Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011

Σκέψεις για την πολιτική του ΚΚΕ στην Κατοχή

(δημοσιεύτηκε στους Δρόμους της Ιστορίας, στο αφιέρωμα για τα 70 χρόνια του ΕΑΜ, στην εφημερίδα Δρόμος, τεύχος 81 το Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011)

Αυτές τις μέρες που συμπληρώνονται 70 χρόνια από την ίδρυση του ΕΑΜ, η πραγματικότητα φέρνει με διάφορους τρόπους στην επιφάνεια το πολιτικό του παράδειγμα. Οι ηγεσίες, μεγάλες και μικρές, της Αριστεράς εγκαλούνται από τον απλό αριστερό κόσμο, για την έλλειψη ενωτικής πολιτικής. Η έννοια του μετώπου φαντάζει ως ο μόνος αποτελεσματικός δρόμος απόκρουσης μιας ολομέτωπης στ’ αλήθεια αντιλαϊκής επίθεσης. Εξ ου και η δημιουργία διαφόρων μετώπων που στην καλύτερη περίπτωση συσπειρώνουν ορισμένες οργανώσεις και στη χειρότερη αποτελούν μάλλον προσωπική υπόθεση, χωρίς να ξεχνάμε και την από παλιά γνωστή συνταγή μετατροπής των κομματικών παρατάξεων σε μετωπικά σχήματα που συσπειρώνουν τη λεγόμενη… επιρροή.
Μπροστά σε αυτήν την κατάσταση, η δημιουργία, η δράση και η εμβέλεια του ΕΑΜ φαντάζουν σαν κάτι το εξωπραγματικό και τείνουν να πάρουν μεταφυσικές διαστάσεις. Είναι λοιπόν χρήσιμο να δούμε, έστω και σύντομα, τις βασικές παραμέτρους της πολιτικής του ΚΚΕ την περίοδο της Κατοχής, τους στόχους και την πρακτική, τις δυνατότητες και τα όρια που καθόρισαν εντέλει τις επιτυχίες και τις αποτυχίες. Πρόκειται για ζητήματα χιλιογραμμένα μιας και τουλάχιστον κάθε αριστερός φορέας ή διανοούμενος που σέβεται τον εαυτό του έχει εκφράσει και την άποψη του για τα ζητήματα αυτά, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που μετέπειτα πολιτικές επιλογές προσπάθησαν να βρουν τη νομιμοποίηση τους σε αυτήν την περίοδο. Εξαρχής ξεκαθαρίζεται πως το άρθρο αυτό δεν έχει σκοπό να υποστηρίξει ή να καταδικάσει την πολιτική του ΚΚΕ την περίοδο της Κατοχής αλλά θα έχει κατά μεγάλο μέρος πετύχει το στόχο του αν καταφέρει να την τοποθετήσει στις πραγματικές της διαστάσεις. Άλλωστε αναγκαστικά, λόγω χώρου θα πιαστούν ορισμένες μόνο –ουσιώδεις ελπίζω– διαστάσεις.

Εν αρχή ην η πολιτική
Τι ήταν το ΚΚΕ στις αρχές της Κατοχής; Ένα γενικά μικρό σε εμβέλεια κόμμα που είχε υποστεί συντριπτικά χτυπήματα από τη δικτατορία Μεταξά-Γεωργίου Β΄. Είχε όμως το απαραίτητο πολιτικό κύρος και δοκιμασμένα στελέχη για να αναπτύξει την πολιτική του. Το κύρος το αντλούσε από τη πλήρη αντίθεσή του με το δικτατορικό καθεστώς και εδώ ίσχυε το ότι όσο σε χτυπάει ο αντίπαλος, τόσο καλύτερο για σένα πολιτικά. Οι δηλώσεις αποκήρυξης του κομμουνισμού που μάζεψε ο Μανιαδάκης ήταν σχεδόν τόσες όσες και οι ψήφοι που πήρε ο συνδυασμός του ΚΚΕ το 1936 και υπερδιπλάσιος των μελών του – το ίδιο το καθεστώς μεγέθυνε τη διάσταση του ΚΚΕ και αυτό βγήκε σε καλό. Οι αμετανόητοι της Ακροναυπλίας έδειχναν ότι η καρδιά του κόμματος έμεινε αλώβητη και το γράμμα Ζαχαριάδη έδειχνε το δρόμο και τις πρωταγωνιστικές φιλοδοξίες του ΚΚΕ σε εθνικό επίπεδο.
Η γενική γραμμή, όπως αυτή είχε τεθεί από το 7ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς ήταν η συντριβή του φασισμού και στις συνθήκες του πολέμου αυτό ερμηνευόταν με τη συντριβή του Άξονα και την υπεράσπιση της Σοβιετικής Ένωσης. Αυτή η τελευταία έδειχνε το δρόμο με τη σύμπηξη της μεγάλης συμμαχίας, όπως αυτή οριζόταν από την αποδοχή του Χάρτη του Ατλαντικού και τις αποφάσεις στην Τεχεράνη. Απέναντι στον ολοκληρωτικό πόλεμο που υποσχόταν ο ναζισμός, η απάντηση ήταν η ολοκληρωτική, άνευ όρων συνθηκολόγηση της Γερμανίας και των συμμάχων της.
Μέσα στον κυκεώνα του πολέμου, και μετά και την αυτοδιάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1943, δεν ήταν αυτονόητη η μεταφορά και εφαρμογή αυτής της πολιτικής από τα κομμουνιστικά κόμματα σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα η πολιτική του ΚΚΕ βασιζόταν στη μεσοπολεμική εμπειρία του Παλλαϊκού Μετώπου, που μπορεί να μην απέτρεψε τη δικτατορία αλλά ανέβασε κατά πολύ το κύρος και την εμβέλεια του κόμματος, ενώ η έλλειψη επαφής με την Κομμουνιστική Διεθνή, προτού εκείνη διαλυθεί, άφηνε στο ΚΚΕ την ευθύνη αλλά και τη δυνατότητα να αυτοσχεδιάσει. Από τον Ιούλιο του 1941, η 6η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ καλούσε σε ένα εθνικό μέτωπο απελευθέρωσης με πρωταρχικό στόχο το διώξιμο των κατακτητών. Επίσης έμπαινε ο στόχος για την επόμενη μέρα μιλώντας «για το σχηματισμό προσωρινής κυβέρνησης από όλα τα κόμματα, που θα αποκαταστήσει τις δημοκρατικές ελευθερίες του λαού, θα του εξασφαλίσει ψωμί και δουλειά, θα συγκαλέσει συνταχτική εθνοσυνέλευση και θα υπερασπίσει την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της Ελλάδας από κάθε ξενική ιμπεριαλιστική δύναμη».
Έμπαινε λοιπόν εξαρχής μπροστά η μετωπική πολιτική με πολιτική γραμμή την εθνική ενότητα, στρατηγική την ανάπτυξη εθνικού μετώπου, πρώτο και αποφασιστικό στόχο την απελευθέρωση της χώρας ενώ δεν χανόταν ο απώτερος στόχος της κοινωνικής αλλαγής μεταπολεμικά. Το ΚΚΕ, εξαρχής και πριν ακόμη σχηματιστεί το ΕΑΜ, αναλάμβανε τις ευθύνες του για τη χάραξη μιας εθνικής πολιτικής και προχωρούσε από το λαϊκό στο εθνικό μέτωπο, όπως άλλωστε είχε περιγράψει από το 1939 ο Ζαχαριάδης στις Θέσεις του για την ιστορία του ΚΚΕ. Στη γραμμή αυτή ιδρύθηκε το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, για το οποίο δεν θα επιμείνουμε μιας σε άλλα άρθρα του παρόντος αφιερώματος μπορεί ο αναγνώστης να βρει πολλά στοιχεία. Όλες οι μετωπικές δράσεις και οργανώσεις περιβλήθηκαν με την εμβέλεια της εθνικής συστράτευσης από την ονομασία τους ακόμα δίνοντας άλλες πολιτικές διαστάσεις σε διεκδικήσεις συνδικαλιστικές, συνεταιριστικές, εθνοτοπικές ή γύρω από συγκεκριμένα ζητήματα. Δεν ήταν δεδομένη η πολιτικοποίηση των κάθε είδους διεκδικήσεων και η συνάρθρωσή τους γύρω από ένα κοινό εθνικό μέτωπο, στο οποίο όχι μόνο συμμετείχαν αλλά πρωταγωνιστούσαν οι κομμουνιστές.
Ήταν φανερό –τότε, ίσως όχι σήμερα– ότι η πολιτική γραμμή της εθνικής ενότητας ήταν η μόνη που μπορούσε να φέρει αυτά τα αποτελέσματα τόσο στην οργάνωση του λαού όσο και στη συγκέντρωση δυνάμεων στο πολιτικό επίπεδο. Δεν έγιναν έξαφνα μαζικά κομμουνιστές οι Έλληνες ούτε πείστηκαν για τη μεταπολεμική πορεία της χώρας. Συμμετείχαν όμως μαζικά σε ένα εθνικό μέτωπο που είχε καθαρούς στόχους και έδειχνε οργανωμένους τρόπους πάλης για την υπεράσπιση της ζωής τους. Και αυτό παρά την αναντιστοιχία της κοινωνικής εμβέλειας του ΕΑΜ με την πολιτική του διάσταση που λίγο διέφερε από εκείνη του Παλλαϊκού Μετώπου. Τα όρια των πολιτικών συμμαχιών του ΚΚΕ στο Μεσοπόλεμο κάλυπταν ένα μέρος της Αριστεράς και δεν μπόρεσαν να επεκταθούν πέρα από αυτήν παρά τις προσπάθειες και τις πρόσκαιρες και εύθραυστες συνεννοήσεις με το Κόμμα των Φιλελευθέρων. Οι έκτακτες συνθήκες της Κατοχής δεν θα κατάφερναν να οδηγήσουν στο ξεπέρασμα αυτών των ορίων. Την ίδρυση του ΕΑΜ, όπως γνωρίζουμε, συναποφάσισαν με το ΚΚΕ, το ΣΚΕ, η νεοδημιουργημένη ΕΛΔ του Ηλία Τσιριμώκου και το ΑΚΕ, όπως είχε διαμορφωθεί μέσα στην Κατοχή. Τα κατεστημένα πολιτικά κόμματα, εν πολλοίς κατακερματισμένα, επέδειξαν εξαρχής μια διάθεση απόσπασης από την κατοχική πραγματικότητα σχεδιάζοντας τη μεταπολεμική κατάσταση της χώρας. Το πώς η χώρα θα έφτανε εκεί, δεν φαινόταν να τα απασχολεί, ήταν ένα θέμα που επαφιόταν στη γενική εξέλιξη του πολέμου. Εδώ έχουμε και κάποια όρια, που το ΚΚΕ έπαιρνε υπόψη του. Καθώς οι εξελίξεις του πολέμου από το 1943 προδιέγραφαν το τέλος του, άρχισαν παντού και οι διεργασίες για το μεταπολεμικό σχεδιασμό του κόσμου. Καθώς οι αστικές πολιτικές δυνάμεις, και οι Βρετανοί βεβαίως, σχεδίαζαν μια επιστροφή στο μεσοπολεμικό πολιτικό σύστημα και αυτό τους οδηγούσε σε μια επιθετική στάση απέναντι στην Αντίσταση και ειδικά προς το ΚΚΕ, αυτό το τελευταίο έπρεπε να αντιμετωπίσει την εντεινόμενη αντικομμουνιστική προπαγάνδα. Και ούτε αυτή η προπαγάνδα ήταν αμελητέα ούτε ο αστικός πολιτικός κόσμος διαλυμένος, όπως θέλουν απλουστευτικές περιγραφές της εποχής.

Η Ελεύθερη Ελλάδα και τα νέα καθήκοντα
Η δημιουργία της Ελεύθερης Ελλάδας, με την απελευθέρωση μεγάλου μέρους της υπαίθρου από τον ΕΛΑΣ από το καλοκαίρι του 1943, δημιουργούσε νέα, μη προβλέψιμα, ζητήματα και απαιτήσεις διοίκησης, που υπερέβαιναν τη σχηματισμένη, και σχηματοποιημένη, γραμμή πανεθνικής ενότητας και λύσης του κυβερνητικού προβλήματος μετά την απελευθέρωση. Οι λύσεις που έπρεπε αναγκαστικά να δοθούν για τη διακυβέρνηση της Ελεύθερης Ελλάδας αλλά και για την αντιπροσώπευση αυτής της εξουσίας απέναντι στους άλλους πόλους εξουσίας, εγχώριους και ξένους, υπήρξαν δύσκολες και αντιφατικές.
Ο σταδιακός σχηματισμός της Ελεύθερης Ελλάδας δημιουργούσε τους όρους σχηματισμού μιας ξεχωριστής κυβέρνησης πριν την απελευθέρωση της χώρας. Προς αυτήν την κατεύθυνση έδειχναν τόσο οι δυσοίωνες εξελίξεις στην Ελλάδα με τη σταδιακή σύμπηξη ενός αντιεαμικού μετώπου από τις πολιτικές δυνάμεις αντί της σύμπραξής τους σε ένα κοινό εθνικό μέτωπο αλλά και οι ανάλογες εξελίξεις σε Γιουγκοσλαβία, Αλβανία και με διαφορετικό τρόπο σε Γαλλία και Τσεχοσλοβακία. Το ΚΚΕ, χωρίς να εγκαταλείπει την πολιτική γραμμή της πανεθνικής ενότητας, αρχίζει να εξετάζει και αυτό το ενδεχόμενο στα πλαίσια της πολιτικής του. Από το καλοκαίρι του 1943 η ρητορική του ΚΚΕ σκληραίνει απέναντι στις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις μετατοπίζοντας σταδιακά το ζήτημα της εθνικής ενότητας από το επίπεδο της ενότητας μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων στο επίπεδο της ενότητας του λαού, που μπορούσε να πραγματοποιηθεί μέσα στους κόλπους του ΕΑΜ. Αμφισβητούσε δε τον εθνικό λόγο των αστικών κομμάτων προβάλλοντας και το θέμα στο οποίο αυτά υπερθεμάτιζαν και για χρόνια το ΚΚΕ κατηγορείτο –τις εθνικές διεκδικήσεις.
Παρά τη ρητορική αυτή, δεν είχε αλλάξει ουσιαστικά ούτε η πολιτική γραμμή του ΚΚΕ για την εθνική ενότητα ούτε οι εκτιμήσεις, πάνω στις οποίες αυτή βασιζόταν. Στις αρχές Ιουνίου 1943 η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, που είχε συγκληθεί στην Αθήνα για να εγκρίνει την πρόταση διάλυσης της Κομμουνιστικής Διεθνούς, υπερθεμάτισε στο ζήτημα της εθνικής ενότητας. Στη σχετική ανακοίνωση, η διάλυση της ΚΔ εμφανιζόταν ως μέτρο που έπληττε τη φασιστική στρατηγική διάσπασης του συμμαχικού στρατοπέδου και που έβγαζε «κάθε εμπόδιο για τη στερέωση του εθνικού αγώνα ενάντια στους βάρβαρους κατακτητές». Το ΚΚΕ δήλωνε πως θα συνέδραμε για να «συνενωθεί και η τελευταία πατριωτική δύναμη σ’ έναν αδιάσπαστο εθνικό συνασπισμό» και να κινητοποιηθεί ο λαός για την εθνική απελευθέρωση, πάντα στο πλάι των μεγάλων Συμμάχων. Το ίδιο το Κόμμα θα άλλαζε οργανωτική πολιτική για να μετατραπεί σε «πλατύ μαζικό κόμμα του εργαζόμενου λαού, κόμμα μυριάδων μελών». Αυτή η τελευταία απόφαση αντανακλούσε και τις αυξημένες στελεχικές απαιτήσεις του ΚΚΕ από την πολύπλευρη ανάπτυξη του αγώνα και τη διοίκηση των απελευθερωμένων περιοχών.
Τις πρώτες μέρες του 1944, πραγματοποιήθηκε στο Κουκάκι, η 10η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ. Η εκτίμηση της εισήγησης ήταν ότι το 1944 «υπάρχουν όλες οι δυνατότητες να συντριβεί ο φασισμός». Η μεταστροφή του πολέμου παρήγαγε πολιτικά αποτελέσματα, όπως οι αποφάσεις της Μόσχας και της Τεχεράνης για την αυτοδιάθεση των λαών και τον εκμηδενισμό του φασισμού. Ως πρώτα δείγματα της νέας περιόδου παρουσιάστηκαν η «τσεχοσοβιετική συνθήκη» και η «καινούρια λαϊκή γιουγκοσλαβική κυβέρνηση». Το ΚΚΕ, συνέχιζε παρακάτω η απόφαση, «θεωρεί μοναδικό κατάλληλο πολίτευμα για τη μεταπολεμική αναδημιουργία της Ελλάδας, τη λαϊκή δημοκρατία και θ’ αγωνιστεί να κατακτήσει την πλειοψηφία του ελληνικού λαού στις εκλογές της συντακτικής εθνοσυνέλευσης. […] Η εθνική ενότητα και πάλη στο πλευρό των συμμάχων ως τη συντριβή του φασισμού, για την επιβίωση του λαού, για την εθνική απελευθέρωση, για τη λαοκρατική λύση του εσωτερικού προβλήματος, για τη λαϊκή δημοκρατία, είνε ο δρόμος της νίκης, της λευτεριάς, της προόδου. Κυβέρνηση εθνικής ενότητας και απελευθέρωσης, καταρτιζόμενη άμεσα στην ελεύθερη Ελλάδα, θα εξασφαλίσει, με τις λιγότερες θυσίες, αυτές τις λύσεις προς το συμφέρο του έθνους».

Επιμονή στη γραμμή, αλλαγές στην τακτική
Το ΚΚΕ, μαζί με το ΕΑΜ, θα προχωρούσε στη δημιουργία κυβέρνησης στην Ελεύθερη Ελλάδα, διεκδικώντας την εκπροσώπηση του έθνους στην κρίσιμη αυτή καμπή του πολέμου. Άλλωστε το ζήτημα της πολιτικής διοίκησης της μεγάλης απελευθερωμένης περιοχής της χώρας ήταν έτσι κι αλλιώς επιτακτικό· η ευθύνη για τη μη ολοκλήρωση της εθνικής ενότητας με μια και μόνη κυβέρνηση έπρεπε να πέσει στην κυβέρνηση Τσουδερού και στον Γεώργιο Β΄. Προς αυτήν την κατεύθυνση σχηματίστηκε η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) το Μάρτιο του 1944, με διακηρυγμένο σκοπό την επίσπευση των διαδικασιών για το σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας που πραγματοποιήθηκε τελικά λίγο μετά με τη Συμφωνία του Λιβάνου.
Με ημερομηνία 3 Αυγούστου δημοσιεύτηκε η Απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, για την τρέχουσα πολιτική κατάσταση, το πρόβλημα της ενότητας και τα καθήκοντα του ΚΚΕ, με τίτλο «Όλοι επί ποδός πολέμου!». Δήλωνε το Κόμμα, «την ακλόνητη προσήλωσή του στην πολιτική της εθνικής ενότητας», με σκοπό το ομαλό δημοκρατικό πέρασμα στην απελευθέρωση. Έθετε απέναντι στα συμφέροντα του έθνους «την πιο μαύρη αντίδραση», που συμμαχούσε με τους κατακτητές, και τους «πιο αντιδραστικούς κύκλους», που «εμπνεόμενοι από την πολιτική του Γλύξμπουργκ» και με πολιτικό εκφραστή τον Γεώργιο Παπανδρέου, προσπαθούσαν να «τορπιλίσουν την πραχτική επίτευξη της ενότητας, που είχε γίνει κατ’ αρχήν δεχτή στο Λίβανο».
Στην προπαγάνδα του ΚΚΕ, η εθνική ενότητα «κάτω από μια πανεθνική Κυβέρνηση είναι η καλύτερη εγγύηση ν’ αποκρούσωμε το μεγάλο κίνδυνο που απειλεί το λαό μας, είναι ο μόνος τρόπος ν’ αποσοβήσουμε τον εμφύλιο πόλεμο που ονειρεύεται η πλουτοκρατική ολιγαρχία. Είναι ο μοναδικός τρόπος να χτυπήσουμε αποφασιστικώτερα τον καταχτητή και να λευτερωθούμε γλυγορώτερα».
Οι ενδείξεις για την ολοένα και ταχύτερη απελευθέρωση της χώρας πλήθαιναν και η ΠΕΕΑ ένιωθε την πίεση να πάρει τις τελικές της αποφάσεις ως προς τη συμμετοχή της ή όχι στην κυβέρνηση Παπανδρέου. Το επικείμενο τέλος του πολέμου επίσπευδε τις εξελίξεις. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, και δεδομένης της άποψης των συμμάχων του για συμμετοχή στην κυβέρνηση και τη στάση της Σοβιετικής Ένωσης, το ΚΚΕ αποφάσισε πως δεν είχε άλλο δρόμο από το να εφαρμόσει μέχρι τέλους τη γραμμή της πανεθνικής ενότητας, την οποία θεωρούσε δικό του επίτευγμα, και να δεχτεί τη συμμετοχή στην κυβέρνηση Εθνικής Ενώσεως. Άρχιζε ένας αγώνας δρόμου για την κατάκτηση των περισσότερων δυνατόν επίκαιρων θέσεων μέσα στη χώρα, ώστε η επικείμενη απελευθέρωση να έρθει με τέτοιους συσχετισμούς που να αντέξουν και να υπερκεράσουν τις αντιδράσεις των πολιτικών αντιπάλων και άσπονδων συμμάχων του. Η πολιτική της τελευταίας αυτής περιόδου της ΠΕΕΑ χαρακτηρίζεται από την ένταση στην εφαρμογή μιας ήδη προδιαγεγραμμένης πολιτικής ώστε να δημιουργήσει πολιτικά γεγονότα πριν την απελευθέρωση στους τομείς της τοπικής αυτοδιοίκησης, της διοίκησης και του ρόλου των συνεταιρισμών, στην τακτοποίηση του ζητήματος των αξιωματικών ενώ ετοιμαζόταν η έντονη προπαγάνδιση και κατοχύρωση του έργου της Εθνικής Αντίστασης. Δεν θα υπερβάλουμε αν ισχυριστούμε ότι η «ολοκλήρωση της εθνικής ενότητας», μέσα στους εαμικούς θεσμούς, ήταν το κύριο μέλημα των κομματικών οργανώσεων του ΚΚΕ, όπως αυτό φαίνεται από τις εκθέσεις τους από αυτήν την περίοδο του Αυγούστου 1944 και έπειτα.
Το ΚΚΕ επέμεινε στην πολιτική του γραμμή με μεγάλη συνέπεια μέχρι τέλους. Προσπάθησε δε να αντιμετωπίσει τα πολιτικά σχέδια των αντιπάλων του με τακτικές κινήσεις αλλά και να διαχειριστεί τεράστια ζητήματα ενός απελευθερωμένου χώρου μέσα στα όρια αυτής της γραμμής. Είναι λογικό να υπέθετε κανείς πως μια απότομη στροφή θα μπορούσε να έχει περισσότερες αρνητικές συνέπειες απ’ ότι η επιμονή σε μια σταθερή πολιτική που είχε φέρει εξαιρετικά αποτελέσματα. Με την ύστερη γνώση βέβαια εύκολα μπορεί κάποιος να καταλογίσει στο ΚΚΕ μια σειρά λαθών αλλά πλέον ίσως είναι πιο παραγωγικό να ξεπεράσουμε τη λαθολογία και τις εκ των υστέρων υποθέσεις και να κρίνουμε τη συγκεκριμένη πολιτική στις συγκεκριμένες συνθήκες –εγχώριες και διεθνείς. Αυτό θα προϋπέθετε βέβαια και μια προσεκτική ανάγνωση των υλικών προϋποθέσεων κάθε πολιτικής επιλογής, κάτι που οι συντριπτικά περισσότερες αναλύσεις και ερμηνείες αποφεύγουν επιμελώς να θίξουν. Για αυτά τα ζητήματα ίσως μας παρουσιαστούν ευκαιρίες να επανέλθουμε.

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2011

8ο τεύχος των Δρόμων της Ιστορίας: Αποαποικιοποίηση και «Τρίτος Κόσμος»

Το 8ο αφιέρωμα των Δρόμων της Ιστορίας κυκλοφόρησε το Σάββατο 25 Ιουνίου, όπως πάντα ένθετο στην εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς. Στο αφιέρωμα αυτό με θέμα Αποαποικιοποίηση και «Τρίτος Κόσμος», θα βρείτε τα άρθρα:

Τρίτη 14 Ιουνίου 2011

Για το Αρμενικό, Ελληνικό, Κουρδικό και Αλεβίτικο Ζήτημα

Μια διασκεδαστική και επικίνδυνη ενασχόληση




Του Ahmet Oral

Το Οθωμανικό κράτος που απλωνόταν σε τρεις ηπείρους κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, υποχωρώντας στις περιοχές Θράκης, Μικράς Ασίας, Μεσοποταμίας, Καυκάσου και Μέσης Ανατολής προσπάθησε να διαμορφώσει την έννοια της Οθωμανικής Κοινοπολιτείας ώστε να σταματήσει η περαιτέρω συρρίκνωση. Κατά την περίοδο αυτή το σύστημα ήλθε σε απευθείας επαφή με τον καπιταλισμό. Άρχισε να αποκαλείται «ο ασθενής της Ασίας», εφόσον έχανε διαρκώς εδάφη στην Ευρώπη και την Ασία ως αποτέλεσμα της κατά τόπους αντίθεσης διάφορων λαών. Επιπλέον άρχισε να δέχεται την πίεση των δυτικών καπιταλιστικών αγορών και να αποτελεί πεδίο δράσης τους, με αποτέλεσμα να τραυματίζεται και να συρρικνώνεται.

Η πρώτη ομάδα που προσπάθησε να εμποδίσει την εξέλιξη αυτή ήταν ο πρίγκιπας Σαμπαχαεντίν, ανηψιός του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ Β. O Σαμπαχαεντίν πολιτικά βρισκόταν κοντύτερα στη Μεγάλη Βρετανία και την Αντάντ. Εγκαινίασε ένα πρόγραμμα μετεξέλιξης της Αυτοκρατορίας σε μια «πολυπολιτισμική» κοινωνία, που θα φιλοξενούσε μέσα στο οθωμανικό μωσαϊκό τους διάφορους συμβατούς μεταξύ τους πολιτισμούς. Με την αντίληψη αυτή ιδρύθηκε το Κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος». Στην οργάνωση αυτή, σε αντίθεση με τις απόψεις του του πρίγκιπα Σαμπαχαεντίν (αντεμί μερκετζί: αποκέντρωση), εμφανίστηκε η ομάδα του Αχμέτ Ριζά, που υποστήριζε τον συγκεντρωτικό έλεγχο (κατί μερκετζί) και εισήλθε δυναμικά στην πολιτική με την υποστήριξη των Γερμανών. Το αποτέλεσμα ήταν η διάσπαση της οργάνωσης.

Η γερμανική συνενοχή

Η γραμμή του Σαμπαχαεντίν είχε τη μεγαλύτερη μαζική αποδοχή. Παρ’ όλη τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση για κάποια περίοδο, δεν κατάφερε να διαμορφώσει την τελική γραμμή και βαθμιαία απομακρύνθηκε από την εξουσία. Η ομάδα που πίστευε στο σκληρό κεντρικό έλεγχο, στις βίαιες επεμβάσεις και τη σκληρή καταστολή, ανάπτυξε συμπεριφορά ταύρου εν υαλοπωλείω εφαρμόζοντας κατά γράμμα τις εντολές της Γερμανίας. Πίστευε απόλυτα ότι «τα πάντα πρέπει να εκτελούνται από το κράτος και τις ομάδες εξουσίας (kadro)». Βάλθηκε με βιασύνη να διαμορφώσει το κράτος οργανώνοντας τον εαυτό του νόμιμα ή παράνομα. Αποφάσισε να αρπάξει την κρατική εξουσία και να ισοσταθμίσει την απώλεια στη Δύση με τα κέρδη στην Ασία ή τουλάχιστον να μη χάσει άλλα εδάφη. Η ομάδα αυτή του Κομιτάτου «Ένωση και Πρόοδος», που δεν είχε φυλετική τουρκική προέλευση, ενστερνίστηκε την πολιτική της άκρατης βίας.

Οι Ενωτικοί, όταν πραγματοποίησαν το πραξικόπημα το 1908 προσανατολιζόταν από τον οθωμανισμό προς τον τουρκισμό/τουρανισμό. Στην κατεύθυνση αυτή ονειρεύονταν να εθνικοποιηθούν ως «Τούρκοι». Το Κομιτάτο δεν διέθετε τα εφόδια ώστε να εκπληρώσει το σκοπό της εθνικοποίησης των Τούρκων ως μια ιστορική εξελικτική διαδικασία.

Όπως αναφέρει το 1853 ο Καρλ Μαρξ στο έργο του «Το Ανατολικό Ζήτημα»:

«Αποτελεί μεγάλο λάθος να πιστέψει κανείς ότι η Τουρκία διοικείται από Τούρκους. Οι Έλληνες, οι Αρμένιοι και οι άλλες μειονότητες που επικρατούν στις πόλεις-λιμάνια, κρατούν στα χέρια τους και ελέγχουν ουσιαστικά το εμπόριο και την οικονομία. Όμως οι Τούρκοι διαθέτουν τα προνόμια στη διοίκηση και τον πολιτισμό»

Δηλαδή οι Τούρκοι ήταν αποστερημένοι του βασικού στοιχείου που απαιτείται να γίνει έθνος ένας λαός, την οικονομία. Οι Οθωμανοί σ’ όλη τους την ιστορία ήταν κατακτητές και ενσωμάτωναν στη δομή τους τα πολιτιστικά στοιχεία των λαών που κατακτούσαν δημιουργώντας έτσι μια ετερογένεια. Μέσα σ’ αυτή τη δομή οι Τούρκοι δεν διέθεταν δικό τους ιδιαίτερο πολιτισμό. Η τουρκική κοινωνία αρκούνταν στα πολιτισμικά στοιχεία που έπαιρνε από τους άλλους λαούς και απ’ αυτή την πλευρά δεν βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση ώστε να μπορεί να εξελιχθεί σε έθνος. Υπ’ αυτή την οπτική γωνία, αν και εξαρχής υπήρχε η άποψη της απομάκρυνσης από το Ισλάμ και η υιοθέτηση πορείας προς το λαϊκισμό και το μοντερνισμό εν τούτοις αυτό δεν ήταν δυνατόν να συμβεί. Μη έχοντας άλλα στηρίγματα αναγκάστηκε να προσανατολιστεί προς το Ισλάμ και να χρησιμοποιήσει το «όπλο της θρησκείας» για την εθνογένεση. Η σημερινή προσθήκη στον τουρκισμό της ισλαμικής σύνθεσης είναι στην κατεύθυνση αυτού του άξονα.


Ο Ahmet Oral είναι Γλωσσολόγος-Eκπαιδευτικός. Αποφοίτησε από το Uppsala University στη Σουηδία. Το βασικό πτυχίο το έλαβε από την Εκπαιδευτική Ακαδημία του Bingöl. Απολύθηκε από την εκπαίδευση λόγω των πολιτικών του απόψεων. Κατά την περίοδο του φασιστικού πραξικοπήματος καταδικάστηκε σε 10 χρόνια φυλάκιση. Μ ετην αποφυλάκισή του εργάστηκε στις εκδόσεις βιβλίων ως διευθυντής σε εκδοτικούς οίκους (Ment, Zel, Nugken). Σήμερα διευθύνει τις εκδόσεις «Peri». Έχει εξειδικευτεί στη μελέτη του αρμενικού και του κουρδικού ζητήματος. Έχει συγγράψει 26 βιβλία και ως εκδότης έχει εκδόσει 380 τίτλους.

«Ο πόνος δεν θα ήταν μικρότερος, αν δεν μιλούσαμε για γενοκτονία»

Μια συνομιλία με τον συγγραφέα Ντογάν Ακανλί, Κολωνία 2007



Σ: Στο βιβλίο σου «Οι κριτές της δευτέρας παρουσίας» δεν αναφέρεις ρητά τη λέξη γενοκτονία, αλλά είναι προφανές ότι στο επίκεντρό του βρίσκεται η γενοκτονία του αρμενικού λαού. Τον τελευταίο καιρό γίνονται κάποιες κινήσεις των ποντιακών συλλόγων ώστε να αναγνωριστούν παγκοσμίως επίσης ως γενοκτονία ο διωγμός του ποντιακού στοιχείου από τη Μαύρη Θάλασσα και η εξόντωσή του. Όμως πρόσφατα στο συνέδριο της ΟΕΚ στη Φραγκφούρτη, όταν έγινε μια σχετική πρόταση υποστήριξης του θέματος, ένας νέος επιστήμονας προειδοποίησε ότι πρέπει να είμαστε προσεκτικοί με τη χρήση του όρου «γενοκτονία». Εσύ, που, ως επιστήμων και συγγραφέας, ασχολήθηκες με τη γενοκτονία των Εβραίων και των Αρμενίων, πιστεύεις ότι έχουν δίκαιο οι Πόντιοι με το αίτημά τους;
Ντ: Είναι αλήθεια ότι δεν χρησιμοποιώ στο βιβλίο μου τη λέξη γενοκτονία, επειδή η λογοτεχνία δεν έχει ανάγκη από επιστημονικούς όρους. Στη λογοτεχνία περιγράφονται ο πόνος και τα συναισθήματα και αυτό αρκεί τελείως. Όσον αφορά τους Πόντιους: Τονίζω ότι δεν είμαι ερευνητής γενοκτονιών, αλλά και εγώ κατάγομαι από τον Πόντο –μια πολύ μεγάλη περιοχή. Όταν ήμουν παιδί και νέος δεν ήξερα ότι πριν από λίγο καιρό ζούσαν στην περιοχή αυτή και Έλληνες! Και ο υπόλοιπος πληθυσμός αποκαλούσε τα ελληνικά ή τέλος πάντων τα ποντιακά, που ακόμα και σήμερα μιλιούνται σε αρκετά μέρη, «η άλλη γλώσσα». Δυσκολεύτηκα πολύ ώσπου να διαπιστώσω ότι αυτή η «άλλη γλώσσα» ήταν ελληνικά.

Σ: Γιατί δυσκολεύτηκες;

Ντ: Γιατί πολλούς τους εξισλάμισαν, τους έκαναν τεχνητούς Τούρκους, και σήμερα βέβαια είναι Τούρκοι πολίτες. Οι ίδιοι φοβούνται πολύ, παρά το γεγονός ότι σήμερα είναι Μωαμεθανοί. Όμως δεν είναι λίγοι ανάμεσά τους που στην καθημερινότητά τους μιλάνε ελληνικά/ποντιακά. Αργότερα έμαθα από έναν ειδικό ότι υπάρχουν πολλά χωριά των οποίων οι κάτοικοι ομολογούν πως είναι Χριστιανοί. Εγώ, και άλλοι πολλοί, πιστεύαμε μέχρι τώρα πως είναι Μωαμεθανοί. Και για να επανέλθω στην αρχική σου ερώτηση, αν ανοίξει κανείς τη Συνθήκη του Διεθνούς Δικαίου των Λαών θα διαβάσει τον ορισμό της γενοκτονίας: Όταν εξοντώνεται ένα μέρος μιας εθνικής ή θρησκευτικής ομάδας, μιλάμε για γενοκτονία.

Σ: Μιλάς για τη Συνθήκη του ’48;

Ντ: Ναι. Έτσι, κατά την άποψή μου, δεν έχει δίκιο να ανησυχεί ο νέος επιστήμονας. Γιατί ο πόνος είναι ασύγκριτος, ο πόνος είναι πόνος. Άλλο είναι, βέβαια, να συζητιέται ο όρος γενοκτονία ανάμεσα στους κοινωνιολόγους/πολιτικούς επιστήμονες. Κάποιοι χρησιμοποιούν τον όρο σφαγή, άλλοι μιλάνε για εθνοκτονία. Πάντως ο πόνος δεν θα ήταν μικρότερος, αν δεν μιλούσαμε για γενοκτονία. Εγώ προσωπικά θα άφηνα τους ίδιους τους λαούς-θύματα να αποφασίσουν πώς αυτοαποκαλούνται. Αν πιστεύουν ότι πρόκειται για γενοκτονία, γιατί να μην χρησιμοποιήσουν τον όρο αυτό; Αυτό που διαπιστώνω, και σίγουρα έχει ενδιαφέρον, είναι ότι στην Τουρκία είναι πιο εύκολο να διεξαχθεί η συζήτηση σχετικά με τον διωγμό και την εξόντωση του ποντιακού πληθυσμού απ’ ότι των Αρμενίων. Ίσως επειδή μέχρι τώρα είχε καθιερωθεί ο όρος διωγμός και όχι γενοκτονία…

Σ: Ίσως επειδή η λέξη διωγμός δεν είναι τόσο σκληρή. Εσείς στην Τουρκία μάλιστα μιλάτε, αν θυμάμαι καλά, για τους «ανταλλαγμένους», δεν είναι; Εκτός αυτού η πρωτοβουλία των ποντιακών συλλόγων αναφέρεται στην εξόντωση των Ποντίων και όχι όλων των Ελλήνων.

Ντ: Επειδή όμως στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας είχαμε έναν άγριο διωγμό, μπορεί κανείς πράγματι να μιλήσει για γενοκτονία, γιατί ο Ελληνισμός του Πόντου δεν υπάρχει πια σ’ εκείνη του τη μορφή. Όμως και οι Αραμαίοι σφαγιάστηκαν άγρια. Μόνον επειδή δεν υπάρχει νομική κατοχύρωση της πράξης αυτής, δεν μπορούμε να απαλλάξουμε τους ιθύνοντες από την ευθύνη τους. Για μένα δηλαδή δεν υπάρχει λόγος να μην χαρακτηριστεί γενοκτονία η εξόντωση των Αραμαίων. Και ακριβώς το ίδιο ισχύει και για τους Έλληνες της Μαύρης Θάλασσας.

Ο Doğan Akanlı γεννήθηκε το 1957 στο Ciritdüsü της επαρχίας Artvin και σπύδασε Κοινωνικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης. Πέρασε στην παρανομία μετά την επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας στην Τουρκία το 1980. Την περίοδο 1985-1987 ήταν έγκλειστος στις στρατιωτικές φυλακές της Ιστανμπούλ ως πολιτικός κρατούμενος. Το 1991 φυγαδεύτηκε στη Γερμανία, αναγνωρίστηκε ως πολιτικός πρόσφυγας, και αργότερα η Τουρκία του αφαίρεσε την υπηκοότητα. Από τα μέσα της δεκαετίας του '90 ζει ως συγγραφέας στην Κολωνία. Στο επίκεντρο της κοινωνικής του δράσης βρίσκεται η μνημόνευση των γενοκτονιών του 20ου αιώνα καθώς και ο διαπολιτισμικός διάλογος με στόχο τη συμφιλίωση.

Γενοκτονία για την «ιερή πατρίδα»

Του Attila Tuygan



Ο 19ος αιώνας σε παγκόσμιο επίπεδο υπήρξε η περίοδος της μετάβασης από τα πολυεθνικά κράτη στα έθνη-κράτη με την ιδεολογία της Γαλλικής Επανάστασης. Ως συνέπεια αυτής της τάσης, άρχισαν να εμφανίζονται έθνη-κράτη και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Σε συνθήκες καταπίεσης και διωγμών άρχισαν να επαναστατούν οι λαοί της Βαλκανικής και παράλληλα το αραβικό έθνος στις περιοχές του Λιβάνου, της Συρίας, της Υεμένης, της Αιγύπτου, της Σαουδικής Αραβίας και της Ιορδανίας. Ιδιαίτερα, η απόκτηση ανεξαρτησίας από τους βαλκανικούς λαούς και η συρρίκνωση της Αυτοκρατορίας είχε εξοργίσει όλους και περισσότερο τους Ενωτικούς (του Κομιτάτου «Ένωση και Πρόοδος»). Είχε εμφανιστεί ένας μιλιταριστικός εθνικισμός, που είχε υιοθετήσει ριζοσπαστικούς και βίαιους τρόπους για τη λύση των ζητημάτων που ανάφερα. Καθ’ όσον έρχονταν στρατιωτικές ήττες και χάνονταν εδάφη, για να σωθεί το κράτος έπρεπε να δημιουργηθεί στη βάση του ρατσιστικού, μιλιταριστικού εθνικισμού ένα αίσθημα «ανωτερότητας». Το αίσθημα αυτό, όπως έγραφε ο Husein Tzahit στην εφημερίδα «Tanin», διατυπωνόταν ως εξής: «Το τουρκικό Έθνος (millet) είναι το κυρίαρχο έθνος και έτσι θα μείνει για πάντα».

Το πλαίσιο αυτό υιοθετήθηκε από το Κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος» ως πολιτική της εξουσίας κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Συνταυτιζόμενοι με την ιμπεριαλιστική Γερμανία πίστευαν ότι θα επιλύσουν τα ζητήματα και θα αποφύγουν τις διεθνείς πιέσεις για μεταρρυθμίσεις. Έχοντας υπόψη την πιθανότητα ότι ο πόλεμος μπορούσε να οδηγήσει σε κατά κράτος ήττα, έγιναν καλά σχεδιασμένες προετοιμασίες στις τέσσερεις γωνιές της χώρας για την αντιμετώπιση μιας ολοκληρωτικής κατάληψης. Αποθηκεύτηκαν σε κρυψώνες όπλα, πολεμοφόδια και στάλθηκαν οργανωτικά στελέχη ανταρτοπολέμου. Για τους ηγέτες των Ενωτικών που διέθεταν κομιτατζίδικο παρελθόν, αυτό ήταν κάτι γνώριμο. Στις αντάρτικες αυτές ομάδες (σ.τ.μ. τσέτες) είχαν οργανωθεί δεκάδες χιλιάδες άτομα. Οι ανθρώπινοι πόροι προήλθαν από τις φυλακές. Ακόμα και ποινικοί, καταδικασμένοι σε θάνατο, ορκίστηκαν και εντάχθηκαν στις ομάδες αυτές. Επίσης συμμετείχαν και πρόσφυγες απ’ τα Βαλκάνια που ήθελαν να εκδικηθούν για τον πόνο τους, πληθυσμοί που είχαν μεταναστεύσει στην Ανατολή και οι κουρδικές φυλές που φοβήθηκαν ότι θα αναγκαζόντουσαν να επιστρέψουν τις περιουσίες που είχαν λεηλατήσει την εποχή των άτακτων ταγμάτων Χαμιντιγιέ.

Η οικονομική διάσταση των γεγονότων

Για το Κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος» η προετοιμασία για μια μελλοντική κατάληψη της χώρας δεν ήταν η μοναδική έννοια. Ο πλέον επείγων σκοπός ήταν η εξόντωση των μη-Μουσουλμάνων, αρχίζοντας από τους Αρμένιους. Η μυστική πολεμική οργάνωση των Ενωτικών, η Teskilat-I Mahsusa οργάνωσε τις τσέτες, οι οποίοι είχαν βαρύνοντα ρόλο στην Αρμενική Γενοκτονία αρχίζοντας από το 1914. Επί πλέον, η οργάνωση αυτή αποτέλεσε τη ραχοκοκαλιά του κινήματος αντίστασης υπό την ηγεσία του Μουσταφά Κεμάλ αργότερα.

Κατά την τελευταία οθωμανική περίοδο, στο χώρο της οικονομίας επικρατούν οι μειονότητες. Οι τέχνες και το εμπόριο είναι στα χέρια αυτών των κοινοτήτων. Οι Αρμένιοι, οι Ρωμιοί και οι Εβραίοι αστοί είναι τα πιο οικονομικά ισχυρά στοιχεία της κοινωνίας στο οθωμανικό κράτος. Ως συνέπεια, ο πλούτος αυτών των μειονοτήτων είναι πηγή φθόνου για το κράτος που έχει αποφασίσει να αναπτύξει μια μουσουλμανο-τουρκική αστική τάξη. Στην κατεύθυνση αυτή της πολιτικής για εθνική οικονομία, υιοθετήθηκε η αρπαγή του πλούτου των μειονοτήτων.

Επί της ουσίας, πρόκειται για μια προσπάθεια οικονομικής ισχυροποίησης των Μουσουλμάνων Τούρκων, σκοπός των οποίων ήταν να καταλάβουν τη θέση των μη-Μουσουλμάνων με τη δημιουργία μιας νέας εμπορικής τάξης. Με το Νόμο Εκτοπισμών του Μαΐου του 1915, οι Αρμένιοι από τη Δύση μέχρι και την Ανατολή και από το Νότο μέχρι το Βορρά εκτοπίστηκαν απ’ όλες τις πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά της επικράτειας. Στις εξορίες αυτές συμπεριλήφθηκαν και οι Έλληνες του Πόντου, της παραλίας του Αιγαίου και της Προποντίδας (Μαρμαρά) με τη πρόφαση ότι δήθεν διενεργούν κατασκοπεία υπέρ των δυνάμεων της Αντάντ.

Ως συμπέρασμα, σήμερα γνωρίζουμε ότι τα χρήματα που εισπράχθηκαν από την εκποίηση των περιουσιών που εγκαταλείφθηκαν και τα ποσά που συγκεντρώθηκαν σε λογαριασμό «Εγκαταλειμμένων Περιουσιών», μετά από ένα διάστημα πήγαν ως έσοδο του κρατικού προϋπολογισμού. Όπως αναλύει ο Nevzat Onaran στο έργο του Emval-i Metruke Olayi (Το γεγονός των εγκαταλειμμένων περιουσιών), με νόμο που εκδόθηκε το 1928 τα ποσά που συγκεντρώθηκαν στα ταμεία μεταφέρθηκαν στον προϋπολογισμό. Με πρόχειρους υπολογισμούς, τα ποσά αυτά σε τιμές του 2008 ανέρχονται σε 150 δισ. ευρώ ( 300 δισ. Νέες Λίρες Τουρκίας).

Η μεταχείριση των Ελλήνων της Ανατολής

Ως συνέπεια του Βαλκανικού Πολέμου και της ένταξης της Ελλάδας στην αντίθετη συμμαχία, η ένταση κορυφώθηκε. Οι ρωμιοί πολίτες αντιμετωπίστηκαν ως υπήκοοι και σύμμαχοι ξένης χώρας. Οι ελληνικές κοινότητες των περιοχών Θράκης (Ανατολικής), Πόντου και Αιγαίου εξορίστηκαν στα ενδότερα της Ανατολίας. Δημιουργήθηκαν τα Τάγματα Εργασίας, τα Amele Taburlari και οι ρωμιοί άντρες συγκεντρώθηκαν σε ειδικά τάγματα που είχαν τη μορφή στρατοπέδων συγκέντρωσης. Με απόφαση του Νοεμβρίου του 1915 συνεχίστηκαν οι εκτοπίσεις προς τα ενδότερα. Εκμεταλλευόμενοι τις πολεμικές συνθήκες άρχισαν να εφαρμόζονται τα προσχεδιασμένα μέτρα κατά των Αρμενίων στις ανατολικές περιοχές και κατά των Ρωμιών στις δυτικές. Πρώτη ενέργεια των Ενωτικών ήταν η σφαγή των αρμενικών πληθυσμών που ζούσαν κοντά στα οθωμανο-ρωσικά σύνορα. Τα καταπιεστικά και βίαια μέτρα που πάρθηκαν εναντίον των Ρωμιών είχαν μεγαλύτερη επέκταση στο χρόνο. Σχεδόν όλοι οι Έλληνες άνδρες επιστρατεύτηκαν σε τάγματα εργασίας και υπέστησαν συμπεριφορά αιχμαλώτων. Χιλιάδες πέθαναν λόγω των άθλιων και τρομερών συνθηκών. Οι ανυπότακτοι, οι λιποτάκτες ή αυτοί που αντιστάθηκαν σκοτώθηκαν και οι οικογένειές τους εκτοπίστηκαν. Φανατιζόμενοι και καθοδηγούμενοι από τους τσέτες, οι φτωχοί Μουσουλμάνοι επιτέθηκαν κατά των μη-Μουσουλμάνων με λεηλασίες και σφαγές.

Για να φανατιστούν οι μουσουλμάνοι χωρικοί χρησιμοποιήθηκε ως προπαγανδιστικό επιχείρημα ότι οι μη-Μουσουλμάνοι είναι η αιτία της φτώχειας των χωρικών. Η προπαγάνδα αυτή στη σφαγή των Αρμενίων του 1915 και στο πογκρόμ κατά των Ελλήνων το 1922, είχε πολύ σημαντική επίδραση στους φτωχούς μουσουλμάνους Τούρκους και Κούρδους. Το αποτέλεσμα ήταν να μετατραπούν σε λυσσαλέους εχθρούς αυτοί οι λαοί που ζούσαν αδελφικά.

Σε τελευταία ανάλυση, το Κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδς» και η συνέχεια αυτού, το κεμαλικό καθεστώς, είχε μεγάλη επιτυχία στον εκτοπισμό των μη-Μουσουλμάνων, στον εκτουρκισμό του κεφαλαίου και την ίδρυση ενός έθνους-κράτους με ομοιογενή πυρήνα μουσουλμανικών τουρκικών πληθυσμών.

Μετά την εκκαθάριση των Αρμενίων με μεγάλη σφαγή, ήρθε η σειρά εκτοπισμού των Ρωμιών. Όμως απαραίτητη ήταν και η εκκαθάριση όσων Αρμενίων και Ρωμιών παρέμεναν. Το θέμα αυτό τακτοποιήθηκε στη Λωζάννη. Με βάση τη «Συμφωνία Ανταλλαγής των Πληθυσμών», μετανάστευσαν από την Τουρκία προς την Ελλάδα 1.2 εκατομμύρια Ρωμιοί και αντίστροφα από την Ελλάδα προς την Τουρκία περί τους 400.000 Μουσουλμάνους. Οι πρόσφυγες και στις δυο χώρες υπέφεραν πάρα πολύ. Ενώ οι Ρωμιοί πρόσφυγες στην Ελλάδα αντιμετωπίζονταν ως «τουρκόσποροι», αυτοί που πήγαν στην Τουρκία ως «γκιαούρηδες» (άπιστοι). Το γεγονός αυτό υπήρξε αιτία του προσανατολισμού μέρους των προσφύγων στις δυο χώρες προς τον εθνικισμό και τη θρησκεία, ώστε να γίνουν δεκτοί απ’ την κοινωνία Προσπάθησαν ακόμα να ξεχάσουν οι νέες γενιές τον τόπο προέλευσής τους…

Η αλλαγή του πληθυσμού της Κωσταντινούπολης (έρευνα του καθ. Δρ. Tzem Behar το 1996) δείχνει τη δυναμική της αλλαγής του πληθυσμού. Το 1856 ο συνολικός πληθυσμός ήταν 236 χιλιάδες από τους οποίους το 47.6% ήταν Μουσουλμάνοι. Το ποσοστό αυτό το 1914, όντας ο συνολικός πληθυσμός 910.000, ήταν 62%. Το 1914 το ποσοστό των μη-Μουσουλμάνων στην Κωσταντινούπολη ήταν 38%, το 1927 μειώνεται σε 35% και αργότερα μειώνεται στο 1%. Βλέποντας αυτή την πορεία θα πρέπει να αναρωτηθούμε πως φτάσαμε σε μια χώρα με 99.9% Μουσουλμάνους. Ως επέκταση αυτού μπορούμε να δούμε το θέμα απ’ την εξής σκοπιά: Η Αρμενική Γενοκτονία και τα πογκρόμ κατά των Ρωμιών και η Ανταλλαγή έφεραν μαζί τους και την εξαφάνιση των άλλων διαφορετικών οντοτήτων. Το κεμαλικό καθεστώς που διαδέχθηκε το Κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος» αντιμετώπισε με καταπίεση, άρνηση και αφομοίωση στον τουρκισμό όλα τα άλλα στοιχεία, όπως τους Λαζούς, Κιρκάσιους, Γεωργιανούς, Κιρμαντζί, Τουρκομάνους, Πομάκους, Ζαζά, Ασσύριους και ποιος ξέρει πόσα άλλα ονόματα που δεν αναφέρουμε εδώ. Η προσπάθεια ήταν η με τη βία εμφύσηση «θετικιστικής τουρκικής» ταυτότητας, κάτι που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα.

Ήταν «απελευθερωτικός» ο πόλεμος;

Συμπερασματικά, ο ισχυρισμός ότι ο Τουρκικός Εθνικοαπελευθερωτικός Πόλεμος δόθηκε κατά του ιμπεριαλισμού δεν θεμελιώνεται από πουθενά. Αντίθετα, όπως διαπιστώνει ο καθηγητής Taner Aksam, ο απελευθερωτικός πόλεμος «δεν δόθηκε κατά των εισβολέων αλλά κατά των μειονοτήτων». Τα Σωματεία Άμυνας-Δικαίου (Mudafai Hukut) που υπήρξαν η ατμομηχανή του «εθνικού αγώνα», ιδρύθηκαν καθαρά κατά της απειλής των Ρωμιών και των Αρμενίων. Στα πρώτα αυτά σωματεία που ιδρύθηκαν μετά από την ανακωχή του Μούδρου, τα τρία ήταν κατά των Αρμενίων και τα δύο κατά των Ρωμιών. Εξάλλου ο Μουσταφά Κεμάλ, τον Ιούλιο του 1919, όταν έστειλε την παραίτησή του από τη θέση του αξιωματικού στον Σουλτάνο τόνιζε ανοικτά τα εξής: «Η στρατιωτική μου ιδιότητα άρχισε να γίνεται εμπόδιο στον εθνικό αγώνα που ξεκινήσαμε για να σώσουμε την ιερή πατρίδα και το έθνος απ’ τη διάσπαση και να μη θυσιάσουμε την πατρίδα στις επιδιώξεις των Ελλήνων και των Αρμενίων».

Ο Attila Tuygan σπούδασε στη Σχολή Ξένων Σπουδών στην Κωσταντινούπολη. Συνελήφθη πολλές φορές μετα το πραξικόπημα του Σεπτεμβρίου του 1980. Έχει γράψει πολλά κείμενα, όπως «Η γενοκτονία των Αρμενίων μέσα απ’ τα γερμανικά αρχεία» (2008), «Οι σφαγές, η Αντίσταση και οι συνεργάτες» (2007), κ.ά. Έχει επιμεληθεί την έκδοση πολλών βιβλίων, όπως «Οι φέροντες κρυφή θρησκεία» του Γιώργου Ανδρεάδη (1997), «Τα πολιτισμικά δικαιώματα των Κούρδων» του Kerim Gildiz (2004) κ.ά. Μετέφρασε στα τουρκικά, βιβλία με θέματα Μαρξισμού.

Οι εκτοπίσεις και οι σφαγές των Ελλήνων του 1913-1914: Πρόβα για τη Γενοκτονία των Αρμενίων

του Taner Akçam




Όλες οι διαθέσιμες οθωμανικές πηγές καταδεικνύουν μια αδιαμφισβήτητη αλήθεια: πριν τον πόλεμο, η Επιτροπή Ένωσης και Προόδου (ΕΕΠ), αφού πρώτα σχεδίασε και έθεσε σε εφαρμογή ένα σχέδιο με στόχο την –με δικά τους λόγια– «απελευθέρωση από τα μη-τουρκικά στοιχεία» της περιοχής του Αιγαίου, στη συνέχεια, και με πρόσχημα τον πόλεμο, επεξέτειναν το εν λόγω σχέδιο ώστε να περιλαμβάνει ολόκληρη την Ανατολία. Πρωταρχικός στόχος αυτού του σχεδίου, το οποίο μπορεί να περιγραφεί ως «εθνολογική και θρησκευτική ομογενοποίηση» της Ανατολίας στη βάση του τουρκο-μουσουλμανικού πληθυσμού της. Οι δύο βασικοί πυλώνες αυτής της πολιτικής, η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ως κυβερνητική «πολιτική πληθυσμών και επανακατοίκισης» είχαν ως εξής: ο πρώτος συνεπαγόταν μια «εκκαθάριση» της Ανατολίας από τον μη-μουσουλμανικό πληθυσμό της (αναφερόταν ουσιαστικά στους χριστιανούς), ο οποίος εθεωρείτο ως θανάσιμη απειλή για την ύπαρξη του κράτους, έχοντας μάλιστα χαρακτηριστεί και ως «καρκίνο» στο σώμα της Αυτοκρατορίας· ο δεύτερος ήταν η αφομοίωση (διάβασε: εκτουρκισμός) όλων των μη-τουρκικών και μη-μουσουλμανικών κοινοτήτων της Ανατολίας.
Οι πολιτικές αυτές εφαρμόστηκαν από το 1913 με την ενεργοποίηση ενός «διπλού» μηχανισμού από παράλληλες επίσημες και ανεπίσημες μεθόδους. Ακολουθήθηκε, από τη μία, η επίσημη πολιτική της απέλασης και, από την άλλη, της αναγκαστικής μετανάστευσης. Η πολιτική αυτή αποφασίστηκε και εφαρμόστηκε επίσημα είτε στη βάση του διμερούς πλαισίου περί «ανταλλαγής πληθυσμών» με άλλες χώρες, όπως την Ελλάδα, τη Σερβία και τη Βουλγαρία, είτε ως μονομερής απομάκρυνση και απέλαση, όπως έγινε με την περίπτωση των Αρμενίων. Από την άλλη, έγιναν μια σειρά από μυστικές, ημινόμιμες αλλά επιχορηγούμενες από το κράτος τρομοκρατικές ενέργειες κάτω από την προστατευτική ομπρέλα της «επίσημης» κρατικής πολιτικής.
Η ΕΕΠ δημιούργησε μια οργανωτική δομή κατάλληλη για τον διττό αυτό μηχανισμό. Στο βασικό κατηγορητήριο εναντίον των μελών της Κεντρικής Επιτροπής της ΕΕΠ, που δικάστηκαν το 1919 από Στρατοδικείο της Κωνσταντινούπολης το 1919, ο εισαγγελέας ανέφερε ότι, σύμφωνα με τη δομή του Ενωτικού Κόμματος και τους τρόπους δράσης του, είχε δημιουργηθεί ένα «μυστικό δίκτυο» (şebeke-yi hafiye) με στόχο την υλοποίηση των παράνομων δραστηριοτήτων του. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, η ΕΕΠ ήταν μια οργάνωση «με δύο αντιφατικές φύσεις» (iki mâhiyet-i mütezâdde): η πρώτη ήταν ορατή και δημόσια, βασιζόταν σε ένα (δημόσιο) πρόγραμμα και καταστατικό (nizâmnâme-i dâ­­hi­lî­ye), και η άλλη στηριζόταν στη μυστικότητα και (λειτουργούσε σύμφωνα με άγραφες) προφορικές οδηγίες. /1/
Με τις ανωτέρω πολιτικές, οι οποίες εφαρμόστηκαν μεταξύ των ετών 1913 και 1918, ο εθνικός χαρακτήρας της Ανατολίας μεταμορφώθηκε απόλυτα. Ο πληθυσμός της Ανατολίας /2/ αλλοιώθηκε ολοκληρωτικά κατά τη διάρκεια αυτής της εξάχρονης περιόδου. Το ένα τρίτο του συνολικού πληθυσμού (ο οποίος το 1914 υπολογίζεται γύρω στα 7,5 εκατομμύρια ψυχές) είτε εκτοπίστηκε στο εσωτερικό της χώρας, είτε απελάθηκε είτε εκμηδενίστηκε.

Ο «διπλός μηχανισμός» ενεργοποιείται στην περιοχή του Αιγαίου

Οι οθωμανικές αρχές, παράλληλα με τις προσπάθειες να δώσουν ένα επίσημο και νομικό χαρακτήρα στην ανταλλαγή πληθυσμών, οργάνωσαν την διά της βίας απομάκρυνση των χριστιανικών πληθυσμών από τα εδάφη τους, εφαρμόζοντας μια πολιτική τρομοκράτησης και, επιπλέον, όταν κρινόταν αναγκαίο, ακόμα και σφαγές. Ο διπλός μηχανισμός, αφού εφαρμόστηκε για πρώτη φορά εναντίον του ελληνικού πληθυσμού της περιοχής του Αιγαίου της αυτοκρατορίας, θα εφαρμοστεί και πάλι κατά την περίοδο της εκτόπισης και της σφαγής των Αρμενίων. Στα απομνημονεύματα των Kuşçubaşı Eşref, Halil Menteşe, Celal Bayar, αλλά και άλλων που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο σ’ αυτά τα γεγονότα, οι συγγραφείς μάς παρέχουν εκτενείς πληροφορίες σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές του μυστικού, παράλληλου σχεδίου αναγκαστικής μετανάστευσης που τέθηκε σε εφαρμογή προτού υπογραφούν και τεθούν σε ισχύ οι επίσημες συμφωνίες. /3/ Ο πρωταρχικός στόχος της κυβερνητικής πολιτικής, ιδιαίτερα στο Αιγαίο και στην Ανατολική Θράκη, ήταν να μειωθεί σημαντικά ο αριθμός των χριστιανών, οι οποίοι εθεωρούντο απειλή για την ασφάλεια του κράτους. Ο Halil Menteşe, στις αναμνήσεις του σχετικά με τις πολιτικές που εφαρμόστηκαν στην περιοχή του Αιγαίου την άνοιξη του 1914, αναφέρει: «Ο (υπουργός Εσωτερικών) Talat Bey… πρότεινε ότι η χώρα πρέπει να εκκαθαριστεί από εκείνα τα στοιχεία που θεωρούνταν ικανά για προδοσία του κράτους». /4/
Γερμανικά έγγραφα εκείνης της περιόδου καταδεικνύουν ότι ο υπουργός Εσωτερικών μίλησε σε γερμανούς διπλωμάτες με την ίδια ειλικρίνεια: «Ο Talat Bey… εξήγησε χωρίς κανένα δισταγμό ότι η κυβέρνησή (του) επιθυμούσε να χρησιμοποιήσει τον Παγκόσμιο Πόλεμο ως πρόσχημα (ούτως ώστε να μην επιτραπεί σε ξένες χώρες να παρέμβουν), με σκοπό να εκκαθαρίσει τη χώρα από τους εσωτερικούς εχθρούς της – δηλαδή τους χριστιανούς όλων των δογμάτων». /5/ Σύμφωνα με τα λόγια του Kuşçubaşı Eşref, ενός από τους βασικούς πρωταγωνιστές των επιχειρήσεων εθνικής εκκαθάρισης, οι μη-μουσουλμάνοι ήταν «εσωτερικά καρκινώματα» στο σώμα του οθωμανικού κράτους και έπρεπε να «αφαιρεθούν». Το να γίνει αυτό, ισχυρίστηκε, ήταν «υπόθεση εθνικής σημασίας». /6/
Ο κύριος στόχος ήταν να πειστούν οι χριστιανοί χωρικοί να φύγουν, με μέσο τον εκφοβισμό, όπου αυτό ήταν απαραίτητο. Ανάμεσα στις κύριες μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη αυτού του στόχου ήταν «η παρακολούθηση, η ταπείνωση, οι δολοφονίες, η παρεμπόδισή τους να καλλιεργούν τη γη τους, η βαριά φορολογία, η κατάσχεση των περιουσιακών τους στοιχείων... η βίαιη επιστράτευση» /7/, πράγματα στα οποία, και λόγω της εφαρμογής του προαναφερθέντος διπλού μηχανισμού, η οθωμανική κυβέρνηση θα μπορεί να δηλώνει στις διαμαρτυρίες της ελληνικής κυβέρνησης και των άλλων ξένων δυνάμεων, ότι δεν έχει καμία συμμετοχή στα τεκταινόμενα.
Οι βίαιες απελάσεις και εκδιώξεις από την περιοχή της Ανατολικής Θράκης άρχισαν την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1913. Οι επιθέσεις εναντίον του ντόπιου χριστιανικού πληθυσμού συνεχίστηκαν όλο το χρόνο, όμως μετά τον Μάρτιο του 1914 άρχισαν να παίρνουν πιο συστηματική μορφή.
Τα κύρια χαρακτηριστικά των εφαρμοζόμενων πολιτικών ήταν:
1) επιθέσεις σε ελληνικά χωριά και χωρικούς από τις μονάδες της Ειδικής Οργάνωσης, με την κεντρική διοίκηση (κυβέρνηση) να ισχυρίζεται και να ενεργεί σαν να μην έχει καμία σχέση με την όλη υπόθεση,
2) εξαναγκασμός ατόμων/πληθυσμών να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους λόγω της τρομοκρατίας και των δολοφονιών
3) άδειασμα ολόκληρων χωριών και στρατολόγηση όλου του ανδρικού πληθυσμού που ήταν σε ηλικία στράτευσης σε τάγματα εργασίας
4) κατάσχεση των ελληνικής ιδιοκτησίας επιχειρήσεων και μεταβίβασή τους σε μουσουλμάνους. /8/
Τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 1913 το ελληνικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεων έστειλε έναν ολόκληρο ποταμό επιστολών στην Υψηλή Πύλη, διαμαρτυρόμενο για τις διαρκείς επιθέσεις σε ελληνικά χωριά στην περιοχή του Αιγαίου, τις λεηλασίες οικιών, τις άνευ αιτίας κρατήσεις και τις συλλήψεις ατόμων, και την αναγκαστική απέλαση τους. /9/
Μία από τις πλουσιότερες πηγής άντλησης πληροφοριών σχετικά με τη λειτουργία του διπλού συστήματος που η κυβέρνηση είχε θέσει σε εφαρμογή είναι τα απομνημονεύματα των προαναφερθέντων στελεχών της Ειδικής Οργάνωσης. Ο Halil Menteşe, για παράδειγμα, γράφει ότι: «Δεν θα φαινόταν ότι δρουν εξ ονόματος της κυβέρνησης οι κυβερνήτες των επαρχιών και οι κρατικοί υπάλληλοι. Την υπόθεση θα αναλάμβανε η οργάνωση της Επιτροπής (Ένωση και Πρόοδος)…» /10/ Επιπλέον, θα οργανώνονταν συναντήσεις υψηλότερου επιπέδου, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα σωστά άτομα θα επόπτευαν τα γεγονότα και θα διασφάλιζαν ότι όλα εξελίσσονται σύμφωνα με το σχέδιο. Μεγάλο μέρος της ευθύνης για την υλοποίηση του προγράμματος ανέλαβε ο Kuşçubaşı:

«Οι Έλληνες παρενοχλούνταν με διάφορα μέσα και αναγκάζονταν να μεταναστεύουν εξ αιτίας των επιθέσεων και της καταπίεσης που τους ασκούταν. Οι ένοπλες συμμορίες υπό τον διοικητή των Ειδικών Δυνάμεων Kuşçubaşı Eşref Bey... διεξήγαγαν επιδρομές εναντίον των ελληνικών χωριών… Εκείνο το κομμάτι της ελληνικής νεολαίας που μπορούσε να κρατήσει όπλο συνελήφθη με στόχο (την τοποθέτησή του) σε τάγματα εργασίας, ώστε να δουλεύει στην κατασκευή δρόμων, στη δασοκομία και τις οικοδομές». /11/

Οι πληροφορίες που έδωσα ως εδώ είναι ευρέως γνωστές στον ακαδημαϊκό κόσμο. Αυτό που πρόσφατα ανακάλυψα είναι ότι η λειτουργία του διπλού μηχανισμού μπορεί να αποδειχτεί από τα Πρωθυπουργικά Αρχεία.
Η προσπάθεια του Talat Pasha να εμφανίσει τόσο τον εαυτό του όσο και την οθωμανική κυβέρνηση ως ανίδεους σχετικά με τις βίαιες εξώσεις και τις δολοφονίες –μια θέση που στη συνέχεια διαψεύστηκε από τα απομνημονεύματα πολλών Τούρκων που είχαν άμεση εμπλοκή στα παραπάνω γεγονότα– πρέπει να θεωρηθεί απλώς ως ένα άλλο παράδειγμα των πολιτικών του «διπλού μηχανισμού» που περιγράφηκε προηγουμένως. Ένας από τους πρωταγωνιστές αυτών των «εκκαθαριστικών» επιχειρήσεων, ο Kuşçubaşı Eşref, αναφέρει ότι τον καιρό που ο Talat πραγματοποιούσε την περιοδεία του στην περιοχή του Αιγαίου, συναντήθηκε μαζί του κρυφά στη Μαγνησία και ο Talat του είπε: «Προσπαθήστε να μην είστε και τόσο ορατοί τώρα, τουλάχιστον μέχρι εγώ να επιστρέψω (στην Κωνσταντινούπολη)… Να μην έρθετε ούτε στη Σμύρνη κατά τις επόμενες δυο-τρεις μέρες. Προσπαθήστε να μη γίνετε αντιληπτοί από ανατρεπτικά στοιχεία στις παράκτιες περιοχές, όπως επίσης και από ξένες πρεσβείες και προξενεία – ακόμα και αυτά των συμμάχων μας». /12/


Η «απέλαση» των Ελλήνων: Μια πρόβα για τις απελάσεις των Αρμενίων του 1915-17

Η θέση που υποστηρίζω εδώ είναι ότι υπάρχει μια συνέχεια ανάμεσα στις οργανωμένες «εκκαθαριστικές επιχειρήσεις» των μη-μουσουλμανικών πληθυσμών της Δυτικής Ανατολίας, και πρωτίστως ανάμεσα τη βίαιη εκδίωξη του ελληνικού πληθυσμού που άρχισε την άνοιξη του 1914 και στην «εκκαθάριση» της Ανατολίας από τον αρμένικο πληθυσμό της κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου. Ακόμα κι αν επί του παρόντος δεν έχουμε απτές αποδείξεις σχετικά με το κατά πόσο αυτές οι δύο «εκκαθαριστικές επιχειρήσεις» αποτελούν ένα ενιαίο και συνολικό σχέδιο, μπορούμε όμως να διακρίνουμε μια σαφέστατη συνέχεια ανάμεσα στις δύο αυτές δράσεις τόσο όσον αφορά στις γενικές γραμμές οργάνωσής τους όσο και στα άτομα που συμμετείχαν. Οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν εναντίον των Ελλήνων μεταξύ του 1913 και του 1914 μας φαίνονται ως ένα είδος «προπομπού» των κατοπινών και εν καιρώ πολέμου απελάσεων εναντίων του αρμενικού πληθυσμού. /13/
Στις αναμνήσεις του από αυτή την περίοδο ο Αμερικανός πρέσβης Henry Morgenthau αναφέρει ότι ο Bedri Bey, ο Επίτροπος Αστυνομίας Κωνσταντινουπόλεως, είπε σε έναν από τους γραμματείς του ότι «οι Τούρκοι έδιωξαν τόσο επιτυχώς τους Έλληνες, που αποφάσισαν να εφαρμόσουν την ίδια μέθοδο και σε άλλες φυλές της αυτοκρατορίας»./14/ Ο ίδιος, στην πρεσβευτική αναφορά του της 18ης Νοεμβρίου του 1915, επισημαίνει μια παράλληλη ομοιότητα και τονίζει ότι η ανεμπόδιστη απέλαση 100-150.000 ατόμων τον Μάιο και τον Ιούνιο του 1914 μπροστά στα μάτια των Μεγάλων Δυνάμεων αποτέλεσε έναν σοβαρό παράγοντα ενθάρρυνσης για την κατοπινή και εν καιρώ πολέμου απέλαση των Αρμενίων. /15/
Όσον αφορά τη συνέχεια των επιχειρησιακών στελεχών στις δύο επιχειρήσεις, εμφανίζεται στη σκηνή η μορφή του Şükrü Kaya ως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Όπως είδαμε και προηγουμένως, ο Kaya είχε κατά το παρελθόν συμμετάσχει στην επιτροπή που ήταν επιφορτισμένη με την εποπτεία την τουρκο-βουλγαρική ανταλλαγή πληθυσμών μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων. Μετά από αυτό το ρόλο, εργάστηκε στην τουρκο-ελληνική επιτροπή που ανέλαβε να εκτελέσει παρόμοια αποστολή και, στη συνέχεια, ως γενικός διευθυντής του Γραφείου Φυλετικού και Μεταναστευτικού Διακανονισμού (İAMM) του Υπουργείου Εσωτερικών, έγινε ένας από τους κύριους οργανωτές των απελάσεων των Αρμενίων. Μια άλλη σημαντική προσωπικότητα σ’ αυτή την υπόθεση ήταν το μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της ΕΕΠ Δρ. Nâzım. Ο Nâzım, ως ηγετικό στέλεχος της Ειδικής Οργάνωσης (Teşkilat-ı Mahsusa), θα δράσει επίσης ως ένας από τους κεντρικούς σχεδιαστές των απελάσεων και των δολοφονιών των Αρμενίων. Προηγουμένως όμως είχε εμπλακεί στην επεξεργασία του σχεδίου ανθελληνικών επιχειρήσεων στη Σμύρνη, το καλοκαίρι του 1914. Εκθέσεις του Αμερικανικού Προξενείου Σμύρνης αναφέρονται σ’ αυτόν ως έναν από τους «αγκιτάτορες» της περιοχής /16/. Ο Alfred van der Zee, πρόξενος της Δανίας στη Σμύρνη στις εκθέσεις του αναφέρει ότι οι δράσεις εναντίον των «φιλειρηνικών και εργατικών» Ελλήνων στηρίζονταν σε κυβερνητικές εντολές και ότι «ευρείας κλίμακας, συστηματικές και βίαια τιμωρητικές» δράσεις διευθύνονταν από τον Δρ. Nâzım. /17/
Ένα τρίτο σημείο σύνδεσης των δύο αυτών επιχειρήσεων είναι ο Δρ. Reşit, ο οποίος υπηρέτησε ως κυβερνήτης της επαρχίας του Diyarbakır την εποχή των απελάσεων των Αρμενίων. Αυτός αναδείχθηκε αρχικά με το ρόλο που έπαιξε στην οργάνωση της απέλασης/εκδίωξης των Ελλήνων από την περιοχή του Balıkesir την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1914. Μετά την ολοκλήρωση αυτού του έργου, αρχικά διορίστηκε κυβερνήτης της επαρχίας της Μοσούλης, στη συνέχεια μετατέθηκε στο Diyarbakır, όπου θα συντελέσει στη δημιουργία του σώματος των κιργισίων χωροφυλάκων, που θα εργαστούν μαζί του κατά τη διάρκεια των απελάσεων. /18/
Το τέταρτο και τελευταίο πρόσωπο που θα δώσουμε ως παράδειγμα είναι ο Pertev Pasha, στρατιωτικός διοικητής, τον οποίο ο Celal Bayar περιγράφει ως το πρόσωπο που ευθύνεται για την «επιχείρηση εκκαθάρισης της λεκάνης του Αιγαίου» κατά τη διάρκεια του 1913-1914. Αργότερα τοποθετήθηκε στην περιοχή του Sivas, όπου θα διαδραματίσει βασικό ρόλο στις εκτοπίσεις και τις δολοφονίες των Αρμενίων. /19/ Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης του πρώτου κοινοβουλίου της νεοσύστατης Τουρκικής Δημοκρατίας στις 6 Οκτωβρίου του 1921, ο τότε Υπουργός Οικονομικών περιέγραψε τον Pertev Pasha ως «έναν που πλούτισε από τον πόλεμο» (savaş zengini). /20/
Τόσο στην περίπτωση των Ελλήνων όσο και των Αρμενίων, οι βίαιες εκτοπίσεις και οι απελάσεις φαινομενικά διεξήχθησαν κάτω από την ομπρέλα νομιμότητας του οθωμανικού καθεστώτος ως μέρος μιας συνολικότερης πληθυσμιακής πολιτικής, όμως, παράλληλα με το νομικό πλαίσιο, τέθηκε σε εφαρμογή ένα ανεπίσημο σχέδιο με τη λειτουργία ενός σκιώδους μηχανισμού που ανέλαβε να διαπράξει μια σειρά από πράξεις βίας και τρομοκρατίας κατά των χριστιανών της Αυτοκρατορίας. Μεταξύ των πιο εντυπωσιακών ομοιοτήτων ανάμεσα στις δύο αυτές περιπτώσεις είναι η δημιουργία Ειδικών Επιχειρησιακών Μονάδων και η στράτευση των νεαρών αντρών στα τάγματα εργασίας.
Οι ομοιότητες αυτές δεν διέφυγαν της προσοχής ούτε του Morgenthau ούτε του Toynbee. Καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου ο αμερικανός πρέσβης στις εκθέσεις του εφιστούσε τη προσοχή στην ομοιότητα των μεθόδων που χρησιμοποίησε η οθωμανική κυβέρνηση στην εκδίωξη των ελληνικών πληθυσμών κατά το 1913-1914 με αυτές που χρησιμοποιήθηκαν τον επόμενο χρόνο εναντίον των Αρμενίων.

Οι Τούρκοι εφάρμοσαν σχεδόν πανομοιότυπα την ίδια διαδικασία εναντίον των Ελλήνων με εκείνη που εφάρμοσαν και εναντίον των Αρμενίων. Άρχισαν με την ενσωμάτωση των Ελλήνων στον οθωμανικό στρατό που στη συνέχεια τους μετέφεραν στα τάγματα εργασίας, χρησιμοποιώντας τους στην κατασκευή δρόμων στην περιοχή του Καυκάσου και άλλους τομείς εργασίας. Αυτοί οι έλληνες στρατιώτες, όπως και οι Αρμένιοι, πέθαναν κατά χιλιάδες από το κρύο, την πείνα και άλλες στερήσεις… Παντού οι Έλληνες τοποθετήθηκαν σε ομάδες και, υπό την «προστασία» τούρκων χωροφυλάκων, μεταφέρθηκαν, διανύοντας τη μεγαλύτερη απόσταση με τα πόδια, στην ενδοχώρα. /21/

Ο Arnold Toynbee από την πλευρά του θα προβεί σε ανάλογες διαπιστώσεις σχετικά με των συστηματικό και οργανωμένο χαρακτήρα των δύο αυτών δράσεων: «… έτσι λοιπόν ο Βαλκανικός πόλεμος είχε διπλή συγκομιδή θυμάτων: πρώτον, τους Rumili Τούρκους από τη μία και τους Έλληνες της Ανατολίας από την άλλη». Στη συνέχεια προσθέτει ότι:

«Ολόκληρες ελληνικές κοινότητες εκδιώχθηκαν από τα σπίτια τους με την άσκηση τρομοκρατίας σε βάρος τους, τα σπίτια τους, τα κτήματά τους και συχνά η κινητή τους περιουσία κατασχέθηκαν, και πολλοί σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας… Η διαδικασία αυτή φέρει στοιχεία που δείχνουν ότι ήταν συστηματική. Η τρομοκρατία χτυπούσε τη μία περιοχή μετά την άλλη και ασκήθηκε από τις συμμορίες των «τσετών» που δημιουργήθηκαν τόσο από τους πρόσφυγες απ’ τα Βαλκάνια, όσο και από τον ντόπιο πληθυσμό και κατά περιπτώσεις ενισχύθηκαν από την τακτική οθωμανική χωροφυλακή… Οι τουρκικές «πολιτικές» τσέτες που έκαναν την εμφάνισή τους το 1914 στα δυτικά παράλια… εξετέλεσαν τα σχέδια της κυβέρνησης της Ένωσης και Προόδου εναντίον των Αρμενίων…» /22/




[1] Takvim-i Vekayi, no. 3540 (5 May 1919).
[2] Σύμφωνα με την οθωμανική απογραφή του 1914, ο πληθυσμός της αυτοκρατορίας, συμπεριλαμβανομένων και των αραβικών επαρχιών της, ήταν περίπου 18,5 εκατομμύρια. Αν εξαιρέσουμε τις τελευταίες, ο πληθυσμός της Ανατολίας θα πρέπει να κυμαινόταν ανάμεσα στα 15 με 17,5 εκατομμύρια. Στις μελέτες του για τον πληθυσμό της αυτοκρατορίας ο Kemal Karpat εκτιμά ότι ο πληθυσμός της Ανατολίας πρέπει να ανερχόταν γύρω στα 15 εκατομμύρια. [Osmanlı Nüfusu (1830-1914), Demografik ve Sosyal Özellikleri, (İstanbul: Tarih Vakfı Yayınları, 2003), σ. 226]. Στη βάση διάφορων αυξητικών διορθώσεων αυτών των στοιχείων ο Justin McCarthy ανεβάζει τον αριθμό του πληθυσμού της Ανατολίας στα 17,5 εκατομμύρια. [Mulsim and Minorities, The Population of Ottoman Anatolia and the End of the Empire (İstanbul: İnkılap, 1998), σ. 110.]
[3] Για πιο λεπτομερείς πληροφορίες επί του θέματος, βλέπε: Taner Akçam, A Shameful Act. The Armenian Genocide and the Question of Turkish Responsibility, op. cit., pp. 102-108.
[4]Halil Menteşe, Osmanlı Mebusan Meclisi Reisi Halil Menteşe'nin Anıları, (İstanbul, Hürriyet Vakfı Yayınları, 1986), p. 165.
[5] PA-AA/Botschaft Konstantinopel/Bd. 169. Νότα που προστέθηκε από τον Γενικό Πρόξενο της Γερμανίας στην Κωνσταντινούπολη και ειδικό για τις αρμενικές υποθέσεις Johannes Mordtman στην έκθεση του Προξένου στο Χαλέπι Rössler προς τη Γερμανική Πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη, με ημερομηνία 6 Ιουνίου 1915.
[6] Από τα απομνημονεύματα του Kuşçubaşı Eşref, ενός εκ των βασικών στελεχών τη ‘‘Ειδικής Οργάνωσης’’ (Teşkilat-ı Mahsusa) που ευθύνεται για την «εκκαθάριση» της Ανατολίας από τους μη-μουσουλμανικούς πληθυσμούς΄ περιλαμβάνεται στο: Celal Bayar, Ben de Yazdım, vol. 5, (İstanbul: Baha Matbaası, 1967), p. 1578.
[7] Elisabeth Kontogiorgi, «Forced Migration, Repatriation, Exodus: the Case of Ganos-Chora and Myriophyto-Peristaris Orthodox Communities in Eastern Thrace», Balkan Studies, vol. 35, no. 1 (1995), pp. 22-24.
[8] Μια λεπτομερής περιγραφή των επιθέσεων εναντίον των ελληνικών χωριών στην περιοχή του Αιγαίου μπορεί να αναζητηθεί στο: Archimandrite Alexander Papadopoulos, Persecution of the Greeks in Turkey before the European War (New York: Oxford University Press American Branch, 1919).
[9] ibid., pp. 27-29.
[10] Halil Menteşe, Osmanlı Mebusan Meclisi Reisi..., op. cit., p. 166.
[11] Nurdoğan Taçalan, Ege'de Kurtuluş Savaşı Başlarken (Istanbul, Milliyet Yayınları, 1970), pp. 71-3.
[12] Cemal Kutay, Etniki Etarya’dan Günümüze, Ege’nin Türk Kalma Savaşı, (İstanbul: Boğaziçi Yayınları, 1980), p. 226
[13] Εδώ θα κάνουμε μόνο κάποιες περιορισμένου εύρους παρατηρήσεις σχετικά με το θέμα. Στην πραγματικότητα, ο βαθμός συνέχειας των προσώπων που ενεπλάκησαν τόσο στις ανθελληνικές όσο και στις αντιαρμενικές πολιτικές είναι ένα πολύ σημαντικό θέμα και χρήζει ξεχωριστής μελέτης.
[14]Henry Morgenthau, Ambassador Morgenthau's Story, (Garden City, New York: Doubleday, Page & Company, 1918), p. 323.
[15] NA/RG59/867.00/798.5, Έκθεση του Πρέσβη Morgenthau, με ημερομηνία 18 Νοεμβρίου του 1915; αναπαραγωγή στο: Sarafyan (ed.), United States Official Record..., op. cit., p. 372.
[16] Έκθεση του Αμερικανού Αναπληρωτή Πρόξενου στη Σμύρνη W. H. Anderson, dated 18 July 1914; United States National Archives Record Group 59/867.00/636, pp. 3-4, Adalian (ed.), AGUS, microfiche no. 6.
[17] Matthias Bjørnlund, «The 1914 cleansing of Aegean Greeks as a case of violent Turkification», Journal of Genocide Research, 1:2 (2006), p. 43
[18] «Όσον καιρό που ο Dr. Reşid Bey ήταν κυβερνήτης του διοικητικού διαμερίσματος του Karesi (Balıkesir), όπου και παρέμεινε μέχρι τις 23 Ιουλίου, έδειξε μεγάλο ζήλο στην εξαναγκασμό τον Ελλήνων να μεταναστεύσουν, και στις δημόσιες υπηρεσίες», Nejdet Bilgi, Dr. Mehmed Reşid Şahingiray Hayatı ve Hatıraları, (İzmir: Akademi Kitabevi, 1997), pp. 21-22; 87-89.
[19] Για τη θητεία και τις δραστηριότητες του Pertev Pasha στην περιοχή Sivas, βλέπε: Dadrian, «Ottoman Archives and Denials...», loc. cit., p. 309.
[20] T.B.M.M. Zabıt Cerideleri, Devre 1, İçtima 2, Cilt 13, (Ankara: T.B.M.M. Matbaası, 1958), pp. 96-7.
[21] Morgenthau, Ambassador Morgenthau’s Story..., op. cit., pp.324-325. Ο Morgenthau σημειώνει επίσης ότι, αντίθετα από τους Αρμένιους, οι Έλληνες δεν έγιναν αντικείμενο μαζικού σφαγιασμού.
[22] Toynbee, The Western Question in Greece and Turkey..., op. cit., pp. 139, 280.

Ο Taner Akçam είναι ιστορικός και διδάσκει στο Τμήμα Ιστορίας του Πανεπιστημίου Clark στο Worchester της Μασαχουσέτης. To κείμενο του αποτελεί τμήμα της εισήγησής του με τίτλο «The Greek “Deportations” and Massacres of 1913-1914. A Trial Run for the Armenian Genocide» που έγινε στην «Ακαδημαϊκή Σύνοδο για την Μικρασιατική Καταστροφή», 7 Νοεμβρίου 2010, Ρόουζμοντ, Ιλλινόις. Το Μάιο του 2009, συμμετείχε στο διεθνές επιστημονικό συνέδριο που έγινε στην Αθήνα υπό τον τίτλο: «Πόντιοι-Αρμένιοι-Ασσύριοι. Τρεις γενοκτονίες, ένας θύτης».

Η ΙΔΕΑ ΤΟΥ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ ΚΑΙ Η ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ



Toυ Sait Çetinoğlu





Η ανάπτυξη του εθνικισμού του 19ου αιώνα επηρεάζει και τον χριστιανικό πληθυσμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με την επιρροή της πρωτοπορίας της αστικής τάξης αρχίζει και διαμορφώνει την ιδεολογία ότι οι Ρωμιοί ανήκουν στο Ελληνικό έθνος. Στην πραγματικότητα ο μακρινός Πόντος έχει ελάχιστη επικοινωνία με την Ελλάδα, που απόκτησε την ανεξαρτησία της μετά το 1821. Η διαδικασία κρίσης ταυτότητας του 19ου και 20ου αιώνα υπήρξε η περίοδος διαμόρφωσης και του σύγχρονου Ελληνισμού. Η αιτία είναι η δημιουργία μιας νέας αυτογνωσίας με νέα δεδομένα. Αποτέλεσμα της κρίσης αυτής είναι η μεταμόρφωση της πολιτισμικής ταυτότητας σε μια πολιτική ταυτότητα.
O Πόντος και το Επαναστατικό Κίνημα
Το Ποντιακό ζήτημα έχει άμεση σχέση με το διεθνές επαναστατικό κίνημα. Αν λάβει κανείς υπόψη του ότι το Κομμουνιστικό Κίνημα υπό την ηγεσία του Λένιν ενστερνιζόταν την απελευθέρωση των εθνών, βλέπει την αντίφαση με αυτά που είχε πει: “εγώ και οι Μπολσεβίκοι είμαστε οι Νεότουρκοι της Σοβιετικής Επανάστασης”. Αντίθετα η Ρόζα Λούξεμπουργκ εγκλεισμένη σε φυλακές του Βερολίνου καλούσε σε αμέριστη συμπαράσταση προς τους Χριστιανικούς λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας λέγοντας: “Καμιά χώρα δεν έχει ελπίδα για πρόοδο εφ’ όσον μένει υπό Τουρκική κυριαρχία. Για το Ανατολικό ζήτημα το καθήκον μας είναι να δεχτούμε τον κατακερματισμό της Τουρκίας και να δείξουμε αμέριστη συμπαράσταση προς τους Χριστιανικούς λαούς ”.
H Ρόζα Λούξεμπουργκ στην εργασία της “Οι δραστηριότητες των Γερμανών Ιμπεριαλιστών στην Τουρκία”, αναφέρει τα ύψιστα οικονομικά και στρατιωτικά συμφέροντα των Γερμανών στην Τουρκία. Τα Οθωμανικά εδάφη είναι το κυριότερο πεδίο δράσης των Γερμανών ιμπεριαλιστών. Τον σημαντικότερο ρόλο παίζουν οι Γερμανικές τράπεζες. Ένα παράδειγμα της προπαγάνδας για αυτούς τους σκοπούς είναι η οργάνωση στις 8 Νοεμβρίου 1898 στη Δαμασκό τελετής από τους Γερμανούς ότι ακολουθούν τα βήματα του Σαλαϊντίν Εγιουπή κάτω από τις πράσινες σημαίες του προφήτη για την υπεράσπιση της Μουσουλμανικής Κοινότητας και ορκίζονται γι’ αυτό. Όπως λέει η Ρόζα Λούξεμπουργκ η ανάληψη του ρόλου από τους Γερμανούς της ανάστασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν είναι τίποτα άλλο από το μακιγιάρισμα ενός νεκρού. Η διαπίστωση της Ρόζα Λούξεμπουργκ ότι η κατασκευή του σιδηροδρόμου της Βαγδάτης στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου περιλαμβάνει μια ύψιστη εκμετάλλευση των μαζών και αποτελεί σημαντικό σημείο που πρέπει να τονιστεί. Ο ρόλος της Deutsche Bank είναι καθοριστικός. Οι Γερμανοί κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες για να φανατίσουν τους Τούρκους εναντίον των μη-μουσουλμανικών λαών της Αυτοκρατορίας μετά από τους Βαλκανικούς Πολέμους. Η μαρτυρία της Διδούς Σωτηρίου για μια προκήρυξη ως Deutsche Palestinien Bank είναι σημαντική: “Αν εμείς οι Τούρκοι είμαστε φτωχοί και υποφέρουμε η αιτία είναι οι γκιαούρηδες που μας έχουν αρπάξει από τα χέρια μας τον πλούτο. Πόσο καιρό ακόμα θα το δεχόμαστε αυτό. Μην αγοράζετε προϊόντα τους και μην συναλλάσσετε μ’ αυτούς. Τι περιμένετε από τη φιλία μ’ αυτούς; Τι κερδίζετε προσφέροντας τόση αγάπη και αδελφοσύνη σ’ αυτούς”.
Στα πλαίσια αυτά ο Γερμανός Στρατάρχης Λίμαν Φον Σάντερς το 1916 είχε διατάξει τον εκτοπισμό των Ελλήνων από τα παράλια. Ο ίδιος όταν βλέπει ότι παρά όλους τους εκτοπισμούς παραμένουν οι Έλληνες του Αϊβαλί μένουν ακόμα στα σπίτια τους διατάξει το Πάσχα του 1917 τον εκτοπισμό τους λέγοντας “Δεν διώξατε ακόμα αυτούς τους άπιστους»! Ο Γερμανικός ιμπεριαλισμός θέλει μια Ανατολή που θα έχει εκκαθαριστεί από τα Χριστιανικά της στοιχεία. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τις άλλες δυτικές δυνάμεις, την Αγγλία, Γαλλία, Η.Π.Α. και Ιταλία αν μελετήσουμε τη συμπεριφορά τους κατά τη διάρκεια του Πολέμου και μετά. Δεν είναι αδικία να πούμε ότι αυτά τα κράτη ότι έμειναν αδιάφορα στην εξόντωση των αρχαίων λαών της Ανατολής.
Η Πολιτική οργάνωση στον Πόντο
Τα γραφόμενα στα Τουρκικά για το ζήτημα του Πόντου είναι πανομοιότυπα και προέρχονται από την ίδια πηγή. Όλα τα αναφερόμενα βασίζονται σε προπαγανδιστικό βιβλίο που τυπώθηκε το 1922 από το Εκδοτικό Τυπογραφείο Πληροφοριών με τίτλο το «Ζήτημα του Πόντου» (Pontos Meselesi). Πρόκειται για προπαγανδιστικό κείμενο. Σ’ όλες τις πηγές διατυπώνονται οι ίδιες προτάσεις… Κατά το προπαγανδιστικό βιβλίο του 1922 σκοπός ήταν η ίδρυση μιας Δημοκρατίας του Πόντου με πρωτεύουσα την Τραπεζούντα ή την Σαμψούντα στα εδάφη από το Μπατούμι μέχρι την Σινώπη. Τα γραφόμενα αυτά είναι πολύ μακριά από το να εξηγήσουν τι συνέβη πραγματικά στον Πόντο. Ο Μουσταφά Κεμάλ χρησιμοποιεί τις ίδιες εκφράσεις στο Λόγο (Νutuκ) του…
Στη διάρκεια έναρξης του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, που μέχρι τότε οι Πόντιοι έχουν υπηρετήσει μόνο σε υπηρεσίες αγγαρείας στο Οθωμανικό Ναυτικό, καλούνται όπως και οι υπόλοιποι λαοί της Αυτοκρατορίας να καταταγούν στο στρατό. Αποτελεί ιστορική αλήθεια ότι με την έναρξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου πολλοί χωρικοί λιποτάκτησαν από το στρατό και επέστρεψαν σε περιοχές κοντά στα χωριά τους, με τα όπλα τους ή χωρίς, και διέμειναν σε υπαίθριους χώρους. Με τον τρόπο αυτό αρχίζουν να συγκροτούνται ένοπλες αντάρτικες ομάδες.
Με την προσπάθεια της Οθωμανικής Κυβέρνησης να εγκαταστήσει στα χωριά πρόσφυγες από τα Βαλκάνια εισερχόμαστε στο δεύτερο στάδιο των επεισοδίων. Η απόφαση άρνησης των Ποντίων να δεχτούν τους πρόσφυγες στα χωριά τους αποτελεί την έναρξη της αντίστασης κατά των αρχών. Ενώπιον της κατάστασης αυτής η Κυβέρνηση το φθινόπωρο του 1915, αρχίζει την επιχείρηση κατά των χωριών Οκσέ, Τσιχμάν και Τεύκερης, που πρωτοστάτησαν στην αντίσταση της εγκατάστασης των προσφύγων. Τα χωριά πυρπολούνται, ο πληθυσμός διασκορπίζεται και οι μάχιμοι άνδρες όπως ο πιο γνωστός Βασίλης Ανθόπουλος – Βασίλη Ουστάς – αρχίζει και συγκροτεί ένοπλες δυνάμεις ομάδες αντίστασης. Πολλές ένοπλες ομάδες συγκεντρώνονται στην περιοχή Νεμπιάν της Μπάφρας.
Μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους η επικρατούσα άποψη των διανοουμένων είναι ότι θα μπορούσε να δημιουργηθεί μια Τουρκο-Ποντιακή Ένωση σε ειρήνη και συνεργασία με τους Τούρκους της περιοχής. Στη διάδοση της άποψης αυτής ο ρόλος του “Ανατολικού Κόμματος” υπό την ηγεσία του Μητροπολίτη Χρύσανθου είναι μεγάλη.
Οι Νεότουρκοι μετά από τους Βαλκανικούς Πολέμους πριν από την έναρξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου θέτουν σε εφαρμογή το σχέδιο της “λύσης” των εθνοτικών προβλημάτων με την εξόντωση των άλλων εθνοτήτων πράγμα που είχαν αποφασίσει στο συνέδριο τους το 1911 στη Θεσσαλονίκη. Αρχίζει με την έναρξη του Πολέμου η πρακτική των εκτοπίσεων. Το γεγονός ότι η ιδέα ίδρυσης μιας ανεξάρτητης Ποντιακής Δημοκρατίας βρίσκει εύκολα οπαδούς οφείλεται και στην αντίδραση κατά των ενεργειών των Νεοτούρκων.
Αρχίζει η εποχή ίδρυσης οργανώσεων που έχουν σκοπό την υπεράσπιση των πολιτικών δικαιωμάτων των Ποντίων σ’ όλη την περιοχή του Πόντου. Ο Κ. Κωνσταντινίδης, που είναι γιος του πρώην δημάρχου Κερασούντας, του καπετάν Γιώργη, επηρεασμένος από τη διακήρυξη του Σοβιέτ να καθορίσουν οι λαοί της Ρωσικής Αυτοκρατορίας τις δικές τους τύχες, οργανώνει την 4 Φεβρουαρίου 1918 στη Μασσαλία Συνέδριο Όλων των Ποντίων με συμμετοχή από τις Ευρωπαϊκές Χώρες, τις Η.Π.Α. και άλλού. Το Συνέδριο, ελπίζοντας στην υποστήριξη των Σοβιέτ απευθύνει επιστολή προς τον υπουργό Εξωτερικών των Σοβιέτ Λέον Τρότσκι. Στην επιστολή αυτή τονίζεται ότι θα αποτελέσει μεγάλο λάθος να επιστραφεί η Τραπεζούντα στους Τούρκους και ζητείται η υποστήριξη της ιδέας της ανεξαρτησίας του Πόντου.

Ανατολικός και Δυτικός Πόντος
Με την κατάληψη του ανατολικού Πόντου το 1916 ο Πόντος έχει διαιρεθεί σε δύο τμήματα με αποτέλεσμα να διαφοροποιηθεί η πορεία των δυο περιοχών. Όταν ο Ρωσικός στρατός φθάνει στην Γεμουρά, η πτώση πλέον της Τραπεζούντας είναι αναπόφευκτη. Η Τουρκική διοίκηση βλέποντας το αναπόφευκτο της πτώσης της Τραπεζούντας κάλεσε το Μητροπολίτη Χρύσανθο και τους Έλληνες προύχοντες και παρέδωσε την τύχη της πόλης σ’ αυτούς αναθέτοντας την προστασία του αμάχου μουσουλμανικού πληθυσμού. Μετά από μια σύντομη τελετή ο νομάρχης Αζμί απευθυνόμενος στον Χρύσανθο είπε: « πήραμε αυτή τη χώρα από τους Ρωμιούς, τώρα την επιστρέφουμε στους ίδιους». Όταν οι Ρώσοι εισήλθαν την 16 Αυγούστου 1916 βρήκαν μια Ελληνική διοίκηση στην πόλη. Η υποδοχή από τους Έλληνες Ποντίους προς τους Ρώσους ήταν ένθερμη. Ο Χρύσανθος δημιούργησε μια τυπική Βουλή υπό την ηγεσία του που διοίκησε την περιοχή μέχρι την επάνοδο των Τούρκων στην περιοχή, Ο Μητροπολίτης προστάτεψε τις οικογένειες των Μουσουλμάνων που είχαν φύγει από τον φόβο των Ρώσων. Επίσης ο ίδιος προσπάθησε να εισαγάγει ένα νέο πνεύμα ισότητας μεταξύ των εθνοτήτων. Η ανεξάρτητη αυτή διοίκηση συμμετείχε στα Σοβιέτ το 1917.
Η κατάσταση στο δυτικό Πόντο είναι πολύ διαφορετική.. Οι ένοπλοι αντάρτες που είχαν καταφύγει στα βουνά που αποτελούνται από ανεξάρτητες ομάδες ενισχύονται μετά από την έναρξη των εκτοπίσεων του τοπικού πληθυσμού από τους Τούρκους το 1916. Ο Βασίλης Ανθόπουλος συγκροτεί την 3 Ιουλίου 1916 μια ομάδα ένοπλης αντίστασης στη Σεβάστεια και με την ελπίδα ότι ήταν οι Ρωσικές δυνάμεις όταν προχωρήσουν προς τον δυτικό Πόντο να ξεκινήσει γενική επανάσταση. Όμως η διακοπή της Ρωσικής προέλασης αλλάζει τα σχέδια του Ανθόπουλου. Πιστεύοντας ότι οι Ρώσοι τον περιπαίζουν αποφασίζει να δημιουργήσει νέα δεδομένα και με την ένοπλη ομάδα του των 80 ατόμων επιτίθεται σε Τουρκικά χωριά σε άτομα που θεωρεί ότι έχουν τυραννήσει τους Χριστιανούς και σκοτώνοντας αυτούς καίει τα σπίτια τους, στη συνέχεια συγκρούεται στα Κοτύωρα με τις Τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις και χάνοντας τη μάχη καταφεύγει στην Τραπεζούντα όπου διαμένει μέχρι το τέλος του Πολέμου. Η αντίδραση των Τούρκων στα συμβάντα αυτά είναι δύο: Οι αντεπιθέσεις των Τουρκικών τσετέδων και η εξορία. Όσον αφορά την πρώτη φαίνεται ότι είναι μια περισσότερη τοπική αντίδραση. Όπως στην περίπτωση των Χριστιανών υπάρχουν και Μουσουλμάνοι λιποτάκτες που είναι έτοιμοι να εφαρμόσουν τα εθνικιστικά σχέδια του Σωματείου Ένωσης και Προόδου. Ο πλέον δραστήριος στην περιοχή είναι ο Τοπάλ Οσμάν Αγάς από την Κερασούντα. Ο ίδιος και οι βοηθοί του δρουν με τους λιποτάκτες και φυγόδικους ελεύθερα χωρίς κανένα περιορισμό. Ο Τοπάλ Οσμάν είναι παράγοντας τρόμου στην περιοχή. Ακόμα και ο τοπικός Μουσουλμανικός πληθυσμός ζητάει την απομάκρυνση του.
Μεταξύ των ένοπλων ανταρτών των Ποντίων, ο κυριότερος στρατιωτικός ηγέτης είναι ο Αντών Πασάς. Ενώ υπερασπίζεται μαζί με τη σύζυγο του Πελαγία τα Ποντιακά χωριά είναι ο κυριότερος παράγοντας φόβου των Τουρκικών κρατικών και αντάρτικων δυνάμεων. Ο ίδιος σκοτώνεται το 1917 ενώ η σύζυγος του Πελαγία συνεχίζει τον αγώνα μέχρι το 1923. Μεταξύ των ενόπλων ομάδων στην περιοχή βρίσκονται και Κιρκάσιοι.

Οι εξορίες
Σε έγγραφο που ετοίμασε να σταλεί από το Υπουργείο Εξωτερικών της Αυστρίας για να σταλεί στο Βερολίνο αναφέρονται τα εξής: «Η Τουρκική πολιτική έχει τον χαρακτήρα της ολοκληρωτικής εκδίωξης από την περιοχή με σκοπό την πλήρη εξαφάνιση τους με τη δικαιολογία ότι οι Έλληνες της περιοχής αποτελούν κίνδυνο κατά του κράτους, μια μέθοδος που εφαρμόστηκε στο παρελθόν και κατά των Αρμενίων. Οι Τούρκοι χωρίς να διακρίνουν καμιά διαφορά στον πληθυσμού και χωρίς να αφήνουν καμιά πιθανότητα στην επιβίωση του πληθυσμού με την πρόφαση της μετακίνησης σε άλλες περιοχές, δηλαδή τη μετακίνηση από τις παραλίες στα ενδότερα, εγκαταλείποντας αυτούς σε τραγικές, απάνθρωπες συνθήκες στην πείνα τους να οδηγούν προς το θάνατο. Τα σε σπίτια τους αφού καταληφθούν από τους τσετέδες λεηλατούνται πυρπολούνται και κατεδαφίζονται. Όποια μέτρα εφαρμόστηκαν κατά των Αρμενίων εφαρμόζονται και κατά του Πόντου.»
Με την ήττα των Οθωμανών στον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμου στην περιοχή του Πόντου εγκαθίστανται Αγγλικές δυνάμεις (Ινδοί στρατιώτες με Άγγλους αξιωματικούς) και για να εξασφαλίσουν τα μελλοντικά τους συμφέροντα ζητούν από τους Πόντιους αντάρτες να παραδώσουν τα όπλα τους στον τουρκικό στρατό. Οι αντάρτες δεν πέφτουν σ’ αυτή τη παγίδα και δεν παραδίδουν τα όπλα τους. Οι Έλληνες του Πόντου ενστερνίζονται το σκοπό της ίδρυσης της Ποντιακής Δημοκρατίας. Επιστρέφουν από τη Ρωσία περίπου 100.000 Πόντιοι…
Επειδή το Ποντιακό κίνημα φθάνει σ’ ένα επικίνδυνο για το Οθωμανικό για το κράτος βαθμό, η Οθωμανική Κυβέρνηση αποφασίζει να στείλει στον Πόντο τον Μουσταφά Κεμάλ. Ο Κεμάλ στην ξεκινάει τις προσπάθειές του για να καταπνίξει το Ποντιακό κίνημα με την επιθυμία των Άγγλων και την ηθική και υλική υποστήριξη του Σουλτάνου. Όταν φθάνει στην Σαμψούντα συναντιέται με τον Άγγλο Ταγματάρχη Hurst και καλεί τους εκπροσώπους των κοινοτήτων στο στρατιωτικό κυβερνείο. Ο ηγέτης των Ελλήνων Μητροπολίτης Γερμανός δεν ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση. Στην έκθεση που στέλνει ο Μουσταφά Κεμάλ στην Σουλτανική Κυβέρνηση αναφέρει ότι οι Ποντιακές αντάρτικες δυνάμεις υπό την ηγεσία του Γερμανού έχουν πολιτικούς σκοπούς…. Ο Μουσταφά Κεμάλ με την άφιξη του στη Σαμψούντα την 19 Μαΐου 1919 αρχίζει αμέσως την οργάνωση των τουρκικών ανταρτικών ομάδων κατά των Ποντιακών Ομάδων που επεδίωκαν την ανεξαρτησία. Λέγεται ότι ένας από τους πρώτους που συνάντησε ήταν ο Τοπάλ Οσμάν. Όπως φαίνεται και από τα κρατικά αρχεία ο Μουσταφά Κεμάλ δίνει μεγαλύτερη σημασία στο ποντιακό αντάρτικο κίνημα παρά στο Ελληνικό Κράτος…
Οι αντάρτες αν και δεν επιτυγχάνουν να αποτρέψουν τον εκτοπισμό των Ελλήνων του Πόντου, δημιουργούν “απελευθερωμένες περιοχές” στα βουνά στις οποίες καταφεύγουν οι Έλληνες από τα καταστραμμένα τους χωριά. Η δημιουργία νέων ανταρτικών ομάδων και την αδυναμία του τουρκικού στρατού να τους εξουδετερώσει οδηγεί σ’ ένα τοπικό συμβιβασμό κατά τον οποίο τα τουρκικά χωριά έναντι της ασφάλειας τους παρέχουν τροφή και υλικά στους Πόντιους αντάρτες.
Το Τέλος του Κινήματος και η Εκδίωξη
Η διαμορφωθείσα κατάσταση μετά από τις πρώτες επιτυχίες των ανταρτών και την προσπάθεια τους για ενότητα οδηγεί σε κάμψη της ισχύος τους από την απουσία ενοποιημένης κοινής διοίκησης. Η κάμψη του ηθικού μεταξύ των ανταρτών είναι γρήγορη. Ο τουρκικός στρατός με τη βοήθεια των Μπολσεβίκων αναδιοργανώνεται και με τη βοήθεια των Ιταλών και Γάλλων ενισχύει τη θέση του. Οι εξελίξεις αυτές αποθαρρύνουν την τάση μεταξύ των ανταρτών να δημιουργήσουν κοινό στρατηγείο διοίκησης σε βαθμό που αρχίζουν τα αντάρτικα σώματα να αυτονομούνται και ακόμα να συγκρούονται μεταξύ τους μερικές φορές. Το τέλος είναι τραγικό. Παρ’ όλη την αποστασιοποίηση του Ελληνικού Κράτους, στο Ποντιακό κίνημα παρουσιάζεται πάντοτε η τάση ταυτοποίησης με το Ελληνικό Κράτος. ..
Η Κυβέρνηση της Άγκυρας για να εμποδίσει τη δράση των ανταρτών στην περιοχή αρχίζει την εκκένωση και εξορία των ελληνικών χωριών που παρέχουν στους αντάρτες. Η Άγκυρα είναι αποφασισμένη να στρατολογήσει όλους που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τη σταθερότητα στην περιοχή. Όλοι οι μη-μουσουλμάνοι στέλνονται σε τάγματα εργασίας. Αν και ένα μέρος των Ποντίων δεν υπακούει, ένα μέρος οδηγείται στα Αμελέ Ταμπουρλαρί και με τον τρόπο αυτό να αδρανοποιείται.
Στη συνέχεια αρχίζει η συλλογή των όπλων στην περιοχή αρχίζοντας από τους μη-μουσουλμάνους. Προβάλλεται αντίσταση στις μονάδες που έρχονται να μαζέψουν όπλα στην περιοχή της Σαμψούντας και σε άλλες περιοχές όπως επίσης παρουσιάζεται σοβαρή αντίσταση στις περιοχές Τοκάτι, Τσαρσαμπά και στην περιοχή Νεμπιάν της Μπάφρας. Η προσπάθεια αυτή του Τουρκικού στρατού που ξεκινάει την 6 Απριλίου 1921 παρ’ όλη την ασκούμενη σοβαρή βία δεν επιτυγχάνει. Οι στρατιωτικές μονάδες ενισχυμένες με το σύνταγμα της Κερασούντας αποτυγχάνουν στις περιοχές Τσαρσαμπά και Νεμπιάν. Η Κυβέρνηση της Άγκυρας κηρύσσει την περιοχή του Πόντου ως εμπόλεμη ζώνη και αποφασίζει την εξ’ ολοκλήρου εξορία όλων των Ελλήνων του Πόντου την 21 Ιουνίου 1921. Εξάλλου οι περισσότερες υπαίθριες περιοχές έχουν ήδη εκκενωθεί και τα χωριά έχουν πυρποληθεί. Μετά από την απόφαση αυτή στις 16 Ιουνίου η Εκτελεστική Επιτροπή με το φόβο μιας Ελληνικής απόβασης στην Σαμψούντα αποφασίζει τον εκτοπισμό όλων των Ελλήνων της περιοχής από 16 μέχρι 50 ετών. Αρχίζει η σύλληψη όλων των ανδρών στις περιοχές Σαμψούντας, Μπάφρας και Αλατσάμ.
Την επόμενη μέρα αναχωρεί η πρώτη ομάδα των εκτοπισμένων. Η ομάδα αυτή στην πόλη Καβάκ δέχεται πυρά, κατά τους Τούρκους από τους Έλληνες αντάρτες και κατά τους Έλληνες από τους Τούρκους φρουρούς και σκοτώνονται πολλοί. Παρόμοια γεγονότα συμβαίνουν κατά τις μετακινήσεις τον μήνα Ιουνίου. Τα επεισόδια προκαλούνται από τα Τουρκικά σώματα άτακτων (Τσετέδες) που επωφελούνται από τη στάση των συνοδών φρουρών των εξορισμένων. Στις επιθέσεις αυτές παίζουν σημαντικό ρόλο οι άτακτες ομάδες του Τοπάλ Οσμάν και του Σακί Αλί από την Τοκάτη. Λόγω των αντιδράσεων από τα συμβάντα σε έγγραφο που στέλνει το Υπουργείο Εσωτερικών στις 25 Ιουνίου 1921 αναφέρεται ότι η μετακίνηση των Ελλήνων γίνεται για στρατιωτικούς λόγους και δεν πρόκειται για εκτόπιση και ότι δεν πρέπει να εξορίζονται τα γυναικόπαιδα και ότι πρέπει να προστατεύονται η ζωή, οι περιουσίες και η τιμή των γυναικών που θα μείνουν πίσω. Ζητείται στο έγγραφο η επιβολή αυστηρών ποινών στους κρατικούς υπαλλήλους που προβούν σε ενέργειες κατά των γυναικόπαιδων και των εξορισμένων ανδρών.
Ωστόσο μαθαίνουμε από τον Υπουργό Υγείας της εποχής Ριζά Νούρ ότι στην πράξη τα πράγματα δεν ήταν καθ’ όλου έτσι. Ο Ριζά Νούρ που υπήρξε και κύριος διαπραγματευτής στη Λωζάννη αναφέρει στα απομνημονεύματα του τις συνομιλίες του με τον Τοπάλ Οσμάν. Του λέω, Αγά καθάρισε τον Πόντο καλά: “Μην αφήνεις πέτρα – πάνω σε πέτρα στα Ελληνικά χωρία του Πόντου”. Με απάντησε: “Έτσι κάνω, όμως επειδή οι εκκλησίες τους και τα κτίρια τους μπορούν να χρησιμεύσουν τα φυλάω”. Του είπα: “Γκρέμισε και αυτά, μάλιστα σκόρπισε τις πέτρες μακριά. Δεν ξέρεις τι γίνεται, μην πουν κάποτε ότι εδώ υπήρχε εκκλησία”. Η απάντηση που έδωσε ο Τοπάλ Οσμάν ήταν “Πράγματι έτσι θα κάνω, δεν το σκέφτηκα τόσο καλά”. Λέει ο Ριζά Νούρ ότι ο Τοπάλ Οσμάν είναι ένας νέος Κιόρογλου.
Όταν η Κυβέρνηση της Άγκυρας αναγκάζεται να στείλει στρατεύματα από την περιοχή του Πόντου στο δυτικό μέτωπο, μειώνεται η ροή των εξοριών. Μετά από την αποτυχία του Ελληνικού στρατού στον Σαγγάριο αρχίζει η κυρία επιχείρηση στον Πόντο. Την περίοδο αυτή εντείνονται οι επιχειρήσεις κατά των Ελλήνων ανταρτών στα βουνά και παράλληλα οι εξορίες που συνεχίζονται με ένταση. Στις αποστολές εξοριών συμπεριλαμβάνονται και τα γυναικόπαιδα με εντολή του Νουρεντίν Πασά πλέον παρόλο που στην αρχική διαταγή για εξορία δεν υπάρχει τέτοια εντολή. Για το θέμα αυτό δεν υπάρχει καμία αντίδραση των ανωτέρων του. Κατά τον Νουρετίν Πασά “οι Έλληνες (Ρωμιοί) είναι φίδια και τα δηλητήρια αυτών φιδιών είναι οι γυναίκες”. Οι γυναίκες υποστηρίζουν σωματικά, ηθικά και υλικά τους άνδρες τους που έχουν συναρπαστεί με το όνειρο του Πόντου. Εξάλλου στα δικαστήρια της Αμμάσειας δικάζονται και γυναίκες που κατηγορούνται για κατασκοπεία, υπόθαλψη σε εγκλήματα και απόκρυψη εγκληματιών.
Στη διάρκεια των επιχειρήσεων στον Πόντο, στις συζητήσεις που γίνονται στη Βουλή της Άγκυρας, παύεται από τη θέση του διοικητή της Κεντρικής Στρατιάς ο Ναυρεντίν Πασάς λόγω παρανόμων ενεργειών και ανικανότητας στις 8 Νοεμβρίου 1921, στις 8 Φεβρουαρίου καταργείται η διοίκηση της Κεντρικής Στρατιάς και αναλαμβάνει την ευθύνη των επιχειρήσεων το Υπουργείο Εσωτερικών με την 10η ταξιαρχία. Διοικητής της ταξιαρχίας διορίζεται ο Τζεμίλ Τζαχίτ Μπέης. Οι ενισχυμένες δυνάμεις από πλευράς ανδρών και όπλων περατώνουν τον Φεβρουάριο του 1923 την υπόθεση που σέρνει χρόνια.
Στην πραγματικότητα η αρχή του τέλους στον Πόντο ξεκινάει τον Δεκέμβριο του 1920. με την ολοκληρωτική ήττα των Αρμενίων στο τέλος του 1920 οι Κεμαλιστές έρχονται σε απευθείας επικοινωνία με τους Μπολσεβίκους. Η βοήθεια που ρέει από τους Σοβιετικούς προς τους Κεμαλιστές και από την άλλη πλευρά με τις συμφωνίες που υπογράφονται μεταξύ των Σοβιετικών – Άγγλων, Σοβιετικών – Τούρκων και της Αγγλίας με τον Μπεκίρ Σαμί στις 16 Μαρτίου 1921 έχει καθοριστεί η μοίρα του Ποντιακού κινήματος. Μετά από την ημερομηνία αυτή οι Άγγλοι κηρύσσουν την ουδετερότητα τους. Με πρώτο το Ελλαδικό Κράτος όλοι εγκαταλείπουν τους Έλληνες του Πόντου στην τύχη τους. Η Αγγλία υποστηρίζει την Τουρκία ως ενδιάμεσο κράτος με την Σοβιετική Ένωση. Η “real politik” της εποχής – ας πούμε και detant – είναι η αιτία που καθορίζει το τέλος του ποντιακού κινήματος. Τα τελευταία ανταρτικά σώματα που μένουν μετά από την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάννης διαφεύγουν από τα παράλια του Πόντου στην Ελλάδα με πλοία ή στην Ρωσία….


Ο Ali Sait Çetinoğlu είναι Τούρκος ακαδημαϊκός. Στα ενδιαφέροντά του περιλαμβάνονται οι Νεότουρκοι, ο Κεμαλισμός, το Ποντιακό Ζήτημα κ.ά. Έχει δημοσιεύσει πολλά άρθρα, με βάση την έρευνα στα Εθνικά Αρχεία της Τουρκίας. Το βιβλίο του «Varlık Vergisi (1942-1944) / Konomik ve Kültürel Jenosid» (Φόρος Περιουσίας (1942-1944) Οικονομική και πολιτιστική γενοκτονία) εκδόθηκε το 2009 στην Κωνσταντινούπολη. Συνέγραψε τη μελέτη «Pontos Sorunu» (To Ποντιακό Ζητημα). Στο διεθνές επιστημονικό συνέδριο «Τρείς Γενοκτoνίες, Μία Στρατηγική», Αθήνα, Σεπτέμβριος 2010, παρουσίασε την εισήγηση «Η ιδέα του ανεξάρτητου Πόντου και η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου».

ΜΙΑ ΤΡΑΓΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΤΩΝ ΡΩΜΙΩΝ 1914-1924



Της Pervin Erbil





Η περίοδος μεταξύ των ετών 1914-1924 αποτελεί τον πιο τραγικό και μεγάλο κρίκο της αλυσίδας της εκκαθάρισης των Ρωμιών της Ανατολής.
Τούτο διότι με τις επιχειρήσεις εκκαθάρισης πληθυσμός άνω των δυο εκατομμυρίων Ρωμιών στο τέλος της περιόδου μειώθηκε στους 120 χιλιάδες(σ.σ. Ρωμιοί της Πόλης, Ίμβρου, Τενέδου). Τούτο διότι έχουμε να κάνουμε με την υλική και ηθική θυματοποίηση ενός πληθυσμού άνω των 1.900.000 ατόμων, ενός γηγενή λαού της Ανατολής του οποίου αφαιρέθηκε το δικαίωμα να ζήσει.
Τούτο διότι η εκκαθάριση αυτή με τον τρόπο που εκτελέστηκε και εξελίχθηκε , από πλευράς οικονομίας, πολιτικής, ηθικής και πολιτισμού έχει τις διαστάσεις ενός μείζονος κλίμακας ανθρώπινου δράματος.
Η εκρίζωση της Ρωμαίικης κοινότητας από τα εδάφη, που ζούσε για τρεις χιλιάδες χρόνια και είχε δημιουργήσει έναν πρωτοπόρο πολιτισμό σε αλληλεπίδραση με το φυσικό περιβάλλον, ξεκινά με την πραξικοπηματική κατάληψη της εξουσίας από το κόμμα «Ένωση και Πρόοδος» . Το Οθωμανικό κράτος που βρίσκονταν στην κυριαρχία των Ενωτικών, μετά από αυτό το πραξικόπημα στις αρχές του 1913, ενστερνίστηκε την πολιτική επιλογή όχι μόνος της εκκαθάρισης των Ρωμιών αλλά και όλων των μη Μουσουλμανικών πληθυσμών και εφάρμοσε αυτήν την πολιτική χωρίς κανένα οίκτο και με μεθόδους άκρατης βίας.
Στην πλευρά αυτή της θάλασσας δεν είναι αρκετά γνωστές οι διαστάσεις της κοινωνικής τραγωδίας και τα επακόλουθά της που προέκυψαν κατά την εφαρμογή αυτής της κρατικά οργανωμένης πολιτικής εκκαθάρισης.
Ωστόσο το παχύ νέφος ομίχλης σιγά σιγά διαλύεται. Η αιτία είναι ότι η μη κρατική ιστοριογραφία με σκληρούς αγώνες ενημερώνει περισσότερους ανθρώπους. Παρ’ όλα αυτά θεωρώ χρήσιμο να γίνει έστω και σύντομη υπενθύμιση για τα γεγονότα.
Αρχές του 1913 η «Ένωση και Πρόοδος» καταλαμβάνει την εξουσία του Οθωμανικού κράτους. Η πρώτη ενέργεια των Ενωτικών είναι η εκκαθάριση των Ρωμιών της Θράκης, των παραλίων του Αιγαίου και Μαρμαρά (Ιανουάριος-Αύγουστος 1914) και στην συνέχεια των Αρμενίων (έναρξη Απρίλιος 1915) που συμπεριλαμβάνουν εκτοπισμούς και σφαγές.
Μετά από έναν χρόνο τον Νοέμβριο του 1916 στόχος είναι οι Ρωμιοί της Μαύρης Θάλασσας . Όλοι οι Ρωμιοί της παραλίας του Πόντου από την Τρίπολη μέχρι την Σαμσούντα χωρίς καμιά διάκριση παιδιών, γέρων, γυναικών εκδιώκονται από τα σπίτια τους, χωρίς να επιτραπεί να πάρουν τίποτα μαζί τους και οδηγούνται σε πορεία πολλών μηνών. Χάνουν την ζωή τους 350 χιλιάδες άτομα.
Στις δε άλλες περιοχές οι Ρωμιοί άντρες επιστρατεύονται κατά περιόδους και οδηγούνται στα περιβόητα «Αμελέ Ταμπουρλαρί» (Τάγματα Εργασίας) .Το μεγαλύτερο ποσοστό αυτών των ανθρώπων πεθαίνει από πείνα, κούραση, ασθένειες παλεύοντας με τις ψείρες.
Μετά από την στρατιωτική απόβαση του Ελληνικού κράτους στην Σμύρνη στις 15 Μαΐου 1919 το κράτος σκληραίνει την στάση του προς τους Ρωμιούς της Ανατολής. Το κράτος συλλαμβάνει άντρες πάνω από 15 ετών , τους αλυσοδένει και τους εξορίζει. Μια εξορία που δεν έχει επιστροφή. Στους δε εναπομείναντες πίσω ανυπεράσπιστους εξαπολύει επιθέσεις στέλνοντας Τσετέδες , συμμορίες λιποτακτών από τις φυλακές και του στρατού. Το κακό αυτό πήρε την ζωή πολλών γυναικών, κοριτσιών και παιδιών.
Το κλίμα αυτό τρόμου δημιούργησε πανικό και εξανάγκασε μεγάλο αριθμό Ρωμιών να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους.. Ο αριθμός των ατόμων που διέφυγαν στην Ελλάδα πριν την Ανταλλαγή των πληθυσμών (1923) μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας είναι 1 εκατομμύριο. Αυτοί δε που έφυγαν με την Ανταλλαγή είναι 192.356 άτομα. Εξαιρέθηκαν 120.000 Ρωμιοί της Κωνσταντινούπολης, Ίμβρου και Τενέδου.
Εξετάζοντας τους αριθμούς αυτούς βλέπουμε μια μεγάλη απώλεια πληθυσμού άνω των 700.000 ανθρώπων. Είναι αυτοί που δεν κατάφεραν να διαφύγουν, αυτοί που δεν επέζησαν.
Οι επιχειρήσεις εκκαθάρισης δεν μπορούν σαν πράξη εκδίκησης να θεωρηθούν αφού ξεκίνησαν πριν από τουλάχιστον πέντε χρόνια από την απόβαση του Ελληνικού Στρατού στην Σμύρνη. Εξ άλλου η εκκαθάριση είναι μέσα στο πρόγραμμα της «Ένωσης και Προόδου». Στους τροχούς που γυρνούσαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία υπήρχε ένας πολύ σημαντικός αριθμός πληθυσμός Ρωμιών που ήταν μικροέμποροι, τεχνίτες, εισαγωγείς-εξαγωγείς, έμποροι, βιομήχανοι καθώς επίσης και καλλιεργητές γης. Επίσης με την παράδοση χιλιάδων ετών διέθεταν έναν μοναδικό πλούτο που στηρίζονταν στην συμπύκνωση εμπειριών γνώσης και ικανοτήτων. Είναι Χριστιανοί και αυτή η βαθειά ριζωμένη παράδοση πολιτισμού είναι εμπόδιο στους σκοπούς του κόμματος «Ένωση και Πρόοδος» να τους εκτουρκίσει.
Η οικονομική και κοινωνικοπολιτική δομή της Ρωμέϊκης Κοινότητας μέσα στο Οθωμανικό Σύστημα αποτελεί την βασική αιτία του προγράμματος εκκαθάρισης που υπέστει.
Μια άλλη αιτία είναι η κατάσταση που βρίσκονταν το Οθωμανικό Κράτος από πλευράς κοινωνικής πολιτικής και οικονομικής κατάστασης που από το 1913 παίρνει την μορφή ενός μικρού κράτους που χάνει συνέχεια εδάφη και βρίσκεται σε μια κατάσταση μεγάλης ανασφάλειας.
Η «Ένωση και Πρόοδος» το 1913 παίρνοντας και την υποστήριξη του διεθνούς ιμπεριαλισμού στον οικονομικό και τεχνικό τομέα καταλαμβάνει την εξουσία . Τα βήματα που θα ακολουθήσει πλέον είναι η εναπαοργάνωση του κράτους με φυλετικές αρχές και την εθνικο-θρησκευτική ομογενοποίηση (Μουσουλμάνοι-Τούρκοι) όλης της χώρας. Η διαπίστωση από πλευράς των Ενωτικών της αδυναμίας ομογενοποίησης των Ρωμέϊκων και Αρμενικών πληθυσμών που ασχολούνται με τους σημαντικούς οικονομικούς τομείς υπηρεσιών, τέχνης και εμπορίου τους οδηγεί στην επιλογή του προγράμματος εκκαθαρίσεων.
Με αυτόν τον τρόπο τίθεται σε εφαρμογή ένα απάνθρωπο και αισχρό πρόγραμμα και η Ανατολή πλέον δεν είναι τόπος ζωής για τους μη Μουσουλμάνους. Κατά την εκτέλεση όλων αυτών των εγκλημάτων , με υποχωρήσεις και ανταλλάγματα, εξασφαλίζεται η υποστήριξη του διεθνούς ιμπεριαλισμού και πρωτίστως του γερμανικού που παρέχει υποστήριξη στις ενέργειες των εκκαθαρίσεων. Το κόμμα της «Ένωσης και Προόδου» παρ’ όλο το πρόγραμμα αυτό της εκκαθάρισης δεν κατάφερε να κρατήσει στην ζωή το Οθωμανικό Κράτος. . Όμως ή ίδια η ομάδα με λίγες απουσίες της κατάφερε να ιδρύσει ένα νέο κράτος και να συνεχίσει την ιδεολογία του μέχρι τις μέρες μας . Τα διαδραματισθέντα εκτός κάθε νόμου εγκλήματα που ακολούθησαν, με τις παράλληλες παραβιάσεις της Συνθήκης της Λωζάνης για την Ανταλλαγή των πληθυσμών, είναι έργο της ίδιας ομάδας.
Η ίδρυση ενός «ισχυρού» κράτους, απαλλαγμένο από τους μη Μουσουλμάνους, δεν είναι η μοναδική επιτυχία του κόμματος «Ένωση και Πρόοδος». Το κόμμα αυτό έγινε κυρίαρχο του πλούτου και των περιουσιών αυτών που διέγραψε από την γεωγραφία της Ανατολής. Ακολούθησε η «νομιμοποίηση» της ληστείας αυτής με αποφάσεις του κοινοβουλίου και της συγκλήτου, δηλαδή ένας παράνομος πλουτισμός.
Βλέπουμε εδώ ότι έχουμε δυο τρυγώνια με έναν σμπάρο.
Σαν συμπέρασμα τα παιδιά αυτών που άφησαν παντού ίχνη στην Ανατολή, αν προς στιγμή δεν μετρήσουμε τους τρεις χιλιάδες που ζουν στην Κωνσταντινούπολη, δεν ζουν πλέον ανάμεσά μας. Αυτή είναι η αιτία που τα μνημεία τους, οι εκκλησίες τους, τα θέατρα και τα σχολεία τους, οι στέρνες τους, τα κοιμητήρια είναι έρημα, απροστάτευτα, κατεστραμμένα.
Το κόμμα «Ένωση και Πρόοδος» όταν σχεδίαζε και εκτελούσε το πρόγραμμα εκκαθάρισης κατά των μη Μουσουλμάνων δεν ρώτησε τους άλλους που ζούσαν στην Ανατολή. Όμως έκανε το παν να τους κάνει συνενόχους. Μερικές φορές τα κατάφερε και όταν δεν τα κατάφερε δημιούργησε μίσος.
Αν είχε ρωτήσει την γνώμη του μωσαϊκού των λαών που ζει στην Ανατολή χωρίς καμιά αμφιβολία θα λάμβανε αρνητική απάντηση στην καταστροφή αυτής της ειρηνικής συνύπαρξης.
Το μωσαϊκό αυτό θα έλεγε ότι είναι ευτυχισμένο με τους γείτονές του και θα έλεγε ότι του αρέσει να ακούει τα Ελληνικά και Αρμένικα τραγούδια που λέγονται από τους γείτονες…στα σπίτια τους, στα θέατρα τους…॥
Σίγουρα δεν θα ενέκρινε με κανέναν τρόπο τα κοιμητήριά τους να μένουν απροστάτευτα, κακόμοιρα και χωρίς κανέναν επισκέπτη.


Η Pervin Erbil είναι ερευνήτρια και συγγραφέας σε ζητήματα Κοινωνιολογίας και Πολιτισμού. Δίδαξε στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο που ίδρυσε ο Fikret Baskaya. Το βιβλίο της «Η Νιόβη θρηνούσε για την Ανατολή» μεταφράστηκε και στα ελληνικά. Εργάζεται έως σήμερα σε θέματα κοινωνικών επιστημών.