Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δικτατορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δικτατορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 16 Απριλίου 2013

Μορφές Αντίστασης στη Δικατορία





Η Λέσχη για τη Μόρφωση και το Διάλογο Ανάδραση σας προσκαλεί στην πρώτη της συζήτηση με θέμα: «Μορφές Αντίστασης στη Δικτατορία».

Η Ανάδραση προσδοκά να γίνει φορέας μεταφοράς της γνώσης των κοινωνικών επιστημών και πλευρών του πολιτισμού με απλό και κατανοητό τρόπο και να αποκαταστήσει τις σχέσεις του επιστημονικού κόσμου με το αντικείμενο έρευνάς του, δηλαδή την κοινωνία. Στοίχημα της προσπάθειας αυτής αποτελεί η ενεργή συμμετοχή του κόσμου στις διαλέξεις και τις θεματικές βραδιές που θα διοργανώνονται, με μορφές ανάδρασης και ανατροφοδότησης του διαλόγου, που θα δημιουργήσουμε συλλογικά.

Στην πρώτη μας συζήτηση, θα μας μιλήσουν οι:
-Σεραφείμ Σεφεριάδης, επικ. καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, Πάντειο Πανεπιστήμιο
-Αργύρης Υφαντόπουλος, ιστορικός, Εταιρεία Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων
-Περικλής Κοροβέσης, συγγραφέας

Σας περιμένουμε τη Δευτέρα 22 Απριλίου, 19:00 μ.μ.
Σολωμού 13 (2ος όροφος), Εξάρχεια

Ανάδραση, Λέσχη για τη Μόρφωση και το Διάλογο
anadrase@gmail.com - www.facebook.com/Anadrase


Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

Το αρχείο της Υποδιευθύνσεως Ασφαλείας Λεβαδείας

Το αρχείο της Υποδιευθύνσεως Ασφαλείας Λεβαδείας

Ένα πολύτιμο αρχείο για τη μετεμφυλιακή Ελλάδα

(δημοσιεύτηκε στην ηλεκτρονική έκδοση των Αρχειακών Νέων, ενημερωτικό δελτίο της Ελληνικής Αρχειακής Εταιρείας, στο τεύχος 24 το Μάρτιο 2011)

Η ανακοίνωση αυτή παρουσιάστηκε στο επιστημονικό διήμερο «Ελλάδα 1967-1974: Η δικτατορία», που έλαβε χώρα στη Θεσσαλονίκη στις 23 και 24 Νοεμβρίου 2007, υπό την αιγίδα του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ και της Εταιρείας Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων Μακεδονίας σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Μελέτης Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας και τον Σύνδεσμο Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων Αντιστασιακών 1967-1974.

Η ανακοίνωση αυτή έχει ορισμένες ιδιομορφίες. Είναι μια προσπάθεια παρουσίασης ενός αρχείου, του Αρχείου του Τμήματος Ασφαλείας Λεβαδείας, το οποίο βρίσκεται στο στάδιο της ταξινόμησης στα Αρχεία Νομού Εύβοιας, περιφερειακή υπηρεσία των Γενικών Αρχείων του Κράτους (ΓΑΚ). Σύμφωνα με πρόσφατο ΠΔ (245/1997)[1] και τα αρχεία του τέως Υπουργείου Δημόσιας Τάξης υπάγονται στα ΓΑΚ μετά τη λήξη της υπηρεσιακής χρησιμότητάς τους. Το αρχείο δεν θα είναι ανοιχτό στο κοινό προτού ολοκληρωθεί η ταξινόμηση του, που αυτή τη στιγμή βρίσκεται περίπου στη μέση. Για λόγους δεοντολογίας και ισότιμης πρόσβασης στο αρχειακό υλικό, δεν χρησιμοποιήσαμε το αρχείο για κάποια συγκεκριμένη έρευνα αλλά θεωρήσαμε σημαντικό να παρουσιάσουμε σε γενικές γραμμές το περιεχόμενο του σε επίπεδο φακέλου, όπως διαγράφεται από την μέχρι τώρα ταξινόμησή του. Η παρουσίαση αυτή είναι αναγκαστικά λειψή αλλά και επιλεκτική σε σχέση και με το θέμα της ημερίδας και με βάση τα θέματα που θεωρήσαμε ότι είναι τα σημαντικότερα σε σχέση με το μεγάλο όγκο του υλικού. Θα μας επιτρέψετε ωστόσο την επιλεκτική αναφορά σε επιμέρους τεκμήρια των φακέλων που αναδεικνύουν καλύτερα το περιεχόμενο τους. Η πρόσβαση στο αρχείο, μετά το πέρας της ταξινόμησής του θα υπόκειται στο νόμο 1946/1991 των ΓΑΚ[2] αλλά και τον 2472/1997[3]. Θα αναφερθούμε παρακάτω σε αυτήν και στις τελευταίες εξελίξεις με βάση και το πρόβλημα των προσωπικών δεδομένων.

Το Αρχείο του Τμήματος Ασφαλείας Λεβαδείας καλύπτει τη μετεμφυλιακή περίοδο της χώρας και αποτελεί σημαντική πηγή τόσο για τις πολιτικές εξελίξεις όσο και για την κοινωνική ιστορία, όπως αυτή αποτυπώνεται από το μηχανισμό ασφάλειας του κράτους.

Διαθέτουμε το «Θεματολόγιο Κοινού Αρχείου Υπηρεσιών Χωροφυλακής» του 1970 και αυτό του 1979 που το αντικατέστησε ή μάλλον το συμπλήρωσε. Σύμφωνα με το κοινό αυτό θεματολόγιο συντάσσονται και κατατάσσονται σε κατηγορίες οι Γενικοί Φάκελοι και οι υποδιαιρέσεις τους, οι Ειδικοί Φάκελοι.

Το Τμήμα Ασφάλειας όμως, ως ιδιαίτερη υπηρεσία, έχει και άλλες δραστηριότητες άρα και άλλους φακέλους επιπλέον του «Κοινού Αρχείου», τους οποίους ταξινομεί με δικό της θεματολόγιο.

Μερικές ακόμα παρατηρήσεις πριν την παρουσίαση του περιεχομένου είναι αναγκαίες. Το περιεχόμενο των φακέλων είναι σε ορισμένες περιπτώσεις «υποδεέστερο» του τίτλου τους, υπάρχουν δηλαδή φάκελοι με βαρύγδουπους τίτλους που περιέχουν ωστόσο μόνο ένα ή μερικά έγγραφα. Παρατηρούνται επίσης λάθη και παρατοποθετήσεις, ορισμένα ίσως οφείλονται σε αβλεψίες και άλλα ίσως σε περιορισμένη αντίληψη της κατάστασης από τον αρχειοθέτη όπως θα δούμε π.χ. σε περιπτώσεις ένταξης μετωπικών οργανώσεων ενός κόμματος σε φάκελο άλλου. Η αξιοπιστία του περιεχομένου των φακέλων και η χρησιμότητα του, λόγω της φύσης της υπηρεσίας, προϋποθέτει την κριτική προσέγγιση του και τη διασταύρωσή του με άλλες πηγές. Φυσικά όμως πρόκειται για μια εξαιρετική πηγή για τα κάθε φορά τεκταινόμενα και για την αντίληψη και δραστηριοποίηση του κράτους ως προς αυτά. Επαναλαμβάνουμε για άλλη μια φορά ότι η παρουσίαση στηρίζεται στη μέχρι τώρα ταξινόμηση και είναι σίγουρο ότι και άλλα ενδιαφέροντα θέματα να αναδειχτούν στην πορεία.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι ενώ πρόκειται για το αρχείο ενός συγκεκριμένου Τμήματος Ασφαλείας, αυτού της Λιβαδειάς, έχει ευρύτερη αξία καθώς κοινοποιούνται σε αυτό, όπως και σε όλη την υπόλοιπη επικράτεια, γενικές διαταγές από το κέντρο ή ζητούνται πληροφορίες για άτομα ή συλλογικότητες που αναπτύσσουν δράση σε άλλες περιοχές της χώρας.

Θα χωρίσουμε την παρουσίαση σε τρία μέρη με βάση τη γενικότερη ιστορία αλλά και το θέμα της ημερίδας: την περίοδο πριν τη δικτατορία, την περίοδο της δικτατορίας και την περίοδο της μεταπολίτευσης. Οι φάκελοι που συγκροτούνται διαπερνούν τις περιόδους δείχνοντας τη συνέχεια της υπηρεσίας Ασφάλειας αλλά και αποτυπώνουν τις αλλαγές καθώς αλλάζουν οι προτεραιότητές της.

Μετά τον εμφύλιο

Το υλικό που έχει μέχρι τώρα καταγραφεί, αρχίζει πριν τελειώσει ο εμφύλιος πόλεμος και αποτυπώνει τους στόχους της τότε Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής, δηλαδή κυρίως το ΚΚΕ αλλά και την «προπαγάνδα», εντός και εκτός της χώρας. Χαρακτηριστικοί τίτλοι φακέλων για το ΚΚΕ είναι οι παρακάτω: «Αρχείον συμμοριτών», «Στρατιωτική Οργάνωσις του Κ.Κ.Ε.», «Μηνιαία περιοδική κατάστασις πληροφοριών» που περιέχει δελτία πληροφοριών περί «συμμοριοπλήκτων» αλλά και «Δελτία εκπομπών ραδιοσταθμού κομμουνιστοσυμμοριτών» με αποδελτίωση των ραδιοφωνικών εκπομπών από τη «Φωνή της Αλήθειας» μέχρι τη Ντόιτσε Βέλλε και το BBC.

Όσον αφορά την προπαγάνδα, αυτή χωρίζεται ανά κράτος: υπάρχει η «Προπαγάνδα σερβική» που αρχίζει το 1949-1950 με τον φάκελο «Συνεργασία ΚΚΕ και Ν.Ο.Φ.», ενώ χαρακτηριστικός της δεκαετίας ’50 είναι ο φάκελος «Τιτοϊστική διείσδυσις εν Ελλάδι» και της δεκαετίας ’60 ο φάκελος «Παρακολούθησις διερχομένων Γιουγκοσλαβικών αυτοκινήτων και διπλωματικών αντιπροσώπων Γιουγκοσλαβίας». Υπάρχει όμως και ένας φάκελος που εκτείνεται από το 1948 έως το 1967 με τίτλο «Σερβική προπαγάνδα – Τύπος – Έντυπα – Εθνισμός – Μακεδονικόν ζήτημα». Εκτός από τη «σερβική προπαγάνδα», υπάρχουν ακόμη ενοποιημένες σε ένα φάκελο η «ρουμανική, ισραηλιτική, ουγγρική», και επίσης η «βουλγαρική», η «αλβανική», η «τουρκική» αλλά και η «ιταλική».

Η προπαγάνδα έχει όμως και θρησκευτική μορφή και η παρακολούθηση της χωρίζεται στους φακέλους για την «Προπαγάνδα Ουνιτών», την «Προπαγάνδα Χιλιαστών – Ευαγγελιστών» αλλά και στον πολύχρωμο φάκελο «Προπαγάνδα θρησκευτική – Διάφορα» όπου συνωστίζονται «Αγιορίτες μοναχοί “αντικανωνικώς εξελθόντες εκ Μονών βάσεώς των”», οι «Έλληνες υπαρξιστές “Ο Διογένης”», η «Θρησκευτική αίρεση ΒΑΧΑΪΜ» αλλά και η αίρεση «Το Ταχυδρομείον της αγάπης».

Μια βασική πτυχή που αναδεικνύεται από το αρχείο και συνδέει τη μετεμφυλιακή περίοδο και το κράτος «εκτάκτου ανάγκης» με την περίοδο της δικτατορίας μέσω του πραξικοπήματος είναι τα διάφορα, αλληλοεπικαλυπτόμενα και μετονομαζόμενα σχέδια εσωτερικής ασφάλειας του καθεστώτος. Για την παρουσίαση τους χρειάζεται έρευνα σε βάθος και διασταύρωση πηγών, δηλαδή δουλειά ιστορικού. Εδώ θα κάνουμε μια γενική παρουσίαση τίτλων. Επιβεβαιώνεται πάντως ότι το πραξικόπημα στηρίχτηκε σε σχέδια που προϋπήρχαν από καιρό όχι μόνο στο Στρατό αλλά και στα Σώματα Ασφαλείας. Επίσης ότι ο αντικομμουνισμός του καθεστώτος, που φαντάζει κάπως γραφικός ίσως σήμερα, ήταν ένα πολύ οργανωμένο σύστημα στη βάση του που χώριζε τους πολίτες σε επικίνδυνους για το καθεστώς και μη και ήταν πάντα έτοιμο για την εξουδετέρωση των πρώτων. Ένα σύστημα που διαπέρασε την περίοδο της δικτατορίας και έφτασε στη μεταπολίτευση μέσω αυτών των σχεδίων εσωτερικής ασφάλειας.

Σχέδια εσωτερικής ασφάλειας

Το πρώτο Σχέδιο εσωτερικής ασφάλειας με τον τίτλο «Ιέραξ» εμφανίζεται το 1951. Αποστέλλεται από τη Διοίκηση Χωροφυλακής Βοιωτίας – Γραφείο Εθνικής Ασφαλείας προς τις Υποδιοικήσεις και τα Τμήματα της περιοχής στις αρχές του 1951, προς μελέτη, συμμόρφωση και υποδείξεις. Πρόκειται για την αντιμετώπιση «γενικού πολέμου» που «θα έχη την μορφήν εισόδου εις την επικράτειαν ισχυρών συμμοριακών δυνάμεων προερχομένων εξ ομόρων Κρατών» όπως και «εις το εσωτερικόν της Χώρας τυχόν υπάρχουσαι συμμορίαι, οι οργανωμένοι κομ/σταί των πόλεων και της υπαίθρου και οι ποικίλοι συνεργάται τούτων». Προβλέπεται επιστράτευση, άμεση σύλληψη, περιορισμός «παντός ατόμου χαρακτηρισθέντος επικινδύνου» και άλλα μέτρα. Οι «αναρχικοί» χωρίζονται με άλλες διαταγές σε τρεις κατηγορίες: οι Γ (επικίνδυνοι), δηλαδή ηγετικά στελέχη και φανατικά μέλη, οι καταδικασθέντες ή εκτοπισθέντες που δεν έχουν επιδείξει μεταμέλεια, οι Β, δηλαδή τα λοιπά «μέλη του κόμματος ή λοιπών αντεθνικών οργανώσεων» και οι Α, δηλαδή οι «συνοδοιπόροι και συμπαθούντες». Τον Αύγουστο του 1961 αποστέλλεται από τη Διοίκηση Χωροφυλακής Βοιωτίας – Γραφείον Εθνικής Ασφαλείας προς τις Υποδιοικήσεις και τα Τμήματα της περιοχής αναμορφωμένο το Σχέδιο «Ιέραξ» σε άκρως απόρρητο φάκελο. Σκοπός «η από κοινού και εν συνεργασία μετά των στρατιωτικών αρχών και τοιούτων ΤΕΑ εξασφάλισις εντός των πόλεων Θηβών και Λεβαδείας, της εσωτερικής τάξεως και ασφαλείας και των εθνικών κοινωφελών εγκαταστάσεων και επιχειρήσεων εκ προσβολής και δολιοφθορών εν περιπτώσει επιστρατεύσεως ή προεπιστρατεύσεως». Αποστολή της Χωροφυλακής, η σύλληψη «εν μια νυκτί» των «επικινδύνων εις την εθνικήν Ασφάλειαν στοιχείων», η εγκατάσταση «αναλόγου φρουράς» στις εγκαταστάσεις και άλλα μέτρα. Επίσης, η σύνταξη καταστάσεων δεδηλωμένων κομμουνιστών «παρουσιαζόντων ή μη δράσιν». Μέσα στο φάκελο υπάρχουν ονομαστικές καταστάσεις κομμουνιστών της περιφέρειας και οδηγίες για τη σύλληψή τους.

Άλλο σχέδιο είναι το «Αργώ» που εμφανίζεται το 1959 για την «περικοπή πολιτικών διαβιβάσεων» δηλαδή τη δέσμευση τηλεφωνικών γραμμών και τηλεφώνων, τον έλεγχο κυκλοφορίας και την εξασφάλιση λειτουργίας των κέντρων ΟΤΕ και ηλεκτρικού ρεύματος. Υπάρχει επίσης το σχέδιο «Θάλεια» - «Σχέδιον μεταχειρίσεως Συλλόγων-Οργανώσεων επιζημίων δια την Εθνικήν Ασφάλειαν», δηλαδή η κατάργησή τους και η κατάσχεση των περιουσιακών τους στοιχείων. Είναι ενδιαφέρον το ότι αποστέλλεται στις 27 Ιανουαρίου 1967, τρεις μήνες πριν το πραξικόπημα, σχετικό έγγραφο από τη Γενική Διεύθυνση Εθνικής Ασφαλείας προς όλες τις Δ/σεις Χωροφυλακής και Αστυνομίας που υποδεικνύει τις οργανώσεις αυτές και με οδηγίες για τη σφράγιση των γραφείων τους και την κατάσχεση των αρχείων τους. Από τη Διοίκηση Χωροφυλακής Βοιωτίας κοινοποιείται στο Τμήμα Ασφαλείας Λεβαδείας όπως και στα Αστυνομικά Τμήματα της περιοχής στις 27 Απριλίου 1967. Έχει προηγηθεί ήδη το πραξικόπημα.

Πραξικόπημα

Το αρχείο αποτελεί εξαιρετική πηγή για την παρακολούθηση της δραστηριότητας των υπηρεσιών Χωροφυλακής και σε αυτές και της Ασφάλειας κατά την επιβολή του πραξικοπήματος και κατά τη διάρκεια των επόμενων μηνών για την επιβολή της δικτατορίας. Αυτό φαίνεται στη συνέχεια των φακέλων που περιλαμβάνουν τα σχέδια εσωτερικής ασφάλειας και του φακέλου με τίτλο «Εφαρμογή του Νόμου ΔΞΘ΄ 1912 Περί καταστάσεως πολιορκίας». Στον τελευταίο περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων το Διάταγμα υπ’ αριθ. 280 για εφαρμογή του Νόμου «Περί καταστάσεως πολιορκίας» στις 21 Απριλίου 1967 με τις υπογραφές του Κωνσταντίνου Β΄ και των Κόλλια, Σπαντιδάκη, Μακαρέζου, Πατακού, Παπαδόπουλου. Επίσης τα Στρατιωτικά Δελτία με τις προκηρύξεις του Γενικού Επιτελείου Στρατού για την απαγόρευση συγκεντρώσεων, την κατάργηση και διάλυση Συλλόγων και Οργανώσεων, την απαγόρευση κυκλοφορίας βιβλίων και άλλες, τις τροποποιήσεις και άρσεις αυτών.

Επίσης μαθαίνουμε ότι με τηλεγράφημα «αστραπιαίον» του Αρχηγού Χωροφυλακής στις 11.05 το πρωί της 21ης Απριλίου «άπασαι υπηρεσίαι Χωρ/κής υπάγονται υπό Δ/γας κατά τόπους ενόπλους Δυνάμεις Χώρας». Αυτό συμβαίνει και επειδή το σχέδιο Προμηθέας ΙΙ δεν είχε κοινοποιηθεί στη Χωροφυλακή. Το Σχέδιο Ιέραξ (μετονομασθέν σε «Θεόκριτος») μπαίνει σε εφαρμογή και συλλαμβάνονται οι «αναρχικοί Γ΄ κατηγορίας» από τα κατά τόπους Τμήματα και οδηγούνται από τη Λιβαδειά στη Θήβα και από εκεί στη Γυάρο. Επίσης μπαίνει σε εφαρμογή το Σχέδιο Θάλεια και διαλύονται σύλλογοι και σωματεία όπως και οι πολιτικές οργανώσεις και κατάσχονται τα περιουσιακά στοιχεία τους και τα αρχεία τους. Εδώ ας σημειώσουμε ότι υπάρχουν στοιχεία για τις τοπικές οργανώσεις της ΕΔΑ, που στηρίζονται στο ίδιο το κατασχεμένο αρχείο της ΕΔΑ ενώ έχουν βρεθεί και αυτούσια αντίγραφα εγγράφων του κόμματος.

Ενδεικτικά αναφέρονται ακόμη το Σχέδιο «Ιαπετός», που αφορά επίσης τη δράση κατά των κομμουνιστών και το Σχέδιο «Ίρις», «σχέδιον μεταχειρίσεως των εν Ελλάδι Αλλοδαπών και προσφύγων εξ άλλων χωρών», δηλαδή τη σύλληψη τους σε περίπτωση πολέμου και την προώθησή τους στη Γυάρο.

Μεταπολίτευση

Το πέρασμα από τη δικτατορία στη μεταπολίτευση βρίσκει την Ασφάλεια να δραστηριοποιείται ιδιαίτερα στους τομείς της νεολαίας, ήδη από την περίοδο πριν και μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, και την επόμενη περίοδο να καταπιάνεται με τις εργατικές κινητοποιήσεις και τις οργανώσεις και τα κόμματα της Αριστεράς.

Από τη μέχρι τώρα ταξινόμηση αναδεικνύονται φάκελοι με διακριτή αρίθμηση: έχουμε τους φακέλους «Νεολαία», «Σπουδάζουσα Νεολαία», «Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα», «Ανώτεραι Σχολαί», «Φοιτηταί Εξωτερικού», «Συνδικαλισμός (Οργανώσεις - Σωματεία - Σύλλογοι νέων)», «Φοιτητικοί Σύλλογοι Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων», κ.ο.κ. Αποτυπώνεται η δράση της Ασφάλειας μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και φτάνουμε στην παρακολούθηση φοιτητών, φοιτητικών παρατάξεων και συλλόγων εντός και εκτός Ελλάδας. Ενδεικτικά αναφέρουμε δύο τηλεγραφήματα του στρατού προς τις Διοικήσεις Χωροφυλακής, ένα στις 21 Νοεμβρίου 1973 για τη σύλληψη τυχόν τραυματισμένων φοιτητών που κατέφυγαν στην επαρχία, και ένα στις 22 Νοεμβρίου 1973 για τη συγκέντρωση πληροφοριών για τα γεγονότα και τις τυχόν μελλοντικές ενέργειες των «αναρχικών» αλλά και για τη σύλληψη «υπόπτων πάσης κατηγορίας και προελεύσεως».

Συστηματικά παρακολουθούνται και οι απεργιακές κινητοποιήσεις όλων των κλάδων, οι οποίες είναι και αρκετές στη βιομηχανική περιοχή της Βοιωτίας. Αποτελεί εδώ το αρχείο και μια χρήσιμη πηγή για την οικονομική διάρθρωση της περιοχής τη δεκαετία του '70. Στο φάκελο 769/6 «Απεργίαι - Διακοπαί Εργασίας Εργάτων Βιομηχανιών - Επιχειρήσεων» βρίσκουμε τυποποιημένα δελτία απεργίας από διάφορες κινητοποιήσεις στις επιχειρήσεις της περιοχής όπως και κρατικά έγγραφα για την αντιμετώπιση των απεργιών. Τα δελτία αυτά είναι λεπτομερή και καταγράφουν μεταξύ άλλων τις απεργίες, τη συμμετοχή σε αυτές, τα αιτήματα τους, την ικανοποίησή τους ή όχι, τις χαμένες εργατοώρες κ.ά.

Μια άλλη ευδιάκριτη «σειρά» που ανασχηματίζεται στη μεταπολίτευση, είναι αυτή της παρακολούθησης του «κομμουνισμού», εγχώριου αλλά και διεθνούς. Έχουμε το γενικό φάκελο με τίτλο «Κομμουνισμός Διεθνής» με χαρακτηριστικούς τίτλους «Μαρξισμός - Λενινισμός – Σταλινισμός - Τροτσκισμός - Τιτοϊσμός - Μαοϊσμός» και «Ενέργειαι διεθνούς κομμουνισμού κατά της Ελλάδος». Σε γενικό φάκελο που συγκροτείται το 1979 έχουμε καταχωρημένες πληροφορίες για τα Κομμουνιστικά Κόμματα του εξωτερικού όπως της ΕΣΣΔ, της Βουλγαρίας, της Αλβανίας, της Ρουμανίας, κ.ο.κ. Άλλοι φάκελοι περιλαμβάνουν τις Διεθνείς Μετωπικές Οργανώσεις, το ΚΚΕ («ρωσόφιλο») και αργότερα «εξωτερικού», το ΚΚΕ Εσωτερικού, τα Μαρξιστικά-Λενινιστικά Κόμματα (ΚΚΕ μ-λ, ΜΛ-ΚΚΕ, ΕΚΚΕ, κ.ά.), τα Τροτσκιστικά (ΕΔΕ, ΟΚΔΕ, κ.ά.), τις «εξωκομματικές οργανώσεις ΚΚΕ» και τις Μετωπικές Κομμουνιστικές οργανώσεις εσωτερικού.

Μέσα στον κυκεώνα οργανώσεων της μεταπολίτευσης είναι ίσως αναπόφευκτο οι αρχειοθέτες της Ασφάλειας να κάνουν και λάθη, όσο καλά ενημερωμένοι κι αν είναι. Έτσι ο Ρήγας Φεραίος εμφανίζεται το 1976 ως εξωκομματική οργάνωση του ΚΚΕ (Ρωσοφίλου). Άλλα «λάθη» όμως περισσότερο καταδεικνύουν την αντίληψη της Ασφάλειας για την πολιτική δράση, όπως το ότι η ΕΣΑΚ φέρεται ως παράνομη συνδικαλιστική παράταξη, ότι ονομαστική κατάσταση μελών του ΚΚΕ (μ-λ) το 1977 υπάγεται σε φάκελο «Αναρχικαί οργανώσεις – Ύποπτοι τρομοκρατικής δραστηριότητος» και ότι η «αναρχική οργάνωσις 17 Νοέμβρη» εμφανίζεται επίσης το 1977, μετά τη δολοφονία Γουέλς, στο φάκελο «Μετωπικαί Κομμουνιστικαί οργανώσεις εσωτερικού» παρέα με το Ρήγα Φεραίο! Γενικά οι πληροφορίες αντλούνται τόσο από τον Τύπο όσο και από μη κατονομαζόμενες πηγές και ζητείται η ταυτοποίηση προσώπων στα Τμήματα Ασφαλείας ανά τη χώρα. Μέσα στους φακέλους βρίσκονται επίσης διάσπαρτα έντυπα, προκηρύξεις και τρικάκια της εποχής.

Άλλο ζήτημα που αναδεικνύεται είναι τα εθνικά θέματα. Ενδεικτικά, υπό το γενικό φάκελο «Επιβουλή κατά της Μακεδονίας» βρίσκουμε ειδικούς φακέλους για τις «Γιουγκοσλαβικές βλέψεις», για το «Βορειοηπειρωτικόν», για το «Κουτσοβλάχικον» αλλά και τη «Μουσουλμανική Μειονότητα».

Με τη μεταπολίτευση, αλλά και λίγο πριν, προκύπτει και το ζήτημα της επιστροφής των πολιτικών προσφύγων. Η επιστροφή τους και η εγκατάσταση τους σε όλη την επικράτεια αποτελεί θέμα ελέγχου για την Ασφάλεια. Χαρακτηριστικοί τίτλοι φακέλων: «Επαναπατρισθέντες, αφιχθέντας επ' αδεία και παλιννοστήσαντες ομογενείς εκ Σ/Π» (Σ/Π: Σιδηρούν Παραπέτασμα), «Δράσις και πληροφορίαι περί Κ/Σ - φυγάδων κλπ.» (Κ/Σ: Κομμουνιστοσυμμορίτες), «Πιστοποιητικά Ιθαγένειας». Τη δεκαετία του '80 οι «κομμουνιστοσυμμορίτες» γίνονται «πολιτικοί πρόσφυγες Εμφυλίου Πολέμου» και σιγά-σιγά τη θέση τους παίρνουν οι ξένοι πολιτικοί πρόσφυγες, κυρίως οι Τούρκοι που οδηγούνται στο Λαύριο.

Σύμφωνα με το Γενικό Θεματολόγιο (1970/79), ένας τομέας ευθύνης των Υπηρεσιών Χωροφυλακής είναι και τα Δημόσια Θεάματα. Αντικείμενο αυτού του τομέα είναι ο και έλεγχος θεατρικών έργων και κινηματογραφικών ταινιών. Το Αρχηγείο Χωροφυλακής ενημερώνει τις κατά τόπους Διοικήσεις για τις αποφάσεις των Επιτροπών Ελέγχου (πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας) και ζητά την εφαρμογή αυτών. Την περίοδο αυτή, του τέλους της δεκαετίας του ’70 και αρχών του ’80, περίοδο άνθησης των ερωτικών ταινιών, οι λογοκριτές επιδίδονται σε περικοπές επίμαχων σκηνών και διαλόγων ώστε να δοθεί η άδεια προβολής. Η περιγραφή των σκηνών αυτών με την υπηρεσιακή γλώσσα χαρίζει στον ερευνητή την ίδια ευθυμία με αυτή που μάλλον χάριζε και στα τοπικά όργανα. Εκτός αυτού, υπάρχει φυσικά και η πολιτική λογοκρισία καθώς εμφανίζονται, για πρώτη φορά ταινίες με διαφορετική οπτική πάνω στο πρόσφατο παρελθόν. Ενδεικτικά αναφέρουμε εδώ την ταινία «Χορτιάτης - υψόμετρο 670 μ.» αλλά και τον «Άνθρωπο με το γαρύφαλλο», όπου εκτός των άλλων επεμβάσεων, η φράση «είμαστε κομμουνιστές» αντικαθίσταται με τη φράση «είμαστε Έλληνες».

Ο υπερβάλλων ζήλος της Ασφάλειας δημιουργεί αρκετές φορές ιλαρότητα στο σημερινό ερευνητή αλλά και δείχνει ανάγλυφα την κομμουνιστοφοβία της εποχής. Στο φάκελο που αφορά τη «Μαθητική Οργάνωση Δημοκρατικής Νεολαίας Ελλάδος» (ΜΟΔΝΕ), ενημερωτικό έγγραφο του 1978 που την συγκρίνει με τα αετόπουλα της ΕΠΟΝ, παρουσιάζει λίστα βιβλίων «στα οποία εντέχνως διοχετεύονται Κομμουνιστικές αρχές και αντιλήψεις». Ανάμεσα τους βρίσκουμε τη Ντενεκεδούπολη της Φακίνου, τον Δον Κιχώτη αλλά κατά περίεργο τρόπο επίσης την Οδύσσεια και την Ιλιάδα!

Τα θέματα στα οποία εκτείνεται το αρχείο είναι πάρα πολλά και δεν μπορούμε να τα παρουσιάσουμε εδώ, άλλωστε με τη συνέχιση της ταξινόμησης θα προκύψουν και άλλα. Αναφέρουμε μόνο επί τροχάδην: ναρκωτικά, καταδιωκόμενοι, αναζητήσεις προσώπων-πραγμάτων, αθλητισμός, εκλογές, Κυκλοφορία εφημερίδων – περιοδικών - εντύπων εν γένει, Ιστορία του σώματος της Χωροφυλακής, κανονισμοί της υπηρεσίας, κ.λπ.

Η ελεύθερη πρόσβαση στα αρχεία είναι βασικός όρος για την ύπαρξη και λειτουργία τους σε μια δημοκρατική κοινωνία. Το άρθρο 42 του νόμου 1946 που αφορά στη μελέτη αρχειακού υλικού ορίζει ότι τα αρχεία αρμοδιότητας των ΓΑΚ διατίθενται για μελέτη υποχρεωτικά μετά την πάροδο 30 ετών.[4] Στην περίπτωση που κατά την κρίση του διευθυντή των ΓΑΚ είναι ενδεχόμενο να βλάπτεται το εθνικό συμφέρον, η διάθεση για μελέτη επιτρέπεται μόνον μετά από προηγούμενη έγκριση που λαμβάνεται κατά απόλυτη πλειοψηφία των μελών της Εφορείας των ΓΑΚ.

Τα τελευταία χρόνια προκύπτει μια σύγκρουση ανάμεσα στο δικαίωμα στην πληροφόρηση και στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, ειδικά των λεγόμενων ευαίσθητων, η επεξεργασία των οποίων προϋποθέτει την άδεια της Αρχής Προστασίας, η οποία δεν αποδέχεται σε αυτές τις περιπτώσεις την τριακονταετία, όπως π.χ. έχει διαπιστωθεί στις αιτήσεις ερευνητών για πρόσβαση στα αρχεία των Ειδικών Δικαστηρίων Δωσιλόγων. Σήμερα, υπάρχει ένα νομικό κενό το οποίο επιλύεται μόνο ερμηνευτικά. Εφαρμόζονται δύο αντικρουόμενοι γενικοί νόμοι (1946/91 και 2472/97) και οι λύσεις δίνονται κατά περίπτωση. Υπάρχει ζήτημα περιορισμού του δικαιώματος πρόσβασης στην πληροφορία και σίγουρα τίθενται εμπόδια στην ιστορική έρευνα. Επίσης, πίσω από την προστασία των προσωπικών δεδομένων, πολλές φορές παρεμποδίζεται η πρόσβαση σε πληροφορίες που αφορούν στη δημόσια δράση. Είναι άραγε προσωπικό δεδομένο η δράση των πραξικοπηματιών και των οργάνων τους; Με την παρούσα κατάσταση και δεδομένο το πλήθος προσωπικών δεδομένων στο παρόν αρχείο, πάντως είναι πιθανή η δυσκολία πρόσβασης σε αυτό και μετά την πάροδο της τριακονταετίας.

Το Αρχείο Τμήματος Ασφαλείας Λεβαδείας αποτελεί μια πολύτιμη πηγή για τη μετεμφυλιακή Ελλάδα, με πρωτότυπο υλικό που μπορεί να τροφοδοτήσει νέες θεματικές έρευνας ή και να τεκμηριώσει, από τη διασταύρωση του, ήδη γνωστά γεγονότα και πρακτικές. Και αυτό δεν είναι λίγο σε μια εποχή όπου πρέπει να επανατεκμηριώσοuμε π.χ. σήμερα το αν έγινε εμφύλιος, και ίσως αύριο, ποιος ξέρει, το αν έγινε δικτατορία.

Ο Γιάννης Σκαλιδάκης είναι υποψήφιος διδάκτορας του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Έχει εργαστεί στα Αρχεία Νομού Ευβοίας (ΓΑΚ Ευβοίας).



[1] Εκκαθάριση αρχείων των υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας.

[2] Γενικά Αρχεία του Κράτους (Γ.Α.Κ.) και άλλες διατάξεις.

[3] Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

[4] Όπως προβλέπεται από το άρθρο 16 του ν. 1599/1986 (όπως έχει τώρα αντικατασταθεί από άρθρο 5 του ν. 2690/1999).

Τετάρτη 27 Απριλίου 2011

Τα αρχεία του αντιδικτατορικού αγώνα

Το δεύτερο μέρος του αφιερώματος των Δρόμων της Ιστορίας στην περίοδο της Δικτατορίας παρουσιάζει τα σημαντικότερα –καθώς και ορισμένα λιγότερο γνωστά– αρχεία του αντιδικτατορικού αγώνα. Πρόκειται για τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ), τα αρχεία της Εταιρείας Μελέτης της Ιστορίας της Αριστερής Νεολαίας (ΕΜΙΑΝ), της Εταιρείας Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων (ΕΔΙΑ), του Συνδέσμου Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων Αντιστασιακών 1967-1974 (ΣΦΕΑ), καθώς και τα συναφή αρχεία του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου (ΕΛΙΑ) και του Ιστορικού Αρχείου Α/συνεχεια. Τα αρχεία αυτά συνιστούν πολύτιμη πηγή για την ιστορική έρευνα της περιόδου και διαθέτουν πλούσιο και πολύμορφο υλικό για τη δράση των αντιστασιακών οργανώσεων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, τον αντιδικτατορικό τύπο, αλλά και τεκμήρια για τις διώξεις, τις δίκες και καταδίκες, τους βασανισμούς και τις δολοφονίες που εφάρμοσε το φασιστικό καθεστώς προκειμένου να καταπνίξει την αντίσταση του ελληνικού λαού.
Το αφιέρωμα πλαισιώνεται και ολοκληρώνεται με δύο χρήσιμα «εργαλεία»: ένα χρονολόγιο της περιόδου 1967-1974 και μία συνοπτική παρουσίαση των σημαντικότερων αντιδικτατορικών οργανώσεων. Η επιμέλεια του αφιερώματος είναι της Μαρίας Μαυροειδή.

Ο αντιδικτατορικός αγώνας και οι οργανώσεις του
Χρονολόγιο 1967-1974 – Δικτατορία και αντίσταση
Ο αντιδικτατορικός αγώνας και οι αρχειακές συλλογές των ΑΣΚΙ, της Ιωάννας Παπαθανασίου
Τα αντιδικτατορικά έντυπα στα ΑΣΚΙ, του Βαγγέλη Καραμανωλάκη
Το Αρχείο Αντιδικτατορικού Αγώνα της Εταιρείας Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων 1940-1974
Ο αντιδικτατορικός αγώνας στα αρχεία του ΕΛΙΑ
Σύνδεσμος Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων Αντιστασιακών 1967-1974, ιστορικό Αρχείο Αντιδικτατορικού Αγώνα
Τα αρχεία της Εταιρείας Μελέτης της Ιστορίας της Αριστερής Νεολαίας (ΕΜΙΑΝ) για τη δικτατορία και τον αντιδικτατορικό αγώνα
«Νεολαία και Δικτατορία 1967-1974», ένα σημαντικό αφιέρωμα του πρώτου τεύχους των Αναδρομών της ΕΜΙΑΝ
Το «Σάλπισμα» της Οργάνωσης Μαρξιστών-Λενινιστών Ελλάδας

Δευτέρα 19 Ιουλίου 2010

Συνέντευξη με τον Χριστόφορο Βερναρδάκη

(Απο το ένθετο "Δρόμοι της Ιστορίας", διαδρομή πρώτη: Ιουλιανά 1965, στο Δρόμο της 17ης Ιουλίου 2010, η συνέντευξη υπάρχει και στην ιστοσελίδα του Χριστόφορου Βερναρδάκη)

Τα Ιουλιανά σημείο τομής για τη μετεμφυλιακή ιστορία


Υπάρχει η αίσθηση ότι τα γεγονότα του Ιουλίου 1965 δεν έχουν απασχολήσει ούτε την πολιτική συζήτηση ούτε και την έρευνα στο βαθμό που έπρεπε. Συμφωνείτε, και αν ναι, πως σχολιάζετε αυτήν την αντιμετώπιση;

Είναι γεγονός ότι δεν έχει απασχολήσει έντονα την ιστορική έρευνα, δεν είναι πολλές οι αναφορές που έχουν γίνει. Και πρέπει να ψάξει κανείς αρκετά ώστε να κατανοήσει τα Ιουλιανά και να τα εντάξει σε ένα κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο. Είναι μια απωθημένη ιστορία. Υπάρχει βεβαίως μια αντικειμενική ας πούμε δικαιολογία γι’αυτό. Τα Ιουλιανά βρίσκονται χρονικά ανάμεσα στον εμφύλιο και τη μετεμφυλιακή κατάσταση από τη μια, και στη δικτατορία και τη μεταπολίτευση από την άλλη. Δηλαδή έχουμε δύο πολύ ισχυρά ιστορικά γεγονότα που «υποβαθμίζουν» κατά κάποιο τρόπο αυτό το ενδιάμεσο γεγονός. Παρ’ όλο που τα Ιουλιανά και η δικτατορία έχουν άμεση σχέση. Δεν μπορείς να καταλάβεις τη δικτατορία του ’67 αν δεν μελετήσεις τα Ιουλιανά.
Στη σχετική ιστοριογραφία υπάρχει κάτι το φαινομενικώς περίεργο: από τα Ιουλιανά έχει συγκρατηθεί το κομμάτι της αποστασίας, φωτίζεται δηλαδή μια επιμέρους πλευρά, πολύ σημαντική βέβαια, που έχει να κάνει με την κρίση του αστικού πολιτικού προσωπικού. Η μονομέρεια αυτή εγκαθιδρύθηκε και λόγω του γεγονότος ότι η Αποστασία αποτέλεσε τη γενετήσια πράξη της πολιτικής μυθολογίας του Ανδρέα Παπανδρέου. Στο επίπεδο του κεντρικού πολιτικού λόγου είναι το σημείο όπου εγκαθιδρύεται η αναφορά του Ανδρέα Παπανδρέου απέναντι στο κράτος της Δεξιάς, το σύστημα εξουσίας, το κατεστημένο.
Επομένως, τα Ιουλιανά, πρώτον, πράγματι υποβιβάζονται σχετικά με άλλα ιστορικά γεγονότα, δεύτερον, από τα Ιουλιανά συγκρατείται ένα και μόνο μέρος που είναι η αποστασία, η οποία παραμένει βέβαια ισχυρή στη συλλογική και ιστορική μνήμη, αλλά αποκομμένη από τον περίγυρο των υπόλοιπων γεγονότων.

Αυτό γιατί συμβαίνει κατά τη γνώμη σας;

Προφανώς είναι και θέμα ιδεολογικής ηγεμονίας ως προς το πώς διαβάζεται η ιστορία. Η ιστορία διαβάζεται πολύ «ιδεολογικά» ή έστω πολύ γραμμικά έτσι κι αλλιώς, και στο θέμα των Ιουλιανών ειδικότερα εμφανίζεται η ιδεολογική ηγεμονία μιας γραφειοκρατικής και αμυντικής Αριστεράς ή καλύτερα μιας «αντιδεξιάς» ιδεολογίας. Γιατί; Στην πραγματικότητα στα Ιουλιανά εμφανίζεται για πρώτη ίσως φορά μετεμφυλιακά η εξής αντίφαση: η Αριστερά από τη μια είναι ηττημένη και σε καθεστώς κοινωνικής καταπίεσης και από την άλλη συμπεριφέρεται ως συστημική δύναμη. Δηλαδή για πρώτη φορά μετά τον εμφύλιο πόλεμο, που βγάζει στην παρανομία τον κόσμο της Αριστεράς, εμφανίζεται η Αριστερά ως συστημική δύναμη ενώ ταυτόχρονα είναι αποδιωγμένη και περιθωριοποιημένη.
Από την άλλη, τα πολιτικά και θεωρητικά εργαλεία της Αριστεράς μετά τον εμφύλιο πόλεμο είναι γνωστά, οι θεωρίες της εξάρτησης, ο πολιτικός αμυντισμός, οι θεωρίες του «κόμματος-προτεραιότητα». Κατόπιν έρχεται η δικτατορία και η μεταπολίτευση και έχουμε σκιώδεις μύθους οι οποίοι δεν φωτίζουν τα Ιουλιανά από την πλευρά του τι συνέβη σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, δηλαδή ότι τα Ιουλιανά επαναφέρουν αντικειμενικά και υπό άλλες βεβαίως συνθήκες τη στρατηγική της ρήξης στο προσκήνιο στα πλαίσια μιας αριστερής πολιτικής στρατηγικής.


Τα Ιουλιανά είναι δηλαδή για εσάς σημείο τομής για τη μετεμφυλιακή ιστορία.

Σαφέστατα. Το ότι είναι σημείο τομής φάνηκε άλλωστε με το πραξικόπημα του ’67. Δεν θα είχε γίνει, δεν θα είχε λόγο δηλαδή να γίνει, αν μπορούσε θεωρητικώς να εξασφαλιστεί μια σταδιακή και ευθύγραμμη μετεξέλιξη του πολιτικού συστήματος όπως αυτό είχε οικοδομηθεί μετά τον εμφύλιο. Στην υποθετική αυτή περίπτωση θα είχαμε ένα σταδιακό εκσυγχρονισμό της δομής της εξουσίας. Η μοναρχία θα παρέμενε ως πόλος και πολύ πιθανόν αργότερα να είχε περισσότερο συμβολικό και λιγότερο παρεμβατικό ρόλο, ο ρόλος του στρατού ο οποίος ήταν πάρα πολύ σημαντικός θα είχε παραμείνει και το πολιτικό και κρατικό προσωπικό θα είχε ανανεωθεί με τους όρους των μετεμφυλιακών περίπου αναγκών.
Η δικτατορία του ’67 έγινε για να διασώσει το αστικό καθεστώς, όταν διαφάνηκε πλέον ότι δεν ήταν εφικτή μια σταδιακή και ειρηνική μετεξέλιξη του μετεμφυλιακού συστήματος. Δεν έγινε από τρεις χαζούς ή επίορκους στρατιωτικούς. Έγινε από τρεις ανθρώπους που αντιλαμβανόντουσαν πολύ καλύτερα τα συμφέροντα του αστικού καθεστώτος απ’ ότι τα αντιλαμβάνονταν και το πολιτικό προσωπικό των τότε κομμάτων αλλά και η κορυφή του στρατού που ήταν ενσωματωμένη σε ένα πλαίσιο διαχείρισης νομίζοντας ότι θα εξελιχθεί γραμμικά αυτή η υπόθεση.
Εκείνη τη στιγμή οι τρεις «πρωταίτιοι» και βεβαίως και ο μηχανισμός ο οποίος τους ακολουθεί, είχε ένα πολιτικό στόχο, ένα πολιτικό σχέδιο: το αστικό καθεστώς στην Ελλάδα και αυτή η δομή εξουσίας ακόμα κι αν μετεξελιχτεί, θα πρέπει να μετεξελιχτεί υπό την καθοδήγηση κάποιου πολιτικού κέντρου που λειτουργεί ως εγγυητής μιας «αστικής ομαλότητας», γιατί έτσι όπως πάει θα διαλυθεί.
Τι θα είχε συμβεί αν δεν είχε συμβεί το πραξικόπημα; Πρώτα-πρώτα θα είχαν γίνει οι εκλογές του Μαίου ‘67. Οι εκλογές θα είχαν βγάλει μια κυβέρνηση της Αριστεράς, με τα τότε δεδομένα. Μια κυβέρνηση Αριστεράς, όπου τον πρώτο ρόλο θα έπαιζε ο Ανδρέας Παπανδρέου και η γεννημένη τότε ριζοσπαστική Κεντροαριστερά, που στις τότε συνθήκες φάνταζε ως δυνάμει επαναστατικό μέτωπο με τις «ταξιαρχίες των Λαμπράκηδων», σύμφωνα με τη μυθολογία τότε της άκρας Δεξιάς, αλλά μαζί και με την ΕΔΑ, μαζί με τους διωγμένους, μαζί με το κίνημα του εκδημοκρατισμού το οποίο ήταν βαθύτατο στην ελληνική κοινωνία, και η οποία θα είχε επιφέρει κάτι πολύ απλό αλλά καίριο: θα είχε διαλύσει τη δομή της μετεμφυλιακής εξουσίας, δηλαδή το τρίγωνο μοναρχία-στρατός και αστικό πολιτικό προσωπικό. Αυτό το πολιτικό προσωπικό θα είχε πεταχτεί στην πραγματικότητα στο καλάθι των αχρήστων, η μοναρχία θα είχε και εκλογικώς απονομιμοποιηθεί γιατί η όλη κρίση είχε προκύψει από τις πρακτικες της μοναρχίας και θα έμενε ο στρατός ως αυτόνομο κέντρο, επικίνδυνο βεβαίως για τη νέα κατάσταση αλλά που χωρίς πια ευρύτερες συμμαχίες θα ήταν πολύ δύσκολο πια να αντιδράσει. Ας αφήσουμε δε στην άκρη ότι και ο στρατός την εποχή εκείνη αρχίζει να διαμορφώνει εσωτερικά «κόμματα» και δεν ήταν κάτι το ενιαίο. Αν λοιπόν δεν είχε γίνει η δικτατορία, εκ των πραγμάτων θα είχε διαλυθεί η μετεμφυλιακή δομή της εξουσίας, ξεκινώντας από τα Ιουλιανά.

Τι συνέβη λοιπόν με τα Ιουλιανά;

Στα Ιουλιανά επί της ουσίας συσσωρεύεται όλη αυτή η αντίφαση που υπάρχει στην ελληνική κοινωνία στις αρχές της δεκαετίας του ’60, από τη μια να έχεις ένα αίτημα εκδημοκρατισμού και από την άλλη αυτό το αίτημα, το οποίο σε ένα βαθμό προχωράει μάλιστα, να σκαλώνει σε μια δομή εξουσίας που δεν μπορεί να το ενσωματώσει. Δεν μπορεί να προχωρήσει σε μια νέου τύπου δημοκρατική ενσωμάτωση των μαζών. Και άρα να κάνει αυτό που κάνουν τα τυπικά δυτικά αστικά κράτη της εποχής. Η μεγάλη ήττα για το αστικό πολιτικό σύστημα από την άποψη αυτής της στρατηγικής είναι η σύγκρουση μοναρχίας και κατεστημένου με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή το ’63. Ο Καραμανλής είναι ένα πρόσωπό που έχει μια στρατηγική αστικού εκσυγχρονισμού και προτείνει τότε μια βαθιά συνταγματική αναθεώρηση, την περίφημη «βαθιά τομή». Δηλαδή να προχωρήσει σε βαθιές θεσμικές αλλαγές αλλά και σε πολιτικές αλλαγές οι οποίες στη γενική τους άποψη έτειναν στο να δημιουργηθεί ένα νέο κράτος δικαίου με τις δυνατότητες ενσωμάτωσης των λαϊκών μαζών και των λαϊκών διεκδικήσεων. Τότε ήταν απαραίτητο αυτό για το αστικό πολιτικό σύστημα, γιατί η δεκαετία του ’50, που ήταν δεκαετία καταστολής, είχε ιδεολογικο-πολιτικά εξαντληθεί. Δεν μπορούσε να συνεχιστεί με τον ίδιο τρόπο. Το πολιτικό σύστημα ακυρώνει αυτή τη βαθιά τομή και ο Καραμανλής πηγαίνει στο Παρίσι. Η συνέπεια είναι μια εκλογική νίκη των δυνάμεων του Κέντρου το ‘63, στην πραγματικότητα όμως και σε κοινωνικό επίπεδο μια (έστω και εκλογική) ανασύνθεση του εαμικού μπλοκ. Η κοινωνική και εκλογική βάση που δίνει τη νίκη στο Κέντρο στις εκλογές του ’63 και του ’64 είναι στην πραγματικότητα αυτές οι ηττημένες πλατιές λαϊκές μάζες οι οποίες διεκδικούν μια διαφορετική μοίρα. Γι’ αυτό και η ανασύνθεση αυτή «από τα κάτω» περιθωριοποιεί την επίσημη Αριστερά και «μεταμφιέζεται» σε «Κέντρο».
Από την άλλη μεριά όμως, το Κέντρο βρίσκεται υπό πίεση. Υπάρχει στο πολιτικό προσωπικό του μια αντίφαση. Ή θα ακολουθούσε μια πολιτική σοβαρών κοινωνικών και πολιτικών μεταρρυθμίσεων που θα το έκανε να συγκρουστεί με τη δομή της εξουσίας ή θα ακολουθούσε ένα συμβιβασμό μαζί του που θα κατέληγε σε σύγκρουση με την κοινωνική λαϊκή του βάση.
Ο Γεώργιος Παπανδρέου δεν είχε το leadership που είχε ο Καραμανλής, ώστε να διαχειριστεί αυτή τη θεμελιώδη αντίφαση. Ήταν αδύναμος πολιτικός αρχηγός, χωρίς μακροπρόθεσμη στρατηγική ούτε το αδιαμφισβήτητο προσωπικό κύρος ώστε να ενσωματώσει, να καθησυχάσει, να ηγεμονεύσει, κ.λπ. Μια τέτοια στρατηγική, μεταπολίτευσης αν θες, έπρεπε να έχει επικεφαλής ένα πολύ ισχυρό πρόσωπο και μια πολύ ισχυρή πολιτική ομάδα. Κάτι τέτοιο δεν ήταν το Κέντρο του 1964. Ενα κομμάτι του ήταν εξαρτημένο από το Παλάτι, ένα άλλο κομμάτι από τα οικονομικά συμφέροντα και ας μην ξεχνάμε ότι είχε δημιουργηθεί πολιτικά ως μια εν δυνάμει εναλλακτική λύση απέναντι στην ΕΡΕ, με το φόβο μήπως οι λαϊκές μάζες κινηθούν ξανά στρατηγικά προς την ΕΔΑ και γενικότερα την Αριστερά.


Ποιος ήταν, κατά τη γνώμη σας, στα Ιουλιανά ο ρόλος του λαϊκού παράγοντα, της νεολαίας, άλλων κοινωνικών ομάδων και ποιος ο ρόλος των πολιτικών δυνάμεων;

Οι συνθήκες του ’60 δεν είναι οι συνθήκες του ’50. Έχουμε ανάκαμψη του μαζικού κινήματος, έχουμε τα πρώτα ισχυρά συνδικάτα, έχουμε πόλεις που αλλάζουν, έχουμε νέα κοινωνικά υποκείμενα. Οι οικοδόμοι, π.χ., έφτασαν στις αρχές της δεκαετίας να αριθμούν περίπου 100-120.000 ανθρώπους, ήταν όλο το αγροτικό προλεταριάτο που έχτισε μια Αθήνα τη δεκαετία του ’60. Έχουμε πια νεολαιίστικα κινήματα, άλλες μορφές συλλογικότητας, άλλες μορφές πληροφόρησης. Έχουμε μεγάλες επενδύσεις στη βιομηχανία, ένα εργατικό δυναμικό που αρχίζει να μορφοποιείται και μια τεράστια κοινωνική κινητικότητα με τη μετανάστευση. Είναι τελείως διαφορετικές οι συνθήκες το Ιούλιο του ’65, άρα και το κοινωνικό υποκείμενο το οποίο λέει αυθόρμητα και ακαθοδήγητα «αυτή η ιστορία δεν πάει άλλο» και προσωποποιεί την κρίση στη μοναρχία.
Το κεντρικό σύνθημα των Ιουλιανών είναι «δεν σε θέλει ο λαός, παρ’ τη μάνα σου και μπρος», το οποίο μπορεί να ακούγεται απολίτικο αλλά με αυτό στην πραγματικότητα τίθεται θέμα καθεστώτος. Έχουμε τεράστιες διαδηλώσεις επί 70 ημέρες, ένα κοινωνικό κίνημα απρόβλεπτο, ακαθοδήγητο και πολύ σκληρό ταυτόχρονα γιατί υπάρχει μια νέα γενιά που είναι πολύ σκληρή και ανένδοτη, και δεν κουβαλάει τις όποιες ψυχολογικές δεσμεύσεις είχαν οι ηττημένοι πατεράδες της, οι οποίοι είναι παρόντες επίσης στους δρόμους. Εκείνη τη στιγμή έχουμε απονομιμοποίηση της μοναρχίας. Το κλειδί είναι αυτό. Τα Ιουλιανά απονομιμοποιούν τη μοναρχία με όρους λαϊκού κινήματος.
Βεβαίως όλα τα επίσημα κομματικά επιτελεία προσπαθούν να διαχειριστούν αυτό το σύνθημα και την κατάσταση. Η περιφρούρηση της ΕΔΑ προσπαθεί να μαζέψει τον κόσμο να μη φωνάζει το σύνθημα αυτό. Αλλά έχει διαρρηχθεί τόσο η ενότητα του πολιτικού προσωπικού όσο και των κομμάτων, διότι δεν περνάει εύκολα αυτό προς τα κάτω, υπάρχουν τεράστιες αντιθέσεις. Άλλωστε είναι η εποχή που και στο χώρο της Αριστεράς εμφανίζονται και μορφοποιούνται νέα ρεύματα, νέες ιδέες, υπάρχει το ρεύμα του μαοϊσμού, του γκεβαρισμού, οι Φίλοι Νέων Χωρών, η ομάδα Πέτρουλα – γίνονται και άλλες διεργασίες σε πολιτικό και πολιτισμικό επίπεδο. Ακόμα και στα επίσημα κείμενα της ΕΔΑ και του παράνομου ΚΚΕ υπάρχουν αναφορές, μήπως έπρεπε να πάμε ένα βήμα παραπέρα και να θέσουμε το θέμα της μοναρχίας εφόσον έχει τεθεί έτσι κι αλλιώς. Αλλά η κεντρική λογική της επίσημης αριστεράς είναι να μην πειραχτεί η μοναρχία και κατ’επέκταση η δομή της μετεμφυλιακής εξουσίας, γιατί είμαστε (ή τουλάχιστον θέλουμε να είμαστε) θεσμική δύναμη. Η επίσημη Αριστερά εκείνη την εποχή εμφανίζεται σαν το καλό παιδί που λέει πρακτικά ότι δεν πρόκειται να ξαναπειράξω το πολιτικό σύστημα, το έκανα το ’44, δεν θα το ξανακάνω, μη φοβάστε από μας.
Παράλληλα όμως, το πολιτικό σύστημα και η δομή της εξουσίας απονομιμοποιούνται. Και η ενότητα των καθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων πια δεν είναι δεδομένη. Ένα κομμάτι της Αριστεράς και των συνδικάτων, ίσως πλειοψηφικό, από τα κάτω θέτει το ζήτημα της μοναρχίας. Και υπάρχει και το ρεύμα του Ανδρέα Παπανδρέου το οποίο είναι η μοναδική αναφορά στην κεντρική πολιτική σκηνή που θέτει αυτό το ζήτημα, ως μειοψηφία του Κέντρου. Αυτό το πλαίσιο μας προδιαγράφει το σκηνικό του 1974. Η ριζοσπαστικοποίηση των μαζών που μένει χωρίς πολιτική εκπροσώπηση είτε από την Αριστερά είτε από το Κέντρο, δημιουργεί ένα τεράστιο πολιτικό κενό. Η πολιτική εγγραφή του Ανδρέα Παπανδρέου ως δυνάμει πολιτικού εκπρόσωπου αυτού του μεγάλου κοινωνικού μπλοκ θα εκφραστεί με την ιλιγγιώδη άνοδό του λίγα χρόνια αργότερα.
Η δικτατορία απλώς ανέκοψε αυτήν την τάση. Αυτό που συνέβη το 1974 θα είχε συμβεί στις εκλογές του ’67, με όρους όμως ισχυρού λαϊκού κινήματος, όχι με όρους κεντρικής διαχείρισης και κοινοβουλευτισμού.


Βρίσκετε αναλογίες με το σήμερα;

Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται με τις ίδιες συνθήκες και τους ίδιους όρους. Ισως μια βασική αναλογία είναι το γεγονός ότι έχουμε και σήμερα μια ευρύτερη απονομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος. Αυτό είναι δεδομένο. Και δεν διαφαίνεται επίσης μια λύση ομαλής μετεξέλιξης του πολιτικού συστήματος χωρίς ρήξεις.
Ας προσέξουμε, τι καθιστά «αυτονόητη» τη δικτατορία του ‘67; Μετά τα Ιουλιανά και τη σύγκρουση του Γ. Παπανδρέου με το Παλάτι έχουμε αλλεπάλληλες προσπάθειες κοινοβουλευτικής εξόδου από την κρίση. Έχουμε τις τρεις κυβερνήσεις των αποστατών, την κυβέρνηση Παρασκευόπουλου που ήταν κοινής αποδοχής των δύο μεγάλων κομμάτων, τέλος την κυβέρνηση Κανελλόπουλου που ήταν ο ηττημένος των εκλογών του 1964. Έχουμε επίσης το περίφημο Μνημόνιο Παπανδρέου-Κανελλόπουλου-Βλάχου-Λαμπράκη που υποτίθεται ότι έβαζε τους όρους με τους οποίους θα γίνονταν οι εκλογές του Μαίου 1967 και στο οποίο υπήρχε η δέσμευση ότι δεν θα τεθεί πολιτειακό ζήτημα –άλλη μια απόδειξη ότι είχε τεθεί–, έχουμε τέλος την πρόταση της ΕΔΑ με τα 5 σημεία εξόδου από την κρίση που στην πραγματικότητα ήταν πολύ κοντά στο Μνημόνιο. Όλες οι προσπάθειες κοινοβουλευτικής διεξόδου όμως απέτυχαν, γιατί δεν απαντούσαν στο ζήτημα της απονομιμοποίησης της μοναρχίας που είχε τεθεί. Πώς μπορούσε η μοναρχία ως πόλος εξουσίας να συνεχίσει να υπάρχει μετά τις εκλογές; Η διενέργεια και μόνο των εκλογών ήταν δημοψήφισμα εναντίον της. Γι’ αυτό και υπάρχει και η εξαιρετικής πολιτικής ανάλυσης φράση του Πατακού προς τον Σπαντιδάκη: «τα πραξικοπήματα στρατηγέ μου γίνονται προ των εκλογών. Μετά τις εκλογές είναι πλέον πολύ αργά».
Μια σχετική αναλογία επομένως του σήμερα με το ’65 είναι πρώτον ότι έχουμε μια πολύ μεγάλη απονομιμοποίηση του συστήματος.
Το δεύτερο πράγμα που μοιάζει με τότε είναι μια μεγάλη απονομιμοποίηση του πολιτικού προσωπικού. Δηλαδή δεν διαφαίνεται μια ομαλή διέξοδος με βάση ένα πρόσωπο ή μια πολιτική ομάδα, λείπει αυτή τη στιγμή το πρόγραμμα, η στρατηγική, η εγγύηση, η ηγετική ικανότητα από τη μεριά των αστικών πολιτικών δυνάμεων, λείπει επίσης ένα στοιχειώδες «κοινωνικό συμβόλαιο» με την κοινωνία. Και είναι το ίδιο πρόβλημα που υπήρχε και το ’65 περίπου. Ακόμα και το μετεμφυλιακό κράτος και μέχρι το ’63-’64 διαχειριζόταν ένα είδος «κοινωνικού συμβολαίου», όπως και κάθε εξουσία ακόμα και η πιο αυταρχική, τουλάχιστον με ορισμένα κοινωνικά στρώματα. Από το ’65 έως και την εγκαθίδρυση της δικτατορίας τον Απρίλιο του ’67 δεν διατυπώνεται κανένα «κοινωνικό συμβόλαιο», καμία κοινωνική συμφωνία με μερίδες έστω της ελληνικής κοινωνίας. Σ’αυτό το κενό θα στηριχτεί ο Ανδρέας Παπανδρέου ήδη από την εποχή εκείνη, ώστε να καλύψει λίγα χρόνια αργότερα πολιτικά και κοινωνικά όλο αυτό το κοινωνικό αίτημα που δημιουργήθηκε.


O Χριστόφορος Βερναρδάκης είναι Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ. Το πεδίο της επιστημονικής του ενασχόλησης εντοπίζεται στο κράτος, το πολιτικό σύστημα και την εκλογική ανάλυση γύρω από τα οποία έχει δημοσιεύσει πολλές εργασίες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Έχει επίσης δημοσιεύσει (σε συνεργασία) τη μονογραφία Κόμματα και κοινωνικές συμμαχίες στην προδικτατορική Ελλάδα. Οι προϋποθέσεις της μεταπολίτευσης (Eξάντας, Aθήνα 1991), ενώ από το 2000 επιμελείται την ετήσια επιστημονική έκδοση Η κοινή γνώμη στην Ελλάδα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σαβάλλα, στη σειρά Κοινωνικές Επιστήμες. Είναι μέλος του Δ.Σ. της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης, καθώς και του Δ.Σ. του Ιδρύματος Γληνού.