Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ολοκαύτωμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ολοκαύτωμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

Το Ολοκαύτωμα ως ευρωπαϊκή σύνθεση

δημοσιεύτηκε στις Αναγνώσεις της Αυγής της Κυριακής, 9 Μαρτίου 2014


Enzo Traverso, Οι ρίζες της ναζιστικής βίας. Μια ευρωπαϊκή γενεαλογία, Αθήνα, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2013.

Οι εκδόσεις για τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το ναζισμό και το Ολοκαύτωμα συνεχώς πολλαπλασιάζονται, ενώ ένας ξεχωριστός επιστημονικός κλάδος, αυτός των Holocaust Studies, βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη. Η «μοναδικότητα» του Ολοκαυτώματος (της "Τελικής Λύσης", της Shoah) παραμένει ένα κρίσιμο ζήτημα και αρκετοί μελετητές ασχολούνται πολύπλευρα και σε βάθος με το ίδιο το φαινόμενο, όχι όμως και με το ιστορικό του πλαίσιο και ιδίως με τις προϋποθέσεις που το κατέστησαν δυνατό. Η ίδια η ορολογία φανερώνει διαφορετικές προσεγγίσεις - ο Τραβέρσο χρησιμοποιεί τον όρο "ιουδαιοκτονία" (Judéocide), που πρότεινε ο Arno Mayer για την αποφυγή θρησκευτικών συνδηλώσεων.
Συχνά, οι προσπάθειες ιστορικοποίησης του Ολοκαυτώματος θεωρούνται δυνάμει υπεύθυνες για τη σχετικοποίηση του και άρα τη μείωση της -ηθικής, πολιτικής ή άλλης- σημασίας του. Καθώς παρατηρεί ο συγγραφέας, "όπως αλλοτε η συρρίκνωση της ιουδαιοκτονίας σε μια μικρή υποσημείωση στα βιβλία για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έτσι και η έμφασή που δίνεται σήμεσα στον χαραχτήρα της ως 'γεγονός δίχως προηγούμενο' και 'απολύτως μοναδικό' κινδυνεύει να σταθεί εμπόδιο στις προσπάθειες για την κατανόησή της μέσα στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ιστορίας".
Είναι γνωστή σε όσους έχουν ασχοληθεί με την ιστορία της περιόδου, η "διαμάχη" μεταξύ όσων ερευνητών τόνισαν τις προθέσεις εξόντωσης των Εβραίων από το ναζιστικό καθεστώς και όσων εστίασαν στη δυναμική του ίδιου του πολέμου εξόντωσης που κατέστησε δυνατό το Ολοκαύτωμα. Άλλη πηγή αντιπαράθεσης υπήρξε η ιδιαιτερότητα του ναζισμού και του αντισημιτισμού του με βάση την πορεία της Γερμανίας προς τη νεωτερικότητα σε σχέση με τις άλλες προηγμένες βιομηχανικά ευρωπαϊκές χώρες. Οι ερμηνευτικές αυτές προσπάθειες τείνουν να ξεπεραστούν δημιουργικά καθώς η επιστημονική έρευνα προχωρά μαζί με τον στοχασμό που προκαλούν τα ανησυχητικά φαινόμενα αναβίωσης πλευρών του φασισμού στη σύγχρονη Ευρώπη. Ειδικά στην Ελλάδα, η δράση της ναζιστικής Χρυσής Αυγής αλλά και η πολιτική του επίσημου κράτους απέναντι στους μετανάστες, οδηγεί στο επώδυνο συμπέρασμα πως "αυτό που συνέβη μπορεί να ξανασυμβεί" και στην αναγκαιότητα της ιστορικής ερμηνείας, γνώσης και αναγνώρισης του φασισμού.[1]
Το βιβλίο του Ένζο Τραβέρσο "Οι ρίζες της ναζιστικής βίας" με τον εύγλωττο υπότιτλο "Μια ευρωπαϊκή γενεαλογία", γραμμένο το 2002 στα γαλλικά, αποτελεί ένα σημαντικό έργο για στην πορεία επανεπεξεργασίας των μέχρι τότε θεωριών και ερμηνειών του ναζισμού και του Ολοκαυτώματος. Το αποτέλεσμα είναι η συγκρότηση μιας νέας πρότασης για την ερμηνεία του Άουσβιτς ως αυθεντικού προϊόντος του δυτικού πολιτισμού, μιας σύνθεσης όλων των μορφών βίας που δημιούργησε το εργαστήριο της φιλελεύθερης ιμπεριαλιστικής Ευρώπης, καθώς τα κράτη της προσπάθησαν να κατακτήσουν τον κόσμο και εντέλει να επικρατήσουν σε μια ολοκληρωτική μάχη μεταξύ τους. Όχι ιδιαιτερότητα, ούτε κάτι το ασύλληπτο και μη ερμηνεύσιμο, αλλά μια σύνθεση "ενός πλατιού συνόλου τρόπων κυριαρχίας και εξόντωσης, που είχαν ήδη δοκιμαστεί ξεχωριστά στην πορεία της νεότερης δυτικής ιστορίας", μια σύνθεση μεταξύ του ναζιστικού αντισημιτισμού και της πορείας του πολέμου, ένα καθ' όλα πιθανο προϊόν, "νόμιμο τέκνο" της Δύσης. Αυτή η οπτική μας επιτρέπει αφενός να γνωρίσουμε τα βήματα, τα συστατικά, τις ρίζες που επέτρεψαν να τραφεί ο ριζοσπαστικός ναζιστικός αντισημιτισμός και να δώσει τον ολέθριο καρπό του και αφετέρου να αναγνωρίσουμε στο σήμερα παρόμοια φαινόμενα συνειδητοποιώντας πως τίποτε δεν αποκλείει άλλες συνθέσεις, "το ίδιο αν όχι περισσότερο καταστροφικές".
Ποια ήταν αυτά τα συστατικά; Ο συγγραφέας μας τα παρουσιάζει σε 5 συνθετικά κεφάλαια με τη σειρά. Εν αρχή ην η εκβιομηχάνιση της επιτήρησης, της τιμωρίας και του θανάτου στην Ευρώπη του 19ου αιώνα. Η απρόσωπη εκτέλεση της θανατικής ποινής από τις μηχανές ξεκινώντας από τη γκιλοτίνα αλλά και η παραδειγματική τιμωρία και εγκλεισμός για την πειθάρχηση των κατώτερων τάξεων, όσων δεν χωρούσαν στα εργοστάσια-φυλακές του θριαμβεύοντος βιομηχανικού καπιταλισμού. Τα στρατόπεδα εξόντωσης αναγνωρίζονται ως σύνθεση πολλών βημάτων, των φυλακών και των στρατοπέδων συγκέντρωσης στις αποικίες και του Α'  Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και των εργοστασίων, της γκιλοτίνας αλλά και του εξορθολογισμού των σφαγείων. Αλλά και κατά τη διάρκεια του πολέμου σημαδεύτηκαν από "μια διαρκή ένταση" μεταξύ εργασίας και εξόντωσης, συνδυάζοντας την τιμωρία, την παραγωγή και τελικά την εξόντωση. Όχι μόνο οι τεχνικές δυνατότητες της εξόντωσης προέρχονται από το σύγχρονο εργοστάσιο αλλά και η τεϊλοροποιημένη "επιστημονική οργάνωση" των καθηκόντων των θυτών (και των θυμάτων). Η θέση των εργατών στη βιομηχανική επανάσταση του Τέιλορ και του αντισημίτη Φορντ πρόσφερε στο ναζισμό τους τρόπους της καταστροφής.
Ο ευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός και η σταυροφορία κατάκτησης του κόσμου αναγνωρίζεται ως ένα βασικό στάδιο με έναν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα τρόπο: ως μετάβαση από μια ιδεολογία παρακμής των ευρωπαϊκών ελίτ σε μια βούληση για παγκόσμια κυριαρχία, από το συντηρητισμό στο φασισμό. Ο φυλετισμός και βιολογικός ρατσισμός, η έννοια του "ζωτικού χώρου", η ρητορική περι της "εξαφάνισης των κατώτερων φυλών" ως φυσικού νόμου και η τάση προς τον βιολογικό ντετερμινισμό, όπου η "τεχνητή επιλογή" θα αντικαθιστούσε την αντίστοιχη "φυσική", αναγνωρίζονται ως κοινή κληρονομιά της αποικιοκρατίας και του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού. Τα αποικιακά εγκλήματα και σφαγές οδηγούν στον ολοκληρωτικό πόλεμο και στην απανθρωποποίηση του εχθρού, του Άλλου.
Βασικό στοιχείο στη θεώρηση του Τραβέρσο αποτελεί ο κομβικός ρόλος που επιφυλάσσει για τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, "αποφασιστικό στάδιο στη γέννηση του φασισμού" και "στιγμή ρήξης μέσα στην ιστορία της Ευρώπης".[2] Στον Μεγάλο Πόλεμο, οι στρατοί υιοθέτησαν τις αρχές του εργοστασίου και ο τεχνολογικός πόλεμος επέφερε τον ανώνυμο μαζικό θάνατο. Αυτή η βιομηχανοποιημένη σφαγή ήταν για τον συγγραφέα μια ανθρωπολογική ρήξη, προϋπόθεση μιας γενοκτονίας που συντελείται με απάθεια. Η μακρά διάρκεια του πολέμου οδηγούσε σε μια "σχιζοφρενική συνύπαρξη της φυσιολογικότητας και του σκοτωμού", καθώς οι στρατιώτες ενάλλασσαν τους ρόλους των φονιάδων με αυτούς των πολιτών και οικογενειαρχών. Αυτή η ηθική και νοοτροπία, η απαξίωση της ανθρώπινης ζωής και η αδιαφορία για αυτήν, θα επιτρέψει στους "φυσιολογικούς ανθρώπους", κατά τον Christopher Browning, να διαπράξουν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αδιανόητα εγκλήματα. Στο ενδιάμεσο, αυτός ο εκβαρβαρισμός θα γεννήσει τον φασισμό.
Τέλος, η προϋπάρχουσα ταξινόμηση και καταστολή των "επικίνδυνων τάξεων" θα συναντηθεί με το ρατσισμό του ιμπεριαλισμού και τη βαρβαρότητα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου σε μια ναζιστική σύνθεση. Καταλύτης για αυτήν υπήρξε ο ριζοσπαστικός αντισημιτισμός ως παράγοντας μεταμόρφωσης, κατά τον συγγραφέα, του συντηρητικού εθνικισμού σε αντιδραστικό μοντερνισμό. Η αφαιρετική κατηγορία του Εβραίου αντικατέστησε τους πραγματικούς Εβραίους και μετατράπηκε στο συνώνυμο όλων των αρνητικών που επέφερε η νεωτερικότητα: ο κομμουνισμός αλλά και ο χρηματιστικός καπιταλισμός, η δημοκρατία και ο κοσμοπολιτισμός, η αφηρημένη λογική, ο ατομισμός κ.ο.κ. Ο Εβραίος γίνεται λοιπόν ένα ουσιαστικοποιημένο επίθετο που χαρακτηρίζει μια σειρά παρόμοιων γνωρισμάτων. Η "βιολογικοποίηση" του αντισημιτισμού από το ναζισμό θα επιτρέψει τη σύνθεση μεταξύ των παραδοσιακών, αντιδραστικών αντιλήψεων με την πιο επιστημονική, τεχνολογική εξόντωση. Συγκροτήθηκε λοιπόν ένας "αναζωογονητικός" αντισημιτισμός που θα επέτρεπε την υπέρβαση της νεωτερικότητας με τα ίδια της τα όπλα.
Το συμπέρασμα του Τραβέρσο είναι πως η Γερμανία δεν ήταν απομονωμένη από την υπόλοιπη Ευρώπη στην πορεία της προς τον εθνικοσοσιαλισμό αλλά αντίθετα ένα εργαστήρι όπου έγινε δυνατή η σύνθεση όλων των παραπάνω στοιχείων που υπήρχαν παντού στην Ευρώπη. Ο ιδιαίτερος δρόμος της Γερμανίας ανοίχτηκε στο τραγικό τέλος αυτής της κοινής πορείας και όχι πρωτύτερα. Γενικεύοντας, η γενεαλογία που συγκροτεί ο συγγραφέας θα μπορούσε να χρησιμεύσει και ως πρόταση για το σήμερα, για την επικέντρωση της προσοχής μας όχι τόσο στις εθνικές ιδιαιτερότητες αλλά στις κοινές ευρωπαϊκές πολιτικές που οδηγούν σε αδιέξοδα.



[1] Ποθητή Χαντζαρούλα, "αυτό που συνέβη μπορεί να ξανασυμβεί", online περιοδικό Χρόνος, τεύχος 9, Ιανουάριος 2014 [http://www.chronosmag.eu/index.php/p-l-p-s-p-xs.html]
[2] Αυτή την άμεση σύνδεση μεταξύ Α΄ και Β΄Παγκοσμίου Πολέμου θα αναπτύξει ο συγγραφέας περαιτέρω στο βιβλίο του Δια πυρός και σιδήρου. Περί του ευρωπαϊκού εμφυλίου πολέμου 1914-1945, το οποίο γράφτηκε το 2007 και κυκλοφόρησε στην Ελλάδα επίσης από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου το 2013.

Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012

Auschwitz


Απόσπασμα από το κεφάλαιο «Η τελική λύση» του βιβλίου του ιστορικού Richard J. Evans 
“The Third Reich at War” (Penguin Books, 2009)




Οι πρώτες αφίξεις στο Άουσβιτς, τον Μάρτιο του 1942, ήταν από τη Σλοβακία και τη Γαλλία. Αρχικά οι αφιχθέντες καταγράφηκαν και έγιναν δεκτοί ως να επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν για εργασία. Αλλά πριν να περάσει λίγος καιρός, το Μάιο του 1942, άρχισε η συστηματική εξόντωση, όχι μόνο των Γάλλων και Σλοβάκων Εβραίων αλλά επίσης εκείνων από την Πολωνία, την Ολλανδία και το Βέλγιο. Ήταν σε μια αποστολή από την Ολλανδία, που παρακολούθησε ο Χίμλερ τη διαδικασία επιλογής και δολοφονίας, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στις 17 και 18 Ιουλίου 1942. «Δεν είχε παρατηρήσεις να κάνει», κατέγραψε ο Χες. Όντως η επίσκεψη ολοκληρώθηκε με τον Αρχηγό των SS να επιβραβεύει με προαγωγή τον διοικητή του στρατοπέδου. Κατά την απογευματινή δεξίωση, ο Χες σημείωσε πως ο Χίμλερ «ήταν σε πολύ καλό κέφι, πρωταγωνιστώντας στη συζήτηση και όντας εξαιρετικά φιλικός, ειδικά με τις κυρίες». Την επόμενη μέρα ο Χίμλερ πήγε στο στρατόπεδο των γυναικών, «παρακολούθησε το κλάμα μιας γυναίκας εγκληματία», και «συζήτησε με ορισμένες γυναίκες Μάρτυρες του Ιεχωβά για τις φανατικές πεποιθήσεις τους». Στην τελική ομιλία του λίγο πριν φύγει, ο Χίμλερ διέταξε την εντατικοποίηση των εκτελέσεων και πίεσε τον Χες να ολοκληρώσει την κατασκευή ενός νέου στρατοπέδου στο Μπίρκεναου το συντομότερο. Από τον Ιούλιο και μετά, άρχιζαν να έρχονται οι Γερμανοί Εβραίοι, πρώτα από τη Βιέννη, και από τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο, από το Βερολίνο. Τρένα άρχισαν να φέρνουν Εβραίους από τη Ρουμανία, την Κροατία, την Φινλανδία, την Νορβηγία και μετέπειτα από τη Βουλγαρία, την Ιταλία και από την Ουγγαρία, την Σερβία, την Δανία, την Ελλάδα και τη νότια Γαλλία.

[...]

Το Άουσβιτς από πολλές απόψεις ήταν μια πρότυπη γερμανική πόλη στη νεοκατεκτημένη Ανατολή. Από τον Μάρτιο του 1941 υπήρχαν 700 φύλακες SS που εργάζονταν στο στρατόπεδο, αριθμός που θα αυξανόταν σε 2.000 μέχρι τον Ιούνιο του 1942. Συνολικά, σε όλη την περίοδο ύπαρξης του στρατοπέδου, περίπου 7.000 άνδρες του SS εργάστηκαν εκεί κάποια στιγμή. Τα SS και οι οικογένειές τους, εφόσον είχαν, ζούσαν στην πόλη μαζί με γραμματείς και διοικητικούς υπαλλήλους. Πραγματοποιούνταν συναυλίες και θεατρικές παραστάσεις από θιάσους όπως το Κρατικό Θέατρο της Δρέσδης, υπήρχε μια παμπ (με ένα διαμέρισμα από πάνω για τον Χίμλερ, που ουσιαστικά ποτέ δεν χρησιμοποίησε) και ένα ιατρικό κέντρο. Οι άνδρες των SS είχαν πλήρεις προμήθειες τροφίμων και τακτικές άδειες. Αν είναι ανύπανδροι, μπορούσαν να δεχτούν επισκέψεις από τις φιλενάδες τους, ή, αν ήταν παντρεμένοι και οι οικογένειες τους κατοικούσαν αλλού στο Ράιχ, από τις γυναίκες τους, συνήθως τη ζεστή περίοδο του καλοκαιριού. Νέα σπίτια χτίζονταν για το προσωπικό του στρατοπέδου, και κοντά βρισκόταν η γιγαντιαία εγκατάσταση χημικών της I. G. Farben στο Monowitz. Όλα αυτά έκαναν το Άουσβιτς ένα μεγάλο οικονομικό κέντρο που απασχολούσε Γερμανούς μάνατζερ, επιστήμονες, διοικητικά στελέχη και γραμματείς. Η δημιουργία ενός ενιαίου συγκροτήματος που συνδύαζε κατοικίες, ένα εργοστάσιο, ένα στρατόπεδο εργασίας και ένα κέντρο εξόντωσης προεικόνιζε ένα είδος αστικής κοινότητας από αυτές που θα μπορούσαν να ιδρυθούν σε άλλα μέρη της γερμανικής Ανατολής, τουλάχιστον μέχρι την τελική ολοκλήρωση του Γενικού Σχεδίου για την Ανατολή. Η μόνη αιτία για παράπονα από τη μεριά των κατοίκων της πόλης ήταν η δυσάρεστη οσμή πάνω από την πόλη και την πτέρυγα κατοικίας των SS από τα κρεματόρια του στρατοπέδου.
Κατά τη διάρκεια της συνολικής περιόδου ύπαρξης του στρατοπέδου, τουλάχιστον 1,1 εκατομμύριο και πιθανότατα ως και 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι δολοφονήθηκαν στο Άουσβιτς. Το 90% αυτών, πιθανόν περίπου 960.000, ήταν Εβραίοι, δηλαδή ανάμεσα σε 1/5 και 1/4 του συνολικού αριθμού των Εβραίων που σκοτώθηκαν στον πόλεμο. Περιλαμβάνονταν 300.000 Εβραίοι από την Πολωνία, 69.000  από την Γαλλία, 60.000 από την Ολλανδία, 55.000 από την Ελλάδα, 46.000 από την Τσεχοσλοβακία (το Προτεκτοράτο Βοημίας και Μοραβίας), 27.000 από την Σλοβακία, 25.000 από το Βέλγιο, 23.000 από την Γερμανία (το «Παλαιό Ράιχ»), 10.000 από την Κροατία, 6.000 από την Ιταλία, ο ίδιος αριθμός από την Λευκορωσία, 1.600 από την Αυστρία και 700 από την Νορβηγία. Κατά την τελευταία περίοδο του πολέμου, περίπου 394.000 Ούγγροι Εβραίοι οδηγήθηκαν στους θαλάμους αερίων και εξοντώθηκαν. Περισσότεροι από 70.000 μη Εβραίοι Πολωνοί εκτελέστηκαν, 21.000 Τσιγγάνοι, 15.000 Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου και πάνω από 15.000 άνθρωποι διαφόρων εθνικοτήτων, κυρίως από την Ανατολική Ευρώπη. Η μειοψηφία όσων «επιλέχτηκαν» για εργασία, καταγράφηκαν κατά την άφιξή τους και ένας αριθμός εντυπώθηκε με τατουάζ στο μπράτσο τους. Ήταν περίπου 40.000 και περίπου οι μισοί από αυτούς ήταν Εβραίοι. Τουλάχιστον οι μισοί από τους καταγεγραμμένους κρατούμενους πέθαναν από υποσιτισμό, ασθένειες, εξάντληση ή υποθερμία.
Ο Ρούντολφ Χες αργότερα ομολόγησε πως έβρισκε δύσκολο να εκτελεί τα καθήκοντά του, ως διοικητής της μεγαλύτερης βιομηχανίας θανάτου στην ιστορία, με ηρεμία πνεύματος.

Έπρεπε να τα παρακολουθώ όλα. Έπρεπε να βλέπω κάθε ώρα, μέρα και νύχτα, την απομάκρυνση και την καύση των πτωμάτων, την εξαγωγή των δοντιών, το κόψιμο των μαλλιών, όλη αυτή τη φρικαλέα ατελεύτητη εργασία... Έπρεπε να κοιτάζω από το ματάκι των θαλάμων αερίων και να παρακολουθώ την ίδια τη διαδικασία του θανάτου, επειδή οι γιατροί ήθελαν να το βλέπω. Έπρεπε να τα κάνω όλα αυτά γιατί ήμουν αυτός που είχε όλα τα μάτια πάνω του, γιατί έπρεπε να τους δείξω ότι δεν έδινα απλά τις διαταγές και έφτιαχνα τους κανονισμούς αλλά ήμουν έτοιμος ο ίδιος να είμαι παρών σε κάθε καθήκον που έδινα στους υφισταμένους μου.

Οι υφιστάμενοί του συχνά τον ρωτούσαν, «ήταν αναγκαίο να τα κάνουν όλα αυτά; Ήταν αναγκαίο να εξοντωθούν εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες και παιδιά;» Ο Χες αισθανόταν πως «έπρεπε να τους πει ότι η εξόντωση των Εβραίων έπρεπε να γίνει, ώστε η Γερμανία και το μέλλον της να ελευθερωθεί για πάντα από τους αδίστακτους αντιπάλους της». Αντισημίτης ως το τέλος, ο Χες μετά τον πόλεμο θεωρούσε πως ο αντισημιτισμός «ήρθε στο προσκήνιο μόνο όταν οι Εβραίοι είχαν προχωρήσει πολύ στο κυνήγι της κατάκτησης της εξουσίας, και τα σατανικά τους σχέδια ήταν πολύ φανερά για να τα ανεχτεί η κοινή γνώμη». Δεσμευμένος από αυτές τις αντιλήψεις στη δουλειά του, ο Χες ένιωθε πως έπρεπε να καταστείλει κάθε αμφιβολία καθώς ακολουθούσε αυτό που πίστευε ότι ήταν οι εντολές του Χίτλερ. Όφειλε στους υφισταμένους του να μην δείξει κανένα σημάδι αδυναμίας. Η «σκληρότητα» ήταν στο κάτω-κάτω η βασική αρχή των SS. «Έπρεπε να εμφανίζομαι παγερά αδιάφορος σε γεγονότα που θα έσκιζαν την καρδιά οποιουδήποτε είχε ανθρώπινα αισθήματα», θυμόταν αργότερα. «Έπρεπε να παρακολουθώ παγερά καθώς μητέρες με παιδιά που γελούσαν ή έκλαιγαν, έμπαιναν στους θαλάμους αερίων». Ειδικά μετά ένα απόγευμα πίνοντας με τον Άντολφ Άιχμαν, ο οποίος «έδειχνε τελείως εμμονικός με την ιδέα να εξοντώσει κάθε Εβραίο που θα μπορούσε να βρει», ο Χες αντιλήφθηκε πως έπρεπε να καταπιέσει κάθε ανθρώπινο συναίσθημα: «μετά από αυτές τις συζητήσεις με τον Άιχμαν, έφτασα να θεωρώ πως τέτοια αισθήματα ήταν προδοσία του Φύρερ».