Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

Η εμπειρία της κατοχής και της αντίστασης στην Αθήνα




Μενέλαος Χαραλαμπίδης
Η εμπειρία της κατοχής και της αντίστασης στην Αθήνα


ISBN: 978-960-221-562-3,  σελ. 382, σχ.17x24,
α’ έκδοση Σεπτέμβριος 2012,  
τιμή  20,00  € (χωρίς ΦΠΑ)



  
Το βιβλίο αυτό παρακολουθεί τις διαδρομές ανθρώπων από τα χρόνια του Μεσοπολέμου ώς το τέλος της Κατοχής στην Αθήνα. Η εγκατάσταση των μικρασιατών προσφύγων στις παρυφές της πόλης, η οικονομική και κοινωνική τους περιθωριοποίηση, η πολιτική τους συμπεριφορά, τα διαφορετικά πολιτισμικά τους χαρακτηριστικά και οι αντιπαραθέσεις τους με τους γηγενείς κατοίκους της πρωτεύουσας, αποτελούν τα κύρια ζητήματα της πραγμάτευσης που επιχειρεί να αποδώσει το κλίμα της μεσοπολεμικής Αθήνας.

Μετά την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στην πρωτεύουσα, η προσοχή στρέφεται στις συνέπειες της Κατοχής. Μέσα από μαρτυρίες καταγράφεται ο αντίκτυπος που είχε στην καθημερινότητα των Αθηναίων η κατάρρευση της οικονομίας, η τρομοκρατία των κατακτητών και ο κατοχικός λιμός. Παράλληλα εξετάζονται οι στρατηγικές που ανέπτυξαν οι κάτοικοι της πόλης στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν και οι πολιτικές, κοινωνικές και ψυχολογικές διεργασίες που τους οδήγησαν στην απόφαση να ενταχθούν στην Αντίσταση.

Η μελέτη εστιάζει στο εαμικό αντιστασιακό κίνημα στην Αθήνα και ιδιαίτερα στις προσφυγικές συνοικίες και εξηγεί γιατί οι πρόσφυγες της Καισαριανής και του Βύρωνα, με τη συνδρομή συναγωνιστών τους από το Παγκράτι, τη Γούβα και τον Υμηττό, μετέτρεψαν τις γειτονιές τους σε προπύργια του ΕΑΜ. Εξετάζει τους λόγους ένταξης στις εαμικές οργανώσεις και τις πρακτικές στρατολόγησης και κινητοποίησης των μαζών που χρησιμοποίησε το ΕΑΜ. Δείχνει πώς μέσα από τις μάχες στους δρόμους ή τη συμμετοχή στις διαδηλώσεις και στα συνεργεία αναγραφής συνθημάτων, η αντιστασιακή εμπειρία συγκροτεί μια νέα πολιτική ταυτότητα και ένα νέο συλλογικό υποκείμενο.

Στη βάση αυτή, η έρευνα του Μενέλαου Χαραλαμπίδη παρακολουθεί τη διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης ολόκληρων κοινωνικών ομάδων (φοιτητές, δημόσιοι υπάλληλοι, εργάτες) και τον τρόπο με τον οποίο αυτή συνέβαλε στη μετατροπή του αγώνα για την επιβίωση σε αντιστασιακό αγώνα. Αναδεικνύει τις οργανωτικές πρακτικές του εαμικού αντιστασιακού κινήματος, την προσαρμογή τους στις εκάστοτε πολιτικές συνθήκες και τους διαφορετικούς τρόπους εκδήλωσης της αντιστασιακής δράσης σε εκπαιδευτικά ιδρύματα, δημόσιες υπηρεσίες και συνοικίες. Τονίζει τον κεντρικό ρόλο που διαδραμάτισαν τα συγγενικά ή φιλικά δίκτυα που ενεργοποιήθηκαν στις γειτονιές, η χωροταξία της πόλης, τα δίκτυα πληροφοριών και ο παράνομος Τύπος στην ανάπτυξη της Αντίστασης. Επισημαίνει την τεράστια βαρύτητα που είχε η αντιστασιακή δράση, ως πράξη, στην ενεργοποίηση της νεολαίας και τους τρόπους μέσα από τους οποίους οι νέοι αναδείχτηκαν σε πρωταγωνιστές του αντιστασιακού κινήματος στην Αθήνα.

Το βιβλίο παρακολουθεί τη διαδικασία επέκτασης της πολιτικής επιρροής του ΕΑΜ στην Αθήνα, τις μεγάλες πολιτικές του νίκες με τις μαζικές διαδηλώσεις στο κέντρο της πόλης και την προσπάθειά του να εδραιώσει την εξουσία του στις συνοικίες υποκαθιστώντας τα όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης με τις εαμικές Λαϊκές Επιτροπές. Διερευνά τους λόγους κλιμάκωσης της πολιτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στο ΕΑΜ, τις γερμανικές αρχές κατοχής και τις διορισμένες από αυτές κυβερνήσεις, τις συγκρούσεις στο εσωτερικό των αντιστασιακών οργανώσεων και τη στάση που τήρησαν τα Σώματα Ασφαλείας. Εξετάζει το ρόλο που διαδραμάτισε η βία στο μετασχηματισμό της πολιτικής σε ένοπλη σύγκρουση και τις πρακτικές που χρησιμοποίησε κάθε πλευρά για να επιτύχει τους στόχους της: τα μπλόκα των Ταγμάτων Ασφαλείας, οι βασανισμοί και οι εκτελέσεις της Ειδικής Ασφάλειας, οι έφοδοι της οργάνωσης «Χ», οι καταδόσεις των μυστικών πρακτόρων των γερμανικών υπηρεσιών ασφαλείας, οι μάχες του ΕΛΑΣ και οι δολοφονίες της ΟΠΛΑ, συνέθεταν την πολυμορφία της βίας που δίχασε την αθηναϊκή κοινωνία. 

Μέσα από την οπτική της κοινωνικής ιστορίας, το βιβλίο θέτει στο επίκεντρο τους ανθρώπους και την εμπειρία τους και αναδεικνύει την κατοχική Αθήνα ως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα του πώς αντιδρά μια κοινωνία σε περιόδους κρίσης. 

Ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1970. Έλαβε πτυχίο οικονομικών επιστημών από το Πανεπιστήμιο Πειραιά και στη συνέχεια εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή στο τομέα της Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Αρθρογραφεί σε επιστημονικά περιοδικά και έχει διοργανώσει, ως ιδρυτικό μέλος του Φόρουμ Κοινωνικής Ιστορίας, δύο συνέδρια για τη δεκαετία του 1940 και για την περίοδο του Μεσοπολέμου. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα και κυρίως στην περίοδο της Κατοχής.
Ασχολείται επίσης με την τοπική και προφορική ιστορία και την ιστορία της Αθήνας. Έχει συνεπιμεληθεί το συλλογικό τόμο Η ελληνική κοινωνία στη δεκαετία του 1940. Η εποχή των ρήξεων, Θεσσαλονίκη, Επίκεντρο, 2012.     

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012

Οι επιθέσεις του ΔΣΕ στις πόλεις: Νάουσα (Ιαν. 1949), Καρπενήσι (Ιαν. 1949) και Φλώρινα (Φεβρ. 1949)





Καρδίτσα - Νάουσα

Η πρώτη μάχη στη σειρά επιθέσεων του Δημοκρατικού Στρατού ενάντια σε πόλεις πραγματοποιήθηκε στο τέλος του 1948 κατά της Καρδίτσας. Με την επιχείρηση αυτή, το ΚΓΑΝΕ κατάφερε σε ένα βαθμό να ανανεωθεί με τη στρατολογία νέων μαχητών και μαχητριών και τη λαφυραγώγηση όπλων, πυρομαχικών, ρουχισμού και τροφίμων. Όπως βέβαια συνέβαινε τις περισσότερες φορές, η δυνατότητα του ΔΣΕ να μεταφέρει τα εφόδια ήταν περιορισμένη σε σχέση με τον όγκο τους με αποτέλεσμα μεγάλο μέρος τους να διασκορπιστεί στους κατοίκους της πόλης και ειδικά σε εκείνους των προσφυγικών συνοικισμών των «συμμοριόπληκτων». Σύμφωνα με έκθεση του διευθυντή του τοπικού υποκαταστήματος της Αγροτικής Τράπεζας Οδυσσέα Παπαδημητρίου για τις αποθήκες της ΑΤΕ: «Τας λεηλατηθείσας ποσότητας υπολογίζομεν ως εξής περίπου: Διηρπάγησαν 1) 32.000 οκ. αλεύρου, 2) 25.000 οκ. ζαχάρεως, 3) 19.000 οκ. ορύζης 4) 26.000 οκ. ζυμαρικών και 5) 800 ζεύγη υποδημάτων του ενταύθα Συλλόγου Πολυτέκνων. [...] Σημαντικόν μέρος των λεηλατηθέντων ως άνω ειδών, ευρίσκεται σήμερον διεσκορπισμένον και εγκαταλελειμμένον εις τας πέριξ, ιδία, των αποθηκών συνοικίας» [Οδυσσέας Παπαδημητρίου (επιμ.), Από τας λαμπράς σελίδας της Αγροτικής Τραπέζης. Το Υποκατάστημα Καρδίτσης κατά τα ταραχώδη έτη 1941-1948, Αθήνα, 1954]. Παρόμοια επιχείρηση του ΔΣΕ στους Σοφάδες λίγες μέρες αργότερα κατέληξε σε αποτυχία.
Η πρώτη μάχη του 1949 (11 με 15 Ιανουαρίου) θα δινόταν στη Νάουσα. Ήταν δε η επίθεση αυτή το επιστέγασμα μιας επιθετικής δραστηριότητας της Χ Μεραρχίας του Δημοκρατικού Στρατού, που ξεκινώντας από το Βίτσι, πραγματοποίησε μια σειρά επιθέσεων: στις 22 Δεκεμβρίου 1948 στην Έδεσσα και τη Νάουσα, στις 28-29 και στις 30-31 Δεκεμβρίου στην Αρδέα. Παρά τις αποτυχημένες αυτές προσπάθειες, η επιθετική διάθεση του ΔΣΕ δεν κάμφθηκε – αντιθέτως οδήγησε στον Εθνικό Στρατό σε μια υποτίμηση των δυνατοτήτων του αντιπάλου, οι οποίες φάνηκαν με τη νέα επίθεση κατά της Νάουσας.
Η δύναμη της Χ Μεραρχίας του ΔΣΕ ήταν περίπου 2.500 μαχητές, χωρισμένοι σε τρεις ταξιαρχίες, την 14η, την 108η και τη 18η που είχε αποσπαστεί από την ΧΙ Μεραρχία συν τις τοπικές μικροομάδες των περιοχών των επιχειρήσεων. Το σύνολο της δύναμης αυτής χρησιμοποιήθηκε στην επίθεση. Είχε δε στη διάθεσή της ένα ορειβατικό πυροβόλο, 4 αντιαρματικά όπλα, 14 ομαδικούς όλμους και άλλα τόσα πολυβόλα, χειροβομβίδες, νάρκες και τον ατομικό οπλισμό κάθε μαχητή με περιορισμένα πυρομαχικά. Κατά τη διάρκεια δε της μάχης, ο ΔΣΕ απέσπασε από τον αντίπαλό του και χρησιμοποίησε ένα τανκς, 2 κάρριερς και ένα ολμοβόλο με 250 βλήματα.
Από την άλλη, την υπεράσπιση της πόλης είχε αναλάβει η 33η ταξιαρχία της ΧΙ Μεραρχίας. Η άμυνα βασιζόταν στην οχύρωση των δύο υψωμάτων της πόλης, του Αγίου Θεολόγου και του Προφήτη Ηλία αλλά και στο εσωτερικό της πόλης, στο εργοστάσιο υφαντουργίας του Λαναρά, του υδραγωγείου, του νοσοκομείου και άλλων επίκαιρων σημείων. Η δύναμη των υπερασπιστών, μαζί με τη Χωροφυλακή, την Εθνοφυλακή και άλλες μικρότερες μονάδες ανερχόταν στα χίλια άτομα, εκτός από την ένοπλη δύναμη των ΜΑΥ. Μπορούσε δε η δύναμη αυτή να ενισχυθεί από ένα πυκνό δίκτυο μονάδων της ευρύτερης περιοχής και τις εφεδρείες του Γ΄ Σώματος Στρατού στη Θεσσαλονίκη.
Οι δυνάμεις του ΔΣΕ ξεκινώντας από το χιονισμένο Καϊμακτσαλάν, πραγματοποίησαν μια παραπλανητική επίθεση κατά των δυνάμεων που υπερασπίζονταν την Έδεσσα και πέρασαν στο Βέρμιο. Την επόμενη μέρα, 10 Ιανουαρίου 1949, ενώ τοπικές ομάδες του ΔΣΕ έκαναν και πάλι αντιπερισπασμό στην Έδεσσα, ο κύριος όγκος των επιτιθέμενων ξεκουραζόταν για την επίθεση που θα πραγματοποιούνταν την επομένη.
Η επίθεση ξεκίνησε το βράδυ της 11ης Ιανουαρίου στα οχυρά σημεία του Θεολόγου και του Προφήτη Ηλία. Στο πρώτο σημείο, ο αιφνιδιασμός πέτυχε και τα τμήματα εφόδου του ΔΣΕ εισχώρησαν γρήγορα στην πόλη ανατρέποντας την αμυντική διάταξη. Μέχρι το μεσημέρι της επόμενης μέρας, οι αμυνόμενοι είχαν αποκλειστεί στο κτίριο της Υποδιοίκησης Χωροφυλακής και στο στρατηγείο της 33ης Ταξιαρχίας. Κατά τη διάρκεια μάλιστα της μάχης αυτής, έπεσαν στα χέρια των επιτιθέμενων τεθωρακισμένα, τα οποία, σε μια από τις ελάχιστες περιπτώσεις κατά τη διάρκεια του πολέμου, κατάφεραν να χρησιμοποιήσουν εναντίον των αντιπάλων τους. Στις 12 Ιανουαρίου άρχισαν να φτάνουν και οι κυβερνητικές ενισχύσεις χωρίς όμως αρχικά να καταφέρουν να εισχωρήσουν στην πόλη – αντιθέτως ο ΔΣΕ κατάφερε να τις καθηλώσει με διάφορους τρόπους, ναρκοθετήσεις δρόμων, ενέδρες κ.λπ.
Η επιτυχία του ΔΣΕ δημιούργησε μεγάλη εντύπωση και αποτυπώθηκε στις εφημερίδες της εποχής όπως στο δημοσίευμα της Ελευθερίας στις 13 Ιανουαρίου: "Σφοδραί μάχαι διεξάγονται εις την Νάουσσαν. Τρεις συμμοριακαί ταξιαρχίαι υπό τον Γούσιαν εισήλθον από προχθές εις την πόλιν - Νέα μεγάλη συμμοριακή επίθεσις εναντίον αστικού κέντρου της Βορείου Ελλάδος εξεδηλώθη προχθές την νύχτα. Την φοράν αυτήν στόχος των συμμοριτών υπήρξεν η πόλις της Ναούσης εναντίον της οποίας επετέθη ισχυρόν συμμοριακόν συγκρότημα υπό την ηγεσίαν του συναρχηγού του Μάρκου συμμορίτου Γούσια, δυνάμεως τριών ταξιαρχιών υποστηριζόμενον από αφθονίαν βαρέων όλμων και πυροβολικού".
Μετά την επιτυχή επίθεση, οι δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού βρέθηκαν μπροστά στο γνωστό πρόβλημα, διαχείρισης της νίκης τους και βέλτιστης εκμετάλλευσης των πόρων που έπεσαν στα χέρια τους. Αυτοσχέδια οι μαχητές του ΔΣΕ ανεφοδιάστηκαν με καινούργια ρούχα, άρβυλα και ατομικό εξοπλισμό. Επίσης με αυτοσχεδιασμό μεταφέρθηκαν όσο το δυνατόν περισσότερα εφόδια ενώ τα βαρύτερα όπλα, πυροβόλα και πολυβόλα, καταστράφηκαν. Μεγάλες δυσκολίες παρουσίασε και η στρατολόγηση νέων μαχητών αφού ακόμα και οι συμπαθούντες δεν έδειχναν πλέον διάθεση να στρατευτούν και τελικά επιστρατεύτηκαν 500-600 νέοι και νέες με κάθε είδους μέθοδο.
Η απαγκίστρωση από την πόλη αποφασίστηκε τελικά και υλοποιήθηκε στις 14 Ιανουαρίου καθώς οι δυνάμεις του ΔΣΕ κινδύνευαν να εγκλωβιστούν από μονάδες του Εθνικού Στρατού που επιχειρούσαν να κλείσουν τις διαβάσεις προς το Βίτσι. Την επόμενη μέρα, ο Εθνικός Στρατός μπήκε στην πόλη και οι εικόνες καταστροφής από τη μάχη έγιναν αντικείμενο της κυβερνητικής προπαγάνδας.
Στην Αθήνα η εφημερίδα Ελευθερία έγραφε με μεγάλους τίτλους «Πόλις της Ναούσης δεν υπάρχει πλέον» και το Εμπρός "Η Νάουσα κατακείται εις ερείπια. Η πόλις εις την διάθεσιν των συμμοριτών". Από την άλλη πλευρα, η απόφαση του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ, στις 10 Φεβρουαρίου 1949 ανέφερε σχετικά με τη νίκη στη μάχη της Νάουσας: «Για πρώτη φορά ο ΔΣΕ κατέλαβε ολοκληρωτικά μια πόλη και την κράτησε όσο θεώρησε πως ήταν απαραίτητο (...) απόδειξε ότι τα μέσα μας είναι παραπάνω από αρκετά, αν τα χρησιμοποιούμε σωστά και τα συνδυάζουμε με τη δράση του πεζικού, αν ενεργούμε με ταχύτητα, δεξιοτεχνία, περίσκεψη και επαναστατική πονηριά (...) Το Π.Γ. θεωρεί ότι η πείρα από την παραπάνω εκστρατεία πρέπει ν' αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο της πραχτικής αλλά και θεωρητικής εκπαίδευσης στις σχολές μας και στις ασκήσεις στα τμήματα».
Δεν έχουμε ακριβή στοιχεία για τις απώλειες των κυβερνητικών δυνάμεων καθώς αυτές διαλύθηκαν μέσα στην πόλη και σημαντικός αριθμός κρύφτηκε κατά τη διάρκεια της κατάληψης της πόλης. Μικρές απώλειες είχαν και οι μονάδες που προσπάθησαν να ενισχύσουν τους αμυνόμενους. Από την άλλη, ο ΔΣΕ ανακοίνωσε 272 μαχητές εκτός μάχης (νεκρούς, τραυματίες και αγνοούμενους), αριθμός που μεγάλωσε από τις απώλειες της φάλαγγας κατά την επιστροφή στο Βίτσι κυρίως από τους βομβαρδισμούς της αεροπορίας. Μαζί με τη λιποταξία αρκετών νεοεπιστρατευμένων, οι απώλειες του ΔΣΕ ήταν περίπου τόσες όσο και ο αριθμός των στρατολογημένων.

Καρπενήσι


Σε αντίθεση με την επίθεση στη Νάουσα, εκείνη στο Καρπενήσι δεν είχε μόνο το χαρακτήρα ενίσχυσης των τμημάτων του Δημοκρατικού Στρατού αλλά επιβίωσής τους. Οι δυνάμεις του ΚΓΑΝΕ δεν είχαν άμεση πρόσβαση σε μια ελεγχόμενη περιοχή όπως στο Βίτσι αλλά βρίσκονταν σε έναν κλοιό που είχαν δημιουργήσει οι διαδοχικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του Εθνικού Στρατού στην περιοχή. Τα απαραίτητα εφόδια για την επιβίωση των τμημάτων, όπως και η ανανέωσή τους με νέα στρατολογία, περνούσε μέσα από τα φρουρούμενα αστικά κέντρα. Η προηγούμενη επιτυχία στην Καρδίτσα έδινε πιθανότητες για μια νέα επιτυχημένη επίθεση. Επιλέχτηκε η πόλη του Καρπενησίου, λόγω της σχετικής απομόνωσης της καθώς οι ενισχύσεις της σε Λαμία και Αγρίνιο θα δυσκολεύονταν να προσεγγίσουν την περιοχή, ιδιαίτερα στην καρδιά του χειμώνα.
Οι δυνάμεις των επιτιθέμενων ήταν σχετικά συγκεντρωμένες από την επιχείρηση της Καρδίτσας. Ήταν δε αυτές η Ι Μεραρχία του Γιώτη (Χ. Φλωράκης) και η ΙΙ Μεραρχία του Διαμαντή (Γ. Αλεξάνδρου) καθώς και δυνάμεις του δυνάμεις του Αρχηγείου του ΚΓΑΝΕ και της Σχολής Αξιωματικών, στο σύνολο περίπου 2.800-2.900 μαχητές.
Από την άλλη πλευρά, οι αμυνόμενοι μέσα στην πόλη και στην περίμετρό της αριθμούσαν περίπου 1.200 άνδρες της τοπικής φρουράς, μιας μονάδας ΤΕΑ και της τοπικής Χωροφυλακής καθώς και ενισχύσεων πεζικού από την Μακρακώμη.
Παρά την αναμονή της επίθεσης από τις κυβερνητικές δυνάμεις, τελικά αυτές αιφνιδιάστηκαν καθώς οι δυνάμεις του ΔΣΕ πραγματοποίησαν την επίθεσή τους μέσα σε εξαιρετικά αντίξοες καιρικές συνθήκες και από αντισυμβατική θέση, περνώντας από την ομίχλη του παγωμένου Τυμφρηστού και επιτιθέμενες κατά μήκος της κοίτης του χειμάρρου Ξεριά. Η επίθεση ξεκίνησε τη νύχτα της 19ης προς 20η Ιανουαρίου χωρίς αρχικά να σημειώσει επιτυχία. Ολόκληρη η επόμενη μέρα πέρασε με τις προσπάθειες των επιτιθέμενων να κάμψουν τις θέσεις άμυνας και μόνο τα ξημερώματα της 21ης Ιανουαρίου αυτό επετεύχθη και ο ΔΣΕ μπόρεσε να καταλάβει την πόλη. Μάλιστα βρέθηκε στη σπάνια κατάσταση να έχει στην κατοχή του μια πόλη για ίσως κάποιο εύλογο χρονικό διάστημα.
Το Γενικό Επιτελείο Στρατού έβγαλε ανακοινωθέν το απόγευμα της 21ης Ιανουαρίου: "Η κατάστασις εις την κωμόπολιν του Καρπενησίου είναι ακαθόριστος. Κατόπιν της διακοπής της δι' ασυρμάτου επικοινωνίας δεν εγνώσθη η τύχη της φρουράς, εάν και εις ποία σημεία ανθίσταται. Από της πρωίας διεγάξεται σφοδρός αγών υπό των μονάδων ενισχύσεως αίτινες κινούνται εξ ανατολών προς Καρπενήσιον". Οι εφημερίδες ανακοίνωναν στις 22 Ιανουαρίου: "Έπαυσε από χθες πάσα επικοινωνία με το Καρπενήσι - Αγνοείται η τύχη της φρουράς". "Κατά νυκτερινάς πληροφορίας τας οποίας είχον αι ενταύθα στρατιωτικαί αρχαί αγνοείται η τύχη της φρουράς του Καρπενησίου διά το οποίον αι υπάρχουσαι ενδείξεις είναι ότι ευρίσκεται εις χείρας των συμμοριτών".
Όσον αφορά τις εκατέρωθεν απώλειες της μάχης, και εδώ πάλι βασιζόμαστε σε εκτιμήσεις. Από την πλευρά του Εθνικού Στρατού, μεγάλο μέρος της φρουράς διέρρευσε από την πόλη προς την γύρω ύπαιθρο με αποτέλεσμα πολλοί να βρουν τον θάνατο από εξάντληση στις παγωμένες χαράδρες και δάση. Ο αριθμός των εκτός μάχης εκτιμάται περίπου στους 900 άνδρες, δηλαδή στα ¾ της φρουράς.
Ο εξοπλισμός που αποκόμισε ο ΔΣΕ από την επιχείρηση ήταν πολύ ικανοποιητικός. Όλμοι, βαριά πολυβόλα και άλλα όπλα με τα πυρομαχικά ανανέωσαν τον οπλισμό του ενώ συγκεντρώθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες οκάδες τροφίμων, ρούχα και άρβυλα, κουβέρτες και δέρματα και μεταγωγικά ζώα. Επίσης στον τομέα της στρατολογίας, περίπου 400 νέοι εντάχθηκαν στα τμήματα υπερκαλύπτοντας τις απώλειες της μάχης. Ο ΔΣΕ έδινε και ευρύτερη πολιτική σημασία στην επιτυχία του. Για τον απολογισμό της μάχης έγραψε ο Χαρίλαος Φλωράκης (Γιώτης) σε άρθρο του στο περιοδικό «Δημοκρατικός Στρατός» (τεύχος 5), τον Μάιο του 1949, με τίτλο «Επιχείρηση Καρπενησίου»: «Η επιχείρηση του Καρπενησίου είχε γενικότερη πολιτικοστρατιωτική σημασία. 1) Ο μοναρχοφασισμός θα έχανε μία πόλη - δεύτερη μέσα στον ίδιο μήνα - πρωτεύουσα νομού, γνωστή και έξω από τα ελληνικά σύνορα απ' την ιστορία της κατά τον αγώνα της κατοχής. 2) Γιατί η πόλη αυτή βρίσκεται πολύ μακριά απ' τα σύνορα και σε περιοχή που ο μοναρχοφασισμός ισχυρίζεται ότι ξεκαθάρισε από το ΔΣ. 3) Γιατί ο μοναρχοφασισμός θα δεχόταν ένα τέτοιο γερό χτύπημα τις μέρες που διατυμπάνιζε ότι με την τοποθέτηση του Παπάγου σαν αρχιστρατήγου θα διορθώνονταν τα πράγματα. 4) θα έχανε την πιο βαθιά προωθημένη βάση του, που είχε για τις εκστρατείες του στη Ρούμελη και τη Δυτική Θεσσαλία».
Η μάχη του Καρπενησίου λειτούργησε όχι μόνο ως μέσο επιβίωσης του ΔΣΕ στη Στερεά αλλά και ως αντιπερισπασμός στις επιχειρήσεις του Εθνικού Στρατού εναντίον των τμημάτων του ΔΣΕ στην Πελοπόννησο. Οι εξελίξεις όμως εκεί ήταν δρομολογημένες και η απόσπαση ορισμένων μονάδων ΛΟΚ από την Αχαΐα στην Αιτωλοακαρνανία για την κάλυψη του Αγρινίου δεν άλλαξε την κατάσταση στο Μωριά. Από την άλλη, η ανακατάληψη του Καρπενησίου αποδείχτηκε μια όχι εύκολη επιχείρηση και κινητοποίησε σημαντικές δυνάμεις του Εθνικού Στρατού. Την επιχείρηση ανέλαβε το επιτελείο του Α΄ Σώματος Στρατού με επικεφαλής τον αντιστράτηγο Θ. Τσακαλώτο. Στην ημερήσια διαταγή του, στις 2 Φεβρουαρίου, αποτυπωνόταν το νέο πνεύμα του ολοκληρωτικού πολέμου: «Ξεύρω ότι ευρίσκεσθε στο χιόνι με μία επιθυμία, την ελευθέρωσιν του Καρπενησίου. Τούτο σε λίγο θα ελευθερωθή αλλά δεν αρκεί. Αλλη μια φορά θα ιδήτε στο Καρπενήσι το πέρασμα των Βουλγάρων. Θα αντλήσωμεν από το Καρπενήσι όλη την αγανάκτηση που θα δίδει το φτερούγισμα στα πόδια. Θα τους κυνηγάμε όπου και αν πάνε. Στην Πελοπόννησο επί 40 μέρες τα τμήματά μας τους κυνήγησαν και τους κυνηγούν χωρίς ανάπαυλα. Το κυνήγημα αυτό τους ετσάκισε και παραδίδονται καθημερινώς... Από μας εξαρτάται και θα γίνη να μην υπάρξη άλλος Βουλγαρικός βραχνάς. Καθαρίστε όλοι οι Διοικηταί άνευ οίκτου τα μετόπισθεν. Κάθε ύποπτος βοηθείας πρέπει να εκλείψη... στην τελική συντριβή των Εαμοβουλγάρων και τη Νίκην όλες αι δυνάμεις του Εθνους Επεστρατεύθησαν.”
Οι επιθέσεις προς το Καρπενήσι ήταν συνεχείς και οι δυνάμεις του ΔΣΕ, αφού συμπτύχθηκαν στην πόλη, άρχισαν να αποχωρούν και στις 8 Φεβρουαρίου οι δυνάμεις του Εθνικού Στρατού μπήκαν στην πόλη. Παρά την επίμονη καταδίωξη των τμημάτων του ΔΣΕ τις επόμενες μέρες, αυτές κατάφεραν να διαφύγουν την περικύκλωση και εξόντωσή τους, περνώντας μετά από πολύπλοκους ελιγμούς στα Άγραφα.
Η κατάληψη του Καρπενησίου υπήρξε το αποκορύφωμα της επιθετικής δραστηριότητας του ΔΣΕ το χειμώνα 1948-1949 μετά τις επιτυχίες στην Καρδίτσα και τη Νάουσα. Θα ακολουθούσε όμως μια μεγάλη αποτυχία που θα συμβόλιζε και την καμπή του πολέμου προς την τελική ήττα του Δημοκρατικού Στρατού: η μάχη της Φλώρινας.

Φλώρινα

Για ακόμα μια φορά, ο Δημοκρατικός Στρατός ήταν αναγκασμένος εκ των πραγμάτων να αναλάβει επιθετική ενέργεια με την προοπτική να προσπαθήσει να ανατρέψει τον εις βάρος του συσχετισμό και την πορεία των πραγμάτων, καθώς η αντίπαλη πλευρά είχε υιοθετήσει ένα άκρως επιθετικό πνεύμα, ενσαρκωμένο στον αρχιστράτηγο Αλ. Παπάγο και τον διοικητή του Α΄ Σώματος Στρατού Θ. Τσακαλώτο. Μετά τη Νάουσα και το Καρπενήσι, η επόμενη επιχείρηση μπορούσε να πραγματοποιηθεί από τις συγκεντρωμένες δυνάμεις του ΔΣΕ στο Βίτσι σε ένα από τα εγγύτερα αστικά κέντρα. Από τις άλλες πιθανές περιπτώσεις της Κοζάνης και της Καστοριάς, επιλέχτηκε τελικά ο στόχος να είναι η πόλη της Φλώρινας.
Η επιχείρηση όμως στη Φλώρινα, αν και είχε προκριθεί ως πλέον εφικτή, ήταν προβληματική και ριψοκίνδυνη εξαρχής.  Παρά το ότι ο Δημοκρατικός Στρατός είχε πετύχει τη μεγαλύτερη δυνατή συγκέντρωση δυνάμεων στο Βίτσι, με τις δυνάμεις της Χ και ΧΙ Μεραρχίας να φτάνουν τους 7.000 μαχητές, αντιθέτως με τη Νάουσα και το Καρπενήσι οι δυνάμεις των αμυνόμενων ήταν μεγαλύτερες. Ο ΔΣΕ λοιπόν έστρεψε προς τη Φλώρινα μια εντυπωσιακή δύναμη στα χαρτιά αλλά όχι ευκαταφρόνητη και στην πραγματικότητα: εκτός από τις Χ και ΧΙ Μεραρχίες που περιλάμβαναν λόχους σαμποτέρ, λόχους κυνηγών αρμάτων και αντιαεροπορικές πυροβολαρχίες, υπήρχαν δύο ίλες ιππικού, η Σχολή Αξιωματικών του Γενικού Αρχηγείου, δύο τάγματα της 108ης Ταξιαρχίας που άνηκε στην ΙΧ Μεραρχία και άλλες μικρότερες μονάδες. Στη διάθεση τους οι επιτιθέμενοι είχαν μια ικανοποιητική συγκέντρωση πυροβολικού με 15 ορειβατικά πυροβόλα καθώς και άλλα αντιαρματικά. Παρά τις δυνάμεις αυτές, για να πετύχει το στόχο του ο ΔΣΕ έπρεπε να πετύχει αιφνιδιασμό του αντιπάλου και να επιδείξει υψηλό επίπεδο συντονισμού μεταξύ των διαφορετικών μονάδων.
Το βασικό όμως στοιχείο του αιφνιδιασμού δεν θα λειτουργούσε. Οι κυβερνητικές δυνάμεις είχαν σωστά αντιληφθεί τις προθέσεις του αντιπάλου και είχαν προετοιμαστεί κατάλληλα. Μάλιστα οι δυνάμεις αυτές δεν ήταν οχυρωμένες μόνο μέσα στην πόλη αλλά κατείχαν επίσης τα πέριξ στρατηγικά υψώματα και γενικότερα δημιουργούσαν μια αμυντική ζώνη, της οποίας η πόλη αποτελούσε μέρος. Εκτός αυτού, όπως ήδη είπαμε, οι κυβερνητικές δυνάμεις ήταν υπέρτερες σε αριθμό των αντιπάλων τους, αριθμώντας περίπου 9 με 11.000 άνδρες. Την πόλη υπερασπιζόταν η ΙΙ Μεραρχία που είχε εκεί τη διοίκηση και το επιτελείο της. Μέσα στην πόλη υπήρχαν 3 τάγματα της 3ης Ταξιαρχίας και πλήθος άλλες μονάδες. Επίσης εκατοντάδες άνδρες των ΤΕΑ και ΜΑΥ είχαν κινητοποιηθεί για τη στελέχωση φρουρών καθώς και η Χωροφυλακή με 175 άνδρες. Έξω από την πόλη είχαν αναπτυχθεί οι άλλες δύο ταξιαρχίες της ΙΙ Μεραρχίας, η 21η και η 22η.
Η διαφορετική διάταξη της άμυνας, απ’ όσες είχε ως τότε αντιμετωπίσει ο ΔΣΕ, επέβαλε ένα πολύπλοκο σχέδιο επίθεσης σε διαφορετικά σημεία. Στον υψηλό βαθμό δυσκολίας της επιχείρησης έπρεπε να προστεθούν και οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες και το χιόνι που κάλυπτε τα πάντα καθώς και το ότι η επίθεση θα γινόταν μέσα στη νύχτα κάνοντας την εκτέλεση των πολύπλοκων πορειών αδύνατη. Καθώς μάλιστα οι δυνάμεις του Εθνικού Στρατού περίμεναν την επίθεση, αντιλήφθηκαν αμέσως τις πρώτες κινήσεις του ΔΣΕ τη νύχτα της 11ης προς 12η Φεβρουαρίου. Όταν εκδηλώθηκε η επίθεση, στις 3 τα ξημερώματα, η διοίκηση της ΙΙ Μεραρχίας ήταν προετοιμασμένη και σχεδόν αμέσως κινητοποιήθηκαν οι ενισχύσεις. Η απουσία αιφνιδιασμού και οι αντεπιθέσεις των κυβερνητικών δυνάμεων έδειξαν από νωρίς τα όρια της επιχείρησης. Το περισσότερο που κατάφεραν οι δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού ήταν η κατάληψη του υψώματος 1641 (Σολίσιτο) αλλά τίποτε περισσότερο. Οι πολύ σκληρές συγκρούσεις συνεχίστηκαν κατά τη διάρκεια της 12ης Φεβρουαρίου και οι αποδεκατισμένες δυνάμεις του ΔΣΕ είχαν να αντιμετωπίσουν πλέον την αεροπορία και τεθωρακισμένα ενώ κυβερνητικές ενισχύσεις κατέφθαναν διαρκώς. Παρά ταύτα, ο ΔΣΕ δεν αναδιπλώθηκε κατά τη διάρκεια της νύχτας με αποτέλεσμα την επόμενη μέρα να υποστεί και τη γενική επίθεση του Εθνικού Στρατού απειλώντας τον πρώτο με πλήρη καταστροφή. Σώθηκε μόνο αφού ο Ε.Σ. εγκατέλειψε την επιχείρηση λόγω των καιρικών συνθηκών και, όπως ειπώθηκε, «προς διατήρησιν ηθικού δια μελλοντικάς επιχειρήσεις».
Ο απολογισμός για τον ΔΣΕ ήταν καταστροφικός. Στις 13 Φεβρουαρίου δημοσιεύτηκε στις αθηναϊκές εφημερίδες θριαμβευτικό έκτακτο ανακοινωθέν του Γενικού Επιτελείου Στρατού: "Άπασαι αι επιθέσεις των συμμοριτών κατά των δεσποζόντων σημείων περιοχής ΦΛΩΡΙΝΗΣ των κατεχομένων υπό ημετέρων τμημάτων εθραύσθησαν μετά πολλών απωλειών των συμμοριτών. Αντεπιθέσεις των εκεί Μονάδων μας επέτυχαν εις όλα τα σημεία. Μέχρι στιγμής ανεφέρθη, ότι ηχμαλωτίσθησαν 200 συμμορίται αι δε χαράδραι περί την τοποθεσίαν αμύνης περιοχής ΦΛΩΡΙΝΗΣ γέμουσι πτωμάτων των συμμοριτών".
Η διοίκηση του ΔΣΕ (Γούσιας και Βλαντάς) από τη μεριά της, στην έκθεση για τη μάχη στις 27 Φεβρουαρίου, έριξε τις ευθύνες της αποτυχίας στα στελέχη που κατεύθυναν την επίθεση: «Συνοψίζοντας όλα τα στοιχεία που παραθέσαμε, για το πως έγινε η εκτέλεση του σχεδίου μπορούμε να ξανατονίσουμε τη βασική διαπίστωση που διατυπώσαμε, ότι, στην εκτέλεση του σχεδίου, οι διοικήσεις μας δεν έδειξαν αποφασιστικότητα, ταχύτητα, επιμονή, μαστοριά και ότι αυτά όλα αποτέλεσαν σοβαρότατο παράγοντα της αποτυχίας μας στη Φλώρινα. Στον πόλεμο, στις επιμέρους μάχες, παρουσιάζονται περιπτώσεις που σχέδια τέτοιων επιχειρήσεων είναι σωστά, αλλά οι εκτελεστές τα βουλιάζουν. Υπάρχουν και περιπτώσεις που τέτοια σχέδια παρουσιάζουν αδύνατες πλευρές, αλλά οι εκτελεστές με την αποφασιστικότητα και μαστοριά τους τις υπερνικούν και κερδίζουν τη μάχη. Η ορθότητα του σχεδίου αποτελεί τη βάση της επιτυχίας. Οι εχτελεστές αποφασίζουν για την επιτυχία είτε την αποτυχία. Μέσα στους εχτελεστές και στην πρώτη γραμμή βρίσκεται η διεύθυνση της επιχείρησης.» Τα στοιχεία όμως της μάχης δείχνουν ότι επρόκειτο για μια σχεδόν αδύνατη επιχείρηση, παρ’ όλο που η θέση του ΔΣΕ τον εξανάγκαζε να προβεί σε τόσο ριψοκίνδυνα σχέδια.
Οι απώλειες του ΔΣΕ τελικά ήταν περίπου 700 νεκροί και 350-400 αιχμάλωτοι, δυναμικό δυσαναπλήρωτο και ποσοτικά και ποιοτικά μιας και επρόκειτο για μαχητές εμπειροπόλεμους που δεν μπορούσαν εύκολα να αντικατασταθούν. Επίσης αναντικατάστατες ήταν οι απώλειες υλικού σε πυροβόλα, όλμους, πολυβόλα, ατομικά όπλα και πυρομαχικά. Από την πλευρά του Εθνικού Στρατού οι απώλειες ήταν πολύ μικρότερες, η ΙΙ Μεραρχία είχε 40 νεκρούς και 234 τραυματίες ενώ μικρές ήταν και οι απώλειες των άλλων στρατιωτικών και παραστρατιωτικών μονάδων. Η μάχη της Φλώρινας ήταν η τελευταία μεγάλη επιχείρηση τέτοιου τύπου και κατά έναν τρόπο η καμπή του πολέμου προς την τελική ήττα του ΔΣΕ, «η αρχή του τέλους».

Πέμπτη 19 Ιουλίου 2012

ΔΙΗΜΕΡΙΔΑ: Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΑ ΚΑΙ Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΛΑΚΑΣ


ΔΗΜΟΣ ΒΟΡΕΙΩΝ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ


Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΑ ΚΑΙ Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΛΑΚΑΣ

ΔΙΗΜΕΡΙΔΑ 28-29 ΙΟΥΛΙΟΥ 2012




ΣΑΒΒΑΤΟ 28 ΙΟΥΛΙΟΥ 2012  ΓΕΦΥΡΑ  ΠΛΑΚΑΣ

1η Συνεδρία

Προεδρείο

Ευάγγελος Γρ.Αυδίκος, καθηγητής Λαογραφίας Πανεπιστημίου Θεσσαλίας - Νίκος Καρατζένης, εκπαιδευτικός, συγγραφέας

18:30-18:45 Προσέλευση
18:45-19:00 Προσφωνήσεις
19:00-19:30 Γεώργιος Μαργαρίτης, καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. «ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ και ο Χειμώνας 1943-1944»
19:30-20:00 Θεατρική παράσταση από την ομάδα «Βορείως» του Δήμου Βορείων Τζουμέρκων: ‘‘Το θέατρο του βουνού’’, του Γιώργου Κοτζιούλα
20:00- Μουσική βραδιά



ΚΥΡΙΑΚΗ 29 ΙΟΥΛΙΟΥ 2012 ΣΥΝΕΔΡΙΑΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΑΜΑΝΤΩΝ

2η Συνεδρία

Προεδρείο

Γεώργιος Μαργαρίτης, καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης - Γιάννης Σταύρου,δημοτικός σύμβουλος

10:00-10:20 Γιάννης Σκαλιδάκης, ιστορικός-διδάκτωρ τμήματος Πολιτικών Επιστημών Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. « Οι πολιτικές εξελίξεις στις αρχές του 1944 για το ζήτημα δημιουργίας Εθνικής Κυβερνήσεως και η Συμφωνία της Πλάκας»
10:20-10:40 Βασιλική Λάζου, διδάκτωρ τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών .«Οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και τα αντίποινα των Γερμανών στην ορεινή Ελλάδα(1943-1944)’’
10:40-11:00 Ιάσων Χανδρινός, υποψήφιος διδάκτωρ Νεότερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας .« Οι δύο ΕΔΕΣ, η σύγκρουση με το ΕΑΜ και η συμφωνία της Πλάκας»
11:00-11:20 διάλειμμα

11:20-11:40 Βαγγέλης Τζούκας, διδάκτωρ Ιστορίας .«Στην άκρη της Γέφυρας: Η Εθνική Αντίσταση και ο εύθραυστος συμβιβασμός της Πλάκας»
11:40-12:00 Χαράλαμπος Νούτσος, καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων .«Η Εθνική Αντίσταση στα Κατσανοχώρια»
12:00-13:00 Συζήτηση


Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012

Ομιλία στον εορτασμό της Εθνικής Αντίστασης από το Δήμο Καρπενησίου: Κορυσχάδες 27 Μαΐου 2012

(απόσπασμα που δημοσιεύτηκε στις Αναγνώσεις της εφημερίδας Αυγή, την Κυριακή 17 Ιουνίου 2012, με τίτλο "Δεν είναι η πρώτη φορά... Μια λαϊκή, δημοκρατική κυβέρνηση")



Λίγες μέρες πριν, σε μια ιδιαίτερα φορτισμένη στιγμή μετά τη φασιστική επίθεση εναντίον της, η υποψήφια βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Ρένα Δούρου αναφέρθηκε στο ψήφισμα του Εθνικού Συμβουλίου του 1944 στις Κορυσχάδες. Το γεγονός αυτό, από τη μια έδειξε το αξιακό φορτίο της ιστορίας του κομμουνιστικού και ευρύτερα του προοδευτικού κινήματος της χώρας για τη σύγχρονη Αριστερά και από την άλλη η αντιμετώπισή της αναφοράς αυτής τα νέα όρια του λόγου των αντιπάλων της. Η νέα κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα τείνει να αφήσει πίσω της μια προηγούμενη μεταπολιτευτική συναίνεση σχετικά με τη θέση της Εθνικής Αντίστασης στη δημόσια σφαίρα. Οι προσπάθειες αναθεώρησης της ιστορίας της περιόδου 1941-1949 σε ακαδημαϊκό επίπεδο περνούν πλέον με αναμενόμενο αλλά όχι ανανεούμενο τρόπο στο δημόσιο λόγο. Πλέον φαντάζει ως απειλή όχι μόνο ο Εμφύλιος και τα Δεκεμβριανά αλλά επίσης το ΕΑΜ και η ΠΕΕΑ. Η αναφορά της Ρένας Δούρου παρουσιάζεται από ιστότοπους προσκείμενους στη ΝΔ ως «απειλή με νέο ΕΑΜ» και η αναφορά στον μαχόμενο ενάντια στους κατακτητές ΕΛΑΣ ως ευχή για νέο «ένοπλο αντάρτικο». Επειδή δε η νοσηρή τους φαντασία δεν έχει φτάσει ακόμα να κατηγορήσει –εκτός αν μου διαφεύγει κάτι- την ΠΕΕΑ για αντιποίηση αρχής, με αυθαίρετο, ανιστόρητο και οκνό τρόπο συνδέεται το Εθνικό Συμβούλιο με τα Δεκεμβριανά, όπου όπως όλοι ξέρουμε μίλησαν τα κονσερβοκούτια. Κι αυτό όχι μόνο σε ανώνυμους ιστότοπους αλλά και με τη γραφίδα του κ. Θεοδωρόπουλου στα πάντα έγκυρα Νέα. Για την Αριστερά όμως είναι ευκαιρία, η πλούσια εμπειρία του ΕΑΜ και του εγχειρήματος της ΠΕΕΑ να χρησιμεύσει, πέρα από τους συμβολισμούς, σε μια σύγχρονη αναγκαία πολιτική προάσπισης των λαϊκών συμφερόντων. 



Σαν σήμερα πριν 68 χρόνια, στις 27 Μαΐου 1944, κάτω από τους ήχους της μπάντας της 13ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ που έπαιζε τον Εθνικό Ύμνο, ολοκλήρωσε τις εργασίες της η Α΄ (και μοναδική) σύνοδος του Εθνικού Συμβουλίου, που είχε συγκροτηθεί μέσα από μια ιδιότυπη εκλογική διαδικασία και με πρωτοβουλία της νεοσύστατης Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης.  […]
Πρώτη μορφή κεντρικής εξουσίας της Ελεύθερης Ελλάδας που σχηματοποιήθηκε οριστικά από το καλοκαίρι του 1943, ήταν το Κοινό Γενικό Στρατηγείο Ανταρτών, το οποίο συμπεριλάμβανε τόσο τις οργανώσεις της ένοπλης Αντίστασης, ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ και ΕΚΚΑ όσο και τους αντιπροσώπους των Συμμάχων στο πρόσωπο της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής. Μετά όμως τις ενδοαντιστασιακές συγκρούσεις του Οκτωβρίου του ’43 και την ουσιαστική διάλυση του Κοινού Στρατηγείου, το ρόλο αυτό για τη συντριπτικά μεγαλύτερη απελευθερωμένη περιοχή ανέλαβε το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ. Η κοινωνική και πολιτική συσπείρωση γύρω από το ΕΑΜ στην Ελεύθερη Ελλάδα, ο προσανατολισμός χάραξης γενικότερων πολιτικών κατευθύνσεων για τη μεταπολεμική Ελλάδα και οι ανάγκες πολιτικής διαπραγμάτευσης με την εξόριστη κυβέρνηση για τη δημιουργία ενός ενιαίου κυβερνητικού σχήματος Εθνικής Ενότητας με παρουσία μέσα στη χώρα, οδήγησαν σε μια πρωτοβουλία μεγάλης πολιτικής εμβέλειας που ήταν η δημιουργία της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης. Συσπειρώθηκαν δε γύρω από αυτήν την προσπάθεια δυνάμεις ευρύτερες από εκείνες του ΕΑΜ όπως ο πρόεδρος της ΠΕΕΑ Αλέξανδρος Σβώλος, οι καθηγητές Άγγελος Αγγελόπουλος και Πέτρος Κόκκαλης, ο διοικητής Ηπείρου Αλκιβιάδης Λούλης.  
Ακόμα πιο εντυπωσιακή πολιτική πρωτοβουλία προς υποστήριξη της ΠΕΕΑ και απόδειξη της ενότητας του ελληνικού λαού γύρω από την οργανωμένη Αντίσταση ήταν και η απόφαση για τη σύσταση Εθνικού Συμβουλίου μέσα από εκλογές στην απελευθερωμένη αλλά και στην κατεχόμενη χώρα. 43 του '﷽﷽κτωβριστασιακvess fronοργανωμ archives management, classification and documentation. re man and Italian archivess fron
43 του '﷽﷽κτωβριστασιακvess fronοργανωμ archives management, classification and documentation. re man and Italian archivess Η πρωτοβουλία αυτή της ΠΕΕΑ ήταν από τα πιο αξιοσημείωτα γεγονότα στην ιστορία της συγκρότησης της εξουσίας στην Ελεύθερη Ελλάδα. Αν η ΠΕΕΑ ήταν το κυβερνητικό σχήμα της Ελεύθερης Ελλάδας, το Εθνικό Συμβούλιο ήταν το κοινοβούλιό της, που θα επικύρωνε την εξουσία της. Η διαδικασία εκλογής ήταν πρωτόγνωρη από πολλές απόψεις. Η σημαντικότερη ήταν αναμφισβήτητα η χωρίς όρους συμμετοχή των γυναικών σε εκλογική διαδικασία στην Ελλάδα. Χιλιάδες γυναίκες ψήφισαν τους αντιπροσώπους τους στο Συμβούλιο αυτό, ενώ για πρώτη φυσικά φορά υπήρχαν και γυναίκες αντιπρόσωποι (εθνοσύμβουλοι), έστω και μετρημένες στα δάχτυλα. Επίσης οι νέοι απόκτησαν δικαίωμα ψήφου καθώς το όριο ηλικίας για τους εκλογείς κατέβηκε στα 18 χρόνια. Άλλωστε οι νέοι και οι νέες αυτής της ηλικίας είχαν επανδρώσει μαζικά τις εθνικοαπελευθερωτικές οργανώσεις και είχαν τάχιστα πολιτικοποιηθεί μέσα στις συνθήκες του πολέμου.
Αναπάντητο θα μείνει το ερώτημα του πόσοι ακριβώς ψήφισαν και θα πρέπει να αρκεστούμε στις εκτιμήσεις που αναφέρουν από 1.500.000 έως 1.800.000 ψηφοφόρους όπου μπόρεσε να φτάσει η κάλπη, κυρίως στις ελεύθερες περιοχές και στις παρυφές της Ελεύθερης Ελλάδας, αλλά και στην κατεχόμενη ζώνη. Συγκριτικά, στις τελευταίες κοινοβουλευτικές εκλογές του Ιανουαρίου 1936 είχαν ψηφίσει 1.278.085 άτομα. Καθώς αυτές οι τελευταίες, προ της δικτατορίας Μεταξά, εκλογές ήταν το τελευταίο τεκμήριο δημοκρατικής αντιπροσώπευσης, η σύγκριση μαζί τους είχε νόημα για το κύρος και την πολιτική νομιμοποίηση της διαδικασίας.
Είναι γενικά αποδεκτό από τις αναφορές της εποχής πως 22 βουλευτές της Βουλής του 1936 δήλωσαν συμμετοχή και αυτοδίκαια έλαβαν μέρος στο Εθνικό Συμβούλιο. Σύμφωνα όμως με την έρευνά μας, την οποία πρώτη φορά δημόσια αναφέρουμε, βρέθηκαν όχι 22 αλλά 24 βουλευτές του 1936. Η πολιτική τους μάλιστα προέλευση πέραν του Κομμουνιστικού Κόμματος και της αριστερής πτέρυγας του Κόμματος των Φιλελευθέρων είναι αξιοσημείωτη και δείχνει μια πολιτική ευρύτητα που υπερέβαινε τόσο τις μεσοπολεμικές συμμαχίες του Παλλαϊκού Μετώπου όσο και το ΕΑΜ. Αναφέρουμε τους βουλευτές Πέλλης του 1936 Αθανάσιο Πέγιο και Κωνσταντίνο Γέσιο, του Λαϊκού και του Μεταρρυθμιστικού Εθνικού Κόμματος αντίστοιχα. Συμμετείχε επίσης ο γιατρός Λεωνίδας Βελόπουλος, βουλευτής Φθιωτιδοφωκίδος το 1935 με το Λαϊκό Κόμμα και το 1936 με τη Γενική Λαϊκή Ριζοσπαστική Ένωση (Κονδύλης-Θεοτόκης-Ράλλης) και ο Ιωάννης Μιχαήλ, βουλευτής Θεσσαλονίκης με το Αγροτοεργατικό Κόμμα του Αλέξανδρου Παπαναστασίου. Γνωστότερη είναι η συμμετοχή του υποστηρικτή της μοναρχίας, δημάρχου Πατρέων Λαλάκη Ρούφου.
Αλλά και η διεύρυνση στο χώρο των Φιλελευθέρων ήταν εντυπωσιακή και υπερέβαινε το χώρο της Ένωσης Λαϊκής Δημοκρατίας του Ηλία Τσιριμώκου που συμμετείχε εξαρχής στο ΕΑΜ. Την πρώτη μέρα μάλιστα της σύγκλησης του Εθνικού Συμβουλίου, έκανε συγκροτημένα την εμφάνισή της και η ομάδα των Αριστερών Φιλελευθέρων, που συγκροτήθηκε από εθνοσυμβούλους που θεωρούσαν τον εαυτό τους μέλη του Κόμματος Φιλελευθέρων. Την κοινή εισήγηση της ομάδας πάνω στις προγραμματικές δηλώσεις της ΠΕΕΑ έκανε ο βουλευτής Θεσσαλονίκης Λεωνίδας Καραμαούνας. Η ομάδα περιλάμβανε επίσης το στρατηγό Νεόκοσμο Γρηγοριάδη, πρόεδρο του Εθνικού Συμβουλίου, τον Νικόλαο Ασκούτση, γραμματέα Συγκοινωνιών και τον Σταμάτη Χατζήμπεη, γραμματέα Εθνικής Οικονομίας αλλά και τους Παντελή Καρασεβδά, Αλκιβιάδη Λούλη και Δημήτρη Ψιάρη.
Στις 14 Μαΐου 1944 συνήλθε το Εθνικό Συμβούλιο εδώ στο χωριό Κορυσχάδες. Η περιγραφή του σκηνικού είναι χαρακτηριστική:

Μέσα στο σχολείο, μια μεγάλη μακριά αίθουσα. Στην μιαν άκρη της το Προεδρείο κι από κάτω το βήμα. Σανίδια σκεπασμένα με χαλιά απ’ το χωριό. Πάνω απ’ το Προεδρείο οι θυρεοί των μεγάλων μας Συμμάχων, Αγγλίας, Αμερικής, Σοβιετικής Ένωσης και Γιουγκοσλαυίας και στη μέση ένας μεγάλος Φοίνικας, το μυθικό πουλί, που ξαναγεννιέται απ’ τη στάχτη του, σύμβολο αιώνιο του ακατάβλητου ελληνικού γένους. Τους θυρεούς πλαισιώνουν οι σημαίες των συμμάχων κι η γαλανόλευκη. Στη δεξιά προς το Προεδρείο πλευρά πάνω στον κάτασπρο τοίχο, καφετιές τοιχογραφίες που παριστάνουν ήρωες της Επανάστασης του 1821, αγωνιστές του έθνους. Κατόπι μια μεγάλη τοιχογραφία, ένα σύμπλεγμα: ένας γέρος και δυο νέοι αντάρτες. Στο βάθος της αίθουσας, στην απέναντι απ’ το Προεδρείο πλευρά, μια άλλη μεγάλη τοιχογραφία, που συμβολίζει τους αγώνες στην πόλη. Από πάνω μια επιγραφή: «Αιώνια τιμή και δόξα στους ήρωες και μάρτυρες της πόλης και του χωριού». Στους τοίχους σκόρπιες άλλες επιγραφές: «Ζήτω οι μεγάλοι μας Σύμμαχοι». «Θάνατος στο φασισμό». «Η ΠΕΕΑ ενσάρκωση της Εθνικής Ενότητας». «Το Εθνικό Συμβούλιο ενσάρκωση της λαϊκής κυριαρχίας».[1]

[...] Στις 10 το πρωί της 27ης Μαΐου συνήλθε η τελευταία συνεδρίαση του Εθνικού Συμβουλίου στην οποία υιοθετήθηκε το ψήφισμα «για την κατοχύρωση των λαϊκών ελευθεριών». Το ψήφισμα αυτό, αποτελούμενο από 15 άρθρα, εν είδει Συντάγματος, πρόβαλε δημοκρατικές διεκδικήσεις και κατοχύρωνε τους αντιστασιακούς θεσμούς. Η αυτοδιοίκηση και η λαϊκή δικαιοσύνη ονομάζονταν «θεμελιώδεις θεσμοί του δημοσίου βίου των Ελλήνων». Κατοχυρώνονταν ίσα πολιτικά και αστικά δικαιώματα σε άνδρες και γυναίκες, η εργασία αναγνωριζόταν ως βασική κοινωνική λειτουργία και καθιερωνόταν ως επίσημη γλώσσα, η «γλώσσα του λαού».
[…] Ο σημερινός εορτασμός είναι αποτέλεσμα της κατοχύρωσης στην εθνική μνήμη των εθνικοαπελευθερωτικών και δημοκρατικών αγώνων του λαού μας. Στο χέρι της σημερινής γενιάς, στα δικά μας χέρια, είναι η διαφύλαξη και ενίσχυση της αδιαπραγμάτευτης εθνικής μας ανεξαρτησίας και αξιοπρέπειας απέναντι στις σύγχρονες επιβουλές καθώς και η συνέχιση των αγώνων για δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη. 



[1] Εθνικό Συμβούλιο, Περιληπτικά Πρακτικά εργασιών της πρώτης συνόδου του (Κορυσχάδες 14-27 Μάη 1944), έκδοση Κοινότητας Κορυσχάδων, Ευρυτανίας, 1992, σ. 43-44.


Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012

Auschwitz


Απόσπασμα από το κεφάλαιο «Η τελική λύση» του βιβλίου του ιστορικού Richard J. Evans 
“The Third Reich at War” (Penguin Books, 2009)




Οι πρώτες αφίξεις στο Άουσβιτς, τον Μάρτιο του 1942, ήταν από τη Σλοβακία και τη Γαλλία. Αρχικά οι αφιχθέντες καταγράφηκαν και έγιναν δεκτοί ως να επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν για εργασία. Αλλά πριν να περάσει λίγος καιρός, το Μάιο του 1942, άρχισε η συστηματική εξόντωση, όχι μόνο των Γάλλων και Σλοβάκων Εβραίων αλλά επίσης εκείνων από την Πολωνία, την Ολλανδία και το Βέλγιο. Ήταν σε μια αποστολή από την Ολλανδία, που παρακολούθησε ο Χίμλερ τη διαδικασία επιλογής και δολοφονίας, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στις 17 και 18 Ιουλίου 1942. «Δεν είχε παρατηρήσεις να κάνει», κατέγραψε ο Χες. Όντως η επίσκεψη ολοκληρώθηκε με τον Αρχηγό των SS να επιβραβεύει με προαγωγή τον διοικητή του στρατοπέδου. Κατά την απογευματινή δεξίωση, ο Χες σημείωσε πως ο Χίμλερ «ήταν σε πολύ καλό κέφι, πρωταγωνιστώντας στη συζήτηση και όντας εξαιρετικά φιλικός, ειδικά με τις κυρίες». Την επόμενη μέρα ο Χίμλερ πήγε στο στρατόπεδο των γυναικών, «παρακολούθησε το κλάμα μιας γυναίκας εγκληματία», και «συζήτησε με ορισμένες γυναίκες Μάρτυρες του Ιεχωβά για τις φανατικές πεποιθήσεις τους». Στην τελική ομιλία του λίγο πριν φύγει, ο Χίμλερ διέταξε την εντατικοποίηση των εκτελέσεων και πίεσε τον Χες να ολοκληρώσει την κατασκευή ενός νέου στρατοπέδου στο Μπίρκεναου το συντομότερο. Από τον Ιούλιο και μετά, άρχιζαν να έρχονται οι Γερμανοί Εβραίοι, πρώτα από τη Βιέννη, και από τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο, από το Βερολίνο. Τρένα άρχισαν να φέρνουν Εβραίους από τη Ρουμανία, την Κροατία, την Φινλανδία, την Νορβηγία και μετέπειτα από τη Βουλγαρία, την Ιταλία και από την Ουγγαρία, την Σερβία, την Δανία, την Ελλάδα και τη νότια Γαλλία.

[...]

Το Άουσβιτς από πολλές απόψεις ήταν μια πρότυπη γερμανική πόλη στη νεοκατεκτημένη Ανατολή. Από τον Μάρτιο του 1941 υπήρχαν 700 φύλακες SS που εργάζονταν στο στρατόπεδο, αριθμός που θα αυξανόταν σε 2.000 μέχρι τον Ιούνιο του 1942. Συνολικά, σε όλη την περίοδο ύπαρξης του στρατοπέδου, περίπου 7.000 άνδρες του SS εργάστηκαν εκεί κάποια στιγμή. Τα SS και οι οικογένειές τους, εφόσον είχαν, ζούσαν στην πόλη μαζί με γραμματείς και διοικητικούς υπαλλήλους. Πραγματοποιούνταν συναυλίες και θεατρικές παραστάσεις από θιάσους όπως το Κρατικό Θέατρο της Δρέσδης, υπήρχε μια παμπ (με ένα διαμέρισμα από πάνω για τον Χίμλερ, που ουσιαστικά ποτέ δεν χρησιμοποίησε) και ένα ιατρικό κέντρο. Οι άνδρες των SS είχαν πλήρεις προμήθειες τροφίμων και τακτικές άδειες. Αν είναι ανύπανδροι, μπορούσαν να δεχτούν επισκέψεις από τις φιλενάδες τους, ή, αν ήταν παντρεμένοι και οι οικογένειες τους κατοικούσαν αλλού στο Ράιχ, από τις γυναίκες τους, συνήθως τη ζεστή περίοδο του καλοκαιριού. Νέα σπίτια χτίζονταν για το προσωπικό του στρατοπέδου, και κοντά βρισκόταν η γιγαντιαία εγκατάσταση χημικών της I. G. Farben στο Monowitz. Όλα αυτά έκαναν το Άουσβιτς ένα μεγάλο οικονομικό κέντρο που απασχολούσε Γερμανούς μάνατζερ, επιστήμονες, διοικητικά στελέχη και γραμματείς. Η δημιουργία ενός ενιαίου συγκροτήματος που συνδύαζε κατοικίες, ένα εργοστάσιο, ένα στρατόπεδο εργασίας και ένα κέντρο εξόντωσης προεικόνιζε ένα είδος αστικής κοινότητας από αυτές που θα μπορούσαν να ιδρυθούν σε άλλα μέρη της γερμανικής Ανατολής, τουλάχιστον μέχρι την τελική ολοκλήρωση του Γενικού Σχεδίου για την Ανατολή. Η μόνη αιτία για παράπονα από τη μεριά των κατοίκων της πόλης ήταν η δυσάρεστη οσμή πάνω από την πόλη και την πτέρυγα κατοικίας των SS από τα κρεματόρια του στρατοπέδου.
Κατά τη διάρκεια της συνολικής περιόδου ύπαρξης του στρατοπέδου, τουλάχιστον 1,1 εκατομμύριο και πιθανότατα ως και 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι δολοφονήθηκαν στο Άουσβιτς. Το 90% αυτών, πιθανόν περίπου 960.000, ήταν Εβραίοι, δηλαδή ανάμεσα σε 1/5 και 1/4 του συνολικού αριθμού των Εβραίων που σκοτώθηκαν στον πόλεμο. Περιλαμβάνονταν 300.000 Εβραίοι από την Πολωνία, 69.000  από την Γαλλία, 60.000 από την Ολλανδία, 55.000 από την Ελλάδα, 46.000 από την Τσεχοσλοβακία (το Προτεκτοράτο Βοημίας και Μοραβίας), 27.000 από την Σλοβακία, 25.000 από το Βέλγιο, 23.000 από την Γερμανία (το «Παλαιό Ράιχ»), 10.000 από την Κροατία, 6.000 από την Ιταλία, ο ίδιος αριθμός από την Λευκορωσία, 1.600 από την Αυστρία και 700 από την Νορβηγία. Κατά την τελευταία περίοδο του πολέμου, περίπου 394.000 Ούγγροι Εβραίοι οδηγήθηκαν στους θαλάμους αερίων και εξοντώθηκαν. Περισσότεροι από 70.000 μη Εβραίοι Πολωνοί εκτελέστηκαν, 21.000 Τσιγγάνοι, 15.000 Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου και πάνω από 15.000 άνθρωποι διαφόρων εθνικοτήτων, κυρίως από την Ανατολική Ευρώπη. Η μειοψηφία όσων «επιλέχτηκαν» για εργασία, καταγράφηκαν κατά την άφιξή τους και ένας αριθμός εντυπώθηκε με τατουάζ στο μπράτσο τους. Ήταν περίπου 40.000 και περίπου οι μισοί από αυτούς ήταν Εβραίοι. Τουλάχιστον οι μισοί από τους καταγεγραμμένους κρατούμενους πέθαναν από υποσιτισμό, ασθένειες, εξάντληση ή υποθερμία.
Ο Ρούντολφ Χες αργότερα ομολόγησε πως έβρισκε δύσκολο να εκτελεί τα καθήκοντά του, ως διοικητής της μεγαλύτερης βιομηχανίας θανάτου στην ιστορία, με ηρεμία πνεύματος.

Έπρεπε να τα παρακολουθώ όλα. Έπρεπε να βλέπω κάθε ώρα, μέρα και νύχτα, την απομάκρυνση και την καύση των πτωμάτων, την εξαγωγή των δοντιών, το κόψιμο των μαλλιών, όλη αυτή τη φρικαλέα ατελεύτητη εργασία... Έπρεπε να κοιτάζω από το ματάκι των θαλάμων αερίων και να παρακολουθώ την ίδια τη διαδικασία του θανάτου, επειδή οι γιατροί ήθελαν να το βλέπω. Έπρεπε να τα κάνω όλα αυτά γιατί ήμουν αυτός που είχε όλα τα μάτια πάνω του, γιατί έπρεπε να τους δείξω ότι δεν έδινα απλά τις διαταγές και έφτιαχνα τους κανονισμούς αλλά ήμουν έτοιμος ο ίδιος να είμαι παρών σε κάθε καθήκον που έδινα στους υφισταμένους μου.

Οι υφιστάμενοί του συχνά τον ρωτούσαν, «ήταν αναγκαίο να τα κάνουν όλα αυτά; Ήταν αναγκαίο να εξοντωθούν εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες και παιδιά;» Ο Χες αισθανόταν πως «έπρεπε να τους πει ότι η εξόντωση των Εβραίων έπρεπε να γίνει, ώστε η Γερμανία και το μέλλον της να ελευθερωθεί για πάντα από τους αδίστακτους αντιπάλους της». Αντισημίτης ως το τέλος, ο Χες μετά τον πόλεμο θεωρούσε πως ο αντισημιτισμός «ήρθε στο προσκήνιο μόνο όταν οι Εβραίοι είχαν προχωρήσει πολύ στο κυνήγι της κατάκτησης της εξουσίας, και τα σατανικά τους σχέδια ήταν πολύ φανερά για να τα ανεχτεί η κοινή γνώμη». Δεσμευμένος από αυτές τις αντιλήψεις στη δουλειά του, ο Χες ένιωθε πως έπρεπε να καταστείλει κάθε αμφιβολία καθώς ακολουθούσε αυτό που πίστευε ότι ήταν οι εντολές του Χίτλερ. Όφειλε στους υφισταμένους του να μην δείξει κανένα σημάδι αδυναμίας. Η «σκληρότητα» ήταν στο κάτω-κάτω η βασική αρχή των SS. «Έπρεπε να εμφανίζομαι παγερά αδιάφορος σε γεγονότα που θα έσκιζαν την καρδιά οποιουδήποτε είχε ανθρώπινα αισθήματα», θυμόταν αργότερα. «Έπρεπε να παρακολουθώ παγερά καθώς μητέρες με παιδιά που γελούσαν ή έκλαιγαν, έμπαιναν στους θαλάμους αερίων». Ειδικά μετά ένα απόγευμα πίνοντας με τον Άντολφ Άιχμαν, ο οποίος «έδειχνε τελείως εμμονικός με την ιδέα να εξοντώσει κάθε Εβραίο που θα μπορούσε να βρει», ο Χες αντιλήφθηκε πως έπρεπε να καταπιέσει κάθε ανθρώπινο συναίσθημα: «μετά από αυτές τις συζητήσεις με τον Άιχμαν, έφτασα να θεωρώ πως τέτοια αισθήματα ήταν προδοσία του Φύρερ».

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2012

Ο Νταλί και ο Φασισμός


Η Σκοτεινή Πλευρά του Νταντά

του Vicente Navarro



Η ισπανική μετάβαση από τη δικτατορία στη δημοκρατία πραγματοποιήθηκε υπό την κυριαρχία των συντηρητικών δυνάμεων που έλεγχαν το μηχανισμό του φασιστικού κράτους από το 1939 ως το 1978. Η ηγεσία των δημοκρατικών δυνάμεων είχε μόλις βγει από τη φυλακή ή είχε επιστρέψει στην Ισπανία από την εξορία και δεν μπορούσε να συγκριθεί με τις τεράστιες δυνάμεις που η Ακροδεξιά είχε στους πολιτικούς θεσμούς και στα μέσα ενημέρωσης, στα οποία ο έλεγχος της ήταν σχεδόν απόλυτος. Η κινητοποίηση των εργαζομένων ενάντια στη δικτατορία είχε συμβάλει στον τερματισμό της. Από το 1974 μέχρι το 1976, η Ισπανία είχε το μεγαλύτερο αριθμό απεργιών στην Ευρώπη, με στόχο τον τερματισμό της δικτατορίας. Ο Φράνκο πέθανε στο κρεβάτι του αλλά η δικτατορία τελείωσε στους δρόμους, με κινητοποιήσεις των εργαζομένων. Αυτή η λαϊκή πίεση ήταν σε θέση να τροποποιήσει, αλλά όχι να τσακίσει, το μηχανισμό του δικτατορικού κράτους.

Η τεράστια δύναμη των υπερσυντηρητικών δυνάμεων και η αδυναμία της πολιτικής ηγεσίας του αριστερόστροφου δημοκρατικού κινήματος εμπόδισε τη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης δημοκρατίας και, κατά συνέπεια, οι συντηρητικές δυνάμεις διατήρησαν μια τεράστια επιρροή στην πολιτική και πολιτιστική ζωή της Ισπανίας. Αυτό εξηγεί τις δυσκολίες που οι προοδευτικές δυνάμεις στην Ισπανία είχαν στη διόρθωση της επίσημης ιστορίας που προωθούσαν οι μεταφρανκικές συντηρητικές δυνάμεις της χώρας.

Ένα παράδειγμα αυτής της αδυναμίας αλλαγής της «επίσημης» ιστορίας είναι και το πως ο Νταλί παρουσιάζεται στο κοινό. Υπάρχει μια ολόκληρη βιομηχανία με στόχο την προώθηση της ζωγραφικής του και της ζωής του. Και ο Νταλί είναι μια σημαντική μορφή που τιμάται στην Ισπανία. Πρόσφατα, η μεγάλη όπερα της Βαρκελώνης -El Liceu- ανέβασε μια όπερα αφιερωμένη στον Νταλί. Και στο Cadaques, μία από τις περιοχές στη μεσογειακή καταλανική ακτή όπου η καταλανική αστική τάξη περνάει τις διακοπές της, υπάρχει ένα μνημείο στην κεντρική πλατεία της πόλης με τη μορφή του.

Ο Νταλί ήταν, όμως, ένα άτομο με σαφείς φασιστικές θέσεις. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έχουν κρατήσει μια συνένοχη σιωπή γι’ αυτό. Στις σπάνιες περιπτώσεις που η πολιτική εμφανίζεται στην επίσημη βιογραφία του Νταλί, η υποστήριξή του στη δικτατορία εξηγείται ως πρόθεση του να έχει καλές σχέσεις με τον εν λόγω κρατικό μηχανισμό, προκειμένου να αποφεύγει την καταβολή φόρων, αντίληψη που υπάρχει στην Καταλονία και την Ισπανία, όπου η φοροδιαφυγή είναι μια γενικευμένη πρακτική μεταξύ των πλουσίων. Έτσι η συνεργασία με τη δικτατορία γίνεται ασήμαντη, επειδή στην κοινότητα των πλουσίων (μεταξύ των οποίων και ο Νταλί ήταν μια εξέχουσα μορφή) όλοι φοροδιέφευγαν. Εκτός από αυτήν την πληροφορία που συνήθως εμφανίζεται ως υποσημείωση, δεν αναφέρεται τίποτα για τη σοβαρή εμπλοκή του Νταλί με το φασισμό. Με αυτόν τον τρόπο εμπεδώνεται η κυριαρχία των συντηρητικών δυνάμεων στη διαμόρφωση της αντίληψης περί του κόσμου της τέχνης. Το ισοδύναμο αυτής της κατάστασης στις Ηνωμένες Πολιτείες θα ήταν αν το Κέντρο Κένεντι της Ουάσιγκτον να αφιέρωνε ένα ολόκληρο μιούζικαλ στον Ezra Pound, τον αμερικανό υποστηρικτή του Μουσολίνι, ο οποίος είχε σωστά εξοστρακιστεί από τη συγγραφική κοινότητα των ΗΠΑ.

Στο λεπτομερές και εξαιρετικό βιβλίο του για τον Νταλί, ο Ίαν Γκίμπσον έχει τεκμηριώσει την ταυτοποίηση του Νταλί με το φασισμό στην Ισπανία από την αρχή (Η επαίσχυντη ζωή του Σαλβαδόρ Νταλί, Faber and Faber, 1997). Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, ο Νταλί δεν υποστήριξε ποτέ την Ισπανική Δημοκρατία. Δεν συνεργάστηκε, για παράδειγμα, στην Έκθεση του Παρισιού το 1937, όπου παρουσίασε ο Πικάσο τη Γκουέρνικα του, με στόχο να συγκεντρώσει χρήματα για τη δημοκρατική υπόθεση. Και σύντομα έκανε σαφή τη συμπάθειά του για το φασιστικό πραξικόπημα του 1936 και για τη δικτατορία που αυτό εγκαθίδρυσε, σε μια επιστολή προς τον Μπουνιουέλ, ένα γνωστό σκηνοθέτη στην Ισπανία. Έκανε σαφές και γνωστό το θαυμασμό του για το πρόσωπο και τα γραπτά του ιδρυτή του ισπανικού φασιστικού κόμματος (Φάλαγγα), José Antonio Primo de Rivera, και χρησιμοποιούσε στις ομιλίες και στα γραπτά του τη φασιστική αφήγηση και σχετικές εκφράσεις (όπως τη φασιστική επίκληση «Arriba España»), αναφερόμενος στο ειδικό ιμπεριαλιστικό ρόλο της Ισπανίας σε σχέση με άλλα έθνη. Είχε συμπάθεια στις αντισημιτικές απόψεις του Χίτλερ και χαιρέτησε τη συμμαχία του Φράνκο με τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι κατά της Γαλλίας, της Μεγάλης Βρετανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών. Χαιρέτισε επίσης τη «λύση του εθνικού προβλήματος» που ήταν στη μόδα στους ναζιστικούς και φασιστικούς κύκλους εκείνη την εποχή.

Ο Νταλί έγινε ο μέγας υπερασπιστής της δικτατορίας του Φράνκο στον καλλιτεχνικό κόσμο. Ήταν, επίσης, όπως ο ισπανικός φασισμός, πολύ κοντά στην Εκκλησία και το Βατικανό του Πάπα Πίου ΧΙΙ, υποδεικνύοντας ότι η μοντέρνα τέχνη έπρεπε να βασίζεται στο Χριστιανισμό. Η αφοσίωσή του στη φασιστική δικτατορία συνέχισε μέχρι το τέλος, υπερασπιζόμενος τις πολιτικές της κρατικής τρομοκρατίας που περιλάμβαναν πολιτικές δολοφονίες, μέχρι και τις τελευταίες στιγμές της δικτατορίας. Λίγους μήνες πριν πεθάνει, ο Φράνκο υπέγραψε απόφαση εκτέλεσης πέντε πολιτικών κρατουμένων, που δημιούργησε ένα διεθνή σάλο διαμαρτυρίας. Ο Νταλί υπερασπίστηκε την εντολή εκτέλεσης του Φράνκο, αναφέροντας ότι πολλές περισσότερες θανατικές ποινές θα έπρεπε να έχουν υπογραφεί από τον
generalissimo, στον οποίο αναφερόταν ως «το μεγαλύτερο ήρωα της Ισπανίας». O Φράνκο είναι αυτός που έχει σκοτώσει τους περισσότερους Ισπανούς στην ιστορία (120.000 από αυτούς εξακολουθούν να είναι εξαφανισμένοι χωρίς να ξέρουμε που είναι θαμμένοι).

Όλα αυτά τα γεγονότα είναι καλά τεκμηριωμένα στο βιβλίο του Ίαν Γκίμπσον, αλλά σπάνια, αν όχι ποτέ, δεν εμφανίζονται στον ισπανικό Τύπο. Στην πραγματικότητα, η εφημερίδα La Vanguardia, η οποία ανήκει στην οικογένεια Godo (η οποία εφημερίδα ήταν σημαντικός υποστηρικτής του φασιστικού πραξικοπήματος και ο κύριος υπερασπιστής της ισπανικής δικτατορίας και τώρα έχει γίνει η κύρια συντηρητική εφημερίδα της Καταλονίας), συνεχίζει να δημοσιεύει άρθρα για τη ζωή του Νταλί, χωρίς ποτέ να αναφερθεί σε αυτά τα γεγονότα.

Τα λαϊκά στρώματα, όμως, έχουν μνήμη. Ο Νταλί ήταν μισητός από τις δημοκρατικές δυνάμεις. Όταν πέθανε ο Φράνκο, ο Νταλί έφυγε από το Cadaques, φοβούμενος για τη ζωή του. Το 1976, κατά τα τελευταία χρόνια της δικτατορίας, μια βόμβα ανακαλύφθηκε κάτω από τη συνήθη θέση του σε ένα μεγάλο εστιατόριο στη Βαρκελώνη. Και σύντομα συνειδητοποίησε ότι η ζωή και η υστεροφημία του θα μπορούσαν να τεθούν σε κίνδυνο εάν οι δημοκρατικές δυνάμεις κυριαρχούσαν. Αλλά υποτίμησε τη δύναμη των υπερσυντηρητικών δυνάμεων που ήταν πιστές σε αυτόν. Ο βασιλιάς, Juan Carlos I, που ενθρονίστηκε με απόφαση του στρατηγού Φράνκο, έγινε ο αρχηγός του Κράτους και των ενόπλων δυνάμεων στη νεοσύστατη δημοκρατία και επέκτεινε την προστασία του σε όλα τα σημαντικά πρόσωπα του φασιστικού καθεστώτος, συμπεριλαμβανομένου του Νταλί. Και ένα μνημείο με το άγαλμα του τελευταίου ανεγέρθηκε στο Cadaques.

Ο Vicente Navarro είναι καθηγητής της Δημόσιας Διοίκησης στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins. 

Πηγή: www.counterpunch.org