Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελεύθερη Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελεύθερη Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2014

Η Ελεύθερη Ελλάδα. Η εξουσία του ΕΑΜ στα χρόνια της Κατοχής (1943-1944)


Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ασίνη, το βιβλίο μου «Η Ελεύθερη Ελλάδα. Η εξουσία του ΕΑΜ στα χρόνια της Κατοχής (1943-1944). Πρόκειται για επεξεργασμένη μορφή της διδακτορικής διατριβής μου με τίτλο «Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (1944). Ένας τύπος επαναστατικής εξουσίας. Πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές παράμετροι». Στην ιστοσελίδα Ελεύθερη Ελλάδα μπορείτε να βρείτε λεπτομέρειες για το βιβλίο, να το παραγγείλετε και να ενημερωθείτε για βιβλιοπαρουσιάσεις και βιβλιοκριτικές. Επίσης στην ιστοσελίδα αυτή θα μετακομίσει μεγάλο μέρος της ύλης του ιστοριολογίου, ό,τι δηλαδή αφορά τη δεκαετία του 1940. Ακολουθεί το δελτίο Τύπου των εκδόσεων.

Μέλη της πρώτης ΠΕΕΑ στη Βίνιανη.
Φωτογραφία πιθανότατα του Γιάννη Νισύριου.

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις μας η μελέτη του Γιάννη Σκαλιδάκη, Η Ελεύθερη Ελλάδα. Η εξουσία του ΕΑΜ στα χρόνια της Κατοχής (1943-1944), Εκδόσεις Ασίνη, Αθήνα, 2014, 17Χ24, σ.416, τιμή: 19 ευρώ (με ΦΠΑ).
ISBN: 978-618-80872-2-4


Το βιβλίο αυτό εξιστορεί τη διαδικασία συγκρότησης της Ελεύθερης Ελλάδας και των διαφόρων μορφών εξουσίας του ΕΑΜ την περίοδο της Κατοχής, με αποκορύφωμα τη δημιουργία της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) την άνοιξη του 1944, που θα αποτελούσε την πραγματική κυβέρνηση ενός μεγάλου μέρους της Ελλάδας μέχρι την αυτοδιάλυση της, ένα μήνα πριν τα Δεκεμβριανά.
Δεν πρόκειται όμως απλώς για μια πολιτική ιστορία. Λαμβάνει υπόψη τους οικονομικούς όρους και τις προϋποθέσεις του εγχειρήματος, καθώς και την κοινωνική του απήχηση. Η ανάγκη υπεράσπισης της αγροτικής παραγωγής από τη λεηλασία των κατακτητών και των συνεργατών τους, η διαίρεση της χώρας με τον αποκλεισμό των εξεγερμένων περιοχών από τη διανομή της διεθνούς βοήθειας, η οικονομική λειτουργία της απελευθερωμένης επικράτειας με την κυριαρχία του αντιπραγματισμού και τη δράση των συνεταιρισμών, η δράση της λαϊκής αυτοδιοίκησης, όλα αυτά οδήγησαν στη συγκρότηση ενός ιδιόμορφου οικονομικού και κοινωνικού πλέγματος στις ελεύθερες περιοχές. Το ΕΑΜ, από εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα μετεξελίχτηκε σε μια ιδιότυπη μορφή κοινωνικής συγκρότησης με κρατικά χαρακτηριστικά.

70 χρόνια μετά την ίδρυση της ΠΕΕΑ, στο βιβλίο αυτό παρουσιάζεται η συναρπαστική, πλην ατελέσφορη, πορεία του ΕΑΜ προς την εξουσία, μέσα από πληθώρα αδημοσίευτων ντοκουμέντων και συγκεντρωμένων μαρτυριών, πινάκων και εικονογραφικού υλικού. Στο παράρτημα παρατίθενται, για πρώτη φορά συγκεντρωμένα, βιογραφικά των μελών του Εθνικού Συμβουλίου, που συνήλθε στα βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας τον Μάιο του 1944.

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

Η αυτοδιοίκηση στην Ελεύθερη Ελλάδα

αναδημοσίευση από το ένθετο Αναγνώσεις της Αυγής της Κυριακής, 25/10/13

Απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο του Γιάννη Σκαλιδάκη: Η κυβέρνηση του βουνού. Πόλεμος και εξουσία στην Ελεύθερη Ελλάδα (1943-1944), από τις εκδόσεις Ασίνη




  
Οι τοπικές οργανώσεις του ΕΑΜ ήταν εκ των πραγμάτων αυτές που θα έπρεπε να δώσουν λύση στο ζήτημα της διοίκησης μεγάλων χώρων αυτονομημένων από την κατοχική εξουσία. Η λύση του ζητήματος δεν ήταν καθόλου αυτονόητη. Αντίθετα, την πρώτη περίοδο λειτουργίας του χώρου της Ελεύθερης Ελλάδας, δόθηκαν διαφορετικές απαντήσεις, σε σύγκρουση μεταξύ τους, πάνω στο βαθμό ριζοσπαστικότητας της νέας εξουσίας, σύγκρουση που απασχόλησε αναγκαστικά και την ηγεσία του ΚΚΕ. Οι πρώτες προσπάθειες αυτοδιοίκησης με βάση το ΕΑΜ, καταδικάστηκαν από την ηγεσία του ΚΚΕ ως «αριστερή παρέκκλιση» και ονοματίστηκαν ανάλογα: εαμική «εξουσία» στην Καρδίτσα, εαμικό «κράτος» στον Αλμυρό, «κόκκινη δικτατορία» Καλαμπάκας. Δεν δίστασε δε να υποδείξει ως «πειρασμό» αυτών των πρωτοβουλιών τη διανομή «τσιφλικιών, μοναστηριακών χτημάτων και λειβαδιών των μεγαλοτσελιγκάδων».
Οι χώροι για τους οποίους μιλάμε, δεν ήταν ξένοι προς την ιδέα της αυτοδιοίκησης ούτε οι δεσμοί τους με την κεντρική κρατική διοίκηση της χώρας ήταν ποτέ ιδιαίτερα στενοί. Στην Ευρυτανία, στην απομονωμένη Λάκα του Φουρνά δημιουργήθηκε το φθινόπωρο κιόλας του 1942 ο πρώτος γραπτός κώδικας λαϊκής αυτοδιοίκησης, ο γνωστός «Κώδικας Ποσειδώνα» από την τοπική υπαχτιδική επιτροπή του ΚΚΕ Κτημενίων και Δολόπων ή, πιο επίσημα, «Εντολαί δια την Λαϊκήν Αυτοδιοίκησιν και την Λαϊκήν Δικαιοσύνην». Από τον Αύγουστο δε του 1941 λειτουργούσε στο χωριό Κορίτσα (Κλειτσός) μια «Επιτροπή Επίλυσης Προβλημάτων».
Σύμφωνα με το Γεωργούλα Μπέικο, που κατέγραψε αργότερα με γλαφυρό τρόπο τις εμπειρίες αυτές, η τοπική οργάνωση πίστευε ότι «ταυτόχρονα με τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα πραγματώνεται και η επανάσταση που προγραμμάτιζε η Απόφαση –ιστορική και ιερή για τους τοτινούς κομμουνιστές– της 6ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ τον Γενάρη του 1934». Το «νομοσχέδιο» για την εγκαθίδρυση «λαϊκής εξουσίας» αποτελούνταν από οχτώ άρθρα και μια συνοδευτική εγκύκλιο –εκεί υποδηλωνόταν, σύμφωνα με τον συγγραφέα, ότι οι «Επιτροπές Λαϊκής Αυτοδιοίκησης» ήταν το αντίστοιχο των Σοβιέτ. Παρά το λογικό ιδεολογικό επικάλυμμα για τους Ευρυτάνες κομμουνιστές, ουσιαστικά απαντούσαν στο πιεστικό ζήτημα της οργάνωσης ενός χώρου εντελώς αυτονομημένου από κάθε κεντρική εξουσία, οργάνωσης που έπρεπε να συμβαδίζει με τις ανάγκες του ένοπλου αγώνα και μιας κλειστής αυτάρκους οικονομίας. Όταν επιπλήχτηκαν από την ανώτερη οργάνωση του ΚΚΕ στην Ευρυτανία, πράγμα που συνέβη και αλλού σε ανάλογες περιπτώσεις, ότι κινούνται εκτός της εθνικοαπελευθερωτικής γραμμής του ΕΑΜ, η απάντηση ήταν ενδεικτική: «Εμείς, θα πεις, δεν τα ξέραμε αυτά; Και τα παραξέραμε; Μα ξέραμε κι επιπλέον την συγκεκριμένη κατάσταση που αντιμετωπίζαμε στο χώρο της ευθύνης μας, χώρο που απελευθερώθηκε και δεν μπορούσε να περιμένει την ολική απελευθέρωση της χώρας για να λυθεί το πρόβλημα εξουσιών – αυτό δεν το είχαμε προβλέψει στην Αθήνα. Και πιστεύαμε: μια κι είμαστε ελεύθεροι, μα κι υποχρεωμένοι να συγκροτήσουμε εξουσίες, τότε γνώμονας πρέπει να είναι το βασικό ντοκουμέντο του κόμματος, η 6η του 1934 –κάνουμε επανάσταση».
Οι διατάξεις των «Εντολών» εγκαθίδρυαν τους θεσμούς της λαϊκής αυτοδιοίκησης και της λαϊκής δικαιοσύνης. Σύμφωνα με αυτούς, εκλέγονταν σε κάθε χωριό πενταμελείς επιτροπές Λαϊκής Αυτοδιοίκησης από Γενική Συνέλευση. Αυτές ήταν όργανα της λαϊκής εξουσίας και επιλαμβάνονταν όλων των προβλημάτων του χωριού, είχαν δε πρόεδρο και τέσσερα άλλα μέλη που προΐσταντο υποεπιτροπών. Συγκροτούνταν υποεπιτροπές για τα διάφορα ζητήματα, επισιτιστική, λαϊκής ασφαλείας, σχολική, εκκλησιαστική. Η δικαιοσύνη γινόταν λαϊκή και απονέμονταν από λαϊκά δικαστήρια. Οριζόταν ως ανώτερο σώμα η Γενική Συνέλευση του χωριού, που θα συνερχόταν τακτικά ανά μήνα. Προβλεπόταν δευτεροβάθμια όργανα, η τομεακή επιτροπή λαϊκής αυτοδιοίκησης και το τομεακό λαϊκό δικαστήριο και ως ανώτερη γενική αρχή κάθε νομού, η Ένωση Κοινοτήτων Νομού.
Ξεκινώντας από την ανάγκη οργάνωσης και διοίκησης του χώρου, οι δημιουργοί των πρώτων αυτών θεσμών εφάρμοζαν και μια συγκεκριμένη, ριζοσπαστική σύλληψη των πραγμάτων. Είδαμε πως είχαν ως οδηγό τις μεσοπολεμικές αναλύσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος και μια αληθινή πίστη ότι αυτό που συντελούνταν μπροστά στα μάτια τους ήταν μια επαναστατική διαδικασία. Οι ίδιοι οι θεσμοί δεν αποτελούσαν μια ουδέτερη μορφή για την αυτοδιοίκηση των ελευθερωμένων περιοχών αλλά εισήγαγαν πολλά ριζοσπαστικά μέτρα, τα οποία, αλλού λιγότερο αλλού περισσότερο, θα επηρέαζαν τις συλλογικές πρακτικές και νοοτροπίες και θα συγκροτούσαν μια πολιτική συνείδηση στραμμένη προς ένα μέλλον λαϊκής δημοκρατίας, της λαοκρατίας. Μερικά από τα μέτρα αυτά ήταν και η ανάδειξη της γενικής συνέλευσης ως κυρίαρχου οργάνου, της δημοκρατικής εκλογής, ελέγχου και ανακλητότητας των αντιπροσώπων, που ήταν άμισθοι, η πολιτική ισοτιμία γυναικών και ανδρών αλλά και η επιδίωξη επίτευξης συμβιβασμού στα λαϊκά δικαστήρια, με διαδικασίες δωρεάν για τους διαδίκους και η επιβολή ποινών με σκοπό τη βελτίωση του υπαίτιου.
Η αυτονόμηση της υπαίθρου από την κατοχική εξουσία και η συγκρότηση του ΕΛΑΣ οδήγησαν στην μετεξέλιξη μιας πανσπερμίας τοπικών εθνικοαπελευθερωτικών οργανώσεων σε ένα ενιαίο πλέγμα μέσα από το σχήμα του ΕΑΜ. Ήδη από το φθινόπωρο του 1942 η δράση της ένοπλης Αντίστασης επέφερε και τη συγκρότηση σε ανώτερο επίπεδο των οργανώσεων στις περιοχές του αντάρτικου. Εκείνη την εποχή δημιουργήθηκαν οι επαρχιακές επιτροπές του ΕΑΜ στο Βόιο, τη Σιάτιστα, τα Γρεβενά, την Καστοριά, τα Σέρβια και την Πτολεμαΐδα, στις περιοχές δηλαδή που θα πρωτοστατήσουν στο ξέσπασμα της επόμενης χρονιάς, στην αρχή της οποίας θα δημιουργηθεί και το ανώτερο όργανο, η νομαρχιακή επιτροπή ΕΑΜ Κοζάνης.
Σε αυτήν την πρώτη περίοδο, δεν υπήρχε οργάνωση της αυτοδιοίκησης σε ανώτερο, επαρχιακό ή νομαρχιακό επίπεδο, όπως θα δούμε αργότερα, ούτε βέβαια κεντρική πολιτική διοίκηση, η οποία θα αργήσει ακόμη περισσότερο.
Η Απόφαση 6 του ΚΓΣΑ από την μεριά της ρύθμιζε με γενικό τρόπο και μέσα σε 15 άρθρα, τη λειτουργία της αυτοδιοίκησης, και της δικαιοσύνης ως μέρους της, στις ελεύθερες περιοχές. Τα πρώτα τέσσερα άρθρα αναφέρονταν στην εκλογή οργάνων αυτοδιοίκησης με ελεύθερες εκλογές μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1943. Στα υπόλοιπα με γενικό τρόπο ορίζονταν τα διάφορα όργανα και οι αρμοδιότητές τους και διάφορες μεταβατικές διατάξεις. Η Απόφαση 6 έδειχνε ότι ήταν ένα αποτέλεσμα συμβιβασμού των διαφορετικών οργανώσεων της ένοπλης Αντίστασης και της Βρετανικής Συμμαχικής Αποστολής για να βρεθεί μια ενιαία μορφή (αυτο)διοίκησης των ελεύθερων περιοχών, που να βασίζεται στην εμπειρία των περιοχών του ΕΑΜ αλλά με μια τάση επανασύνδεσης με τα προπολεμικά ειωθότα και που να νομιμοποιηθεί με αυτοδιοικητικές εκλογές σε σύντομο διάστημα. Οι εκλογές «άνευ ουδεμιάς επεμβάσεως των πολιτικών ή στρατιωτικών Εθνικοαπελευθερωτικών οργανώσεων και χωρίς ν’ αποδοθεί εις τας εκλογάς οιοσδήποτε κομματικός χαρακτήρ» θα αναβάπτιζαν μια υποτίθεται «ουδέτερη» αυτοδιοίκηση. Το ΕΑΜ δεν φάνηκε να έχει αντίρρηση σε κάτι τέτοιο, είχε φροντίσει ήδη να αποφύγει την εμφανή διοίκηση από τις οργανώσεις του ΕΑΜ και σίγουρα θα υπολόγιζε ότι οι άνθρωποι που θα υποδείκνυαν οι οργανώσεις του θα υπερίσχυαν στις περιοχές του και όχι μόνο. Οι άλλες δε οργανώσεις (ΕΔΕΣ και ΕΚΚΑ) έλπιζαν και αυτές να κεφαλαιοποιήσουν πολιτικά τη στρατιωτική και όχι μόνο επιρροή τους σε ευρύτερες περιοχές.
Οι αυτοδιοικητικές εκλογές, σύμφωνα με την Απόφαση 6, πραγματοποιήθηκαν στα τέλη Αυγούστου και το Σεπτέμβριο του 1943 στις περιοχές της Ελεύθερης Ελλάδας. Παρά τις διακηρύξεις για ουδετερότητα της αυτοδιοίκησης, σε πολλές περιοχές οι συνδυασμοί, όπως ήταν επόμενο, αντιστοιχούσαν στις διαφορετικές οργανώσεις (ΕΑΜ, ΕΔΕΣ, ΕΚΚΑ). Η κάθε οργάνωση είχε τον πρώτο λόγο στο χώρο περιοχής της έχοντας ήδη οικοδομήσει δεσμούς και σχέσεις· το ΕΑΜ σε Στερεά και Θεσσαλία, ο ΕΔΕΣ στην Ήπειρο και η ΕΚΚΑ σε Δωρίδα-Παρνασσίδα. Σε πολλές περιπτώσεις συγκροτήθηκε άδηλα ένα κοινό μέτωπο ενάντια στο ΕΑΜ από τις άλλες οργανώσεις και τοπικούς παράγοντες με αποτέλεσμα αυτό να χάσει σε χωριά που ήταν στην επικράτεια του ΕΛΑΣ. Το ΕΑΜ κέρδισε στις μεγάλες πόλεις της Ελεύθερης Ελλάδας, Καρπενήσι και Καρδίτσα, ενώ ο ΕΔΕΣ έδειξε την επιρροή του εκτός Ηπείρου, στη δυτική Θεσσαλία επικρατώντας στις κωμοπόλεις Μουζάκι και Μαυρομάτι και σε είκοσι τουλάχιστον χωριά.
Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας και την απόβαση των Συμμάχων στην ιταλική χερσόνησο, το ΕΑΜ και το ΚΚΕ βρίσκονταν μπροστά στην ανάγκη να πάρουν γρήγορες αποφάσεις.
Ήταν πλέον φανερό ότι οι ανάγκες του ένοπλου αγώνα και η έκταση της Ελεύθερης Ελλάδας είχαν ανάγκη από μια κεντρική διακυβέρνηση – μια πρώτη τέτοιας μορφής εξουσία υπήρξε κατά κάποιο τρόπο το ΚΓΣΑ και στη συνέχεια το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ. Το ΚΓΣΑ δρομολόγησε μια σειρά μέτρα για όλη την επικράτειά του: όρισε τιμές για τα βασικά είδη διατροφής, επέβαλε εισφορά για την ενίσχυση των αντάρτικων δυνάμεων, των πολεμοπαθών και του ορεινού πληθυσμού και παρακράτημα στη διακίνηση εμπορευμάτων και κυρίως τροφίμων. Συγκρότησε κοινά φρουραρχεία σε περιοχές οπού δρούσαν πάνω από μια οργανώσεις και επόπτευσε τις διαδικασίες σχετικά με τις εκλογές των επιτροπών και υποεπιτροπών. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι η ολιγόμηνη λειτουργία του Κοινού Γενικού Στρατηγείου Ανταρτών υπήρξε χρήσιμη σε τεχνικό και όχι μόνο επίπεδο για τα νέα καθήκοντα του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ.


Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2012

Οικονομικές και πολιτικές διαστάσεις της συγκρότησης της Ελεύθερης Ελλάδας




Στα πλαίσια του προγράμματος συναντήσεων-συζητήσεων της Εταιρείας Μελέτης Νέου Ελληνισμού (περιοδικό Μνήμων), θα γίνει η παρουσίαση:

Γιάννης Σκαλιδάκης, "Οικονομικές και πολιτικές διαστάσεις της συγκρότησης της Ελεύθερης Ελλάδας έως την ίδρυση της ΠΕΕΑ ( καλοκαίρι '43 - άνοιξη '44 )"
Συζητητής: Προκόπης Παπαστράτης

Στα γραφεία της Εταιρείας, Ζωσίμου 11 (κάθετος Λασκάρεως),
την Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου στις 8 το απόγευμα.

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011

Το χρήμα στην Ελεύθερη Ελλάδα

( δημοσιεύτηκε στο ένθετο Αναγνώσεις, στην Αυγή της Κυριακής, που κυκλοφόρησε Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2011 )

Από το καλοκαίρι του 1943, ο σχηματισμός της Ελεύθερης Ελλάδας σε μια σχετικά σταθερή βάση καθιστά αναγκαία τη μελέτη των χαρακτηριστικών αυτής της επικράτειας που, χάρη στη δράση του ΕΛΑΣ, συγκροτείται σε ένα οιονεί κρατικό μόρφωμα। Στις μέχρι τώρα μελέτες του φαινομένου της Αντίστασης, και της ιστορίας της περιόδου γενικότερα, η μεγαλύτερη έλλειψη εντοπίζεται στο πεδίο των οικονομικών λειτουργιών, τόσο της χώρας επί Κατοχής γενικά όσο και της Ελεύθερης Ελλάδας ειδικότερα. Όμως η παρουσίαση της πολεμικής δράσης και των κατορθωμάτων του ΕΛΑΣ και των λαϊκών θεσμών αυτοδιοίκησης και δικαιοσύνης και των πολιτικών πρωτοβουλιών του ΕΑΜ μένει μετέωρη και ανολοκλήρωτη, στο βαθμό που δεν συσχετίζεται με την οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα του χώρου και των ανθρώπων που έζησαν και έδρασαν την ίδια περίοδο.

Οι δυσκολίες για αυτό το εγχείρημα είναι μεγάλες, καθώς οι πηγές είναι συγκριτικά λιγοστές και οι μαρτυρίες φειδωλές, αν τις συγκρίνουμε π.χ. με την εξιστόρηση πολεμικών ανδραγαθημάτων, μικρών και μεγάλων μαχών ενάντια στους κατακτητές. Παρ’ όλα αυτά, η εξέταση αυτής της διάστασης είναι παραπάνω από αναγκαία, καθώς μπορεί να μας δείξει τις δυνατότητες και τα όρια του «εαμικού» εγχειρήματος, αλλά και των κοινωνικών συμμαχιών και αντιθέσεων, τα προβλήματα και τις πιθανές λύσεις τους, να ερμηνεύσει εν τέλει τις επιλογές του ΕΑΜ και της ΠΕΕΑ, τον επίσημο λόγο τους, τις σταθερές και τις αλλαγές της πολιτικής τους. Με δυο λόγια, χωρίς τη μελέτη των οικονομικών λειτουργιών θα μείνουμε παγιδευμένοι σε μια μυθολογική εξιστόρηση, με θετικό ή αρνητικό πρόσημο, όπου τον πρώτο λόγο θα έχει ακαθόριστα η ατομική ή η συλλογική βούληση, ο ηρωισμός και η προδοσία, ενώ τα γεγονότα θα παρουσιάζονται και θα παραμένουν έρμαια εύκολων αναθεωρήσεων και ιδεολογικών χρήσεων, για πολιτικούς σκοπούς, αναθέματα και δικαιώσεις.
Γιάννης Κολιός- Χωρίς τίτλο
Στα πλαίσια αυτού του σημειώματος, θα αναφερθούμε στις βασικές πτυχές ενός σημαντικού ζητήματος – του χρήματος στην Ελεύθερη Ελλάδα. Σχετικά ζητήματα που εμπίπτουν στη ίδια προβληματική είναι η παραγωγή της Ελεύθερης Ελλάδας και η σύγκρισή της με τη διεθνή βοήθεια που φτάνει στα λιμάνια της κατεχόμενης Ελλάδας, η φορολογία αυτής της παραγωγής και της διακίνησης των αγαθών από τον ΕΛΑΣ, οι μισθοί και οι τιμές στην Ελεύθερη Ελλάδα, η οικονομική πολιτική της ΠΕΕΑ και άλλα ζητήματα παρόμοιας φύσης. Αλλά ας γυρίσουμε στο θέμα μας.
Το ζήτημα του χρήματος έχει διάφορες πλευρές που μπορούν ίσως να μας φωτίσουν γενικότερες διεργασίες. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να παρατηρήσουμε είναι ότι υπάρχει στην Ελεύθερη Ελλάδα η ανάγκη για χρήμα. Αυτή η ανάγκη φανερώνεται από την επιβίωση της δραχμής για αρκετό διάστημα, τη ζήτηση της λίρας, τις προσπάθειες οργάνωσης ισοτιμιών μεταξύ του κυρίως μέσου πληρωμής δηλαδή του σταριού (και δευτερευόντως του καλαμποκιού) και της λίρας αρχικά, αλλά και ενός τίτλου (είδους τραπεζογραμματίου-ομόλογου) πληρωτέου σε στάρι, που εξέδωσε η ΠΕΕΑ. Δεν υποτιμούμε την έκταση του αντιπραγματισμού (τροκ) αλλά όλα μας δείχνουν πως το κύριο προϊόν που ανταλλασσόταν, το σιτάρι, γινόταν ανταλλακτικό ισοδύναμο, δηλαδή χρήμα.
Η ανάγκη χρήματος μας δείχνει την ύπαρξη εμπορικών συναλλαγών. Αυτό το εμπόριο και η σημασία του φαίνεται και από τη μεθοδική φορολόγηση της μεταφοράς αγαθών από τις υπηρεσίες του ΕΛΑΣ αρχικά και της ΠΕΕΑ αργότερα. Τι κρατάει ζωντανή την αγορά; Καταρχάς, η ανταλλαγή ειδών μεταξύ διαφορετικών παραγωγικών περιοχών, δηλαδή κυρίως του σταριού στα ανατολικά με το λάδι στα δυτικά. Αυτές οι ανταλλαγές γίνονταν και απευθείας ανάμεσα στα δύο είδη και με άλλα είδη της κτηνοτροφίας (σφάγια, τυρί) και της ορεινής και ημιορεινής παραγωγής (ξηροί καρποί, τσίπουρο, ξυλεία). Από δω ξεπηδά η χρήση του σιταριού ως ανταλλακτικού ισοδύναμου.
Επίσης σημαντικό ρόλο στην οικονομία διαδραμάτιζαν οι ένοπλοι σχηματισμοί, κυρίως ο ΕΛΑΣ αλλά και ο ΕΔΕΣ, καθώς χρειάζονταν σεβαστές ποσότητες αγαθών για τη συντήρησή τους. Ιδιαίτερο ρόλο κατείχε η βρετανική αποστολή ως διοχετευτής λιρών στην ύπαιθρο. Με τη δημιουργία του Κοινού Γενικού Στρατηγείου το καλοκαίρι του 1943 καθορίστηκε και η οικονομική ενίσχυση των αντάρτικων οργανώσεων από τους Συμμάχους, συγκεκριμένα η χορήγηση μιας λίρας κάθε μήνα ανά μόνιμο αντάρτη και μισής λίρας ανά μεγαλόσωμο μεταφορικό ζώο. Η χορήγηση αυτής της βοήθειας για τον ΕΛΑΣ έγινε για μικρό χρονικό διάστημα, κυρίως μέχρι τις συγκρούσεις ΕΛΑΣ-ΕΔΕΣ τον Οκτώβριο του 1943. Σε αυτήν την περίοδο, από το καλοκαίρι του ’43, οι ένοπλοι σχηματισμοί διοχέτευαν στην περιοχή της Ελεύθερης Ελλάδας τις λίρες που λάμβαναν από την βρετανική αποστολή, διαμορφώνοντας τη ζήτηση και τις τιμές.
Το χρήμα (δηλαδή οι λίρες) που έφτανε στους παραγωγούς για τρόφιμα τόνωσε σε ένα βαθμό και την εμπορική κίνηση μεταξύ της υπαίθρου και των πόλεων. Υπάρχουν μαρτυρίες για αρκετούς αγωγιάτες που ήταν πρόθυμοι να προμηθεύσουν οτιδήποτε σε μια καλή τιμή. Και ο ΕΛΑΣ για τα είδη που είχε ανάγκη –όχι μονάχα τρόφιμα αλλά και μια σειρά άλλα είδη– ψώνιζε από τις κατεχόμενες πόλεις της Θεσσαλίας αλλά και από την Αθήνα.
Υπάρχει όμως η αίσθηση ότι η ροή, η κυκλοφορία του νομίσματος δεν είναι σταθερή αλλά μειώνεται. Το νόμισμα σταδιακά αποσύρεται από την κυκλοφορία. Όσον αφορά τα νομίσματα-αντικείμενα-εμπορεύματα που είναι μονάχα μέσα πληρωμής, δηλαδή κυρίως το στάρι, αλλά και το καλαμπόκι, το λάδι και άλλα αγαθά ανάλογα την περιοχή, αφού ανταλλαγούν μια ή δυο φορές, πραγματοποιούν την αξία χρήσης τους, δηλαδή καταναλώνονται. Η δε χρυσή λίρα, με την επιπλέον ιδιότητά της ως μέσο αποθησαύρισης, φαίνεται κάπου να σταματά την κυκλοφορία της και να αποθησαυρίζεται. Ποιος «τραβάει» το χρυσό; Οι λίρες που διοχετεύονταν στην Ελεύθερη Ελλάδα από τη βρετανική αποστολή ήταν γενικά μεγάλης αξίας μονάδες για τις τρέχουσες συναλλαγές, παρά την υπερκοστολόγηση των υπηρεσιών προς τους Βρετανούς. Μια λίρα ισοδυναμούσε μέχρι και 100 οκάδες στάρι, 130 κιλά δηλαδή.
Οι βρετανοί σύνδεσμοι είχαν διαμηνύσει την άνοιξη του 1943 ότι είχαν ανάγκη από μεγάλες ποσότητες δραχμών.[1] Πριν την «έκλειψη» της δραχμής, λίρες διοχετεύονταν στις πόλεις για να «σπάσουν» σε δραχμές.[2] Μέσω του ΕΛΑΣ (Επιμελητεία του Αντάρτη - ΕΤΑ) ένα μέρος διοχετευόταν επίσης προς τις πόλεις για την αγορά των αναγκαίων ειδών. Ο έλεγχος αυτών των κινήσεων ήταν αδύνατος και όσοι απασχολούνταν σε αυτές τις υπηρεσίες ήταν πολυάριθμοι και όχι «δοκιμασμένοι», με αποτέλεσμα να γίνονται καταχρήσεις και υπεξαιρέσεις. Η θεσσαλική Μεραρχία συνέστησε στην Καλαμπάκα υπηρεσία ελέγχου από τον Ιούλιο του ’43, χωρίς να εξαλείψει το φαινόμενο αυτό.[3]
Ενδείξεις υπάρχουν για την αποθησαύριση μέρους αυτού του πλούτου και στην ύπαιθρο. Ο βρετανός ταγματάρχης Worrall παρατήρησε αυτό το φαινόμενο στη νοτιοδυτική Θεσσαλία. Για την κατασκευή του αεροδρομίου στη Νεράιδα, δόθηκε από τους Βρετανούς το ποσό των 740 λιρών το 1943 και το ίδιο ποσό θα δινόταν και το 1944, ως αποζημίωση για τη χαμένη σοδειά. Επιπλέον, το ιταλικό στρατόπεδο στη Νεράιδα είχε ξοδέψει τουλάχιστον 3.000 λίρες στις ντόπιες αγορές, ενώ για τη φιλοξενία των ιταλών αιχμαλώτων ξοδεύονταν μηνιαία άλλες 3.000 λίρες στα 300 χωριά που τους φιλοξενούσαν. Μόνο όμως οι φτωχότεροι ξόδευαν τις λίρες τους και αυτό πριν τον ερχομό της νέας σοδειάς.[4] Οι ευπορότεροι παραγωγοί είχαν την ευχέρεια να κρατούν τις λίρες που εισέπρατταν για τα προϊόντα τους αλλά και να απορροφούν τις λίρες των φτωχότερων με αντάλλαγμα τρόφιμα στις περιόδους εξάντλησης των αποθεμάτων και για την πώληση σπόρων. Λόγω αυτών των λειτουργιών, το νόμισμα, τόσο σε είδος όσο και σε λίρες, αποσυρόταν από την κυκλοφορία. Αν στην Αθήνα υπήρχαν και άλλοι τρόποι αποθησαύρισης του πλούτου που δημιουργούνταν στην Κατοχή (ακίνητα, μετοχές), στην επαρχία μάλλον οι χρυσές λίρες ήταν ο πιο προσιτός τρόπος.[5]
Η ανάγκη μιας σταθερής νομισματικής κυκλοφορίας για τη διευκόλυνση της αγοράς, μαζί με άλλους οικονομικούς αλλά και πολιτικούς παράγοντες, φαίνεται πως οδήγησε την κεντρική εξουσία της Ελεύθερης Ελλάδας, την ΠΕΕΑ, στην έκδοση νομίσματος με τη μορφή ομολογιών σε στάρι. Οι γενικότερες όμως εξελίξεις δεν επέτρεψαν σε αυτό το οικονομικό πείραμα να εφαρμοστεί σε έκταση.



[1] ΓΑΚ, Αρχείο Εμμανουήλ Τσουδερού, αποστολή Β, φάκελος 7, έγγραφο 29.
[2] Ο Αρσενίου αναφέρει πως σεβαστό ποσό λιρών μετατρεπόταν-ανταλλασσόταν με δραχμές στο υποκατάστημα της Τράπεζας της Ελλάδας στα Τρίκαλα. Ο υπεύθυνος υπάλληλος (Κίτσιος Παπαζαχαρίας) χρησιμοποιούσε μετέπειτα τις λίρες για τη μισθοδοσία των δημοσίων υπαλλήλων, βλ. Λάζαρος Αρσενίου, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, 1ος τόμος, Λάρισα, «έλλα», 1999, σ. 310.
[3] ΓΑΚ Λάρισας, Αρχείο Λάζαρου Αρσενίου, φάκελος 2 (αρχείο Μπαλή).
[4] PRO HS 5/636: Report on Italian relief by Major P. WORRALL – officer in charge of Italian relief measures.
[5] Ευγενία Μπουρνόβα, Ιστορική δημογραφία και ιστορία της καθημερινότητας στη Ραψάνη από το 1900 έως το 1950, Αθήνα, Πλέθρον, 1995, σ. 136-137: «Σ’ όλη τη διάρκεια της κατοχής ο Δημήτριος ανέπτυξε πολλές δραστηριότητες και μετακινήθηκε πολλές φορές από το χωριό. Πήγαινε στην Αθήνα όπου αγόραζε σταφίδα, ψιλή και μαύρη, για να φτιάχνει τσίπουρο στη Ραψάνη. Στη συνέχεια πουλούσε το τσίπουρο στη Λάρισα, στη μαύρη αγορά. Τα χρήματα τα “έφτιαξε λίρες”».