της να δώσει μια εντύπωση του τι ήταν (και τι δεν ήταν) τα Δεκεμβριανά. Υπάρχει ακόμη η άποψη, μάλλον όχι στους αναγνώστες αυτής της εφημερίδας, πως τα Δεκεμβριανά ήταν ο «δεύτερος γύρος», άλλη μια προσπάθεια των κομμουνιστών να πάρουν με τη βία την εξουσία, μια «στάση» ενάντια στο επίσημο κράτος. Ωραιοποιημένες εκδοχές αυτού του σχήματος κυκλοφορούν ακόμη. Στην πραγματικότητα, ήταν το εντελώς αντίθετο. Μια ιμπεριαλιστική επέμβαση ενάντια σε μια πορεία που θα μπορούσε να οδηγήσει στην ελεύθερη έκφραση της λαϊκής βούλησης και που θα σήμαινε το τέλος της μοναρχίας και την εδραίωση του ΕΑΜ ως πρωταγωνιστή στην πολιτική σκηνή της χώρας.

Οι βρετανικές προθέσεις και ο χρήσιμος Παπανδρέου

Οι Βρετανοί ήθελαν την εξασφάλιση της επικυριαρχίας τους στην Ελλάδα μέσω της επιστροφής στο μεσοπολεμικό στάτους κβο. Με τον ήδη πραξικοπηματία Γεώργιο Β΄ ρυθμιστή της πολιτικής ζωής και μια επίφαση κοινοβουλευτισμού μέσω πειθήνιων στους ίδιους πολιτικών κομμάτων, των γνωστών λαϊκών και φιλελεύθερων. Ο Βενιζέλος όμως είχε πεθάνει προ πολλού και ο ελληνικός λαός, μέσω της αντιστασιακής εμπειρίας, ζητούσε στ’ αλήθεια δημοκρατία και ανεξαρτησία, όπως υποσχόταν ο Χάρτης του Ατλαντικού και οι συμφωνίες των Μεγάλων Συμμάχων. Ίσως και κάτι παραπάνω, «λαοκρατία και όχι βασιλιά». Με μια καθαρά αποικιοκρατική λογική, οι Βρετανοί –που πίσω τους στοιχήθηκε όλος ο «απών» αστικός πολιτικός κόσμος αλλά και οι ποικίλοι δωσίλογοι μηχανισμοί, κρατικοί και παρακρατικοί, κοινωνικοί και οικονομικοί– αποφάσισαν να ανακόψουν αυτές τις επικίνδυνες για την Αυτοκρατορία τους εξελίξεις, αδιαφορώντας επιδεικτικά για το ότι ο πόλεμος ενάντια στον Άξονα ήταν ακόμα σε εξέλιξη και για τις αγαθές απέναντί τους προθέσεις του ΕΑΜ, που εκδηλώνονταν με κάθε τρόπο.
Αξίζει να θυμίσουμε εδώ πως μεταχειρίστηκαν το πολιτικό προσωπικό. Όταν, την άνοιξη του 1944, έγινε αντιληπτό πως έπρεπε να απαντηθεί με πολιτικό τρόπο η επιρροή του ΕΑΜ και το αίτημα για εθνική ενότητα, εκδιώχτηκε από την πρωθυπουργία ο Εμμανουήλ Τσουδερός και ανήλθε σε αυτήν ο Σοφοκλής Βενιζέλος, όσο αρκούσε για να καεί με την καταστολή της εξέγερσης των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων στη Μέση Ανατολή. Είχε ανοίξει ο δρόμος για τον πιο φιλόδοξο και αδίστακτο Γεώργιο Παπανδρέου, που είχε εντυπωσιάσει τους Βρετανούς με τη ρητορική του ενάντια στην «αιματηρά τρομοκρατία» του ΕΛΑΣ. Ο Παπανδρέου υπηρέτησε τη μονόπλευρη πρόσδεση της Ελλάδας στη Βρετανία και κατάφερε να σχηματίσει μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας, πιέζοντας και εγκλωβίζοντας το ΕΑΜ. Υπερθεμάτισε στον ερχομό βρετανικών δυνάμεων στην Ελλάδα κατά την απελευθέρωση και συνέβαλε αποφασιστικά στο κορύφωμα της κρίσης που οδήγησε στη σύγκρουση του Δεκέμβρη, ψευδόμενος απροκάλυπτα σχετικά με τους όρους αποστράτευσης των αντάρτικων δυνάμεων που είχε συνομολογήσει με το ΕΑΜ. Όταν όμως έχασε τον έλεγχο και θέλησε να παραιτηθεί, η στάση των Βρετανών και συγκεκριμένα του Τσόρτσιλ ήταν χαρακτηριστική. Σε τηλεγράφημα προς τον βρετανό πρεσβευτή Λήπερ τόνισε: «Πρέπει να υποχρεώσετε τον Παπανδρέου να κάνει το καθήκον του […]. Αν παραιτηθεί, φυλακίστε τον έως ότου συνέλθει, όταν πια θα έχουν τελειώσει οι μάχες. Θα μπορούσε το ίδιο καλά να αρρωστήσει και να μη μπορεί να τον πλησιάσει κανείς. Έχει περάσει ο καιρός που η οποιαδήποτε ομάδα Ελλήνων πολιτικών θα μπορούσε να επηρεάσει αυτή την εξέγερση του όχλου». Όταν «τέλειωσαν οι μάχες», ο Παπανδρέου θα πεταχτεί σαν λεμονόκουπα, αλλά θα επιβιώσει πολιτικά, για δύο μάλιστα γενιές ακόμα με τα αποτελέσματα που όλοι απολαμβάνουμε. Θα αναλάβει δε ο Πλαστήρας που είχε ήδη δηλώσει την πρόθεση του για την εξόντωση των «αιμοβόρων ελασιτών».

Οι εκτιμήσεις του ΚΚΕ και η λαϊκή εξέγερση

Από την πλευρά τους, το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και το ΚΚΕ υποτίμησαν τόσο τις προθέσεις της Βρετανίας όσο και το σθένος και τα μέσα που διέθεσε για να τις πραγματοποιήσει. Ακολούθησαν μέχρι τέλους τη γραμμή της εθνικής ενότητας, την οποία υπερασπίζονταν ως δικό τους επίτευγμα, και πίστεψαν πως εδραιώνοντας «από τα κάτω» τις θέσεις τους στο συνδικαλιστικό κίνημα, στους παραγωγικούς και καταναλωτικούς συνεταιρισμούς και στην αυτοδιοίκηση, θα μπορούσαν να αντισταθμίσουν την «άνωθεν» και «έξωθεν» πολιτική πίεση. Όπως συμβαίνει συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις, οι υποχωρήσεις ήταν συνεχείς για να μη δοθούν λαβές στον αντίπαλο, την «αντίδραση», αλλά και για να διαφυλαχτούν οι εαμικές συμμαχίες.
Όταν τα πράγματα έφτασαν στη σύγκρουση, μετά το αιματοκύλισμα τόσο της πορείας του ΕΑΜ στο Σύνταγμα στις 3 Δεκεμβρίου 1944 από την Αστυνομία όσο και της νεκρώσιμης πομπής την επόμενη από ταγματασφαλίτες στην Ομόνοια, δεν υπήρχε κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο δράσης. Ο ΕΛΑΣ προσπάθησε, ακόμα και την ύστατη ώρα, να διαχωρίσει τους Βρετανούς από τους Έλληνες αντιπάλους του, και εξουδετερώνοντας τους τελευταίους, να αναγκάσει τους πρώτους σε πολιτικό συμβιβασμό. Οι Βρετανοί δεν είχαν καμία τέτοια πρόθεση και η πολιτική έδωσε τη θέση της στα όπλα και στην υπεροπλία τους. Ο ΕΛΑΣ της Κατοχής ποτέ δεν είχε αντιμετωπίσει μια τέτοια συγκεντρωμένη πολεμική μηχανή, δεν είχε τρόπο αντιμετώπισης των αρμάτων μάχης και των αεροπορικών βομβαρδισμών. Ειδικά ο ΕΛΑΣ της Αθήνας ήταν ένας εφεδρικός ή αλλιώς ένας πλήρως εθελοντικός στρατός που δεν είχε τα μέσα για έναν μακρόχρονο αγώνα. Εφόσον δεν έγινε κατορθωτό να εξουδετερωθούν οι Έλληνες αντίπαλοι, η Χωροφυλακή, η Ορεινή Ταξιαρχία, τα μέλη της αντικομμουνιστικής «Χ», οι αναβαπτισμένοι ταγματασφαλίτες και να γίνει με κάποιους όρους μια διαπραγμάτευση με τους Βρετανούς, ο χρόνος ήταν εναντίον του ΕΛΑΣ. Η εκδοχή της εμπλοκής των μεγάλων μονάδων του ΕΛΑΣ Μακεδονίας, που θα ήθελαν ένα εύλογο χρονικό διάστημα να προσεγγίσουν την πρωτεύουσα πεζοπορώντας στο καταχείμωνο υπό τους βρετανικούς βομβαρδισμούς, πιθανόν δεν θα αντέστρεφε την εξέλιξη των πραγμάτων.
Ο λαός όμως της Αθήνας δεν θα μπορούσε να παραδοθεί αμαχητί και έδωσε όλες τις δυνάμεις του για τον ΕΛΑΣ γράφοντας μια εποποιΐα αντίστασης για τριάντα τρεις ημέρες. Ο Δεκέμβρης ήταν μια λαϊκή εξέγερση ενάντια στην εξάρτηση και την υποδούλωση της χώρας στον ιμπεριαλισμό, που έδειχνε πως δεν πέθανε μαζί με τον φασισμό. Στην Ελλάδα χρειάστηκαν πολλά χρόνια ακόμη και πρωτοφανή μέσα για να κατασταλεί στρατιωτικά το δημοκρατικό κίνημα. Πολιτικά όμως αυτό δεν έγινε ποτέ και οι επίκαιροι αγώνες για δημοκρατία και ανεξαρτησία, για απαλλαγή από την πολιτική και οικονομική εξάρτηση, εμπνέονται ακόμα από τους μαχητές του Δεκέμβρη.

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011

Συναντώντας τους Τούρκους ιστορικούς. Με αφορμή το αφιέρωμα της εφημ. «Δρόμος»

Στις 4 Οκτωβρίου ξεκίνησε, για 4η χρονιά, το Σεμινάριο Σύγχρονης Ιστορίας που διοργανώνεται από τον ιστορικό Βλάση Αγτζίδη στο «Ελεύθερο Πανεπιστήμιο» του Δήμου Κηφισιάς (7.00-8.30 μ.μ.) «Έπαυλη Δροσίνη»-Βιβλιοθήκη Δήμου Κηφισιάς, Αγ. Θεοδώρων & Κυριακού).




Φέτος, επικεντρώνεται κυρίως στα ζητήματα που σχετίζονται με το ιστορικό μεταίχμιο του ’22 και τις συνέπειές του στην ελληνική κοινωνία.

Στις 29 Νοεμβρίου (19.00 - 20.30 μ.μ.), ο ιστορικός Γιάννης Σκαλιδάκης θα παρουσιάσει το θέμα: Συναντώντας τους Τούρκους ιστορικούς. Με αφορμή το αφιέρωμα της εφημ. «Δρόμος». Αφορμή είναι το αφιέρωμα που πραγματοποιήθηκε το Μάιο του 2011 στους «Δρόμους της Ιστορίας» και έφερε τους Έλληνες αναγνώστες σε επαφή με τις ενδιαφέρουσες και πολυποίκιλες απόψεις της τουρκικής αριστερής ιστοριογραφίας για τους μεγάλους μετασχηματισμούς που συνέβησαν κατά την περίοδο 1908-1922 .

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011

Στον καιρό του Νόιμπαχερ

(εισαγωγικό στο δεύτερο μέρος του αφιερώματος των Δρόμων της Ιστορίας στα 70 χρόνια του ΕΑΜ, στην εφημερίδα Δρόμος, Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου)



Τον Απρίλιο του 1941 η Ελλάδα υποδουλώθηκε στον Άξονα. Οι συνέπειες της κατάκτησης ήταν καταστροφικές για την ελληνική οικονομία και για την ίδια την επιβίωση του λαού στις πόλεις και στα αποκλεισμένα νησιά. Ενάμιση χρόνο μετά, ο πληθωρισμός είχε φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη εκμηδενίζοντας την αξία των μισθών. Το σκληρό νόμιμα της εποχής, η χρυσή λίρα είχε διακοσιοπλασιάσει την αξία της σε σχέση με την προπολεμική δραχμή και οι τιμές των προϊόντων ανέβαιναν διαρκώς. Οι πολιτικές εκμετάλλευσης της χώρας από τις κατοχικές δυνάμεις είχαν οδηγήσει σε οξύτατη οικονομική κρίση. Τα κεντρικά συγκεντρωμένα προϊόντα, οι βιομηχανικές πρώτες ύλες, τα μεταφορικά μέσα αλλά και εργοστάσια και επιχειρήσεις επιτάχθηκαν. Μετά από μια πρώτη λεηλασία μέσω πληρωμών με μάρκα Κατοχής χωρίς αντίκρισμα, συμφωνήθηκαν κεντρικά τα έξοδα Κατοχής που θα πλήρωνε η δωσίλογη κυβέρνηση στους κατακτητές. Οι συνεχώς αυξανόμενες απαιτήσεις των κατακτητών οδηγούσαν σε διαδοχικές προσπάθειες ρύθμισης του ζητήματος, μέχρι που η Ελλάδα υποχρεώθηκε να δώσει και δάνειο στη Γερμανία.
Φυσικά τα έσοδα της δωσίλογης κυβέρνησης ήταν μηδαμινά, είχε χάσει ένα μεγάλο μέρος του ελέγχου της χώρας ενώ δεν ήταν σε θέση να συλλέξει ούτε φόρους ούτε μέρος της αγροτικής παραγωγής. Όπως αναφέρει ο ιστορικός Βασίλης Μανουσάκης, ενώ πριν την Κατοχή, τα έσοδα έφταναν το 96% των εξόδων, κατά τη διάρκειά της μειώνονταν συνεχώς, στο 29%, στο 18% και τον τελευταίο χρόνο μόλις στο 6%.
Οι Γερμανοί δεν ανησυχούσαν για την τύχη των Ελλήνων, αλλά μια κατάσταση ολοκληρωτικού χάους στη χώρα θα μπορούσε να επηρεάσει την πολεμική τους δραστηριότητα και τα μεγάλα έργα που οικοδομούσαν (οχυρά, αεροδρόμια, λιμάνια), ενώ θα κλόνιζε τους πολύτιμους για αυτούς οικονομικούς συνεργάτες τους (κάθε είδους υπεργολάβους και προμηθευτές), οι οποίοι σε συνθήκες κρίσης δεν μπορούσαν να αποθησαυρίσουν τα υπερκέρδη τους.
Έτσι, ενάμιση χρόνο μετά την Κατοχή, με απόφαση του ίδιου του Χίτλερ τον Οκτώβριο του 1942 ο ειδικός στα οικονομικά ζητήματα Χέρμαν Νοϊμπάχερ διορίστηκε «εντεταλμένος για οικονομικά και χρηματιστικά ζητήματα στην Ελλάδα». Οι Ιταλοί από τη μεριά τους διόρισαν με τα ίδια καθήκοντα τον τραπεζίτη Ντ’ Αγκοστίνο. Ο Νόιμπαχερ προσπάθησε να ακολουθήσει «αντιπληθωριστική» πολιτική επιβάλλοντας την ελεύθερη αγορά σε καιρό πολέμου, καταργώντας τις διατιμήσεις, και επιβάλλοντας λιτότητα. Φυσικά αφού μεγαλύτερη λιτότητα δεν μπορούσε να επιβληθεί στον λιμοκτονούντα ελληνικό λαό, η λιτότητα αφορούσε τις σπάταλες γερμανικές υπηρεσίες. Τελικά το μόνο που κατάφερε ο Νοϊμπάχερ ήταν να καθυστερήσει για μικρό διάστημα την πλήρη κατάρρευση της εγχρήματης οικονομίας και αυτό πουλώντας χρυσό στο Χρηματιστήριο και απορροφώντας έτσι μεγάλες ποσότητες δραχμών που είχαν συσσωρεύσει οι οικονομικοί συνεργάτες του καθεστώτος.
Την ίδια περίοδο το ΕΑΜ στις πόλεις κατάφερνε με κινητοποιήσεις και απεργίες να υπερασπιστεί την επιβίωση του λαού, να ματαιώσει την πολιτική επιστράτευση και να πολιτικοποιήσει τη λαϊκή αντίσταση. Στην ύπαιθρο δε η ένοπλη Αντίσταση είχε καταφέρει σε μεγάλο βαθμό να προστατέψει την αγροτική παραγωγή αλλά και τα κανάλια διακίνησής της από τις ορέξεις της δωσίλογης κυβέρνησης και των κατακτητών. Οι μεταπολεμικές εξελίξεις όμως ήταν τέτοιες που το αντιστασιακό κίνημα βρέθηκε στα σίδερα και οι πρώην δωσίλογοι στην εξουσία. Στις μεταπολεμικές διαδικασίες για την επιδίκαση αποζημιώσεων, οι δεξιές ελληνικές κυβερνήσεις έθαψαν την ελληνική Αντίσταση και το ηθικό κύρος που αυτή μπορούσε να δώσει στις ελληνικές διεκδικήσεις. Αντιθέτως, υποβάθμισαν τις οικονομικές αξιώσεις της χώρας και προέβαλλαν εθνικιστικές εδαφικές διεκδικήσεις σε βάρος των γειτονικών χωρών, προκαλώντας την αντίδραση τόσο της Σοβιετικής Ένωσης όσο και των ΗΠΑ.
Οι σχέσεις του ελληνικού κράτους με το αντίστοιχο δυτικογερμανικό αντιθέτως αναθερμάνθηκαν εξαιρετικά γρήγορα. Σύμφωνα με τον ιστορικό Χάγκεν Φλάισερ, ένας από τους πρώτους γερμανούς διπλωμάτες στη χώρα μας σημείωνε πως «τα συμβάντα της γερμανικής Κατοχής ευτυχώς έχουν επικαλυφθεί κατά μεγάλο μέρος από τις κομμουνιστικές θηριωδίες του Εμφυλίου Πολέμου». Φυσικά, το κατοχικό δάνειο της Ελλάδας προς τη Γερμανία, σημερινής αξίας 5 δισεκατομμυρίων ευρώ χωρίς τους τόκους, ουδέποτε απαιτήθηκε. Ήδη από το 1950, ο φιλόλογος Αναστάσιος Γεωργοπαπαδάκος, εθνοσύμβουλος στην Κατοχή, έλεγε με πικρία πως, «αν ξανάρχονταν μια ξένη κατοχή, όπως η πρόσφατη γερμανική, όλοι θα γίνονταν συνεργάτες των κατακτητών». Και στους μαθητές του που απορούσαν, συμπλήρωνε: «ξέρετε γιατί, διότι κανένας δεν τιμωρήθηκε». Αντιθέτως οι συνεργάτες των Γερμανών, όπως ο Θεόδωρος Τουρκοβασίλης, ο Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος και άλλοι ασχημονούσαν από τα έδρανα της βουλής και πολλοί άλλοι αποτέλεσαν επίλεκτα μέλη της οικονομικής ελίτ της χώρας. Η μεταπολεμική ιστορία της Ελλάδας σημαδεύτηκε επίσης από τις ελληνογερμανικές σχέσεις στην πολιτική και την οικονομία ενώ δεν έλειψαν τα σκάνδαλα από τη διαχρονική ΖΗΜΕΝΣ.
Ίσως μοιάζει λίγο παράταιρο αυτό το εισαγωγικό σημείωμα σε ένα αφιέρωμα για το ΕΑΜ. Όμως ο δωσιλογισμός, που απωθήθηκε από την ιστορική μνήμη, ήταν η άλλη όψη της αντίστασης, και της ηθικής και πολιτικής της παρακαταθήκης, όπως την παρουσιάζει στο άρθρο του ο κοινωνιολόγος Βαγγέλης Τζούκας.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά στην ομιλία του στη Βιάννο, την οποία μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ο ιστορικός Γιώργος Μαργαρίτης, ο ναζισμός δεν ήταν ατύχημα αλλά μέρος της ευρωπαϊκής ιστορίας και η ναζιστική Νέα Ευρώπη δεν απέχει χρονικά και πολύ από τη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση. Έχει διαπιστωθεί από την ιστορία πως το ναζιστικό όραμα για την Ευρώπη ήταν βασικά οικονομικό, μια μεγάλη επικράτεια οικονομικής εκμετάλλευσης (Grossraumwirtschaft) για το γερμανικό Ράιχ στην προσπάθειά του για παγκόσμια κυριαρχία. Άραγε οι χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας τι ήταν και είναι για τη σημερινή Γερμανία; Πάντως, ενάμιση χρόνο μετά το Μνημόνιο και την οικονομική κατάρρευση που επέφερε, ο Γερμανός ειδικός στα οικονομικά ζητήματα Χορστ Ράιχενμπαχ διορίστηκε επικεφαλής 30μελούς ομάδας κρούσης (task force) για να επιβλέψει την ορθή εκτέλεση του μεσοπρόθεσμου προγράμματος. Σας θυμίζει κάτι;

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011

10ο αφιέρωμα Δρόμων της Ιστορίας: 70 χρόνια ΕΑΜ, Β΄ μέρος


70 χρόνια από την ίδρυση του ΕΑΜ
Η Εθνική Αντίσταση, υπόθεση του λαού



Με αφορμή τα 70 χρόνια από την ίδρυση του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ) στις 27 Σεπτεμβρίου 1941, οι Δρόμοι της Ιστορίας φιλοξενούν διπλό αφιέρωμα για τη σημαντική αυτή επέτειο. Στο δεύτερο μέρος του αφιερώματος, που θα κυκλοφορήσει με τον Δρόμο το Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου, διαβάστε:
Στον καιρό του Neubacher, εισαγωγικό του Γιάννη Σκαλιδάκη
«Το ΕΑΜ είναι το εργαλείο του λαού», συνέντευξη με το Γιώργο Μαργαρίτη
«Ο ναζισμός ήταν μέρος της ευρωπαϊκής ιστορίας», ομιλία του Γιώργου Μαργαρίτη στο συνέδριο της Βιάννου για τα πολεμικά ολοκαυτώματα

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011

9ο αφιέρωμα Δρόμων της Ιστορίας: 70 χρόνια ΕΑΜ, Α΄ μέρος


Η Εθνική Αντίσταση, υπόθεση του λαού



Με αφορμή τα 70 χρόνια από την ίδρυση του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ) στις 27 Σεπτεμβρίου 1941, οι Δρόμοι της Ιστορίας θα φιλοξενήσουν διπλό αφιέρωμα για τη σημαντική αυτή επέτειο। Το πρώτο αφιέρωμα κυκλοφόρησε με τον Δρόμο της Αριστεράς στις 17 Σεπτεμβρίου. Διαβάστε:
Η Εθνική Αντίσταση υπόθεση του λαού, εισαγωγικό της Βασιλικής Λάζου
Από το Παλλαϊκό Μέτωπο στο ΕΑΜ, του Μιχάλη Λυμπεράτου
Διαβάστε επίσης το επόμενο Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου στο δεύτερο μέρος του αφιερώματος στα 70 χρόνια του ΕΑΜ για το φαινόμενο της Αντίστασης στην Ευρώπη και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στα Βαλκάνια και για το ΕΑΜ από μέτωπο σε συνασπισμό κομμάτων μετά την Απελευθέρωση. Επίσης μια συνέντευξη με τον καθηγητή Ιστορίας στο ΑΠΘ, Γιώργο Μαργαρίτη.