Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

Το 1821 και οι αναγνώσεις του

(δημοσιεύτηκε στο Δρόμο της Αριστεράς, τεύχος 58 την 25η Μαρτίου 2011 , το κείμενο εδώ είναι πιο εκτεταμένο στο τέλος)


Σκέψεις για την πολιτική έννοια του έθνους και την επανάσταση






Η επανάσταση του 1821 υπήρξε το ιδρυτικό γεγονός της δημιουργίας του ελληνικού κράτους. Σε αυτήν την κορυφαία πολιτική πράξη συμπυκνώθηκαν πολύχρονες οικονομικές, κοινωνικές και ιδεολογικές διεργασίες οι οποίες με τη σειρά τους επιταχύνθηκαν αλλά και άλλαξαν μέσα στην διαδικασία της επανάστασης. Το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος υπήρξε το αποτέλεσμα αυτών των διαφορετικών, ενίοτε αντιφατικών διεργασιών, μια ενότητα που περίκλειε όλες αυτές τις αντιθέσεις και με τη σειρά του γεννούσε νέες που ορίζονταν από ένα νέο πολιτικό πεδίο με τις δικές του κατηγορίες και έπρεπε να απαντήσει στις ανάγκες της εθνικής πολιτικής συγκρότησης.
Μια σειρά αιτιών μας οδήγησαν στο να υποτιμήσουμε τις οικονομικές και κοινωνικές διεργασίες της επανάστασης και να επικεντρωθεί η ιστορική της αποτίμηση, στην καλύτερη των περιπτώσεων, στο ζήτημα της εθνικής της μορφής, στο αν υπήρξε εθνική «αφύπνιση» και συνέχεια ή δημιουργία έθνους κι αν το λάκτισμα ήρθε από τη Δύση ή υπήρξε αυτόχθονη «εθνεγερσία».
Το εθνικό ζήτημα για τους Έλληνες και το νέο κράτος τους ήταν βεβαίως καθοριστικό. Οι δομές της οθωμανικής διοίκησης, παρά τη μεγάλη της διάρκεια, απέκλειαν την αφομοίωση των κατακτημένων χριστιανών. Η ταυτότητα αυτή του υπόδουλου χριστιανού (του ραγιά) θα μετεξελιχθεί σε εκείνη του Έλληνα, κάτω από την αντικειμενική βάση της γλώσσας και του ιστορικού τόπου, μέσα από το κίνημα του αστικού Διαφωτισμού. Σύμφωνα με τον ιστορικό Φίλιππο Ηλιού: «Το κίνημα του νεοελληνικού Διαφωτισμού, έρχεται στην ώρα του, για να εκφράσει και για να μορφοποιήσει στο επίπεδο της παιδείας, της ιδεολογίας, και της κοινωνικής κριτικής, τις επιδιώξεις και την αντίληψη που είχαν για τον κόσμο, νέες κοινωνικές δυνάμεις που εμφανίστηκαν, με μεγάλο δυναμισμό, στη σκηνή της ελληνικής ιστορίας, τον 18ο αιώνα: οι Φαναριώτες, πρώτα, και κυρίως οι έμποροι και τα κοινωνικά στρώματα των οποίων η οικονομική δραστηριότητα σχετίζεται με τις ανταλλαγές και το εμπόριο –ιδιαίτερα το εμπόριο μακρών αποστάσεων. Μέσα στη δυναμική του, το κίνημα του Διαφωτισμού οδηγήθηκε να αμφισβητήσει τις παραδοσιακές πραγματικότητες που κυριαρχούσαν στην Τουρκοκρατούμενη Ανατολή. Οδηγήθηκε, επίσης, να προτείνει και να θελήσει να επιβάλει νέα συστήματα αξιών, νέα συστήματα παιδείας και, τελικά, το πιο επικίνδυνο, ένα νέο πολιτικό και κοινωνικό σύστημα –το σύστημα της αστικής δημοκρατίας».
Το έθνος, μια πολιτική έννοια
Το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας, όπως παντού και πάντοτε, ήταν ένα πολιτικό ζήτημα, καθοριζόταν από τις κινητήριες κοινωνικές δυνάμεις και απαντούσε, πολλές φορές πολύ άμεσα, στις ανάγκες του πολιτικού αγώνα. Για τους Έλληνες, το ενοποιητικό στοιχείο για τους ίδιους αλλά και το αντιθετικό ως προς την οθωμανική κυριαρχία, δεν μπορούσε να είναι μόνο η χριστιανική πίστη, όχι μόνο γιατί η επίσημη έκφραση της, το Πατριαρχείο, ήταν πλέον ένας θεσμός της αυτοκρατορίας εχθρικός εξ ορισμού προς την επανάσταση αλλά και γιατί πρακτικά η επανάσταση δεν μπορούσε να περιλάβει το σύνολο των χριστιανών της αυτοκρατορίας. Η προβολή της συνέχειας με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο ήταν ιδεολογικά και πολιτικά πολύ χρησιμότερη καθώς συνέδεε την επανάσταση με την ιδέα της ελευθερίας που είχε αναδείξει ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός και η Γαλλική Επανάσταση. Υπήρχαν οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για τη συγκρότηση αυτής της εθνικής ταυτότητας ανάμεσα στους πρίγκιπες του Φαναριού ή της Μολδοβλαχίας και τους καλλιεργητές σταφίδας του Μωριά, ανάμεσα στους προύχοντες, τους άρχοντες του Μωριά και τους διανοούμενους της Βιέννης, ανάμεσα στους εμπόρους-ναυτικούς του Αιγαίου και στους οπλαρχηγούς, αρματωλούς της Στερεάς. Για να γίνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι, όπως χαρακτηριστικά το έθεσε ο ιστορικός Γιώργος Μαργαρίτης «οι τόσο διαφορετικοί στη ζωή και στις προθέσεις τους, Έλληνες, κάτοικοι από κοινού μιας ελεύθερης Ελλάδας, χρειάζονταν ισχυρούς και λειτουργικούς μύθους. Χρειάζονταν μια γόνιμη εθνική μυθοπλασία».
Η επιμονή στην εθνική διάσταση της επανάστασης και στη «φύση» του ελληνικού έθνους μέχρι τις μέρες μας, εδράζεται τόσο στις περιπέτειες του ελληνικού κράτους που κατάφερε να περιλάβει ένα μικρό μόνο μέρος των Ελλήνων και που φάνταζε και ήταν πολύ μικρό και λίγο σε σχέση με τις διακηρύξεις, την ιδεολογία και το χώρο δράσης τους. Οι όροι δημιουργίας του ελληνικού κράτους κάτω από την υποχώρηση των διαφωτιστικών ιδεών οδήγησαν τόσο στην επικράτηση της ιδεολογικής σύνθεσης του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού όσο και στην πολλαπλά μεταβαλλόμενη έκτοτε ιδεολογία της «Μεγάλης Ιδέας». Για τη συγκρότηση αυτής της κυρίαρχης ιδεολογίας επιστρατεύτηκε η έννοια της συνέχειας του ελληνικού έθνους διαμέσου των χιλιετηρίδων και όσον αφορά την αφήγηση της επαναστατικής διαδικασίας συσκοτίστηκαν οι κοινωνικές διαστάσεις και υπερπροβλήθηκε το θρησκευτικό στοιχείο συγκροτώντας ενοποιητικούς μύθους (Αγία Λαύρα, κρυφό σχολειό, κ.ά.) που αναδείκνυαν και τη θέση της Εκκλησίας στο νέο κράτος.
Όρια της αριστερής ανάγνωσης του 1821
Η προοδευτική διαπραγμάτευση της ιστορίας της επανάστασης έθεσε σε κριτική τους μύθους αυτούς και προσπάθησε να αναδείξει τόσο την ιστορικότητα των εθνοποιητικών διαδικασιών όσο και τις οικονομικοκοινωνικές διαστάσεις τους. Όμως και αυτή η οπτική δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από τα δικά της ιστορικά όρια. Η έλλειψη πηγών και ερευνών που θα μπορούσαν να συγκεκριμενοποιήσουν την ιστορική ανάλυση αναπόφευκτα οδήγησαν στην προσαρμογή των ιστορικών δεδομένων στα γενικά σχήματα του μαρξισμού. Ορόσημο αυτής της προσπάθειας ήταν το έργο του Γιάννη Κορδάτου «Η κοινωνική σημασία της ελληνικής επαναστάσεως του 1821» που εκδόθηκε το 1924. Με την ανάπτυξη του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος της χώρας, και με δεδομένη την ιδεολογική κυριαρχία της «Μεγάλης Ιδέας», παρά τις παραλλαγές της, υπήρξε επιβεβλημένη η απάντηση, και με πολιτικούς όρους, του κινήματος στο ιδεολογικό πεδίο της ιστορίας και κατεξοχήν στα ζητήματα της επανάστασης του 1821. Μια άλλη αφήγηση, αντιθετική από την κυρίαρχη όφειλε να προβληθεί και να συνδεθεί και με τα πολιτικά καθήκοντα της περιόδου. Όπως έχει επισημάνει ο ιστορικός Σπύρος Ασδραχάς: «η δημόσια πρόσληψη της ιστορίας ως ιστοριογραφική κατασκευή ενέχει σκοπιμότητες που ήδη υπήρχαν στη μήτρα της και είναι κατ’ εξοχήν φρονηματιστική. Αυτής της κατασκευής δεν είναι αποκλειστικός αγωγός το σχολείο, διαχέεται σε όλες τις ιστορικές αναπαραστάσεις και στα ενοποιητικά σύμβολα». Και η Αριστερά λοιπόν, ως πολιτικός φορέας και έκφραση ενός κοινωνικού μπλοκ, όφειλε να έχει μια δική της δημόσια ιστορία. Το πρόβλημα της ιστορικής εκδοχής της επανάστασης από την Αριστερά δεν ήταν ότι προσέβλεπε σε μια δική της αφήγηση –άλλωστε αυτή ήταν πολύ πιο αληθινή από τις μεταφυσικές διαστάσεις της κυρίαρχης ιστορίας–, αλλά το ότι οι πολιτικές ανάγκες της συγκυρίας βάραιναν καταθλιπτικά πάνω σε αυτήν. Πολιτικά επιχειρήματα και γραμμές συγκρούονταν διαμέσου των ιστορικών ερμηνειών για την επανάσταση του 1821. Σύμφωνα με τον ιστορικό Βασίλη Κρεμμυδά: «Η μετά το “Εικοσιένα” του Γιάννη Κορδάτου κομμουνιστική ιστοριογραφία, που καθυστέρησε πολύ να εμφανιστεί, διχάστηκε: στο ένα σκέλος της διχάλας θα συναντήσουμε αυτούς που συμφωνούσαν μαζί του για τον πρωταγωνιστικό-προωθητικό ρόλο της αστικής τάξης στο Εικοσιένα, όπως και για την αδυναμία της, όμως, να λύσει πολλά από τα προβλήματα που έθεσε η κοινωνία μέσω της Επανάστασης· στο άλλο, αυτούς που αμφισβήτησαν αυτόν τον ρόλο και θεωρούσαν, μαζί με την ηγεσία του κόμματος, ότι η “αστικοδημοκρατική” επανάσταση εκκρεμούσε ακόμη και στα χρόνια της Αντίστασης». Ο Γιάννης Ζεύγος, ο Πέτρος Ρούσος, ο Λεωνίδας Στρίγκος, ανώτατα στελέχη του ΚΚΕ, έγραψαν για το 1821 έχοντας περισσότερο τη ματιά τους στο χαρακτήρα της επερχόμενης επανάστασης.
Σημεία για μια σύγχρονη ιστορική ερμηνεία της επανάστασης
Αν κάνουμε ένα άλμα στο σήμερα, θα δούμε μια κατάσταση όπου δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα ως προς τη δημόσια επίσημη εκδοχή της ιστορίας του 1821 αλλά και ως προς τις κριτικές που αυτή δέχεται. Αυτή η εικόνα βρίσκεται σε αντίθεση με την ερευνητική δουλειά που έχουν κάνει οι ιστορικοί για την περίοδο, δουλειά πλούσια σε πορίσματα, που όμως δεν έχει βρει ακόμη το δρόμο της προς μια συνθετική ερμηνεία. Για να σχολιάσουμε και από εδώ την επικαιρότητα, η σειρά εκπομπών του σταθμού ΣΚΑΪ για το 1821 κατάφερε να προσελκύσει ένα ευρύ κοινό, πατώντας στην ευαισθησία του κόσμου για την ιστορία του και παρουσιάζοντας σε μια ελκυστική τηλεοπτική εκδοχή μια ερμηνευτική πρόταση για την επανάσταση. Αυτή συνίστατο στην απόρριψη των παλαιών μύθων, που είχαν ανασκευαστεί βεβαίως από καιρό, και σε μια λιγότερο μανιχαϊστική απεικόνιση των γεγονότων. Και πάλι όμως οι οικονομικές και κοινωνικές προϋποθέσεις και εν γένει διαστάσεις της επαναστατικής διαδικασίας περνούν σε δεύτερο πλάνο ενώ αποσυνδεδεμένη από αυτές προβάλλεται ως καθοριστική η δύναμη των ιδεών του Διαφωτισμού, ενώ σε ευθεία αναλογία με το σήμερα ταυτίζεται μια πλευρά των πρωταγωνιστών του αγώνα με τον εκσυγχρονισμό ενώ οι αντιστάσεις σε αυτόν επιρρίπτονται στον φατριασμό και την επιδίωξη διατήρησης των προνομίων των παραδοσιακών ελίτ. Όπως εύστοχα το διατύπωσε ο ιστορικός Παναγιώτης Στάθης, «η όλη προσπάθεια του ΣΚΑΪ φαίνεται να υπόκειται σε ένα πολιτικό πρόσημο: συνιστά μια εκδοχή ανάγνωσης της ιστορίας από την πλευρά της σημερινής, εκσυγχρονιστικής, νεοφιλελεύθερης κεντροδεξιάς. Παράλληλα, με βάση την ανάγνωση του Εικοσιένα, μοιάζει να διατυπώνει, αν και όχι ρητά, ένα πολιτικό πρόταγμα: την ανάγκη διατήρησης της εθνικής και κοινωνικής συνοχής υπό μια εκσυγχρονιστική ηγεσία ως το μόνο δρόμο υπέρβασης της δύσκολης σύγχρονης συγκυρίας».
Σε κάθε περίπτωση, μια σύγχρονη ιστορική ερμηνεία της επανάστασης του 1821, που είναι αναγκαία και ώριμη, πέρα από τις αναπόφευκτες πολιτικές συνεκδοχές της, οφείλει να λάβει υπόψη της τη συσσωρευμένη ιστορική γνώση και τα ερωτήματα που αυτή θέτει. Μερικά, όχι εξαντλητικά αλλά σημαντικά, σημεία είναι και τα ακόλουθα. Η οικονομική κρίση του ελληνικού χώρου τις παραμονές της επανάστασης, που έπληξε την ελληνική ναυτιλία μετά την άρση του ευρωπαϊκού αποκλεισμού εξαιτίας των ναπολεόντειων πολέμων. Σύμφωνα με τον Κρεμμυδά αυτή σήμαινε: «διακοπή των εργασιών, ανεργία, ανεργία στους ναυτικούς κι όχι μόνο σ' αυτούς. Ένας ολόκληρος κόσμος, έμποροι, τεχνίτες κ.λπ., πέφτει σε μία κρίση. Άρα έχουμε οικονομική και κοινωνική κρίση σε ευρύτατη κλίμακα. Αν κοιτάξουμε την πορεία που ακολούθησε η μύηση μελών στη Φιλική Εταιρεία. Θα βρούμε ότι όταν η οικονομική κρίση βρέθηκε στο βαθύτερο σημείο της, τότε έχουμε μια τεράστια αύξηση των μυήσεων στη Φιλική Εταιρεία». Επίσης, οι οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές που συντελούνται μέσα στην επανάσταση, με την πώληση, διάθεση ή ενοικίαση των προσόδων και τη διαχείριση των οθωμανικών περιουσιών. Η σχέση αυτών των αλλαγών με την κοινωνική σύνθεση των συντελεστών της επανάστασης και η κοινωνική διάσταση των εμφύλιων συγκρούσεων. Επίσης η ένταξη της επανάστασης στο ευρύτερο διεθνές πλαίσιο, τόσο στην ευρωπαϊκή εποχή των επαναστάσεων όσο και σε αυτό της παρακμής της οθωμανικής αυτοκρατορίας ως συστατικό στοιχείο τους. Μια τέτοια σύγχρονη ερμηνεία θα επικαιροποιούσε τόσο την έννοια της επανάστασης, γιατί αυτό ήταν πάνω απ’ όλα το 1821, όσο και της εθνικής πολιτικής συγκρότησης και θα ήταν η καλύτερη απάντηση σε μια μουσειακή και μεταφυσική παρουσίαση της, απ’ όπου κι αν προέρχεται.

Διαβάστε
Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, 3ος τόμος: Η ελληνική επανάσταση, 1821-1832, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2003.
Βασίλης Κρεμμυδάς, Διπλό ταξίδι – Ψηλαφήσεις ενός ιστορικού, Αθήνα, Μουσείο Μπενάκη, 2009.
Τα αφιερώματα στο 1821 στα Ενθέματα και τις Αναγνώσεις της Αυγής το 2006 και το 2007.

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2011

Οι κινηματογραφιστές του ΕΛΑΣ – Ολα τα φιλμ-ντοκουμέντα

από το μπλογκ XYZ Contagion



Πρόκειται για το σύνολο της παραγωγής σε φιλμ από το κινηματογραφικό συνεργείο του ΕΛΑΣ, που έχει διασωθεί. Κάτι λιγότερο από 11 λεπτά. Δόθηκαν στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας από την Ολυμπία και τον Θανάση Παπαδούκα, αδερφό του Κώστα Παπαδούκα, του οπερατέρ του κινηματογραφικού συνεργείου του ΕΛΑΣ, από το φθινόπωρο του 1944 μέχρι λίγο μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Πριν από τον Θανάση Παπαδούκα, την δουλειά αυτή έκανε ο οπερατέρ Ιωάννης Νισυρίου, με μία μηχανή που είχαν βρει «σε κάτι κιβώτια γερμανικά μαζί με φιλμ, τραβηγμένα και ατράβηχτα», όπως διηγείται ο Θανάσης Παπαδούκας.

Το συνεργείο, υπό την εποπτεία του ζωγράφου Δημήτρη Μεγαλίδη, και με τη συμμετοχή του Κώστα Μακρή, γύρισε αρκετά μέτρα φιλμ, από τα οποία έχουν διασωθεί αυτά τα αποσπάσματα που μπορείτε να δείτε παρακάτω στο βίντεο.

Τα μέλη του συνεργείου:

* Δημήτρης Μεγαλίδης, προϊστάμενος
* Ιωάννης Νισυρίου, οπερατέρ
* Θανάσης Παπαδούκας, οπερατέρ
* Κώστας Μακρής

Περιγραφή των σκηνών:

* Συνεδρίαση της ΠΕΕΑ στην Ευρυτανία, άνοιξη του 1944. Διακρίνεται ο Σπύρος Μελετζής, φωτογράφος του αγώνα.
* Ο Αρης Βελουχιώτης και οι Μαυροσκούφηδες, έφιπποι, τέλη του 1944 ή αρχές του 1945
* Η Ταξιαρχία Ιππικού στη Λάρισα, με τα άλογα που ο ΕΛΑΣ είχε πάρει λάφυρα από τους Ιταλούς, τέλη του 1944 ή αρχές του 1945, επίσης.
* Ο Στέφανος Σαράφης και ο Αρης Βελουχιώτης με τους Μαυροσκούφηδες του, όλοι έφιπποι, πιθανόν στα Ιωάννινα, φθινόπωρο του 1944.
* Ο Στέφανος Σαράφης και ο Αρης Βελουχιώτης με τα στελέχη του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ ποζάρουν στην έδρα του ΓΣ.
* Πορεία ανταρτών μέσα στο χιόνι, μετά από μάχη με του Γερμανούς. Κουβαλάνε τραυματισμένους συντρόφους τους. Οταν ο ένας πεθαίνει, τον θάβουν στο χιόνι, χειμώνας 1943-1944.
* Αντάρτες έπειτα από πορεία φτάνουν σε ορεινό χωριό, όπου οι γυναίκες του χωριού τους κερνούν και τους φιλεύουν.
* Σκηνοθετημένη μάχη-ναυμαχία του ΕΛΑΝ. Οι Γερμανοί “ηθοποιοί” είναι πραγματικοί αιχμάλωτοι, που μάλιστα, μη γνωρίζοντας για τη σκηνοθεσία, νόμιζαν ότι οι ΕΛΑΝίτες επρόκειτο να τους εξοντώσουν.
* Θεατρική παράσταση από ερασιτέχνες ηθοποιούς του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ στην πλατεία του χωριού. Παρακολουθούν αξιωματικοί και οπλίτες του ΕΛΑΣ, και όλος ο πληθυσμός του χωριού, που μάλλον βλέπει για πρώτη φορά θέατρο.
* Σκηνές απελυθέρωσης, άγνωστο ποιας πόλης ακριβώς.
* Παράδοση των όπλων του ΕΛΑΣ, μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας.

Περαιτέρω:

Ντοκιμαντέρ της Ρένας Χριστάκη, με τίτλο “Οι ζωγράφοι στα βουνά της ελεύθερης Ελλάδας, 1941-1945“, κλικ εδώ.

Οι σελίδες και τα ιστολόγια του ερευνητή της φωτογραφίας, Μανώλη Κασιμάτη, από την “Πολιτιστική Εταιρεία Φωτογραφίζοντας”, κλικ εδώ ή π.χ. εδώ.

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2011

Ο τελευταίος σοσιαλδημοκράτης

Του Σπύρου Μαρκέτου, επίκουρου καθηγήτη στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ
(προδημοσίευση από περιοδικό Διάπλους, αναρτήθηκε και στο http://seisaxthia.blogspot.com/2011/02/blog-post_08.html)





Στον ιστορικό και δημόσιο διανοούμενο Τόνυ Τζουντ, που πέθανε πρόσφατα, ταίριαζαν οι χαρακτηρισμοί με τους οποίους ο ίδιος περιγράφει το ίνδαλμά του, τον Άρθουρ Καίσλερ: πνευματώδης και διασκεδαστικός, γενναίος και αντισυμβατικός, μανιακός αντικομμουνιστής, όχι ιδιαίτερα δημοφιλής αλλά για τους φίλους του πολύτιμος, ξεσήκωνε θύελλες στο πέρασμά του –“αλλά ακριβώς γι’ αυτό υπάρχουν οι διανοούμενοι”- έβλεπε πολλά πράγματα σωστά και τα έβλεπε πριν από πολλούς άλλους. Μάλιστα, όπως λέει για τον Καίσλερ, αλλά θα μπορούσε να μιλά και για τον εαυτό του, “πίσω από τις κρίσεις οργής και τους καυγάδες, πέρα από τη βιαιότητα και τη θηρευτική σεξουαλικότητα, τις εκκεντρικότητες και την πολυπραγμοσύνη, μοιάζει να υπήρχε ένα σταθερό ρεύμα ηθικής μέριμνας και πολιτικής οξυδέρκειας που χάρισε στα καλύτερα γραπτά του μια λάμψη καθόλου πρόσκαιρη”.[1] Πουθενά δεν υποστηρίζει πάντως ότι ο Καίσλερ, που ανάμεσα στις πολλές του ασχολίες έγραψε και βιβλία με ιστορικές φιλοδοξίες, ήταν μεγάλος ιστορικός.

Όπως ο Καίσλερ, έτσι και ο Τζουντ ήταν ασυνήθιστα γενναίος για διανοούμενος, τόσο στην προσωπική του ζωή όσο και στις πολιτικές του τοποθετήσεις. Αντιμετώπισε την άσχημη αρώστια του με κουράγιο, τόνισε εύγλωττα την ευθύνη που έχουν οι άνθρωποι του πνεύματος για τη διαμόρφωση της δημόσιας κουλτούρας, υπερασπίστηκε την αξία της ισότητας, διέγνωσε έγκαιρα την παγίωση της ανισότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έδωσε απεγνωσμένες μάχες ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό, κατακεραύνωσε τον αμερικανικό μιλιταρισμό, και στηλίτευσε την αυταρχική και αντιδημοκρατική ροπή των σύγχρονων κρατών που αυτοδικαιολογούνται με αγοραίες καταγγελίες της ‘τρομοκρατίας’. Έδειξε μάλιστα πως η γλώσσα των εξουσιαστών και των ημιδιανοούμενων παπαγάλων τους περί ‘τρομοκρατίας’ δεν είναι απλώς ξύλινη και παραπλανητική, αλλά και μας εμποδίζει να σκεφτούμε την τραγική ύπαρξη, στον κόσμο μας, του κακού –ο Τζουντ ήταν ένας από τους στοχαστές που δεν φοβούνταν να μιλήσουν για καλό και κακό. Ακόμη, χάρισε αξέχαστα παρατσούκλια σε δικαίους και αδίκους (ο Τόνυ Μπλαιρ ήταν “ο πλαστικός νάνος στον αγγλικό Κήπο της Λήθης”)[2] και, τέλος, τιμώντας τις αρχές του εγκατέλειψε την υπόθεση του Ισραήλ, στην οποία είχε στρατευτεί νέος, για να υπερασπιστεί τη δημιουργία ενός ενιαίου και δημοκρατικού κράτους στην Παλαιστίνη.

Τούτη η τελευταία πλευρά της δραστηριότητάς του έγινε η πιο γνωστή στη χώρα μας. Ο Τζουντ, δείχνοντας αληθινό πείσμα, μίλησε με τις σωστές λέξεις για τον γολγοθά των παλαιστίνιων και, βάζοντας στη θέση τους κάποιους γκαιμπελίσκους που ταυτίζουν την κριτική στο Ισραήλ με τον αντισημιτισμό, βοήθησε ν’ ανοίξει στη Δύση και ιδίως στις ΗΠΑ ένα πολύτιμο πεδίο κριτικού λόγου.[3] Η ριζοσπαστική αριστερά ανέδειξε αυτήν ακριβώς την όψη της δράσης του, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το οξυδερκές και παθιασμένο του άρθρο που δημοσίευσε πρόσφατα ο Δρόμος,[4] ενώ στις μεταξύ τους συζητήσεις οι προοδευτικοί ιστορικοί στάθηκαν λίγο περισσότερο στις πραγματικές αδυναμίες του έργου του. Για παράδειγμα, η Νένη Πανουργιά επισήμανε τις ατεκμηρίωτες αναφορές στην ελληνική ιστορία που έχει το πιο φιλόδοξο βιβλίο του, ο Μεταπόλεμος –αλλά γι’ αυτό, αργότερα. Διχασμένο εμφανίστηκε και το αντίπαλο στρατόπεδο. Κάποιος ταλαίπωρος σιωνιστής, που καταφέρνει να είναι συνάμα και φανατικός έλληνας εθνικιστής, τον κάρφωσε ότι δεν έδειξε τον δέοντα σεβασμό στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, ενώ αντίθετα ένας παντογνώστης πολιτικός επιστήμονας τον ύμνησε άμετρα και προσπάθησε, δίκην γκρούπη, να δανειστεί λίγη από την αίγλη του διαφημίζοντας κάποια επαγγελματική τους συνεργασία. Με δυο λόγια, ένα κομφούζιο.

Ωστόσο αν αρκετές του ιδέες ηχούν ριζοσπαστικές σήμερα, που κάθε τι το αριστερό καταγγέλλεται σαν αριστερισμός, και αν ο Τζουντ ήταν πράγματι αριστερός με την έννοια ότι πρόβαλλε ανυποχώρητα τις αξίες της ισότητας και της ελευθερίας, πάντως ριζοσπάστης δεν ήταν. Τού άρεσε να μιλά για την αριστερά σαν συντηρητική δύναμη, σαν ένα γερό φράγμα που θ’ αντισταθεί στην παλίρροια της επερχόμενης ανισότητας, κι έμεινε στρατευμένος, τις τελευταίες δύσκολες δεκαετίες, στη σοσιαλδημοκρατία του καιρού της νιότης του, η οποία ωστόσο στο μεταξύ είχε δύσει. Τούτη η πολιτική του επιλογή ήταν αλληλένδετη με την ανάγνωση που έκανε, ως ιστορικός, του εικοστού αιώνα και των ριζοσπαστικών κινημάτων, και τα αδιέξοδα της πρώτης σίγουρα συνδέονταν με κάποιες πτυχές της δεύτερης. Η σοσιαλιστική αλλ’ αντικομμουνιστική αριστερά –φρούτο αρκετά σπάνιο στη χώρα μας, όπου ο σοσιαλισμός μαζικοποιήθηκε και ρίζωσε κάτω από τη σκέπη της Τρίτης Διεθνούς- ήταν, για τον Τζουντ, το σπίτι του. Όπως περιγράφει ο ίδιος,

Ανατράφηκα μαρξιστής. Σήμερα αυτό δεν είναι κάτι για να το καυχιέσαι, αλλά είχε και τα θετικά του. Γονείς και παπούδες και γιαγιάδες ήταν ποτισμένοι απ’ όλες τις αντιλήψεις κι εν μέρει και από την πίστη που είχε διαμορφώσει το ευρωπαϊκό σοσιαλιστικό κίνημα στις καλύτερες ημέρες του. Καθώς η οικογένειά μου προερχόταν από εκείνο τον κλάδο του ανατολικοευρωπαϊκού εβραϊσμού που είχε ασπαστεί τη σοσιαλδημοκρατία και τη Μπουντ (την εβραϊκή εργατική οργάνωση Ρωσίας και Πολωνίας αρχές του εικοστού αιώνα) ήταν μέχρι το μεδούλι αντικομμουνιστική. Στα μάτια της ο μπολσεβικισμός δεν ήταν μόνο δικτατορία, αλλά και παρωδία του μαρξισμού –εξίσου σοβαρή κατηγορία και αυτή. Όταν πια πήγα στο πανεπιστήμιο είχα συστηματικά μπολιαστεί με όλα τα κλασικά κείμενα του δέκατου ένατου αιώνα, κι έτσι είχα αποκτήσει ανοσία απέναντι στον ενθουσιασμό με τον οποίο υποδέχονταν τις μαρξιστικές αποκαλύψεις οι άλλοι πρωτοετείς, με τα μάτια ανοιγμένα διάπλατα, που τις ανακάλυπταν για πρώτη φορά.[5]

Μια τέτοια σύνδεση του αντικομμουνισμού με τη σοσιαλδημοκρατία και τη Μπουντ δεν ηχεί ολότελα πειστική –στο κάτω κάτω, την ίδια προέλευση είχαν και πάρα πολλοί μπολσεβίκοι, ή ο Αβραάμ Μπεναρόγια και οι άλλοι σεφαρδίτες που έστησαν τη Φεντερασιόν στη Θεσσαλονίκη κι έπειτα το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας, πρόδρομο του ΚΚΕ. Και σ’ όλο τον κόσμο ένα μεγάλο κομάτι της σοσιαλδημοκρατικής και της μη μαρξιστικής αριστεράς, ιδίως στη βάση της, πάγια έριχνε γέφυρες προς την ΕΣΣΔ και την Τρίτη Διεθνή, και άλλωστε ο σοσιαλισμός δεν είχε διασπαστεί το 1917, αλλά ήδη από το 1914 σε εθνική βάση, όταν οι εθνικές ηγεσίες του υποστήριξαν τη φιλοπόλεμη πολιτική των κρατών τους· μετά απ’ αυτό η Δεύτερη Διεθνής ποτέ δεν ξαναζωντάνεψε, αλλά πήρε την κατιούσα, ώσπου μετατράπηκε πια στις ημέρες μας σε φάρσα, στα χέρια του Παπανδρέου και του ισραηλινού κολλητού του. Χώρια που και κομμουνισμός δεν σήμαινε αναγκαστικά, ούτε τότε ούτε αργότερα, υποστήριξη του Στάλιν.[6] Ο Τζουντ λοιπόν προβάλλει εδώ τη δική του ιδεοληπτική επιλογή σ’ έναν ευρύτερο πολιτικό χώρο, για τον οποίο ο αντικομμουνισμός δεν ήταν αυτονόητος. Και γενικότερα αποφεύγει ν’ αναμετρηθεί με τη νεότερη ριζοσπαστική σκέψη, συμπεριλαμβανομένης της κομμουνιστικής, και όποτε το κάνει διαλέγει μάλλον εύκολους στόχους. Αλλά γι’ αυτά θα μιλήσουμε παρακάτω.

Προτού γίνει δημόσιος διανοούμενος, ο Τζουντ είχε αναδειχτεί σ’ έναν από τους εξέχοντες ιστορικούς της νεότερης και σύγχρονης Ευρώπης στην Αμερική. Και από εκεί, έγινε γνωστός στην Ευρώπη. Δεν ξέρω με ποιά κριτήρια χαρακτηρίστηκε «ένας από τους κορυφαίους σύγχρονους ιστορικούς”, και το τελευταίο ιστορικό του έργο, ο Μεταπόλεμος, “το κορυφαίο ίσως βιβλίο για τη μεταπολεμική ευρωπαϊκή ιστορία”.[7] Το σίγουρο είναι ότι είχε εμπεριστατωμένη άποψη για τα σημαντικά προβλήματα και την έκφραζε δημόσια, με πάθος, παρρησία και στυλ. Αυτή τον βοήθησε, για παράδειγμα, να δει από τους πρώτους πως η πραγματικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι πολύ λιγότερο θελκτική από τις διαφημίσεις της.[8] Από την άλλη μεριά, και μολονότι είχε στενή επαφή με τη γαλλική παιδεία, ελάχιστα επηρεάστηκε στη θεματολογία και τη μεθοδολογία του από την επανάσταση των Αννάλ.

Ο Μεταπόλεμος[9] είναι το πιο ώριμο και φιλόδοξό του έργο, από το οποίο προφανώς και ο ίδιος ο Τζουντ θα ήθελε μάλλον να κριθεί, και όπου φαίνεται καλύτερα ο τρόπος που διάβαζε την ιστορία. Έγινε δεκτός με διθυράμβους, γενικά πιο σοβαρούς από αυτόν που μόλις προηγουμένως ακούσαμε, και οι αρετές του είναι πράγματι πολλές. Γραμένος σε άμεσο και προσωπικό ύφος, με ηθικό οίστρο που αντισταθμίζεται πάντως από συναρπαστικές περιγραφές και γερές δόσεις ξερού χιούμορ, διαβάστηκε και διαβάζεται ευχάριστα από ειδικούς και μη, ιδίως από το φιλελεύθερο καλλιεργημένο αγγλοσαξωνικό κοινό στο οποίο πρώτα πρώτα απευθυνόταν και του οποίου τις αντικομμουνιστικές προκαταλήψεις σε μεγάλο βαθμό απηχούσε. Ευρύτατος στη σύλληψή του και στηριγμένος σε εκτενέστατη έρευνα, σαφής στις απόψεις του, γεμάτος καλοδιαλεγμένες εικόνες που αναδεικνύουν με πάθος και ζωντάνια το διανοητικό κλίμα των καιρών που περιγράφει και τις ψυχολογικές τους διεργασίες, είναι οργανωμένος γύρω από κεντρικές ιδέες με τις οποίες μπορεί να συμφωνεί ή να διαφωνεί κανείς, αλλά πάντως τις καταλαβαίνει. Η αδιάκοπη ηθικολογία του συγγραφέα περιστασιακά κουράζει, αλλά είναι φανερό ότι στηρίζει την οργάνωση ολόκληρης της αφήγησης. Αποτυπώνεται χαρακτηριστικά σ’ ένα από τα δυνατότερα κεφάλαια του βιβλίου, για την αποναζιστικοποίηση στη μεταπολεμική Γερμανία, που οι σκηνές του, ακριβώς επειδή έμμεσα παραπέμπουν στο σήμερα, καρφώνονται στη μνήμη. Αναφέρει τα ερωτηματολόγια για τη δράση των γερμανών επί ναζισμού, που μοιράστηκαν τότε μαζικά από τους Συμμάχους και «αντιμετωπίστηκαν με κοροϊδίες».

Αν κατάφεραν κάτι, ήταν κυρίως να ξεπλύνουν διάφορους ύποπτους, βοηθώντας τους να πάρουν πιστοποιητικά καλού χαρακτήρα (τα λεγόμενα «πιστοποιητικά Περσίλ»). Η επανεκπαίδευση είχε σίγουρα περιορισμένη απήχηση. Ήταν ένα πράγμα να βάζεις τους γερμανούς να παρακολουθούν ντοκυμανταίρ, και τελείως άλλο πράγμα να τους κάνεις να δουν, πόσο μάλλον να σκεφτούν γι’ αυτά που έβλεπαν. Πολλά χρόνια αργότερα, ο συγγραφέας Στέφαν Χέρμλιν περιέγραφε τη σκηνή σ’ ένα σινεμά της Φραγκφούρτης, όπου οι γερμανοί έπρεπε να παρακολουθήσουν ντοκυμανταίρ για το Νταχάου και το Μπούχενβαλντ προτού παραλάβουν τα δελτία σίτισής τους. «Στο μισόφωτο του προβολέα, μπορούσα να δω πως απ’ την αρχή του φιλμ ο περισσότερος κόσμος γύριζε αλλού το πρόσωπό του και δεν κοίταζε την οθόνη προτού τελειώσει το έργο. Σήμερα σκέφτομαι πως αυτό το γυρισμένο αλλού πρόσωπο ήταν η στάση πολλών πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων [...] Ο άτυχος λαός στον οποίο ανήκα ήταν συναισθηματικός και συνάμα πορωμένος. Δεν τον ένοιαζαν τα συγκλονιστικά γεγονότα, δεν ήθελε κανένα γνώθι σαυτόν».[10]

Το πρόβλημα με τους ηθικολόγους είναι ότι συχνά φτιάχνουν μια εικόνα του κόσμου στα μέτρα τους και χρησιμοποιούν διπλά κριτήρια, άλλα για την καλή πλευρά και άλλα για την κακή. Ο Τόνυ Τζουντ, ένας από τους λίγους ιστορικούς που επαναλαμβάνουν κατά κόρον αυτές τις δυο βαρειές λέξεις,[11] δεν είχε αμφιβολίες για το ποιά ήταν η καλή και η κακή πλευρά στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ζωής κατά το μεγαλύτερο μέρος του μεταπολέμου, στον Ψυχρό Πόλεμο. Καλή ήταν η Δύση, κακοί οι σοβιετικοί. Αλλά στον Μεταπόλεμο λάμπουν με την απουσία τους τα περιστατικά που θολώνουν αυτή την εικόνα, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον ελληνικό Εμφύλιο, στον οποίο δεν αφιερώνεται ούτε μια από τις σχεδόν χίλιες σελίδες του βιβλίου. Μολονότι ήταν ο ένας από τους δυο εμφύλιους της μεταπολεμικής Ευρώπης –ο άλλος, της Γιουγκοσλαβίας, καλύπτει μισό κεφάλαιο- και πολλαπλά σημαντικός για την πορεία της ηπείρου, απλώς ξεχνιέται, όπως άλλωστε και το Δόγμα Τρούμαν, που γεννήθηκε μ’ αφορμή του. Oύτε και αναφέρονται πολιτικά και πολιτισμικά δεδομένα που χωρίς αυτά είναι ακατανόητα τα γεγονότα των τελευταίων δεκαετιών, όπως η υπονόμευση των ευρωπαϊκών δημοκρατιών από την ΣΙΑ με το διαβόητο πρόγραμμα Stay Behind. Υπαινικτικά μόνον παρουσιάζεται ο ρόλος των αμερικανικών υπηρεσιών στη χειραγώγηση της ευρωπαϊκής διανόησης, που τόσο αναλυτικά και γλαφυρά περιγράφηκε από την Φράνσες Στόνορ Σώντερς.[12] Ο βρετανοαργεντινός πόλεμος του 1983, για να φέρουμε ένα τελευταίο παράδειγμα, στον οποίο η Μάργκαρετ Θάτσερ λίγο έλειψε να ρίξει πυρηνικά στο Μπουένος Άιρες, δεν πιάνει παραπάνω από μισή γραμμή του βιβλίου. Αν κατά βάθος οι διαφορές μεταξύ ‘ολοκληρωτικής’ Ανατολής και ‘φιλελεύθερης’ Δύσης ήταν μικρότερες απ’ ό,τι φαινόταν στην επιφάνεια, ο Μεταπόλεμος δεν μας αφήνει κάν να υποπτευθούμε τίποτε τέτοιο.[13]

Οι λίγες αναφορές του Τζουντ στην Ελλάδα, ατεκμηρίωτες (δεν αντιστοιχούν στη βιβλιογραφία που δίνεται στο τέλος του βιβλίου) και γεμάτες λάθη, απηχούν τις προκαταλήψεις του και δίνουν την εντύπωση πως η ιστορία μας δεν απουσιάζει τυχαία από την αφήγησή του, αλλά μάλλον επειδή από αρκετές απόψεις την υπονομεύει. Ωστόσο τούτο το πρόβλημα, λυπηρό βέβαια, δεν είναι το κυριότερο. Σε σχέση με την Ελλάδα και γενικά τον ευρωπαϊκό νότο ο Τζουντ πιάνεται αδιάβαστος, αλλά οι σχετικές σελίδες, που προστέθηκαν απλώς επειδή χρειαζόταν να κλείσουν μερικές τρύπες της ιστορίας του, δεν αντιπροσωπεύουν το γενικότερο επίπεδο του έργου του, ούτε από μόνες τους ακυρώνουν τα ευρύτερα επιχειρήματά του. Λίγο λιγότερο ασήμαντες είναι και οι λαθροχειρίες ή αβλεψίες που αναφέραμε αμέσως προηγουμένως. Άλλες είναι, κατά τη γνώμη μου, οι σημαντικότερες ελλείψεις, και πρώτα πρώτα η επιμελημένη του προσπάθεια να μην κάνει τον παραμικρό υπαινιγμό σ’ ο,τιδήποτε θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί ότι συνδέεται με το φαινόμενο που άλλος κόσμος ονομάζει πάλη των τάξεων, ή σ’ αυτά που θα μπορούσαν ν’ αποκληθούν όρια του καπιταλισμού –οικονομικά, οικολογικά, ιστορικά- και τα οποία κάποιοι μελετητές πιστεύουν ότι πλησιάζουμε επικίνδυνα. Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο ακόμη.

Κατά τη γνώμη μου, βασικό πρόβλημα του Μεταπόλεμου, πέρα από τον συμπιληματικό του χαρακτήρα, τη στραβή του δομή και το άνισό του επίπεδο, είναι ότι εστιάζει υπερβολικά στις ιδέες, τους θεσμούς και τις πράξεις των ελίτ κι εντέλει διέπεται από μια ασφυκτικά στενή, και παραδοσιακή και συντηρητική, αντίληψη για το ποιός φτιάχνει την ιστορία. Απουσιάζουν από τη σκέψη του Τζουντ γενικότερα οι λαϊκές τάξεις ως δρων υποκείμενο και ιδίως ως πολιτικό υποκείμενο. Όσο και αν περιλαμβάνει τα υποχρεωτικά πλέον, στις ημέρες μας, κεφάλαια του τύπου «Η Ευρώπη ως τρόπος ζωής’, δεν έχει πουθενά τις διοράσεις που θα πρόσφερε μια αληθινή ‘ιστορία από τα κάτω’. Κι επομένως η αλλαγή παρουσιάζεται σαν κάτι που έρχεται κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, από τα πάνω –το ιστοριογραφικό αντίστοιχο την πολιτικής τοποθέτησης του Τζουντ, που ήταν αριστερή αλλά δεν είχε, και ούτε ήθελε να έχει, σχέση με τα μαζικά κινήματα της εποχής μας.

Υπάρχει ένα ισχυρό ‘εμείς’ στον Τζουντ, μια λέξη που επανέρχεται εκνευριστικά σ’ όλα του τα κείμενα χωρίς να ορίζεται καθαρά, αλλά σίγουρα δεν είναι το ‘εμείς, οι αριστεροί’ ή το ‘εμείς, του τάδε κινήματος’. Κάπου διευκρινίζεται ως “εμείς οι αμερικανοί”,[14] αλλά αυτό δεν μας φωτίζει περισσότερο, και σίγουρα δεν είναι υποκοριστικό του ‘εμείς, ο λαός’. Αλλού, όπως όταν λέει “έχουμε ξεμάθει να σκεφτόμαστε πολιτικά”,[15] είναι σαφές ότι στην πραγματικότητα το ‘εμείς’ είναι ‘εσείς’, ή μάλλον ούτε καν ‘εσείς’, αλλά ‘κάποιοι άλλοι, οι πολλοί, αλλά πάντως ούτε εγώ ούτε σεις’. Θα μπορούσε ωστόσο να φανταστεί κανείς, απ’ όσα γράφει, ότι αυτό που εννοεί είναι ‘εμείς, οι ηθικοί, οι μορφωμένοι, οι υπεύθυνοι’, ή κάπως στενότερα ‘εμείς, οι φιλελεύθεροι σοσιαλδημοκράτες’, ή ενδεχομένως, κάπως ωμότερα, ‘εμείς, οι εύποροι και ισχυροί, αλλά καλοί’. Ίσως τελικά, ‘εμείς, οι ηθικοί, μορφωμένοι, υπεύθυνοι, εύποροι, ισχυροί, καλοί αμερικανοί φιλελεύθεροι σοσιαλδημοκράτες”. Πολύς κόσμος όμως, που αγωνίζεται ενεργά για μια κοινωνία πιο εξισωτική και δημοκρατική, δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του σε τέτοιες περιγραφές.

Για τον Τζουντ η ιστορία φτιάχνεται κυρίως από πολιτικούς, επιχειρηματικά και κάθε λογής άλλα στελέχη, και διανοούμενους. Οι ιδέες, τα πρόσωπα, οι θεσμοί είναι πράγματα πολύ πιο σημαντικά από τη δυναμική του καπιταλιστικού κοσμοσυστήματος και τα λαϊκά κινήματα· εκτίμηση που αποτυπώνεται στη δομή του βιβλίου και την κατανομή της ύλης, και θεωρείται τόσο αυτονόητη ώστε δεν κρίνεται σκόπιμο με οποιονδήποτε τρόπο να δικαιολογηθεί. Οι λαοί πείθονται, σαγηνεύονται, παραπλανούνται, παρασύρονται, παρεκτρέπονται, δεξιώνονται την ποπ κουλτούρα, μεθούν, ξεσπούν, εγκληματούν πού και πού, αλλά γενικά δεν έχουν πολιτική πρωτοβουλία. Ακόμη και από τις ανατολικοευρωπαϊκές εξεγέρσεις, το κοντινότερο στην επανάσταση πράγμα που είδε η ήπειρος μετά τον δικό μας Εμφύλιο, η λαϊκή αυτενέργεια απουσιάζει, τα κινήματα είναι υπόθεση όλων των άλλων εκτός από τους ανώνυμους. Ας πούμε, η πολωνική Αλληλεγγύη φτιάχτηκε από την εκκλησία και τους διανοούμενους –συν την πολιτική λιτότητας που επέβαλε το κομμουνιστικό κόμμα.[16]

Ο λαός, στη σκέψη του συγγραφέα, αντιδρά ή δεν αντιδρα, αλλά σε τελική ανάλυση σπάνια δρα, ακόμη και στα μη αυταρχικά καθεστώτα. Με την έναρξη του δεύτερου Πολέμου του Ιράκ οργανώθηκε στο Λονδίνο η μαζικότερη διαμαρτυρία στην ιστορία της Βρετανίας, με παραπάνω από ένα εκατομμύριο διαδηλωτές, που δεν μπόρεσε βεβαίως ν’ αποτρέψει την προαποφασισμένη αγγλοαμερικανική επίθεση, αλλά κατά κοινή ομολογία άλλαξε τη δυναμική της. Δεν αναφέρεται καν στον Μεταπόλεμο (όπως άλλωστε ούτε και ο ίδιος ο πόλεμος, με εξαίρεση κάποιες παρεμπίπτουσες παρατηρήσεις). Παρόμοια, τα ειρηνιστικά κινήματα του 1980, που όχι μόνον επηρέασαν τους σχεδιασμούς των υπερδυνάμεων, αλλα και άνοιξαν χώρο για την ανάπτυξη όλων των αντισυστημικών κινημάτων των επόμενων δεκαετιών, απαξιώνονται χιουμοριστικά μέσα σε λίγες αράδες.[17] O λαός, ό,τι και αν λέει, στην πραγματικότητα θέλει να κυβερνιέται, όπως πολύ καλά αντιλήφθηκε η Μάργκαρετ Θάτσερ.[18]

Υπάρχει κι ένα ευρύτερο πρόβλημα, που βέβαια απαξιώνεται από τους εμπειριστές ιστορικούς, οι οποίοι υπερασπίζονται ως αρετή την ιδιογραφικότητα των γραπτών τους, αλλά κατά κοινή ομολογία στενεύει τους ορίζοντές τους, πράγμα που που είναι για τους ίδιους καλό, για άλλους κακό. Ο Μεταπόλεμος δεν συνέχεται από καμιά στοχασμένη μεθοδολογία ή κάποια γενικότερη θεώρηση της ιστορίας της ηπείρου μας, πόσο μάλλον του νεοτερικού μας κοσμοσυστήματος. Αντίθετα, είναι ένα παστίς από γοητευτικές και καλογραμένες, σίγουρα, προσωπογραφίες και μελέτες περιπτώσεων, αρκετές δημοσιευμένες νωρίτερα αλλού, με διανοητικά ισχνό συνδετικό ιστό, δηλαδή κυρίως τις ηθικές βεβαιότητες και τα σοσιαλδημοκρατικά αξιώματα του συγγραφέα. Βέβαια, όπως έλεγαν και οι παλιοί, στα μεγάλα αρκεί και που προσπάθησε κανείς, και το να γράψεις μια γενική ιστορία της Ευρώπης σίγουρα δεν είναι από τα μικρά. Το αποτέλεσμα θυμίζει ωστόσο μια ιστορία καλού μαθητή ή ευφυούς δημοσιογράφου, και όχι ιστορικού ικανού να βάλει τάξη στο χάος των εμπειρικών δεδομένων, που διακρίνει σχήματα τα οποία δεν μπόρεσαν να δουν οι συγκαιρινοί. Κάποιος εξοικειωμένος με τις δημοσιογραφικές και πολιτικές αναλύσεις των χρόνων που περιγράφονται απολαμβάνει στον Τζουντ τα γυρίσματα της φράσης του, τις έξυπνες συνδέσεις που κάνει και τους αξέχαστους χαρακτηρισμούς προσώπων και καταστάσεων, αλλά δεν συναντά και πολλά καινούρια πράγματα, και πάντως δεν ανακαλύπτει καμιά ιδιαίτερα πρωτότυπη οπτική.

Χωρίς θεωρία είσαι καταδικασμένος να εστιάζεις την προσοχή σου στο προφανές και το επίκαιρο, αφήνοντας να σου διαφύγουν μερικές φορές τα σημαντικότερα. Έτσι, στο έργο του Τζουντ βρίσκουμε μια εμπεριστατωμένη κι εκτενή παρουσίαση των πολιτικών διαδικασιών της ευρωπαϊκής ενοποίησης, και μάλιστα με κριτικές αιχμές κατά του νεοφιλελευθερισμού, του ‘δημοκρατικού ελλείμματος’ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ευρώ, αλλά καμιά αναφορά στις διαδικασίες που οδήγησαν στην τωρινή παγκόσμια κρίση, οι οποίες βέβαια ήταν από καιρό φανερές σε όσους διέθεταν κατάλληλα αναλυτικά εργαλεία.

Για να σταθούμε σε μια μόνο χαρακτηριστική περίπτωση, δυο χρόνια προτού εκδοθεί ο Μεταπόλεμος, ένα αριστερό ερευνητικό ίδρυμα εξηγούσε ότι η λεγόμενη ‘απελευθέρωση’ των χρηματοπιστωτικών αγορών και η πολιτική του ‘εύκολου χρήματος’ είχαν φτιάξει μια τεράστια πιστωτική φούσκα που κόντευε να εκραγεί.[19] Και δεν ήταν το μόνο. Αν ο Τζουντ έβλεπε με λιγότερη συγκατάβαση τη ριζοσπαστική αριστερά και τα κινήματα των αδύνατων ίσως να είχε προσέξει τέτοιες κριτικές, και η ιστορία του να μη γερνούσε τόσο γρήγορα –και από κάποιες απόψεις τόσο άσχημα. Αλλά ενώ όλο το σύστημα ζούσε πια με δανεικά χρήματα και χρόνο, οι ‘υπεύθυνοι’ σοσιαλδημοκράτες πίστευαν πως ο καπιταλισμός είχε βρει τρόπο να εξορθολογιστεί και να επιβιώσει μακροπρόθεσμα, κι εξόρκιζαν κάθε ιδέα ριζοσπαστικής αλλαγής. Άλλοι μελετητές πιο ταπεινοί και συστηματικοί, και λιγότερο γοητευμένοι από την ισχύ της μητρόπολης, όπως για παράδειγμα ο Ιμμάνουελ Βαλλερστάιν, την ίδια εποχή έβγαζαν πολύ διαφορετικά συμπεράσματα.[20]

Από το ίδιο του το θέμα και αναπόφευκτα -ίσως βέβαια και να μην είναι ολότελα δίκαιο αυτό- ο Μεταπόλεμος μπαίνει δίπλα δίπλα στις πολύ πιο αναλυτικά επεξεργασμένες παρουσιάσεις των ίδιων χρόνων από μεγάλους ιστορικούς όπως ο Έρικ Χόμπσμπαουμ και ο Ιμμάνουελ Βαλλερστάιν,[21] με τους οποίους τελικά δεν μπορεί να συγκριθεί, ακόμη και στο ύφος. Έχει αξέχαστους χαρακτηρισμούς και αφορισμούς (“Η μεταπολεμική Βιέννη, σαν και τη μεταπολεμική δυτική Ευρώπη, ήταν ένα επιβλητικό οικοδόμημα χτισμένο πάνω σ’ ένα ακατανόμαστο παρελθόν”), αλλά δεν αποφεύγει πάντοτε τους σολοικισμούς, τους πλεονασμούς, το στόμφο και τη λεξιλαγνεία (όλα αυτά μαζεμένα στην ίδια πρόταση: “An irenic, pacific continent had risen, 'Phoenix-like', from the ashes of its murderous—suicidal—past”) και υποκύπτει πότε πότε στον πειρασμό του μεγαλοπρεπούς κλισέ (“Παραμονές της τελικής πτώσης της ευρωπαϊκής ηπείρου στην άβυσσο, οι προοπτικές της έμοιαζαν να έχουν χάσει κάθε ελπίδα”),[22] Mε δυο λόγια, για να σταθώ στην προηγούμενη αντιπαραβολή, δεν πιάνει χαρτωσιά μπροστά στην προκλητική και λιτή διαύγεια του Βαλλερστάιν (ένα παράδειγμα από τον τελευταίο: “το 1989, η χρονιά του τέλους των λεγόμενων κομμουνισμών, στην πραγματικότητα σήμαινε την πτώση του φιλελευθερισμού ως ιδεολογίας. Εξοργιστικό, απαράδεκτο, λέτε; Ακριβώς τώρα, την ώρα που αναβιώνει η πίστη στην ελεύθερη αγορά και στην αξία των ανθρώπινων δικαιωμάτων; Όχι και τόσο!»).[23]

Ο ίδιος ο Τζουντ, θέλοντας ν’ αποκλείσει προκαταβολικά τέτοιες συγκρίσεις, ανατρέχει στον γνωστό αρχιλόχειο στίχο που ανέσυρε ο Μπέρλιν (πολλά μεν οίδ’ αλώπηξ, εχίνος δ’ εν μέγα - πολλά τερτίπια ξέρει η αλεπού, ενώ ο σκαντζόχοιρος ένα μόνο, αλλά μεγάλο): αν ο Βαλλερστάιν είναι σκαντζόχοιρος, αυτός ήταν αλεπού. Ίσως κάποιοι καιροί να ευνοούν τους σκαντζόχοιρους και άλλοι τις αλεπούδες· ίσως το μεγαλείο του Βαλλερστάιν να ήταν ότι έμεινε σκαντζόχοιρος στα χρόνια που βασίλευαν οι αλεπούδες, και η τραγωδία του Τζουντ ότι έμεινε αλεπού σε μια εποχή που θέλει σκαντζόχοιρους. Πάντως ο θεμελιωτής της κοσμοσυστημικής προσέγγισης δεν αναφέρεται ούτε καν στη βιβλιογραφία που δίνει ο Τζουντ, όπως άλλωστε και όλοι οι άλλοι διανοούμενοι της αντικαθεστωτικής αριστεράς, από τον Έντουαρντ Τόμσον και τον Πέρρυ Άντερσον ως τον Τέρρυ Ήγκλετον και τον Σλάβοϊ Ζίζεκ. Παράλειψη βέβαια εκπληκτική για ένα βιβλίο που υποτίθεται ότι εστιάζει, μεταξύ των άλλων, στη διανοητική ιστορία.

Για να επιμείνουμε λίγο περισσότερο στις διαφορές του από τον Βαλλερστάιν, που μας βοηθούν και να δούμε λίγο πιο καθαρά τα τυφλά του σημεία. Ο Βαλλερστάιν έχει γραφή λιγότερο σέξυ, καθώς ελάχιστα ασχολείται με πρόσωπα, και κάπως κουραστικά ανασύρει στην επιφάνεια τις άρρητες προϋποθέσεις της σκέψης του, ώσπου την οργανώνει ιστορικά και συγχρόνως αναλυτικά, σ’ ένα δυναμικό σύστημα που φιλοδοξεί να ξεπεράσει τον διαχωρισμό μεταξύ ιδιογραφικών και νομοθετικών επιστημών. Από την άλλη μεριά ο Τζουντ, με τα λογικά του άλματα και τις ιδιοσυγκρασιακές επιλογές της θεματολογίας του, δεν διατυπώνει καθαρά τη φιλοσοφία της ιστορίας του, η οποία ωστόσο συχνά αφήνεται έμμεσα να φανεί, και δυστυχώς, παρ’ όλες τις τραγικές της πλευρές, δεν μοιάζει πάντοτε ν’ αποστασιοποιείται αρκετά από μια κοινότοπη πολιτισμική κριτική. Πάρτε για παράδειγμα την εκτίμηση ότι

οι μεγάλες αφηγήσεις του Εθνους, της Ιστορίας και της Προόδου, που χαρακτήριζαν τις πολιτικές οικογένειες του εικοστού αιώνα, μοιάζουν αμετάκλητα χρεωκοπημένες. Κι έτσι περιγράφουμε τώρα τους συλλογικούς μας σκοπούς με όρους αποκλειστικά οικονομικούς –ευμερία, μεγέθυνση, ΑΕΠ, αποτελεσματικότητα, παραγωγή, επιτόκια και χρηματιστηριακές επιδόσεις- σαν όλα αυτά να μην ήταν απλά μέσα για κάποιους κοινωνικούς ή πολιτικούς σκοπούς τους οποίους επιδιώκουμε συλλογικά, αλλά αναγκαίοι κι επαρκείς αυτοσκοποί.[24]

Αφήνοντας κατά μέρους την αμφίβολη εμπειρική τεκμηρίωση της ιδέας για τη χρεωκοπία κάποιων ‘μεγάλων αφηγήσεων’, ακόμη και αν η τελευταία ίσχυε, που δεν το νομίζω, και πάλι δεν εξηγεί πώς και γιατί αυτές αντικαταστάθηκαν από την Οικονομία, που σε τελευταία ανάλυση και αυτή δεν είναι παρά μια άλλη ‘μεγάλη αφήγηση’. Αντίθετα, στις πολύ πιο δουλεμένες περιγραφές της τύχης των ίδιων εννοιών που μας δίνει, για παράδειγμα, ο Βαλλερστάιν, δεν έχουμε απλές εμπειρικές διαπιστώσεις, αλλά και κρίσεις που, αν συναρτηθούν με την ευρύτερη δυναμική του παγκόσμιου συστήματος, επιτρέπουν συγκριτικές αποτιμήσεις και πολύ καλύτερό τους έλεγχο.

Πιο ταιριαστά στο στυλ και στις δυνατότητες του Τζουντ ήταν έργα που δεν φιλοδοξούσαν να δώσουν μια γενική σύνθεση, όπως ο Μεταπόλεμος, αλλά περιορίζονταν στην παρουσίαση επιμέρους πεδίων που κατείχε καλά. Ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο διαβάζονται με μεγαλύτερο ενδιαφέρον –στην πραγματικότητα, μονορούφι- οι Επανεκτιμήσεις του,[25] μια σειρά συναρπαστικών δοκιμίων οργανωμένων γύρω από σαφείς θεματικούς άξονες: τα δεινά του κομμουνισμού, η ευθύνη των διανοούμενων, η αμερικανική ηγεμονία, οι τόποι που γνώρισε ο συγγραφέας και οι μνήμες τους. Εδώ θα περιοριστούμε σε λίγες παρατηρήσεις για τον πρώτο απ’ αυτούς, που μας ενδιαφέρει πιο άμεσα.

Τα δεινά του κομμουνισμού απαριθμούνταν αδιάκοπα στο έργο του Τζουντ, και μάλιστα η εξομοίωσή του με τον φασισμό ήταν πάγιο ρητορικό του σχήμα: «Ό,τι και αν λέει ο Χόμπσμπαουμ, που το αρνείται κατηγορηματικά, υπήρχε μια ‘θεμελιώδης συνάφεια’ μεταξύ των άκρων της αριστεράς και της δεξιάς τον εικοστό αιώνα, προφανής σε όλους εκείνους που τα έζησαν».[26] Ως εδώ δεν έχουμε τίποτε το καινούριο. Όταν όμως μαθαίνουμε ότι κυρίως ο Λένιν έφταιγε για τη σημερινή αποβαρβάρωση του καπιταλισμού αρχίζουμε ν’ αναρωτιόμαστε αν είναι πάντοτε στερεή η λογική του συγγραφέα:

«Ο κόσμος μπορεί κάποτε να μετανιώσει [γράφει ο Χόμπσμπαουμ] που, μπροστά στο δίλημμα που έθεσε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα, δεν διάλεξε τον σοσιαλισμό». Αλλά η Κόκκινη Ρόζα τα έγραφε αυτά πριν από εκατό χρόνια. Ο σοσιαλισμός που ονειρεύτηκε ο Έρικ Χόμπσμπαουμ δεν είναι πια διαθέσιμος, και γι’ αυτό φταίει κυρίως η βάρβαρη δικτατορική παρέκκλισή του, στην οποία ο Χόμπσμπαουμ αφιέρωσε όλη τη ζωή του. Ο κομμουνισμός μίανε και σύλησε τη ριζοσπαστική κληρονομιά. Αν σήμερα έχουμε μπροστά μας έναν κόσμο χωρίς καμιά μεγάλη αφήγηση της κοινωνικής προόδου, χωρίς κανένα πολιτικά εύλογο σχέδιο κοινωνικής δικαιοσύνης, αυτό οφείλεται εν πολλοίς στ’ ότι δηλητηρίασαν το πηγάδι ο Λένιν και οι κληρονόμοι του. [...] Οι αξίες και οι θεσμοί που είχαν σημασία για την αριστερά, από την ισότητα μπροστά στο νόμο ως τη δικαιωματική εξασφάλιση δημόσιων παροχών –και οι οποίοι δέχονται επίθεση σήμερα- δεν όφειλαν τίποτε στον κομμουνισμό. Εβδομήντα χρόνια ‘υπαρκτού σοσιαλισμού’ δεν πρόσφεραν τίποτε στο σύνολο της ανθρώπινης ευημερίας. Τίποτε.[27]

Με δυο λόγια, ο παντοδύναμος Λένιν και οι κακόβουλοι κληρονόμοι του μας έφραξαν το μέλλον. Μας καταδίκασαν στην αγιάτρευτη βαρβαρότητα, έστω και αν πέρασαν δεκαετίες από την πτώση των καθεστώτων τους, και το καλύτερο που απομένει να κάνουμε εμείς σήμερα είναι να διασφαλίσουμε μια σοσιαλδημοκρατική αποβαρβάρωση λάιτ, σώζοντας μια ελαφρά αναιμική ισότητα απέναντι στο νόμο συν κάποιες δημόσιες παροχές. Κάτι μου λέει πως δεν θ’ αργήσουμε ν’ ακούσουμε παρόμοια επιχειρήματα και από τον τρέχοντα πρόεδρο της Σοσιαλιστικής Διεθνούς. Αλλά δεν φταίγαν μόνον οι κομμουνιστές. Τα σκάγια του Τζουντ παίρνουν και τον ίδιο τον μαρξισμό:

Ήταν ένα άλμα στηριγμένο στην πίστη, ένα εργαλείο για να ξηλώνεις και ν’ αποκωδικοποιείς το υφάδι της κοινωνικής εμπειρίας. Η ‘επιστήμη’ του βρισκόταν στο να ερμηνεύει όλα τα εξωτερικά πολιτικά ή κοινωνικά δεδομένα σύμφωνα μ’ ένα πρωτόκολλο καχυποψίας: Τα πράγματα δεν είναι τέτοια που μοιάζουν. Αποκαλύπτουν το αληθινό τους νόημα μόνον όταν αποκωδικοποιούνται σύμφωνα με τη γνώση των μυημένων –οπότε γίνονται εντελώς κατανοητά, και τα πάντα βρίσκουν τότε τη θέση τους σ’ ένα τέλειο σχήμα.[28]

Όχι ότι δεν υπήρχε και αυτός ο μαρξισμός, όλοι μας τον γνωρίσαμε, και άλλωστε αντίστοιχα σχηματικές εκδοχές φορτώνεται κάθε σώμα κωδικοποιημένων αντιλήψεων, ιδίως εκείνα που αξιώνουν να είναι ‘ιδεολογικά’ ή ‘επιστημονικά’. Αλλά βέβαια αυτός εδώ δεν ήταν ο μόνος μαρξισμός που κυκλοφορούσε στην πλατεία, και ο Τζουντ όφειλε να ξέρει και τους υπόλοιπους. Πηγαίνοντας ακόμη παραπέρα, χαρακτηρίζει τον μαρξισμό ‘πολιτική θρησκεία’, [29] και διαρκώς χρησιμοποιεί, όταν τον κατακεραυνώνει, τη λέξη ‘πίστη’ και τις παρόμοιες. Για την ακρίβεια, τον θεωρεί κάτι σαν πολιτικό σατανισμό: «οι ριζοσπαστικές ιδεολογίες του εικοστού αιώνα είχαν κάτι που τις έκανε εξαιρετικά θελκτικές, κι επομένως ήταν αληθινά διαβολικές» (η έμφαση του συγγραφέα).[30]

Διαβολική ή όχι, πάντως η μαρξιστική σκέψη χώρεσε πολύ περισσότερα πράγματα, και ιστορικά λειτούργησε ως ιδέα-δύναμη με τρόπους ασύγκριτα πιο πλούσιους από εκείνους που φιλοσοφικά σαρώνει, αποσπώντας τον θαυμασμό του Τζουντ –και, ναι, από κάποιες απόψεις όχι άδικα- ο Λέτσιεκ Κολακόφσκι.[31] Περιλαμβάνει, ας πούμε, για να σταθούμε στο χώρο της ιστορίας, και την πολιτικά κι επιστημονικά ριζοσπαστική σκέψη του Έντουαρντ Τόμσον, με την οποία όμως ο Τζουντ αποφεύγει ν’ αναμετρηθεί πραγματικά, ίσως κι επειδή η τελευταία εστιάζει στην εμπειρία των απλών ανθρώπων μάλλον παρά στη διανόηση. Τού ρίχνεται μάλιστα επειδή τόλμησε «από την ασφάλεια της δροσερής βεράντας του στη μέση της Αγγλίας» να μεμφθεί τον Κολακόφσκι -«γιατί άφησες τις λιγουλάκι δυσάρεστες εμπειρίες σου από την κομμουνιστική Πολωνία να κρύψουν το κοινό μαρξιστικό ιδανικό μας;»- προσθέτοντας ότι όσοι διαβάσουν την απάντηση του τελευταίου δεν θα ξαναπάρουν ποτέ τον Τόμσον στα σοβαρά».[32] Εδώ δεν έχουμε απλώς μια διάφανη υπεκφυγή, αλλά διανοητικό έγκλημα πάθους μέρα μεσημέρι. Με τούτη τη λογική, τίποτε δεν εμποδίζει τον καθένα να πει -«Τέρμα κάθε συζήτηση, είσαστε όλοι κότες! Επειδή το λέω εγώ, κι έχω δίκιο, αφού τα μέρη μου είναι λιγότερο δροσερά από την Αγγλία ή τη Νέα Υόρκη». Και αν οι ιστορικοί εξακολουθούν να παίρνουν τον Τόμσον στα σοβαρά, ίσως αυτό να μην οφείλεται μόνο στο ότι –κακώς- δεν πολυδιαβάζουν Κολακόφσκι.

Το αντικομμουνιστικό μένος του συγγραφέα τον κάνει περιστασιακά να σχετικοποιεί ακόμη και την ηθική, που κατά τα λοιπά αδιάλλακτα πρεσβεύει. Στις Επανεκτιμήσεις αναδημοσιεύει ένα άρθρο που είχε γράψει για να υπερασπιστεί, αρκετές δεκαετίες μετά το θάνατό του, το όνομα ενός μακαρθικού καταδότη ο οποίος είχε καρφώσει, μεταξύ άλλων, τον στενότερό του φίλο σαν πράκτορα της Μόσχας. Καρφί και καρφωμένος ήταν γνωστοί διανοούμενοι, και ο δεύτερος ήταν επίσης ανώτερος κρατικός λειτουργός· ακολούθησαν δίκες, καταδίκες και φυλακίσεις που κατέστρεψαν τη ζωή του, αλλά μέχρι να πεθάνει επέμενε πως ήταν αθώος. Ο Τζουντ, αντίθετα, πιστεύει ότι μετά το άνοιγμα των ανατολικοευρωπαϊκών αρχείων βρέθηκαν αποδείξεις ότι ήταν στ’ αλήθεια κατάσκοπος των σοβιετικών. Ίσως να ήταν έτσι τα πράγματα, ίσως να ήταν αλλιώς. Το βέβαιο είναι ότι ο κατηγορούμενος είχε, ήδη απ’ τον καιρό των διώξεων, εξασφαλίσει τη γενική συμπάθεια, ενώ τον κατήγορο ακόμη και οι αντικομμουνιστές άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν τον έβλεπαν. Άδικο, απαράδεκτο, ανεξήγητο! Ο Τζουντ το αποδίδει κυρίως στο ότι ο καταδότης ήταν τύπος μοναχικός και ατημέλητος, ενώ το θύμα του ψηλό, όμορφο και κοινωνικά πετυχημένο.[33] Δεν αφήνει καν να φανεί πως πέρασε απ’ το μυαλό του το ενδεχόμενο, μια κοινωνία, ακόμη και η αμερικανική των χρόνων του Μακάρθυ, να μην αισθανόταν φλογερό θαυμασμό κι εκτίμηση για κείνους που κατέδιδαν τους φίλους τους.

Τέλος πάντων, όλα αυτά τα πταίσματα του Τζουντ πρέπει να συνεκτιμηθούν με τις αρετές του. Τέτοια ήταν η απερίφραστη, και στους κύκλους του αντιδημοφιλής, επιμονή του στη βασική αριστερή αξία της ισότητας, έστω και αν την ήθελε αδύναμη και όχι ισχυρή. Η έμφασή του στην αναζωογόνηση του κράτους προνοίας επίσης δεν του έφερε φίλους στις ΗΠΑ, όπου πάντως διάλεξε να ζήσει, ενώ εξίσου σόκαρε και η κριτική του στην επιστροφή του αυταρχικού κράτους. Μια καλή αφετηρία για να προσεγγίσουμε την πολιτική του αντίληψη θα ήταν ίσως ένα εκτενές άρθρο του δημοσιευμένο τέλη του 2009, κάτι σαν πνευματική του διαθήκη, όπου ανακεφαλαιώνει τα βασικά μοτίβα της σκέψης του.[34]

Βασική εκτίμηση του «Τι είναι ζωντανό και τι νεκρό στη σοσιαλδημοκρατία» είναι ότι «η σοσιαλδημοκρατία και το κράτος προνοίας αντιμετωπίζουν σοβαρές πρακτικές προκλήσεις σήμερα. Δεν τίθεται ζήτημα επιβίωσής τους, αλλά τώρα πια δεν έχουν την ίδια αυτοπεποίθηση που έδειχναν προηγουμένως».[35] Ακόμη χειρότερα, η συζήτηση για το τι είναι καλό και τι κακό έχει υποκατασταθεί από την προκατάληψη του οικονομισμού, που είχε κυριαρχήσει με καταστροφικά αποτελέσματα πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο κι επικρατεί ξανά στις ημέρες μας. Προσέξτε το αντιπαθητικό ‘εμείς’ στην παράγραφο που ακολουθεί, ‘εμείς οι ιθύνοντες’ μάλλον παρά ‘εμείς ο λαός’:

Τα τελευταία τριάντα χρόνια σε μεγάλο μέρος του αγγλοσαξωνικού κόσμου (αλλά λιγότερο στην ηπειρωτική Ευρώπη και αλλού), όταν αναρωτιόματε αν υποστηρίζουμε κάποια πρόταση ή πρωτοβουλία, δεν ρωτάμε αν είναι καλή ή κακή. Αντίθετα ρωτάμε, είναι αποτελεσματική; Είναι παραγωγική; Θα βοηθήσει το ΑΕΠ; Θα συμβάλει στην οικονομική μεγέθυνση; Τούτη η κλίση ν’ αποφεύγουμε τα ηθικά ζητήματα, να περιοριζόμαστε σε ζητήματα ζημιάς και κέρδους, σε οικονομικά ζητήματα με τη στενότερη έννοια του όρου, δεν είναι όμως καμιά ενστικτώδης ανθρώπινη κατάσταση. Είναι επίκτητη προτίμηση.[36]

Στη ‘μη πολιτική’ εποχή μας επιπλέουν οι πολιτικοί που σκέφτονται οικονομιστικά, γιατί άλλωστε και όλος ο κόσμος έχει μάθει να σκέφτεται με τον ίδιο τρόπο, ενώ η χάραξη της οικονομικής πολιτικής ανατίθεται σε ‘μη πολιτικά δρώντα υποκείμενα’ όπως είναι κατά τον Τζουντ οι κεντρικές τράπεζες, οι διεθνείς θεσμοί και οι πολυεθνικές εταιρείες.[37] Οι δημοκρατίες ατροφούν αφού δεν έχουν σημαντικές πολιτικές επιλογές, και συνάμα αναπτύσσεται, όπως έγινε ήδη στη μετασοβιετική κεντρική και ανατολική Ευρώπη, «η πολιτική της ματαίωσης, της λαϊκιστικής δυσφορίας».[38]

Όλα αυτά εν μέρει παρεξηγούν τις πολωτικές κοινωνικές και πολιτικές διαδικασίες των τελευταίων δεκαετιών, κι εν μέρει μεταφράζουν σε ανώδυνη πολιτική γλώσσα την κριτική που ανέπτυξαν το ίδιο διάστημα τα αριστερά κινήματα. Η εκτίμηση ότι η σοσιαλδημοκρατία και το κράτος προνοίας θα επιβιώσουν είναι βέβαια πρόωρη όσο συνεχίζονται οι Πόλεμοι του Χρέους, που μόλις άρχισαν. Η κριτική που ασκεί ο συγγραφέας στον κυρίαρχο οικονομισμό σίγουρα είναι βάσιμη, αλλά οι αιχμές της χάνονται όσο αποστειρώνεται από κάθε αναφορά σ’ αυτό που οι παλιοί σοσιαλδημοκράτες έλεγαν ‘πάλη των τάξεων’. Για να επιπλεύσουν η σοσιαλδημοκρατία και το κράτος προνοίας, και να παροπλιστεί ο ‘οικονομισμός’, θα πρέπει πρώτα να κερδηθεί μια τιτάνια σύγκρουση με τη σημερινή αριστοκρατία, δηλαδή τις ιδιωτικές τράπεζες και τις μεγάλες εταιρείες που κάθε άλλο παρά απολιτικές είναι, αλλά κάτι τέτοιο ο Τζουντ αρνείται ακόμη και να το σκεφτεί.

Εντέλει ο συγγραφέας του Μεταπόλεμου περνά για απουσία πολιτικής την πολιτική κυριαρχία του μεγάλου κεφαλαίου, που πράγματι ελάχιστα περιορίστηκε από το κράτος τις τελευταίες δεκαετίες, αλλά ωστόσο αμφισβητείται ήδη ενεργά από τα αντισυστημικά κινήματα, την πολιτικότητα ή και την ίδια την ύπαρξη των οποίων των οποίων ο Τζουντ αρνείται ν’ αναγνωρίσει. Ακριβώς χάρη σ’ αυτά τα κινήματα, που τόσο ελάχιστα τον απασχολούν, και όχι στην εξαντλημένη και ψευδώνυμη πλέον σοσιαλδημοκρατία, το τέλος της πολιτικής δεν ήρθε ακόμη. Και μένουν ζωντανές οι ελπίδες για την αναζωογόνηση της δημοκρατίας, η οποία δεν σημαίνει παθητική υποταγή όλων στο κράτος και τους κομματικούς μηχανισμούς, αλλά το κράτος του δήμου, δηλαδή των ακτημόνων, δηλαδή εκείνο το πολιτικό καθεστώς που διευκολύνει τους αγώνες των φτωχότερων.

Ο Τζουντ λοιπόν δεν ήταν, κατά τη γνώμη μου, ο κορυφαίος ιστορικός που φαντάζονται κάποιοι, ούτε ο πάντοτε οξυδερκής πολιτικός στοχαστής που βρήκε το πώς θα ξεπεράσει τα αδιέξοδά της η (συστημική) αριστερά και πώς θα σωθεί το κράτος προνοίας, όπως φανταζόταν ο ίδιος. Το ιστορικό του όραμα αποδείχθηκε κιόλας χωλό, ενώ η πολιτική του πρόταση απευθύνεται σε κάποιες ελίτ που ελάχιστα ενδιαφέρονται να την ακούσουν και μοιάζει να οδεύει στα αζήτητα. Γιατί τότε να τον διαβάζουμε; Ή μάλλον, γιατί τότε τον διαβάζουμε;

Εδώ δεν μπορώ παρά να δώσω μια προσωπική απάντηση. Τον διαβάζω, και μερικές φορές τον ξαναδιαβάζω, πρώτα πρώτα γιατί μ’ αρέσει. Έγραφε ωραία, κατείχε πολλά πεδία που τυχαίνει να μ’ ενδιαφέρουν κι εμένα, και αν οι εξάρσεις του ήταν γενικά προβλέψιμες, πάντως στα θέματα που γνώριζε καλά είχε πάντοτε κάτι πρωτότυπο να πει. Στα παλιότερα βιβλία του, για τους γάλλους διανοούμενους,[39] συχνά ήταν εξοργιστικός, αλλά και άλλο τόσο εύστοχος. Η σκέψη του είχε μέσα της αρκετή τεστοστερόνη, σχεδόν όση και της Αντρέα Ντβόρκιν, για να δώσει μαστοριά στο λόγο του και να τραβήξει την προσοχή. Αν οι ιστορικοί του εικοστού αιώνα πρέπει έτσι και αλλιώς να διαβάσουν τον Μεταπόλεμο, άλλα κομάτια του για όσα έχουν να πουν και στον ειδικό και άλλα απλώς από επαγγελματική υποχρέωση, πάντως πολλές από τις διοράσεις του είναι χρήσιμες για το ευρύτερο κοινό, και ιδίως για κείνο που συνήθως θαυμάζει τα άκακα χρυσόψαρα που κολυμπούν στα ενυδρεία των διάφορων Ρηβιού οφ Μπουκς.

Τελικά νομίζω πως αυτό που με τραβάει στον Τόνυ Τζουντ, ακόμη δυνατότερο από την ευρυμάθεια, το πάθος και τη δουλεμένη του γραφή, αυτό που κάνει μέχρι και την ηθικολογία του να μη μοιάζει τόσο μεγάλο αμάρτημα, είναι ότι ο άνθρωπος αυτός είχε άποψη. Είχε τον δικό του τρόπο να κρίνει και να εκτιμά τα πράγματα, με τον οποίο μπορεί κανείς να συμφωνεί ή να διαφωνεί, αλλά πάντως τον αναγνωρίζει κι εντέλει τον σέβεται. Η όρασή του ήταν ασπρόμαυρη αλλά συνάμα η φωνή του ήταν τόσο ζωντανή, ώστε νομίζω πως ακόμη και μετά από πολύ καιρό, οι άνθρωποι που θα θέλουν να μάθουν πώς ήταν ο δύσκολος εικοστός αιώνας, θα τον διαβάζουν. Προσπερνούσε αδιάφορος τις μόδες της εποχής, ή τουλάχιστον τις περισσότερες· δεν σεβόταν ιερές υποθέσεις και δεν έσκυβε μπροστά στα ιερά τέρατα, ή τουλάχιστον στα περισσότερα· κι εντέλει, παρ’ όλες τις ιδιοτροπίες του, ή ίσως κι εξαιτίας τους, σ’ έκανε πολλές φορές ν’ αναρωτιέσαι, όταν άκουγες κάτι, τι θα έλεγε άραγε γι’ αυτό ο Τόνυ Τζουντ. Κατάφερε δηλαδή να φτιάξει, ακόμη και μέσα στο νου ανθρώπων μ’ αρκετά διαφορετικές αντιλήψεις από τις δικές του, μια κόχη όλη δική του, με κάτοικο έναν αιώνιο Τόνυ Τζουντ πάντοτε έτοιμο, μισός κριτής και μισός προφήτης, να ξεσπαθώσει ή να χαϊδέψει. Και αυτό σίγουρα μα σίγουρα δεν είναι από τα μικρά.


[1] «Αrthur Koestler, The Exemplary Intellectual», στο Tony Judt, Reappraisals. Reflections on the Forgotten Twentieth Century, Penguin, Χάρμοντζουερθ 2008, σ. 42-43. Ο Καίσλερ, μάλλον ξεχασμένος σήμερα, ήταν ένας απογοητευμένος από τον κομμουνισμό δημοσιογράφος που τα έργα του θεωρούνταν σχεδόν υποχρεωτικά αναγνώσματα, για αριστερούς και μη, τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη.

[2] «The Gnome in the Garden: Tony Blair and Britain’s ‘Heritage’», στο ίδιο, σ. 224.

[3] Βλ. πρόχειρα τα σχετικά δοκίμια στο ίδιο, σ. 163-177, 268-285, 286-295.

[4] Τόνυ Τζουντ, «Ισραήλ: Η εναλλακτική λύση», Δρόμος της Αριστεράς 28, φ. της 28ης Αυγούστου 2010.

[5] «Elucubrations: The ‘Marxism’ of Louis Althusser», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π., σ. 106.

[6] Μια ισορροπημένη παρουσιάση της σύνθετης σχέσης της κομμουνιστικής με τη μη κομμουνιστική αριστερά βλ. στο πολύ σημαντικό Geoff Eley, Σφυρηλατώντας τη δημοκρατία. Η ιστορία της αριστεράς στην Ευρώπη, 1850-2000, τ. Α΄-Β΄, Σαββάλας, Αθήνα 2010. Ο Τζουντ το αναφέρει στη βιβλιογραφία του Μεταπόλεμου, αλλά δεν συζητά πουθενά τα επιχειρήματά του.

[7] Από κάποιον που δεν είναι επαγγελματίας ιστορικός, αλλά προφανώς εφεύρε κάποιο ιδιαίτερα ακριβές ιστορικόμετρο: Στάθης N. Kαλυβας, “Διανοούμενοι και προφήτες”, Η Καθημερινή, φ. της 22ας Αυγούστου 2010. Αν κρίνουμε από την εκτίμηση του ίδιου στρατευμένου δεξιού διανοούμενου, πως στον Τζουντ έχουμε “συνύπαρξη της μαχητικότητας με την απουσία πολιτικής στράτευσης”, μάλλον δεν πρόκειται για σοβαρά κριτήρια.

[8] Tony Judt, A Grand Illusion? An Essay on Europe, Hill & Wang, Νέα Υόρκη 1996· και συμπυκνωμένα στο Tony Judt, "Europe: The Grand Illusion", The New York Review of Books, φ. της 11ης Ιουλίου 1996.

[9] Tony Judt, Postwar. A History of Europe Since 1945, Penguin, Νέα Υόρκη 2005.

[10] T. Judt, Postwar..., ό.π,, σ. 57.

[11] Βλ. και «Hannah Arendt and Evil», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π., σ. 73-92.

[12] Frances Stonor Saunders The Cultural Cold War: The CIA and the World of Arts and Letters, New Press, Νέα Υόρκη, Λονδίνο 1999, ένα εκπληκτικό βιβλίο που αξίζει να μεταφραστεί και να διαβαστεί απ’ όλους όσοι ενδιαφέρονται για τη διανοητική ιστορία της ηπείρου μας. Για τα μυστικά και παράνομα δίκτυα που οργάνωσε η ΣΙΑ κατά μήκος και πλάτος της Ευρώπης βλ. Daniele Ganser, NATO’s Secret Armies. Opertation Gladio and Terrorism in Western Europe. An Approach to NATO’s Secret Stay-Behind Armies, πρόλογος John Prados, Frank Cass, Λονδίνο 2005· Eric Wilson (επιμ.), Government of the Shadows. Parapolitics and Criminal Sovereignty, Pluto Press, Λονδίνο, Νέα Υόρκη 2009· και στα ελληνικά, Ντανιέλε Γκάνσερ, Οι μυστικοί στρατοί του ΝΑΤΟ: Η επιχείρηση Gladio και η τρομοκρατία στη Δυτική Ευρώπη, μετάφραση Κωνσταντίνος Φασούλης, πρόλογος-επιμέλεια Κλεάνθης Γρίβας, Antilogos, Αθήνα 2007· Νίκος Κλείτσικας, Andrea Speranzoni, Φαινόμενα τρομοκρατίας. Ο ελληνικός νεοφασισμός μέσα από τα απόρρητα έγγραφα των Μυστικών Υπηρεσιών, Προσκήνιο, Αθήνα 2003.

[13] Για τις ομοιότητες στα οράματα των δυο στρατοπέδων βλ. Susan Buck-Morss, Dreamworld and Catastrophe. The Passing of Mass Utopia in East and West, MIT Press, Καίμπριτζ Μασσαχουσέτης – Λονδίνο 2000. Για την παρόμοια λειτουργία τους στο πλαίσιο του καπιταλιστικού κοσμοσυστήματος βλ. Immanuel Wallerstein, Για να καταλάβουμε τον κόσμο μας. Εισαγωγή στην Ανάλυση Κοσμοσυστημάτων, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη 2009.

[14] «The World We Have Lost», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π., σ. 5-6.

[15] Στο ίδιο, σ. 11.

[16] T. Judt, Postwar..., ό.π,, κεφάλαιο 19.

[17] T. Judt, Postwar..., ό.π,, σ. 591. Μια πολύ πιο ζωντανή περιγραφή και οξυδερκή ανάλυσή τους βλ. στα κεφάλαια 23 και 24 του G. Eley, Σφυρηλατώντας τη δημοκρατία..., τ. Β΄, ό.π..

[18] T. Judt, Postwar..., ό.π,, σ. 541.

[19] New Economics Foundation, Real World Economic Outlook, Λονδίνο 2003.

[20] Βλ. το απαραίτητο I. Wallerstein, Για να καταλάβουμε τον κόσμο μας. Εισαγωγή στην Ανάλυση Κοσμοσυστημάτων, ό.π. -μια γενική εισαγωγή στο έργο του Βαλλερστάιν δημοσιευμένη ένα χρόνο πριν από τον Μεταπόλεμο. Ο Βαλλερστάιν, παρ’ όλο τον ριζοσπαστισμό του και την ενεργή εμπλοκή του στα αντισυστημικά κινήματα, καλείται να δημοσιεύσει στα ίδια περιοδικά της αμερικανικής ελίτ με τον Τζουντ, όπως το Foreign Affairs, και δεν έχει μικρότερη επιστημονική αναγνώριση· διατέλεσε πρόεδρος της Διεθνούς Κοινωνιολογικής Εταιρείας και της διεθνούς Επιτροπής Γκιουλμπεκιάν για την Αναδόμηση των Κοινωνικών Επιστημών Ωστόσο δεν αναφέρεται ούτε καν στη βιβλιογραφία που δίνει ο Τζουντ.

[21] Eric Hobsbawm, Η εποχή των άκρων. Ο Σύντομος Εικοστός Αιώνας 1914-1991, μετάφραση Βασίλης Καπετανγιάννης, Θεμέλιο, Αθήνα 1997· I. Wallerstein, Για να καταλάβουμε τον κόσμο μας, ό.π..

[22] T. Judt, Postwar..., ό.π,, σ. 3, 5, 6.

[23] Μια εκπληκτική διαπίστωση που θα είχε μπει πολύ στη μύτη του Τζουντ αν είχε καταδεχτεί να την προσέξει, γραμένη προτού κάν κατακαθήσει η σκόνη από την κατάρρευση των ανατολικών καθεστώτων: «Η κατάρρευση του φιλελευθερισμού» (1992), στο Immanuel Wallerstein, Η Δύση και οι άλλοι, μετάφραση Ελίνα Φωτεινού, επιστημονική θεώρηση και πρόλογος Σπύρος Μαρκέτος, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη 2010.

[24] «The World We Have Lost», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π., σ. 11.

[25] Tony Judt, Reappraisals. Reflections on the Forgotten Twentieth Century, Penguin, Χάρμοντζουερθ 2008.

[26] «Eric Hobsbawm and the Romance of Communism», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π., σ. 126.

[27] Στο ίδιο, σ. 125-126.

[28] «Αrthur Koestler, The Exemplary Intellectual», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π,, σ. 26.

[29] «Goodbye to All that? Leszek Kolakowski and the Marxist Legacy», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π., σ. 134. Βλ. ωστόσο την κατεδάφιση τούτης της πολιτικά διόλου αθώας έννοιας, της ‘πολιτικής θρησκείας’, από έναν κάθε άλλο παρά μαρξιστή ιστορικό στο Peter Gay, Το κόμμα της ανθρωπότητας. Θέσεις για τον Γαλλικό Διαφωτισμό, μετάφραση Θεοχάρης Αναγνωστόπουλος, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη 2009, στο δοκίμιο για την Ουράνια πόλη του Μπαίκερ.

[30] «The World We Have Lost», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π., σ. 17.

[31] Leszek Kolakowski, Main Currents of Marxism,τ. Α΄-Γ΄, Oxford University Press, Οξφόρδη 3 1982· βλ. και το σχετικό δοκίμιο του Τζουντ στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π. σ. 129-146. Κατά τη γνώμη μου, πιο ζυγισμένα από τον Κολακόφσκι είδε τον μαρξισμό ο δυστυχώς ξεχασμένος σήμερα, και πολύ μεγάλος, Τζωρτζ Λιχτχάιμ: George Lichtheim, Marxism, Routledge and Kegan Paul, Λονδίνο 1974. Εστιάζοντας και αυτός στις φιλοσοφικές του όψεις, αλλά μη μένοντας μόνο σ’ αυτές, και χωρίς μάλιστα να τού διαφεύγει η τραγική διάσταση κάθε ανθρώπινης προσπάθειας για την ελευθερία.

[32] «Goodbye to All Τhat? Leszek Kolakowski and the Marxist Legacy», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π., σ. 136.

[33] «An American Tragedy? The Case of Whittaker Chambers», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π., σ. 312 κ.ε..

[34] Tony Judt, «What Is Living and What Is Dead in Social Democracy?”, The New York Review of Books, τ. της 17ης Δεκεμβρίου του 2009. Το άρθρο στηρίχτηκε σε μια πρόσφατη διάλεξή του, στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης.

[35] Tony Judt, «What Is Living and What Is Dead in Social Democracy?”, ό.π..

[36] Στο ίδιο.

[37] «The World We Have Lost», στο T. Judt, Reappraisals..., ό.π., σ. 11.

[38] Στο ίδιο, σ. 12.

[39] Tony Judt, Past Imperfect: French Intellectuals, 1944-1956, University of California Press, Μπέρκλεϋ, Λος Άντζελες, Οξφόρδη 1992· και του ίδιου, The Burden of Responsibility: Blum, Camus, Aron, and the French Twentieth Century, University of Chicago Press, Σικάγο 1998. Για τους ιστορικούς της αριστεράς και του εργατικού κινήματος είναι πολύ χρήσιμα και τα πρώτα του έργα, Socialism in Provence 1871-1914: A Study in the Origins of the Modern French Left, Cambridge University Press, Καίμπριτζ 1979, και La reconstruction du parti socialiste: 1921-1926, Presses de la Fondation Nationale des Sciences Politiques, Παρίσι 1976.

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

Το παγκόσμιο κίνημα συμπαράστασης στο Νίκο Μπελογιάννη

(δημοσιεύτηκε στον τόμο "Η δίκη του Μπελογιάννη" στη σειρά "Οι μεγάλες δίκες" της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας, Μάρτιος 2011)




Η καταδίκη του Νίκου Μπελογιάννη σε θάνατο είχε ως αποτέλεσμα την εκδήλωση ενός μεγάλου διεθνούς κινήματος συμπαράστασης και κινητοποίησης για την αποτροπή της εκτέλεσής του. Πλήθος πολιτικών, συνδικαλιστικών αλλά και πάσης φύσεως οργανώσεων και συλλόγων καταδίκασαν με ψηφίσματά τους την απόφαση της καταδίκης του Μπελογιάννη. Μεγάλο ήταν το κίνημα συμπαράστασης από το σοσιαλιστικό στρατόπεδο με ευδιάκριτη εξαίρεση τη Γιουγκοσλαβία του Τίτο ενώ πολλές ήταν οι κινήσεις συμπαράστασης και από τις μεγάλες χώρες της Δύσης αλλά και από αλλού.
Η παγκόσμια αυτή κινητοποίηση πήρε διάφορες μορφές. Διοργανώθηκαν συγκεντρώσεις αλληλεγγύης και διαδηλώσεις, στάλθηκαν τηλεγραφήματα διαμαρτυρίας προς την ελληνική κυβέρνηση και το παλάτι αλλά και τον ΟΗΕ, έγιναν συγκεντρώσεις υπογραφών, δηλώσεις επώνυμων υπέρ του Μπελογιάννη, γράφτηκαν άρθρα στον Τύπο και έγιναν ομιλίες στα ραδιόφωνα. Ξεχωριστή μορφή του κινήματος συμπαράστασης υπήρξε η καλλιτεχνική του διάσταση. Μετά την εκτέλεση του Μπελογιάννη και των συντρόφων του, το κίνημα συμπαράστασης μετατράπηκε σε κίνημα καταδίκης του εγκλήματος αλλά και τιμής της μνήμης του Μπελογιάννη ως συμβόλου πλέον τόσο του κομμουνιστικού όσο και ευρύτερα του προοδευτικού και φιλειρηνικού κινήματος.
Το 1952 ο Ψυχρός Πόλεμος ήταν μια πραγματικότητα. Το σοσιαλιστικό στρατόπεδο είχε μορφοποιηθεί ενώ η δυτική Ευρώπη κινούνταν στους ρυθμούς του σχεδίου Μάρσαλ και του ΝΑΤΟ. Ο πόλεμος της Κορέας ήταν σε πλήρη εξέλιξη, στον όποιον έπαιρναν μέρος και έλληνες στρατιώτες. Η δίκη και καταδίκη του Μπελογιάννη και των συντρόφων του ως κατάσκοπων εντασσόταν μέσα σε αυτό το ψυχροπολεμικό πλαίσιο και γρήγορα μετατράπηκε σε διεθνή πολιτική αναμέτρηση των δύο κόσμων τόσο σε διπλωματικό επίπεδο όσο και στο επίπεδο των διεθνών μαζικών κινητοποιήσεων. Τα σοσιαλιστικά κράτη, με επικεφαλής τη Σοβιετική Ένωση, έσπευσαν να διαδηλώσουν τη συμπαράστασή τους στους μελλοθάνατους και να καταγγείλουν την ελληνική κυβέρνηση ως κατάλοιπο του μισητού φασιστικού παρελθόντος και ανδρείκελου των νέων πολεμοκάπηλων, των Αμερικανών. Στις δυτικές χώρες, οι κινητοποιήσεις για τον Μπελογιάννη πήραν πλατύ και ετερόκλητο χαρακτήρα συσπειρώνοντας από τα κομμουνιστικά κόμματα της Δύσης μέχρι κάθε μορφής φιλειρηνικές συλλογικότητες και προσωπικότητες που επίσης έβλεπαν στην εκτέλεση Μπελογιάννη την αναβίωση μαύρων σελίδων της γηραιάς Ηπείρου με ευθύνη των ΗΠΑ. Τα κομμουνιστικά κόμματα συνέδεσαν ευθέως την υπόθεση Μπελογιάννη με την αμερικανική επεμβατικότητα στις χώρες τους και στον κόσμο γενικότερα ενώ οι παρεμβάσεις των πνευματικών ανθρώπων πρόβαλαν την κατάσταση στην Ελλάδα μέσα από ένα φιλελληνικό πλαίσιο που τόνιζε τη διαχρονική τραγωδία του τόπου. Η μεγάλη κινητοποίηση του πνευματικού κόσμου της Ευρώπης είχε σίγουρα να κάνει με την υψηλή ακόμη αίγλη της αντιφασιστικής αντίστασης και νίκης και του κύρους του κομμουνιστικού κινήματος με επικεφαλής τη Σοβιετική Ένωση. Το κύρος αυτό το 1952 ήταν πολύ μεγάλο και δεν είχε τραυματιστεί ακόμη από τις μετέπειτα διασπάσεις και συγκρούσεις που θα προέκυπταν μετά το θάνατο του Στάλιν και την καταδίκη της περιόδου διακυβέρνησής του από το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ.

Η διεθνής κινητοποίηση για την αποτροπή της εκτέλεσης

Αμέσως μετά τη σύλληψη του Νίκου Μπελογιάννη, το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία έβαλε ως στόχο την πάλη για την απελευθέρωση του Μπελογιάννη και των άλλων αγωνιστών. Μέσα στη χώρα δεν ήταν φυσικά δυνατή η μαζική κινητοποίηση και διαμαρτυρία, έτσι βάρος έπεσε στην αποστολή τηλεγραφημάτων και υπομνημάτων των καταργημένων συνδικαλιστικών διοικήσεων όπως της ΓΣΕΕ και της ΠΑΣΕΓΕΣ, της ΕΠΟΝ και άλλων οργανώσεων στο εξωτερικό, στον ΟΗΕ, στις κυβερνήσεις και τις διεθνείς ενώσεις για τη σωτηρία του Μπελογιάννη. Οι μητέρες των υπόδικων και πολιτικοί κρατούμενοι έστειλαν τηλεγραφήματα προς τον Στάλιν για τη διάσωσή τους.
Μετά την απόφαση θανατικής καταδίκης εμφανίστηκε πιο έντονα μια μαζική αντίδραση. Δήμαρχοι, δημοτικοί σύμβουλοι, συγγενείς φυλακισμένων και εξόριστων, επιτροπές επαγγελματικών κλάδων με επισκέψεις στο υπουργείο Δικαιοσύνης και σε παράγοντες της κυβέρνησης Πλαστήρα και βουλευτές της ΕΠΕΚ απαίτησαν τη ματαίωση των εκτελέσεων. Κάτω από την πίεση αυτή υπήρξε διαφοροποίηση ορισμένων βουλευτών της ΕΠΕΚ και εφημερίδων του χώρου όπως ο «Φιλελεύθερος» και η «Αλλαγή». Η ΕΔΑ ζήτησε την επιτάχυνση των μέτρων ειρήνευσης της χώρας και στα πλαίσια αυτά της αμνήστευσης των καταδικασμένων. Η κινητοποίηση για την αποτροπή της εκτέλεσης του Νίκου Μπελογιάννη και των άλλων καταδικασμένων σε θάνατο πήρε μεγάλες διαστάσεις στο εξωτερικό.
Στον ΟΗΕ, το θέμα της καταδίκης του Μπελογιάννη έφεραν επανειλημμένα οι μόνιμοι αντιπρόσωποι της ΕΣΣΔ, Ι. Α. Μάλικ και Σ. Κ. Τσαράπκιν. Διαβίβασαν στον ΟΗΕ όλα τα γράμματα του Νίκου Μπελογιάννη και των συντρόφων του, τα υπομνήματα των συγγενών τους αλλά και ελληνικών οργανώσεων που απευθύνονταν στον ΟΗΕ αλλά προς τη Σοβιετική Ένωση και τον Στάλιν.
Πολλές διεθνείς προσωπικότητες, μεγαλύτερης ή μικρότερης εμβέλειας στην εποχή τους, συντάχθηκαν με το κίνημα συμπαράστασης στο Νίκο Μπελογιάννη. Τηλεγράφημα στην ελληνική κυβέρνηση με την απαίτηση να αποτραπεί η εκτέλεση Μπελογιάννη έστειλε ο πρόεδρος του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ειρήνης Ζολιό Κιουρί, όπως και η γαλλική επιτροπή για τη γενική αμνηστία στην Ελλάδα που απαρτιζόταν από γερουσιαστές και βουλευτές, πρώην υπουργούς και τον πρόεδρο του Αρείου Πάγου. Τέσσερις διάσημοι νοτιοαμερικάνοι καλλιτέχνες έκαναν κοινή παρέμβαση στην ελληνική κυβέρνηση:
«Να είσαστε βέβαιοι πως όλη η προοδευτική ανθρωπότητα θα κρίνει τη δράση σας σύμφωνα με τη στάση που θα δείξει η κυβέρνησή σας απέναντι σε πατριώτες αγωνιστές της ειρήνης, όπως ο Ν. Μπελογιάννης και οι σύντροφοί του.»
Πάμπλο Νερούντα, Ζορζ Αμάντο, Κάρλο Βάλερ, Σικουέρος
Πολλοί εκπρόσωποι της γαλλικής διανόησης έστειλαν επίσης κοινό τηλεγράφημα στην ελληνική κυβέρνηση ζητούσαν να μην εφαρμοστεί η καταδίκη σε θάνατο και να γίνει μια δίκαια αναθεώρηση της δίκης. Ανάμεσά τους ήταν ο συγγραφέας Ζαν Κοκτό, ο εκδότης Γκαστόν Γκαλιμάρ, ο ζωγράφος Αντρέ Ματίς, ο Ρομέν Ρολάν και πολλοί άλλοι.
Ο Πολ Ελιάρ έκανε ξεχωριστή ραδιοφωνική δήλωση:
«Αυτές τις μέρες που γιορτάζουμε τα 150 χρόνια από τη γέννηση του Βίκτορα Ουγκό, είναι αδύνατο να μην ακούσουν στην Ελλάδα, που με τόση ευγένεια την τραγούδησε ο μεγάλος ποιητής μας, τις φωνές της Γαλλίας που ζητούνε λευτεριά για το Μπελογιάννη και τους συντρόφους του.
Οι πατριώτες δεν είναι δυνατό να χαθούν. Το μόνο τους έγκλημα είναι η αγάπη προς την πατρίδα τους. Μονάχα οι ξένοι ιμπεριαλιστές μπορούσαν αν τους τιμωρήσουν γι’ αυτό.
Η Ελλάδα είναι η πατρίδα του ηρωισμού. Όλος ο κόσμος το ξέρει και γι’ αυτό τη βοηθάει ακόμα πιο πολύ.
Στο όνομα της αγάπης μας για τη δικαιοσύνη και τη λευτεριά, στο όνομα των ανθρωπιστικών μας παραδόσεων που είναι γέννημα των ελληνικών παραδόσεων, να σώσουμε το Μπελογιάννη και τους συναγωνιστές του, να αναγκάσουμε την καταπίεση, την ωμότητα και την πολεμική απειλή να κάνουν ένα βήμα πίσω».
Από τη πλευρά της Εκκλησίας, ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Χριστόφορος ζήτησε με τηλεγράφημά του προς το αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Σπυρίδωνα να επέμβει για τη σωτηρία του Μπελογιάννη και των συντρόφων του. Πράγματι ο Σπυρίδωνας έκανε έκκληση στον βασιλιά Παύλο για την αναστολή των εκτελέσεων. Αίσθηση προκάλεσε η αποστροφή του, στην οποία θεωρούσε το ηθικό μεγαλείο του Μπελογιάννη ανώτερο αυτού των πρώτων χριστιανών μιας και αυτός δεν πίστευε στη μέλλουσα ζωή. Αντιτάχθηκαν επίσης στις εκτελέσεις καθολικοί επίσκοποι και ο επικεφαλής της εκκλησίας των μεταρρυθμιστών από την Ουγγαρία.
Από τους ισπανούς δημοκράτες, μήνυμα συμπαράστασης έστειλε ο στρατηγός του δημοκρατικού στρατού Αντόνιο Κορντόν:
«Ο Μπελογιάννης μπροστά στους δικαστές του ήταν η ηρωική Ελλάδα όπως ο Γρηγόριο Λόπεζ Ραϊμούνδο μπροστά στους δεσμοφύλακες του Φράνκο ήταν η λαϊκή Ισπανία που έδειξε στη Βαρκελώνη την απόφασή της να συνεχίσει και να δυναμώσει τον αγώνα της κατά του Φράνκο και των αφεντικών του, ως το θρίαμβο της ανεξαρτησίας και της ειρήνης […] ».
Στη Σοβιετική Ένωση υπήρξαν πολλές εκκλήσεις υπέρ της σωτηρίας του Μπελογιάννη από μαζικούς φορείς και επιφανείς προσωπικότητες. Το Φεβρουάριο και το Μάρτιο, αλλεπάλληλες ήταν οι εκπομπές από το ραδιοφωνικό σταθμό της Μόσχας. Εκκλήσεις, δηλώσεις και αποφάσεις εκπροσώπων μαζικών φορέων και ενώσεων εργατών, υπαλλήλων, φοιτητών, μαθητών, επιστημονικών και καλλιτεχνικών ενώσεων, εργοστασίων και κάθε είδους επιτροπών δημοσιεύτηκαν μαζικά το ίδιο διάστημα στις λαϊκές δημοκρατίες της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας, της Ουγγαρίας, της Τσεχοσλοβακίας, της Πολωνίας, της Αλβανίας και της Γερμανίας.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας εξαπέλυσε μια μεγάλης διάστασης καμπάνια για τη σωτηρία του Μπελογιάννη. Στις 3 Μαρτίου έγινε ραδιοφωνική έκκληση από τον Μαρσέλ Κασέν, μέλους του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΓ, βουλευτή Παρισίων και διευθυντή της «Ουμανιτέ». Η εφημερίδα πρόβαλε την καμπάνια με τίτλο
«Πρέπει να σώσουμε το Μπελογιάννη» παροτρύνοντας την αποστολή γραμμάτων διαμαρτυρίας στην ελληνική πρεσβεία στο Παρίσι.
Πολλοί βουλευτές και άλλων γαλλικών κομμάτων συμμετείχαν στο κίνημα συμπαράστασης, ριζοσπάστες, σοσιαλιστές αλλά και χριστιανοδημοκράτες, δήμαρχοι και δημοτικοί σύμβουλοι των κομμάτων και ανεξάρτητοι. Οι βουλευτές του κόμματος των Προοδευτικών Δημοκρατών έστειλαν κοινή διαμαρτυρία μαζί με άλλους επιφανείς αξιωματούχους του πολιτικού τους χώρου.
Πολύμορφες κινητοποιήσεις οργανώθηκαν στην Ιταλία, την Αγγλία, τη Γερμανία, τις ΗΠΑ, την Αυστρία, το Βέλγιο, την Ολλανδία, την Ελβετία, τη Νορβηγία, τη Δανία, την Αίγυπτο, την Αυστραλία και αλλού.

Μετά την εκτέλεση – εκδηλώσεις διαμαρτυρίας και τιμής της μνήμης του Μπελογιάννη

Με την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη και των συντρόφων του, η κινητοποίηση για τη σωτηρία του μετατράπηκε σε κίνημα διαμαρτυρίας και καταδίκης της δολοφονίας του από το ελληνικό κράτος. Στη Σοβιετική Ένωση δημοσιεύτηκαν πολλά άρθρα και έγιναν εκδηλώσεις και ομιλίες για την καταδίκη της εκτέλεσης. Ο Ιλιά Έρεμπουργκ έγραψε:
«Του κάκου οι αμερικάνοι και οι έλληνες που έπαψαν να είναι έλληνες νομίζουν πως στούπωσαν με το χώμα το στόμα του Νίκου Μπελογιάννη. Ο Μπελογιάννης πέθανε. Όμως ζει στις καρδιές εκατομμυρίων ελλήνων. Ζει στις καρδιές εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων της γης. Εκείνη την ώρα που οι δήμιοι ανάφεραν το θάνατό του, ο Μπελογιάννης πέρασε στην αθανασία. Έγινε σημαία, σύμβολο, συνείδηση της Ελλάδας».
Στη Γαλλία το κύμα διαμαρτυρίας ήταν ανάλογο με τη μεγάλη κινητοποίηση για τη σωτηρία του. Ο Πάμπλο Πικάσο δήλωσε:
«Το φως από τα λαδοφάναρα που φώτιζε το σκοτάδι μιας μαγιάτικης βραδιάς στη Μαδρίτη, τα ευγενικά πρόσωπα του τουφεκισμένου λαού, που τον δολοφόνησε ο ξένος άρπαγας στον πίνακα του Γκόγια, είναι η ίδια σπορά φρίκης που σπέρνει με τις ανοιχτές φούχτες των προβολέων πάνω στα ορθάνοιχτα στήθεια της Ελλάδας, μια κυβέρνηση που σκορπίζει το θάνατο, το φόβο και το μίσος. Ένα πελώριο άσπρο περιστέρι περνάει και αφήνει το οργισμένο του πένθος πάνω στη γη».
Ανάλογες δηλώσεις έκαναν πολλοί πνευματικοί άνθρωποι όπως ο Πωλ Ελιάρ και ο πρόεδρος της εθνικής επιτροπής των συγγραφέων της Γαλλίας, Λουί Μαρτέν Σοφιέ, κ.ά. Το βράδι της Κυριακής 30 Μαρτίου έγινε διαδήλωση διαμαρτυρίας έξω από την ελληνική πρεσβεία και το πλήθος έσπασε τα τζάμια του κτιρίου.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας διαδήλωσε με πολλούς τρόπους τη διαμαρτυρία του. Ο γενικός γραμματέας του κόμματος Ζακ Ντυκλό καταδίκασε την εκτέλεση Μπελογιάννη στη γαλλική βουλή ως αποτέλεσμα της πολιτικής των ΗΠΑ που έφερναν στη μνήμη τις μεθόδους του χιτλερικού Ράιχ και στιγμάτισε τη συνύπαρξη της Γαλλίας και της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ. Την επόμενη μέρα, στις 3 Απριλίου, πραγματοποιήθηκε μεγάλη συγκέντρωση διαμαρτυρίας στο ποδηλατοδρόμιο του Παρισιού με σύσσωμη τη συμμετοχή του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΓ, συνδικάτων και νεολαίας.
Στην Ιταλία επίσης το Κομμουνιστικό Κόμμα οργάνωσε συγκέντρωση στη Ρώμη την ημέρα εκτέλεσης του Μπελογιάννη συνδέοντας την αμερικανική πολιτική στην Ελλάδα και την αμερικανική παρουσία στην Τεργέστη ενώ συγκεντρώσεις πραγματοποιήθηκαν στην υπόλοιπη χώρα.
Στις σοσιαλιστικές χώρες, εκτός από τις διαμαρτυρίες των μαζικών οργανώσεων, το όνομα του Νίκου Μπελογιάννη δόθηκε σε οδούς, εργοστάσια και άλλους τόπους και ομάδες εργασίας. Στο Βουκουρέστι, η οδός Αθηνών μετονομάστηκε σε Νίκου Μπελογιάννη. Πολλές οδοί επίσης στην υπόλοιπη Ρουμανία, στην Ουγγαρία, στην Τσεχοσλοβακία πήραν το ίδιο όνομα όπως και πάρκα αλλά και εκπαιδευτικά ιδρύματα.
Η πιο γνωστή περίπτωση μετονομασίας είναι το χωριό Μπελογιάννης (Beloiannisz) ελλήνων πολιτικών προσφύγων στην Ουγγαρία. Η ανοικοδόμησή του άρχισε στις 6 Μαΐου 1950 και χτίστηκε από εθελοντές. Αρχικά ονομάστηκε Görögfalva, δηλαδή Ελληνοχώρι, αφού προοριζόταν να φιλοξενήσει εξόριστους Έλληνες. Στις 3 Απριλίου 1952 μετονομάστηκε σε Μπελογιάννης (Beloiannisz στα ουγγρικά) προς τιμήν του Νίκου Μπελογιάννη. Τότε το χωριό είχε 1.850 κατοίκους. Το ΚΚΕ αποφάσισε να δώσει το όνομα του Μπελογιάννη στην κεντρική κομματική σχολή του και επίσης η λαϊκή εξουσία στο μέλλον να δώσει το όνομά του στην πλατεία Ομόνοιας, την γενέτειρά του Αμαλιάδα και στην κορυφή του βουνού Γκόλιο του Γράμμου, όπου είχε τραυματιστεί το 1948.

Ο Μπελογιάννης στην τέχνη

Στην υπόθεση αποτροπής της εκτέλεσης του Νίκου Μπελογιάννη στρατεύτηκαν γρήγορα και καλλιτέχνες από όλον τον κόσμο εκπροσωπώντας διαφορετικές μορφές τέχνης. Η πιο διάσημη περίπτωση είναι αδιαμφισβήτητα το σκίτσο του Πάμπλο Πικάσο που εικονογραφεί τον Μπελογιάννη όπως θα μείνει στη μνήμη, ως ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο. Ο Πικάσο, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας και πολέμιος του φασισμού και του πολέμου, εμπνέεται από τη φωτογραφία του Παναγιώτη Μήτσουρα από τη δίκη Μπελογιάννη που δημοσιεύεται στον Τύπο και δημιουργεί το διάσημο σκίτσο. Θα αναπαραχθεί αμέτρητες φορές έκτοτε για τις ανάγκες του κινήματος αποτροπής της εκτέλεσης και μετά την τέλεσή της, στα αφιερώματα στη μνήμη του Νίκου Μπελογιάννη.
Η εκτέλεση ενέπνευσε επίσης τον γάλλο ζωγράφο Peter de Francia, που ζωγράφισε το 1953 τον πίνακα «Η εκτέλεση του Μπελογιάννη». Ο πίνακας αποτελεί την πρώτη από τις τρεις μεγάλες μεταπολεμικές συνθέσεις, που φιλοτέχνησε ο Francia. Η δεύτερη είναι «Ο βομβαρδισμός του Sakiet» (1959), που αναφέρεται στο βομβαρδισμό του ομώνυμου τυνησιακού χωριού το 1958 από τα γαλλικά αεροπλάνα. Λίγο αργότερα, φιλοτεχνεί την «Αφρικανική φυλακή». Στην «εκτέλεση του Μπελογιάννη», ο ζωγράφος αποδίδει με εξπρεσιονιστικό τρόπο τους τρεις εκτελεσμένους• ο Μπελογιάννης διακρίνεται με το γαρύφαλλο στο ανοιχτό του χέρι ενώ οι δύο σύντροφοι του κείτονται νεκροί με τα χέρια ενωμένα. Το έργο αυτό παρέμεινε άγνωστο για περισσότερο από πενήντα χρόνια στο εργαστήριο του καλλιτέχνη προτού εκτεθεί στο κοινό.
Έργα μνημειακού χαρακτήρα δημιουργήθηκαν στις σοσιαλιστικές χώρες προς τιμήν του Μπελογιάννη. Να αναφέρουμε εδώ το χάλκινο άγαλμα του από τον γλύπτη Graetz που ανεγέρθηκε στο Βερολίνο το 1952 με γερμανική επιγραφή και το μνημείο στο Krościenko της Πολωνίας με ελληνική και πολωνική επιγραφή. Το 2009 έγιναν τα αποκαλυπτήρια του μνημείου του στην γενέτειρά του Αμαλιάδα.
Πηγή πολλών έργων υπήρξε η ζωή και η θυσία του Νίκου Μπελογιάννη για την ποίηση και τη λογοτεχνία ενώ πολλά ποιήματα μελοποιήθηκαν και τραγουδήθηκαν όχι μόνο σε επετείους μνήμης αλλά εντάχθηκαν στο ευρύτερο ρεπερτόριο της Αριστεράς. Στις 27 Απριλίου 1952 από ραδιοφωνική εκπομπή της Ελεύθερης Ελλάδας διαβάστηκε το ποίημα του Α. Σπήλιου «Πρωτομαγιά 1952» με υπότιτλο «στη μνήμη του»:

Ήρθ’ η Πρωτομαγιά – σε περιμένει
μ’ όλα τα ρόδα της στου δρόμου τη φραγή
κι η θύμησή σου, σύννεφο βαρύ,
σαν καταχνιά θολή, ματωβαμένη.

Ανέμισ’ η σημαία, ξεδιπλωμένη,
απ’ το Σικάγο και από το Φουρμί
- Ψηλά η Ζωή! Μπροστά η ζωή! – κι οι σκοτωμένοι
μι’ ατέλειωτη, μαζί, τραβούν γραμμή…

Νίκο, - η Πρωτομαγιά, η δοξασμένη.
Νίκο – οι ουντάρνικοι περνούν – σήκω να δεις,
πως πλαταγίζει – γλώσσα προσταγής
με τ’ όνομά σου η σημαία τους στολισμένη.
Τώρα περνούν το «δρόμο Μπελογιάννη».
η κάθε πολιτεία, φυλαχτό
σε κρέμασε στα στήθια της, γιορτάνι,
πρωτομαγιάτικο στεφάνι, δροσερό.
[…]
Καίει, Μπελογιάννη, το φιλί σου στο κελλί,
μεσ’ της πατρίδας το κελλί, ώ πόσο καίει!
φλόγα κι ανέβη στης σημαίας την κορφή,
δαυλός ζωής και κάλεσμα – και λέει.

- Ψηλά η ζωή! Μπροστά η ζωή – Πρωτομαγιά!
Χάρε μπαμπέση, τον καιρό σου χάνεις
σαν πολεμούν του Γράμμου τα παιδιά
- Και τη σημαία, μπροστά ο Μπελογιάννης!

Ο Γιάννης Ρίτσος έγραψε από την εξορία στον Άη Στράτη το ποίημα «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο»:

Σήμερα το στρατόπεδο σωπαίνει.
Σήμερα ο ήλιος τρέμει αγκιστρωμένος στη σιωπή
όπως τρέμει το σακάκι του σκοτωμένου στο συρματόπλεγμα.
Σήμερα ο κόσμος είναι λυπημένος.
Ξεκρέμασαν μια μεγάλη καμπάνα και την ακούμπησαν στη γη.Μες στο χαλκό της καρδιοχτυπά η ειρήνη.
Σιωπή. Ακούστε τούτη την καμπάνα. Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους
το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη
ΟΧΙ ΔΕ ΣΟΥ ταιριάζει εσένα Μπελογιάννη τούτο το σιωπηλό πένθος
τούτες οι μαύρες κορδέλες άκρη – άκρη στο φουστάνι της άνοιξης
[...]
τούτο το πράσινο σαπούνι που λιώνει ξεχασμένο στη σκάφη θολώνοντας το νερό.
Για σένανε είναι οι μεγάλες σάλπιγγες, τα μεγάλα τύμπανα
οι μεγάλες καμπάνες και οι μεγάλες παρελάσεις
ο μεγάλος όρκος των λαών πάνω στο φέρετρό σου
η μεγάλη μέρα της τριάντα του Μάρτη που μπαίνει στο καινούργιο εορτολόγιο των ηρώων και των μαρτύρων της ειρήνης.
[…]
Έφυγες τώρα Νίκο ανάβοντας μ’ ένα γαρύφαλλο από φλόγα το κουράγιο του κόσμου,
ανάβοντας την ελπίδα στην καρδιά των λαών, ανάβοντας τους αστερισμούς της ειρήνης στο στερέωμα του κόσμου, πάνω απ’ τις πεδιάδες τις σπαρμένες κόκαλα.
Έπεσες, Νίκο, με τα’ αυτί σου κολλημένο στην καρδιά του κόσμου,
ν’ ακούς τα βήματα της λευτεριάς να βαδίζουν στο μέλλον, ν’ ακούς το μέλλον να ξεδιπλώνει εκατομμύρια κόκκινες σημαίες
πάνω απ’ το γέλιο των παιδιών και των κήπων
[…]
Ο Μπελογιάννης μας έμαθε άλλη μια φορά πώς να ζούμε και πώς να πεθαίνουμε.
Μ’ ένα γαρύφαλλο ξεκλείδωσε όλη την αθανασία.
Μ’ ένα χαμόγελο έλαμψε τον κόσμο για να μη νυχτώσει
[…]

Ο Κώστας Βάρναλης έγραψε το ποίημα «Στους Μπελογιάννηδες»:
Χαραβγή κατεπάνω του θανάτου
βάδιζεν η καρδιά σου, Παληκάρι,
λες κ’ είταν άλλος: άγουρος που ορθρίζει
ν’ ανταμώσει κρυφά την πρώτη αγάπη.
Σε κάθε βήμα ψήλωνε η κορφή σου,
το ηλιοστεφάνι τ’ ουρανού να φτάσει.
Κι αν χάραζε για σένα αιώνια Νύχτα,
η προδοσιά χορέβοντας σε φτυούσε.
Με χέρι’ αλυσωμένα, που αγαπούσαν
να κρατάνε για τον οχτρό ντουφέκι
και γαρούφαλο για το μάβρο Νόμο
σε βάλανε σημάδ’ οι πλερωμένοι
οι αρματολόγοι το χεροδεμένο,
τον Έναν οι πολλοί, τον άντρα οι φούστες,
οι τρίδουλοι το λέφτερο κ’ η λάσπη
τον πρωτανθό της Αρετής, Εσένα!
Δεν έχεις τάφο, άλλ’ όπου ηλιοβολιέται
γαρούφαλο στητό κι όπου βροντάει
καριοφίλι της λεφτεριάς, ολόρθον
η Μούσα σε φιλεί κι ο Μακρυγιάννης.

Δεν έχεις κι όνομα. Οι μάβροι το μαβρίσαν.
Μα το λένε στη ρεματιά τα’ αηδόνια,
οι ανέμοι στα πλατάνια και στα ελάτια
και τα νερά σε θάλασσα και βρύσες.

Μην κλαίτε, μάνες μαβρομαντηλούσες
και συ, Μεγάλη Μάνα των μανάδων!
Όπου να ναι, Θα τον νεκραναστήσει
μέγας λαός κι αφτός αναστημένος

Ο Αλέξης Πάρνης (κατά κόσμον Σωτήρης Λεωνιδάκης) τιμήθηκε το 1955 με το Βραβείο Παγκόσμιας Ποίησης της Νεολαίας, (κριτική επιτροπή: Ναζίμ Χικμέτ, Λουί Αραγκόν, Πάμπλο Πικάσο, Νικόλα Γκιγιέν) για το επικό ποίημα «Νίκος Μπελογιάννης»:

Κι αν ευτυχία είναι να μπεις μες στην Αμαλιάδα
σαν γιος και λυτρωτής: («Εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα»!)
φέρνοντας με τη Λευτεριά και μια παγκόσμια ελπίδα,
τότε θα πω: κατάματα την ευτυχία την είδα.
Και μέσα απ’ το λαρύγγι του και την ψυχή του μέσα
βγαίνουν κραυγές Νικηταρά, φοβέρες Παπαφλέσσα
που σμίγουν τη μανία τους με το δικό του μένος:
«Βάλτε φωτιά στους Γερμανούς και τους προσκυνημένους»!
Άχαρος είναι ο πόλεμος κι έχει μόνο μια χάρη:
Βοηθάει να ξεχωρίσουμε την ήρα από το στάρι.
Φυλάχτε σαν τα μάτια σας τη Λαϊκή Εξουσία,
έτσι θα πιάσει μοναχά ο αγώνας κι η θυσία.
(απόσπασμα)

Ποίημα για τον Μπελογιάννη έγραψε και ο ελβετός καθηγητής ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Λωζάνης και μέλος του Παγκοσμίου Συμβουλίου Ειρήνης, Αντρέ Μπονάρ. Ο Μπονάρ, που είχε ήδη δραστηριοποιηθεί με την ελβετική επιτροπή βοήθειας στη Δημοκρατική Ελλάδα σε καμπάνια ενάντια στη Μακρόνησο, κινητοποιήθηκε και για την τύχη του Μπελογιάννη και μετά την εκτέλεσή του συνέθεσε ένα ποίημα, του οποίου παραθέτουμε ένα απόσπασμα:

Μητέρα μας Ελλάδα,
κοίτα λοιπόν σε τι σ’ έχουν μεταβάλει,
σε χώρα που οι δήμιοι βασιλεύουν,
σε Γη της Επαγγελίας των δολοφόνων,
εσένα, πηγή της ελευθερίας των λαών,
Εσένα των επαναστάσεων τροφό, ενάντια στους τυρράνους,
Εσένα γη της αντίστασης πάππου προς πάππου
Τώρα χτυπιέσαι μ’ αλυσσωμένα χέρια.

Μετά τη μεταπολίτευση και με την άνοδο του αριστερού κινήματος, άρχισαν να ακούγονται και τραγούδια για τον Μπελογιάννη. Το γνωστότερο είναι ίσως το τραγούδι Ο Μπελογιάννης ζει, σε μουσική Λάκη Χατζή και στίχους Δημήτρη Ραβάνη με τη φωνή της Μαρίας Δημητριάδη:
Τον ξέρουνε τα ελάτια, τα πλατάνια
ίδιος μ' αυτά, περήφανος, στητός
αχούν απ' τη φωνή του τα ρουμάνια
μπρος για τη νίκη, για το κόμμα μπρος.

Ο Μπελογιάννης ζει μες στην καρδιά μας,
ο Μπελογιάννης ζει πα στις κορφές
ο Μπελογιάννης ζει κι είναι κοντά μας
στων τραγουδιών τις λεύτερες στροφές.

Ζει σ' όλους τους καιρούς, σ' όλους τους τόπους
το κάθε σπίτι, σπίτι του δικό.
Ζει ο Μπελογιάννης, ζει με τους ανθρώπους
που χτίζουν έναν κόσμο σοσιαλιστικό.

Ο Μπελογιάννης ζει μες στην καρδιά μας,
ο Μπελογιάννης ζει πα στις κορφές
ο Μπελογιάννης ζει κι είναι κοντά μας
στων τραγουδιών τις λεύτερες στροφές.

Σε στίχους του αλβανού ποιητή Μουσί Ζαλόσνια βασίστηκε το τραγούδι Μπελογιάννης που βρισκόταν στον δίσκο Τα τραγούδια του μεγάλου σηκωμού, που κυκλοφόρησε το 1977 από τη χορωδία της Προοδευτικής Πανσπουδαστικής Συνδικαλιστικής Παράταξης (Π.Π.Σ.Π.):
Μαύρο μαντάτο και πικρό την Αλβανία γέμισε και λέει: Τον Μπελογιάννη ξάπλωσαν νεκρό, κι ήτανε σαν να χάσαμε δικό, σαν τον Κεμάλ η καρδιά τον κλαίει.
Σύμβολο λευτεριάς, αγνό στεφάνι το αίμα σου που εχύθη Μπελογιάννη.
Μιλάει ο Εμβέρ στο Κόμμα μας μπροστά… Ενός λεπτού σιγή στο σύντροφό μας. Τον πόνο μας με λόγια αδερφικά να πούμε στα συντρόφια τα πιστά στο κόμμα της Ελλάδας τ’ αδερφό μας.
Του Τσώρτσιλ, του Τρούμαν τα σκυλιά, οι άτιμοι προδότες της Αθήνας τον σκότωσαν στη νύχτα τη βαθιά. Μα η Ελλάδα το παιδί της το τιμά, η ματωμένη Ελλάδα η αδερφή μας.
Έχει η Ελλάδα Μπελογιάννηδες πολλούς. Το αίμα τους, ποτάμι φουσκωμένο, ποιος της ζωής θα πνίξει τους χυμούς μεσ’ στης Ελλάδας ζούνε τους βωμούς οι ήρωες – στεφάνι δοξασμένο.

Ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε τους στίχους του Γιάννη Θεοδωράκη και ο Γιώργος Νταλάρας τραγούδησε το έτερο τραγούδι με τίτλο Μπελογιάννης, που ακούστηκε στην ταινία "Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο" το 1980:
Ο Μπελογιάννης
βροχή μέσα στους κάμπους
στην πέτρα στο στάχυ
στου σπιτιού μας τη σκεπή

Στο χώμα μας βαθιά η αγκαλιά σου
κρατάει η πέτρα τη λευτεριά
κόκκινη γαρουφαλλιά
του ήλιου φωτιά

Η ταινία του Νίκου Τζίμα, «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο» ήταν μια περιγραφή της τελευταίας περιόδου της ζωής του Νίκου Μπελογιάννη, από την άφιξή του στην Ελλάδα μέχρι την εκτέλεσή του. Ήταν μια τολμηρή προσπάθεια αποτύπωσης του κλίματος της εποχής μετά από δεκαετίες λογοκρισίας και σιωπής. Επιβραβεύτηκε με το πρώτο βραβείο καλύτερης ταινίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και κυρίως από την αθρόα προσέλευση των θεατών στην προβολή της. Το ρόλο του Μπελογιάννη ερμήνευσε ο Φοίβος Γκικόπουλος ενώ έπαιξαν πολλοί σπουδαίοι ηθοποιοί όπως ο Μάνος Κατράκης, ο Αλέκος Αλεξανδράκης, ο Κώστας Καζάκος, η Αιμιλία Υψηλάντη, ο Βαγγέλης Καζάν, ο Πέτρος Φυσσούν, ο Άγγελος Αντωνόπουλος και η Μίρκα Παπακωνσταντίνου ως Έλλη Παππά.

Η μορφή του Νίκου Μπελογιάννη δεν ξεθώριασε με το χρόνο. Αντίθετα, το τελευταίο διάστημα υπάρχει ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον για την προσωπικότητά του, που σχετίζεται και με τον πρόσφατο θάνατο της Έλλης Παππά και τη διαμάχη μεταξύ του ΚΚΕ και της οικογένειας του. Στο πλαίσιο αυτό επανεκδόθηκαν από τις εκδόσεις Άγρα δύο έργα του Νίκου Μπελογιάννη, Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα και το Σχέδιο για μια ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Πρόκειται για δύο εργασίες που έγραψε σε αφάνταστες συνθήκες, το πρώτο στο μεγαλύτερο μέρος του στις μεταξικές φυλακές και το δεύτερο στην απομόνωση ανάμεσα στις δίκες περιμένοντας την εκτέλεση του από το μετεμφυλιακό κράτος. Οι μετέπειτα τύχες τους καθορίστηκαν από την γενικότερη ιστορική αλλά και ειδικότερα την εσωτερική πορεία του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος. Το Σχέδιο για μια ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας εκδόθηκε με ψευδώνυμο (Μ. Κουλουριώτης) το 1952 από τη μητέρα του και την επόμενη χρονιά στο εξωτερικό με πρόλογο του Νίκου Ζαχαριάδη ενώ μεταπολιτευτικά επανεκδόθηκε από την Έλλη Παππά στη Σύγχρονη Εποχή με τίτλο Κείμενα από την απομόνωση. Όσο για Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα, λησμονήθηκε ως το 1998 που πρωτοεκδόθηκε από τη Σύγχρονη Εποχή αφιερωμένο στα ογδοντάχρονα του ΚΚΕ. Επίσης, ο συνθέτης Νίκος Μαμαγκάκης κυκλοφόρησε πρόσφατα ένα cd με τίτλο «Το τραγούδι του Μπελογιάννη και της Ελλης Παππά», στο οποίο μελοποίησε κείμενα της Έλλης Παππά από τα έργα της «Γράμματα στον γιο μου» και «Δουλειά της φυλακής».